Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2019

Πολιτισμός…



Δεν έχει περάσει και πολύς καιρός από κείνο το βράδυ. Μαζεμένοι σε ένα σπίτι, μια φιλική συντροφιά. Κάποια στιγμή, μετά την ‘ανάλυση’ των επίκαιρων ζητημάτων –προσφυγικό / μεταναστευτικό, η αυξανόμενη ανησυχία από τις επιθετικές τάσεις των γειτόνων μας προς ανατολάς, κ.ά.- τέθηκε το –εν τέλει- υπερκείμενο και υποκείμενο ταυτόχρονα ζήτημα. Το έθεσε μια κυρία εν είδει ερωτήματος προς όλους μας… Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος πολιτισμός όχι μονάχα της αρχαιότητας αλλά όλων των εποχών;
Τώρα για να πω την αλήθεια, όταν ‘ξεκινούν’ τέτοιες συζητήσεις σε μεγάλες και ετερόκλητες συντροφιές, μετά από αρχοντικό, ‘ελληνικό’ φαγοπότι, προτιμώ, αν μπορώ, να μην συμμετέχω… προτιμώ να ακούω… λάθε όχι βιώσας αλλά ακούσας… ‘κρύβομαι’ και ακούω… Η πορεία αυτών των συζητήσεων είναι περίπου δεδομένη… ξεκινάμε από υπεραπλουστευτικές γενικεύσεις [οι Εβραίοι ήταν αυτό, οι Έλληνες το άλλο, να σου πω κάτι για τους Ρώσους που άκουσα πρόσφατα, το ήξερες αυτό για τους Ιάπωνες;… κλπ]. Στην πρώτη αυτή, περίπου ‘φατική’ περιοχή ανάλυσης, η συμμετοχή δεν έχει και ιδιαίτερο ενδιαφέρον… οι γενικεύσεις είναι πάντα βολικές και σχεδόν πάντα άδικες [οι Αλβανοί ήρθαν για να κλέψουν βέβαια όχι όλοι, υπάρχουν και οι οικογενειάρχες, οι δικηγόροι λένε ψέματα ακόμα και στον ύπνο τους, οι Παναθηναϊκοί είναι έτσι και οι Ολυμπιακοί αλλιώς…]. Το άγος των γενικεύσεων άλλωστε είναι γνωστό πόσο μεταδοτικό και μολυσματικό είναι… γενικεύοντας δεν το καταλαβαίνουμε ίσως αλλά γειτνιάζουμε με το φασισμό, τον ολοκληρωτισμό, την ανοησία και την ουδενολογία… ενίοτε ‘εισπηδούμε’ σε αυτές τις περιοχές για τα καλά και σεργιανίζουμε με χάρη και ελαφρότητα… μπορούμε ανά πάσα στιγμή να επιστρέψουμε άλλωστε στον ‘κανονικό’ εαυτό μας… η ευκολία όμως με την οποία παραβιάζουμε τις όποιες ‘ηθικές’ γραμμές μας είναι εντυπωσιακή…

Τι γίνεται όμως όταν η συζήτηση εξαντλήσει τις μεγάλες κλίμακες και αρχίσει να γίνεται πιο προσωπική, πιο… εγω-αξονική; Ξαφνικά, δεν αισθανόμαστε και τόσο καλά, βαρεθήκαμε, δεν θέλουμε να συνεχίσουμε άλλο, προτιμούμε να ξαναγυρίσουμε στα ανώδυνα θέματα ‘των άλλων’… αρκετά ειπώθηκαν και λέχθηκαν… δεν θα βγάλουμε εμείς το φίδι απ’την τρύπα… ας κόψουν όλοι το κεφάλι τους… όλοι ίδιοι είναι, κλπ, κλπ…

Όμως εγώ σήμερα είχα αποφασίσει να γράψω κάτι για τον πολιτισμό και ξεστράτισα πάλι…

