Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διύπαρξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διύπαρξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2026

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Inferno Carola Onkamo

 

 

Ο
ι μνήμες γεννούν το χρόνο.
Οι μνήμες γεννούν την ενόραση στο Γεγονός.
Οι μνήμες γεννούν και το θάνατό του…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Όλα τα ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη…
Οι πρώτες ακριβές ανάσες, οι ιερές ψηλαφήσεις του φωτός… αλλά και του σκότους…
Τα πρώτα βλέμματα, οι πρώτες δειλές ματιές, οι πρώτες γενναίες εξορμήσεις στο παράλογο…
Το πρώτο δάκρυ, η κατάφαση στο ημίφως, η γενναία υπόσχεση για το αύριο…
Όλα στην οδύνη του χτες… όλα στην περιχώρηση του αύριο… όλα στην ακεραιοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου… ολοκληρώνοντας, υπερβαίνοντας, προχωρώντας, αψηφώντας… 
Όλα στην ανθρώπινη συνθήκη…
Σ’αυτό ή σε ένα άλλο στερέωμα…
Μαζί σου όμως… πάντοτε μαζί σου… όχι δίπλα σου, όχι κοντά σου… κι ούτε καν μαζί σου…
Μέσα σου… εσύ ένα με μένα… εγώ ένα με σένα…
Άλλη συνθήκη δεν γνωρίσαμε…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Παράδεισος ή κόλαση δεν είναι… δεν ήταν ποτέ ο τόπος… ήταν ο τρόπος… ο δικός μας τρόπος… τούτο δεν άλλαξε, τούτο δεν μερίζεται, δεν