Το γενικό κλίμα της συντροφιάς άρχισε γρήγορα να ηλεκτρίζεται –έφταιγε και η παραπανίσια δόση αλκοόλ βέβαια- όταν απέμειναν δυο βασικοί συνομιλητές που ‘όπλιζαν και πυροβολούσαν’ κατά βούληση. Ο ένας υπεραμυνόταν της υπεροχής του ελληνισμού, της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας, με ολίγες συγκρητιστικές δόσεις από χριστιανισμό, ινδουισμό, βουδισμό και ό,τι άλλο είχε πρόχειρο στη φαρέτρα του. Η κυρία που είχε θέσει και το ερώτημα και μάλλον ήδη είχε αρχίσει να το μετανιώνει, για να του πάει κόντρα μάλλον αγκιστρώθηκε από τη Ρώμη, τον ‘πραγματισμό’ και το δυναμισμό της με αρκετές δόσεις… αρχαίας Αιγύπτου, Ινδιάνων, Κελτών και αρκετών άλλων που είχε συνθέσει με ιδιαίτερη πρωτοτυπία για να πω την αλήθεια και έδινε τη μάχη με σθένος. Κάποια τρίτη εναλλακτική φωνή υπέρ του Βυζαντίου τόλμησε προς στιγμήν να ορθώσει ανάστημα αλλά αντιμετωπίστηκε με χλεύη, βλέμματα μειωτικά και μισά χαμόγελα.
Ομολογώ πως ενώ επί πολλή ώρα άκουγα με προσοχή όλα όσα εξακοντίζονταν από όλες τις πλευρές, εκεί που αναστατώθηκα κάπως ήταν όταν άρχισε η ‘ρωμαϊκή’ πτέρυγα να εκθειάζει τα μεγάλα έργα, τα αθάνατα έργα που αποδεικνύουν την ισχύ και το κλέος της Ρώμης. Ο στοχασμός μου ταξίδεψε στον πατέρα μου που επίσης θεωρούσε ισχυρότερα τα μεγάλα έργα που μένουν αθάνατα στο χρόνο από όλα τα υπόλοιπα που είναι θνησιγενή και αναιμικά δείγματα της ανθρώπινης σοφίας. Η διαφωνία μου με τον πατέρα μου ήταν από την αρχή σχεδόν κάθετη γιατί τα υδραγωγεία και οι δρόμοι δεν μαρτυρούν μονάχα την επιστημοσύνη των σχεδιαστών τους αλλά και τον πόνο και τα μαρτύρια, τους αναρίθμητους θανάτους όσων εργάστηκαν σκληρά για να αποδώσουν στην αιωνιότητα αυτά τα έργα πολιτισμού. Όλων αυτών που πέθαναν στις γέφυρες, τα τούνελ, τα φράγματα και τους ουρανοξύστες.
Σκεφτόμουν έπειτα μια σκηνή στο λεωφορείο, στην διαδρομή προς το σπίτι εκείνο. Μια ηλικιωμένη κυρία ανέβαινε με κόπο τα σκαλοπάτια του οχήματος και ένα νέο παιδί εγκατέλειψε αμέσως τη θέση του κι έσπευσε να την βοηθήσει. Την κράτησε γερά από το μπράτσο, την οδήγησε σταθερά μέσα και της προσέφερε και τη θέση του. Το βλέμμα της και το χαμόγελό της προς το νεαρό παιδί με έκανε να ριγήσω.

Δεν είναι άραγε αυτό πολιτισμός;

Είναι μονάχα μια συναισθηματική ‘ανάγνωση’ ή είναι αληθινά πολιτισμός;
Δεν είναι πολιτισμός να προσφέρεις ένα απροϋπόθετο χαμόγελο στον άγνωστο συνάνθρωπό σου;
Δεν είναι πολιτισμός η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα, το μοίρασμα;
Δεν είναι πολιτισμός η ευγένεια, η λεπτότητα, η διακριτικότητα;
Προτιμάμε τα μάρμαρα, τα τσιμέντα, τις μηχανές, το διάστημα, τα γκάτζετς, τα θαυμαστά άψυχα που μορφώσαμε και εξελίξαμε με κόπο βέβαια και κοσμούν τη ζωή μας από τα έμψυχα που είναι η ζωή μας;

Πολιτισμός, τελικά είναι το θαυμαστό και θαυμάσιο εκτός ή το ζόρικο, δύσκολο και απειροβαθές εντός;

Αν κάποια στιγμή συμβεί μια μεγάλη καταστροφή και δεν απομείνει κανένα έργο, τίποτε που να θυμίζει ότι σε αυτό τον πλανήτη κάποτε κατοικούσαν έλλογα όντα, όμως έχουν απομείνει κάποιοι επιζήσαντες κάπου καλά κρυμμένοι… τότε ποιος θα είναι ο πολιτισμός;
Ή μήπως θα περιμένουμε να δημιουργήσουμε ξανά πόλεις για να έχουμε πολιτισμό;
Επαναλαμβάνω, πολιτισμός είναι το υπέροχο και σπουδαίο εκτός ή το εγκατιαίο, αχανές και αρχαιώνιο εντός;

Θυμάμαι πως όταν στράφηκαν κάποια στιγμή και σε μένα, ρωτώντας την άποψή μου η οποία ίσως βάραινε για να γείρει η ζυγαριά προς τον έναν ή τον άλλο, τους κοίταξα κάπως μελαγχολικά και απλά χαμογέλασα.
Πήρα το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι βυθισμένος στις σκέψεις μου, ως συνήθως. Στο γνωστό περίπτερο έξω από τον σταθμό του Ηλεκτρικού, ήταν καθισμένος εκείνος ο νεαρός, ανάμεσα σε κούτες και καφάσια παρέα με το γατάκι του. Στάθηκα για λίγο σιωπηλός και τον κοιτούσα να το χαϊδεύει στο κεφάλι και να γουργουρίζουν και οι δυο νυσταγμένοι.

Τα πιο μοναχικά πλάσματα στον πλανήτη, σκέφτηκα και συνέχισα το δρόμο μου… συναρίθμησα και τον εαυτό μου…


Τρίτη, Οκτωβρίου 29, 2019

Κρεμασμένα παλτά σε ξεφτισμένους καλόγερους...




Τι απογίναμε;
Πώς τραυματίσαμε τους πνεύμονες; Πώς νερώσαμε το αίμα;
Πού θυσιάσαμε την καρδιά μας; Πού σπαταλήσαμε το πνεύμα μας;
Είχαμε μάτια για τον μεγάλο μυστικό χορό;
Είχαμε σθένος για το νύχτιο πέρασμα, το άλμα, το θάνατο του μικρούλη εαυτού μας;
Είχαμε νεύματα, λικνίσματα, χαμόγελα αλλά όχι χορό, όχι δυνατό, ξέφρενο χορό που να μας τινάξει το στήθος, να μας οργώσει την ψυχή, να μας χρεώσει όλους τους άχρηστους θανάτους και όλες τις ανούσιες ζωές μας… έναν προς έναν… μία προς μία…
Τι απογίναμε;
Τι θυσιάσαμε;
Γιατί συρθήκαμε στο χωματόδρομο με κομματιασμένα γόνατα και σπασμένες φτέρουγες;
Γιατί ντροπιαστήκαμε τόσο;
Μπροστά στο αιώνιο διαρκώς συρρικνώναμε τη στιγμή… μαραινόμασταν νυχθημερόν με στοχασμούς σκιάς και λεπρούς συναισθηματισμούς, κορώνες και εξάρσεις, ανόητες γενναιοδωρίες του κενού και φιλότιμες δωρεές ενός θησαυρού που δεν μας ανήκε.
Τι απογίναμε;
Πρηστήκαμε από νεκρή ζωή και θαλερό θάνατο…
Τι απογίναμε;
Λερές, χολερικές, κιτρινιάρικες ποιητικές συλλογές, βραβευμένες από ηττημένους υπέρβαρους σαλτιμπάγκους σε αυλές νάνων μοναρχών με σάπια δόντια και ρυπαρά εσώρουχα.

Κρεμασμένα παλτά σε ξεφτισμένους καλόγερους… καλημέρες με παγωμένα βλέμματα πανικού…


Κρεμασμένα άσχημα παλτά σε θλιβερούς καλόγερους…


The Hidden Dream
Art Print by Carlo Ferrara

Παρασκευή, Οκτωβρίου 18, 2019

Επιμένουμε κι ανασαίνουμε




Η σύνθεση είναι πάντα δυσκολότερη απ’την ανάλυση…
Να μια ευγενική αρχή… να γραπωθεί κανείς για να ξετυλίξει το κουβάρι… και τι κουβάρι…

Τι μας συνέβη μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο; Ναι, από εκεί ξεκινάει το ξετύλιγμα… υπομονή… Ρωτάω πάλι, τι μας συνέβη μετά τον 2ο Π.Π.; Μας συνέβησαν χίλια δυο αλλά αυτό που δεν μας είχε συμβεί στο παρελθόν ήταν η διάσχιση. Σχιστήκαμε στα δυο… πες το διχοτόμηση, διαίρεση… σημασία έχει να κατανοηθεί πως έχουμε να κάνουμε με έναν μανιχαϊκό κόσμο… έναν κόσμο που χωρίστηκε σε δυο κολοσσιαία στρατόπεδα… τους ‘ελεύθερους’ δυτικούς και το… ‘παραπέτασμα’… τους ‘δημοκράτες’ κληρονόμους του ελληνορωμαϊκού σκέπτεσθαι και δραν –λέμε τώρα- και τους ανατολικούς σκυθρωπούς, σκοτεινούς και μυστικοπαθείς κόκκινους…

Εντάξει, αυτή είναι μια προφανής εικόνιση, σχεδόν καρτουνίστικη, το κατανοώ, δεν διαφωνώ καθόλου. Οι δήθεν ‘καλοί’ και οι δήθεν ‘κακοί’. Οι διεφθαρμένοι και οι ενάρετοι [ο καθείς διαλέγει ποιοι είναι ποιοι]… αυτοί που ‘ζούνε τη ζωή και χαίρονται την κάθε μέρα’ και αυτοί που είναι σιωπηλοί σαν βράχοι και αυστηροί σαν γυμνασιάρχες του μεσοπολέμου… οι ‘χολιγουντιανοί’ με τον Έλβις και την Λουσίλ Μπολ και οι αγέλαστοι και ‘παγωμένοι’ γραφειοκράτες που διαβάζουν στο μετρό, στα λεωφορεία, στις μεγάλες τους ουρές… παντού διαβάζουν οι μπαγάσηδες… που κάνουν παρελάσεις στην Κόκκινη Πλατεία και σου κόβεται η ανάσα… που χωμένοι στα βαριά παλτά τους, χαιρετούν με κείνο μισόγελο τα πλήθη και αισθάνεσαι ένα ραχιαίο ρίγος…

Όλος ο μεταπολεμικός κόσμος, αυτό παλεύω να αρθρώσω τόση ώρα, ψελλίζοντας τις σκέψεις μου, είναι παιδί αυτής της διάσχισης. Όσοι γεννήθηκαν σε αυτό το περιβάλλον, όσοι ανδρώθηκαν, ερωτεύτηκαν, εργάστηκαν, έκαναν οικογένεια και παιδιά, έχουν το σπόρο και το δηλητήριο αυτής της σχιζοφρένειας… το Καλό και το Κακό δεν αποτελούν πλέον οντολογικές θεωρήσεις που απασχολούν φιλοσόφους και θεολόγους σε συνέδρια και σκονισμένες ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες… είναι η καθημερινή πραγματικότητα… έχεις την ανάσα τους στ’αυτιά σου, έχεις τις εκδορές τους στην ψυχή σου… δεν γίνεται να γλιτώσεις… γιατί γεννήθηκες μισός και μισός… και παλεύεις να συνθέσεις, να παντρέψεις, να αρμονίσεις, να γεφυρώσεις… σε όλη σου τη ζωή…

Θα πει κάποιος, μα είναι υπερβολή όλο τούτο… και στο παρελθόν δεν είχε συμβεί; Όχι, είναι η απάντηση… δεν είχε συμβεί… η διπολικότητα του μεταπολεμικού κόσμου είναι ιστορικά ίσως πρωτόφαντο φαινόμενο… μετά την κατάρρευση του ανατολικού σοσιαλιστικού κόσμου, περάσαμε στην μονοπολικότητα… αυτή ήταν όντως μια κατάσταση που ιστορικά είχε επαναληφθεί… και σήμερα… έχουμε μια επίφαση πολυπολικότητας και σούπα παγκοσμιοποιημένων ανθρώπων και κρατών και ιδεών και εννοήσεων που δεν μπορεί εύκολα να αναμετρηθεί με οτιδήποτε… γιατί η επανάσταση του διαδικτύου τα ανέτρεψε όλα… δεν μπαίνω εκεί, είναι αχανές το ναρκοπέδιο… γυρίζω το λοιπόν στα, ας πούμε γνωστά…

Δείτε για παράδειγμα την εποχή της Ιεράς Συμμαχίας… συνασπίστηκαν όλοι οι μαύροι κι άραχλοι μονάρχες της Ευρώπης ενάντια σε οτιδήποτε απειλούσε τα κραταιά τους βασίλεια και την διαιώνιση της τυραννίας τους. Δεν ήταν ποτέ δυο όμως… Ποτέ… όταν κάποιοι πήγαιναν να κάνουν παρεούλα, δυο άλλοι συνασπίζονταν εναντίον τους… ήταν τέσσερις, πέντε… πολυπολικότητα λοιπόν… δείτε και στον Α΄ Π.Π… και στον Β΄Π.Π… δεν έχουμε δυο που κουτουλάνε τα κεφάλια τους, έχουμε συγκεντρώσεις, συνασπισμούς, λυκοφιλίες… αλλά όχι δυο συμπαγείς πόλους… αυτό που συνέβη με τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ στον καινούργιο κόσμο που προέκυψε μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο δεν είχε προηγούμενο… και δηλητηρίασε όχι μόνο τα κράτη και τις κυβερνήσεις αλλά και τους ανθρώπους, τον καθένα ξεχωριστά… αλλοίωσε συνειδήσεις, επηρέασε θεωρίες, χειραγώγησε κινήματα, διαστρέβλωσε ακόμη και ιστορικά υποκείμενα…

Είναι γνωστή η ιστορία για μια υπηρεσία του Π.Ν. των ΗΠΑ που μελετώντας τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και τον Θουκυδίδη βρήκε τρανταχτές ομοιότητες και αναλογίες με το σύγχρονο χάλι του διπολισμού. Οι ΗΠΑ βέβαια ήταν η δημοκρατική Αθήνα. Η Αρκούδα ήταν οπωσδήποτε η ομιχλώδης και γνοφώδης Σπάρτη. Και ποιος κέρδισε κυρίες και κύριοι τον Πελοποννησιακό λεγόμενο πόλεμο; Η απάντηση κατατρομοκράτησε τους λογίους και ακαδημαϊκούς των αμερικανικών πανεπιστημίων. Και δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση να επαληθεύσουν το περίφημο περί της ιστορίας που επαναλαμβάνεται… τι έγινε από κει και πέρα δεν είμαι πρόχειρος να πω… εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η διάχυση και η διασπορά όλης αυτής της δηλητηριασμένης ατμόσφαιρας στα κύτταρα όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν διχασμένοι.

Γιατί αυτοί είναι που κυβερνούν και σήμερα τον κόσμο. Είναι οι άνθρωποι που παλεύουν να συνθέσουν θεωρίες, δόγματα και ιδέες και δεν ξέρουν το πώς. Δεν το έμαθαν ποτέ, δεν τους το δίδαξε κανείς. Και πειραματίζονται πάνω απ’τα κεφάλια μας.

Ο τεμαχισμός είναι εύκολος, πράγματι. Η ανάλυση, η ψυχανάλυση, να βγάλεις τα σωθικά του βάτραχου και να παρατηρείς. Η σύνθεση είναι το ζόρι… να ορίσεις το ένα, το ενιαίο, το ενικό, το αρμονικό, το ρέον, το συνεχές… Να δεις την μεγάλη εικόνα, τη ζεύξη, το ερωτικό, το διυπαρκτικό γεγονός τελικά…

Μα για να δεις, πρέπει πρώτα να βιώσεις…

Και οι διχασμένοι νόες δεν επιτρέπουν στο βίωμα να ανθίσει ολοκληρωμένο και αμιγές… Το δηλητηριάζουν με στίγματα, ιούς, αμαρτίες, παρεκκλίσεις, αποκλίσεις, στρεβλώσεις, αναπηρίες… και το νοσηρό πλέον βίωμα δεν μπορεί να γεννήσει παρά νοσηρό βλέμμα και το βλέμμα που νοσεί σκοτώνει το πνεύμα του ανθρώπου…

Και άνθρωποι με νεκρωμένο πνεύμα δεν είναι πλέον άνθρωποι… είναι προσανατολισμένα ζόμπι, μολυσμένες μηχανές και προγραμματισμένα ένσαρκα πρότζεκτς… Προγραμματισμένα να επιφέρουν τον όλεθρο ή να αυτο-ακυρωθούν…


Κι εμείς, σε μια γωνιά ενός μικρού δωματίου, όσοι απομείναμε, ακέραιοι ακόμα, επιμένουμε κι ανασαίνουμε με τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Σαικσπήρο… 

Τρίτη, Οκτωβρίου 15, 2019



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…



the knot

Τετάρτη, Οκτωβρίου 09, 2019

καθρέφτες…


  
Ζούμε λοιπόν στους καιρούς των οριζόντιων και σιωπηλών ανθρώπων.

Εχθρός μας έγινε το βάθος. Και η αλήθεια.
Εχθρός μας έγινε ό,τι απαντά στο τυραννικό ένα ερώτημα. Και ό,τι επικοινωνεί τη μετοχή μας στο αληθές.
Προσοχή στον επόμενο τοίχο που θα πέσεις επάνω. Είναι άνθρωπος. Μεταβολίζει αενάως τη ροή σε επιφάνεια. Και την κίνηση σε στάση.
Προσοχή στο επόμενο εμπόδιο που θα σκοντάψεις. Είσαι εσύ που θρηνείς την απώλεια του βλέμματος.
Και είσαι τυφλός σαν τον Οιδίποδα και σιωπηλός σαν την Νύχτα.
Και ό,τι πρόκειται να γεννήσεις από δω και μπρος θα το κατασπαράξεις ευθύς αμέσως… για να μην βρουν τίποτε να μακελέψουν τα παιδιά σου…

Ζούμε λοιπόν στους καιρούς των μακελάρηδων…


Και τα σπλαχνικά μας τέκνα, θρυμματίζουν στα σπίτια τους καθρέφτες…

Δευτέρα, Οκτωβρίου 07, 2019

Και την απάντηση την ξέρεις…

  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα…
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα…
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς…
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω… ξανά και ξανά… στη μαύρη αιωνιότητα…
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες…αρκεί που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ… και το απέραντο αύριο… σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει… και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό… οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας…
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου… και το πρωί τα ίδια πάλι… μέσα στο Στόμα…
Μα και το Στόμα είσαι εσύ…
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου… Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρεις… Φτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα… Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει…
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου…
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει…
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς… εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς…
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από μέλαινα βροχή… Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.

Και την απάντηση την ξέρεις…

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 22, 2019

Ο στεναγμός του είναι...



Το βαθύτερο δράμα του νοήμονος ανθρώπου δεν είναι ότι γνωρίζει… είναι ότι δεν μπορεί να κρυφτεί…
Ο πόθος να κρυφτείς πίσω από την άγνοια και η άγνοια αυτή καθεαυτή ως χαμένος παράδεισος αποτελούν ρομφαίες που διαπερνούν τον άνθρωπο του στοχάζεσθαι…
Ο πόθος να ελευθερωθείς από οποιαδήποτε προ-γνώση και από οποιαδήποτε προ-βίωση…
Ο πόθος να αποφυλακιστείς από το δεσμωτήριο του συνειδέναι…
Η μετοχή όχι μόνο σε κείνο που βιώνεται με τον οικειωμένο, αρχέγονο αυτοματισμό στον ενδοψυχικό κόσμο αλλά περισσότερο που ιχνεύεται από την ευαίσθητη αντίληψη και εμπειρώνεται ως πρόγευση του ερχόμενου, είναι ένας βαθύς στεναγμός του είναι…
Μοιάζει όλο τούτο με τον άνθρωπο που λαχταράει ως τα βαθύτερά του να εισέλθει στη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου και για κάποιο λόγο του απαγορεύεται… φαντασιώνεται την πληθύ των τόμων, τους ωκεανούς των γνώσεων, τη μέθεξη από την κατάδυση σε τόσους τόπους, σε τόσους χρόνους, σε τόσες μαγικές και ανεξερεύνητες χώρες… ζει για χρόνια με όλο αυτό τον ανεκπλήρωτο, μαρτυρικό πόθο και ζει εντελώς και θαυμαστά προσανατολισμένος… άλλο έρωτα δεν γεννά η ψυχή του παρά να μπορέσει να κοινωνήσει όλη αυτή τη διαθέσιμη εμπειρία, να βυθιστεί κυτταρικά και να πλυθεί υπαρκτικά από αυτή τη απειροδιάστατη γνώση που δαψιλώς του προσφέρεται κι όμως δεν του δίνεται…
Και κάποια μέρα… κάποια ευλογημένη μέρα ανοίγουν οι Πύλες και του επιτρέπεται επιτέλους να εισέλθει… ως προσκυνητής ακροπατώντας σχεδόν κι ύστερα ξεθαρρεμένος σαν παιδί που το αφήνουν μόνο στον μεγαλύτερο παιχνιδότοπο του σύμπαντος ορμάει τρέχοντας… τι λαμπρή μέρα, τι ηλιόφωτη μέρα! Γενέθλια ημέρα!
Κι ο άνθρωπος που θέλει να γίνει άνθρωπος της γνώσης, ρίχνεται με τα μούτρα… από τη Γεωγραφία στην Ιστορία, από τα Μαθηματικά στη Βιολογία, από τις Γλώσσες στην Ψυχολογία, από τις Βιογραφίες στη Φιλοσοφία… και τέλος δεν έχουν οι επιστήμες, οι κλάδοι, οι μελέτες, οι απόψεις, οι θεωρήσεις, οι γνώμες, οι αποκλίσεις, οι διαμάχες και οι προκλήσεις…
Για χρόνια πολλά, χρόνια αμέτρητα και μαγικά, ο άνθρωπος της γνώσης ζει έναν έρωτα, ένα παραλήρημα, ένα γιορτάσι φωτός και αγάπης…
Όμως… έρχεται κάποτε και η στιγμή της σκοτεινιάς… η γκρίζα ώρα…
Σιγά σιγά ανακαλύπτει πολλά που κρύβονται πίσω από τις γραμμές, τις εικόνες, τα σχήματα, τα διαγράμματα, τους χάρτες…
Πίσω απ’όλα τούτα υπάρχουν οι άνθρωποι… οι άνθρωποι του χτες, οι άνθρωποι του σήμερα, του πάντα…
Νιώθει σιγά σιγά να σφίγγεται το στομάχι του, να κλείνει ο λαιμός του, να ιδρώνουν οι παλάμες του…
Τούτα που αγγίζουν και ψηλαφούν λαίμαργα τα μάτια της ψυχής του δεν είναι παρά το αίμα και ο πόνος άλλων ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν… μόνοι…
Η αντίληψή του έχει ευρυνθεί, η καρδιά του έχει μεγαλώσει, η ψυχή του αιμορραγεί… δεν είναι η γνώση πια που τον καλεί, που τον μεθάει, τον κάνει να ονειρεύεται, να ταξιδεύει… είναι μια βαθιά και αιμάσσουσα επίγνωση… ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα σε ολόκληρο το σύμπαν…
 Ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος…
Ο άνθρωπος δεν έχει τη μοναδιαία αρνητική ύπαρξη του Όντος… ο άνθρωπος έχει την ψευδαίσθηση της σχεσιακής απόδρασης… της διαφυγής… της καταφυγής στους απογόνους του…
Την ψευδαίσθηση…
Ο άνθρωπος είναι απαρηγόρητος… ένας πολεμιστής που κουρασμένος από τις αναρίθμητες μάχες αναζητά μια αγκαλιά να αναπαυθεί και να κλάψει…
Δεν είναι πια ευτυχισμένος ο άνθρωπος της γνώσης…
Τώρα πια γνωρίζει… τώρα πια όλο του το είναι γνωρίζει…
Δεν βούτηξε στον ποταμό για να γευτεί την αέναη ροή… είναι ο ίδιος πια η ροή και τη βιώνει ως ανελέητη δράση που τον ρηγματώνει, τον εκχυμώνει, τον απομειώνει… δεν ρέει… διαρρέει…
Ο άνθρωπος της γνώσης δεν είναι πια παιδί…
Ενηλικιώνεται…
Όχι ακόμα…
Τώρα γυρίζει το βλέμμα του ολόγυρα και δεν βλέπει τόμους που τον προσκαλούν σε ένα ακόμα συναρπαστικό ταξίδι… βλέπει τη μοναχική, ασκητική ανάβαση ενός ακόμη αδελφού του…
Και τούτη η βαθιά συμπόνια τον πληρώνει όπως το νερό στην πλημμυρίδα σκεπάζει με βασανιστική κανονικότητα τον αιγιαλό…
Τον κυριεύει πανικός… αναζητά χώρο να κρυφτεί…
Δύσπνοια…
Όπου κι αν πάει στην απέραντη βιβλιοθήκη, συναντά τον εαυτό του… κρύβεται πίσω από έπιπλα, κάτω από τραπέζια, πίσω από βαριές κουρτίνες… κρύβεται και κλαίει…
Ανώφελο… μάταιο…
Όπου κι αν τρέξει βλέπει τον εαυτό του… ένα πρόσωπο κάθιδρο, μια έκφραση αγωνίας…
Πόσο θα επιθυμούσε να γυρνούσε το χρόνο πίσω!
Πίσω σ’εκείνη την υπέροχη εποχή της αγωνίας, της προσδοκίας, της άγνοιας…
Πίσω σ’εκείνη την μακάρια εποχή που θριάμβευε το αυτογενές, το ενδόκρατο, το ιδιόψυχο…
Πόσο πολύ θα ήθελε να γυρνούσε το χρόνο πίσω… πριν ανοίξουν οι Σκαιές Πύλες του δικού του αφανισμού…

Στρέφει το βλέμμα του στον εαυτό του… βαθιά… πολύ βαθιά…
Αν δεν υπάρχει έξοδος εκεί, δεν υπάρχει πουθενά…
Τώρα που σιώπησαν όλα γύρω του… ακούει την ανάσα του… ακούει το είναι του…
Ιδρύει μια παράξενη, καινούργια, πρωτόγνωρη σχέση… με κάτι άλλο… με κάτι αρχαιότερο απ’αυτόν…

Τώρα ενηλικιώθηκε… όχι επειδή κατανάλωσε τις γνώσεις όλου του κόσμου…
Αλλά επειδή έμαθε να ανασαίνει τη γλώσσα της ύπαρξής του…



Τρίτη, Σεπτεμβρίου 10, 2019

Φωτομορφές


Δεν υπάρχει μονάχα η συνωμοσία του σκότους… υπάρχει και η ‘εφεδρεία’ του φωτός… και αυτή δεν τη βιώνεις ‘αντιθετικά’ ή ‘αποφατικά’ ή αντίδρομα. Είναι μια ‘ησυχαστική’ ιδιότητα, θα έλεγα καλύτερα ποιότητα μιας βαθύτερης περιοχής μας… από κει ίσως να γεννιέται αυτό που προσπάθησε να περιγράψει ως ‘ανοίκειο’ κάποτε ο Φρόυντ μα στην κατοπτρική του υπόσταση… το φροϋδικό ανοίκειο είναι η ανάδυση μιας ενοχλητικής ‘οντότητας’ ψυχικού περιεχομένου, τούτο που αναφέρω εγώ είναι η έκχυση και διάχυση μιας ίσως κυτταρικής ‘φωτομορφής’…
Οι φωτομορφές είναι τα γλυκά, παιγνιώδη τέκνα του στοχασμού μας. Με την ιδιαιτερότητα ότι τα γεννά η ‘απαθής’, η πλήρως ατάραχη παρατήρηση. Είναι οι υπερασπιστές των κάστρων και οι πολεμιστές των βασιλείων του αγαθού εντός μας. Είναι τα υπέροχα και όμορφα παιδιά του πρωτογενούς υλικού, του ονειρικού υλικού του είναι μας.
Όταν αφηγείται κανείς, πέφτει σε ένα είδος διαλογισμού. Χάνεται, αφήνεται, παραδίνεται στο ταξίδι του λόγου, των εικόνων, των αναμνήσεων, της φαντασίας. Εκεί θα βρει συμμάχους τούτες τις φωτομορφές… εκεί θα βρει τους καλούς νάνους και τις χαρούμενες νεράιδες, τα σκανταλιάρικα ξωτικά και τα στοιχειακά της φύσης που δεν θα τον εμποδίσουν μα θα τον συνδράμουν στο έργο του. Κι όταν γράφει ή δημιουργεί σε οποιονδήποτε τομέα φαντάζομαι, το ίδιο γίνεται… το σκοτάδι αποσύρεται γιατί είναι η ώρα του φωτός…
Τα παιδιά το ξέρουν καλά όλο τούτο… όλοι μας το ζήσαμε μα ίσως το έχουμε ξεχάσει… τα νιώθαμε όλα αυτά τα ‘πλάσματα’, σχεδόν τα αγγίζαμε. Γιατί τα παιδιά είναι πλάσματα της καθαρής δράσης και όπου υπάρχει καθαρή δράση, το σκοτάδι δεν έχει χώρο να απλώσει ρίζες και να σκοτεινιάσει ουρανούς.
Μα δυστυχώς δεν μπορούμε να ‘αφηγούμαστε’ διαρκώς… δεν μπορούμε να είμαστε διαρκώς στις υψηλής και αμόλυντης ενέργειας περιοχές της δράσης. Είμαστε και ελλόγιμα, περίσκεπτα και νεφελώδη όντα. Έχουμε υπαρκτικά ερωτήματα άλυτα και γόρδιους δεσμούς ένα σωρό μπροστά και μέσα μας…
Όμως το ξέρουμε…
Κάθε φορά που ανοιγόμαστε λιγάκι, που επιτρέπουμε στον εαυτό μας το ταξίδεμα αυτό, οι φωτομορφές είναι εκεί… πάντα θα είναι… μας περιμένουν… μας απλώνουν το χέρι, μας χαμογελούν και μια γλυκιά θέρμη απλώνεται στο είναι μας…
Θυμόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί…

Και χαμογελάμε… 

A Stranger In the Light Art Print by Helle Lorenzen

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 06, 2019


να μην
φοβάσαι το βρυαρό του αίματος
που πλένει όλες τις νύχτες
τις άδειες από έρωτα

να ικανωθείς
να δεις
και να γευτείς
αντίθετα
απ’όσα σου λέει ο εχθρός
που οικέτης έγινε
στο στήθος

να  μην
ξιπάζεσαι
και το πρωί αρχίζεις τις σκέψεις
με ένα ‘εγώ’
κι όταν οργασμικά οι νύχτες
σε πνίγουν
από τρόμο
ψελλίζεις
‘οι άλλοι’

να μην
στερεώνεις τίποτα στον ουρανό
θα πέσει
θα συντριφτεί στο έωλο
του αρχαίου σου είναι
και ο πόνος
δεν θα είναι στους βολβούς
στα μάτια
στην όραση

ο πόνος
θα είναι η αιώνια τύφλωση
κι αυτό αρνήσου το
όσο ακόμα βλέπεις!




PLANETA MUNDO

 grENDel ART João Martins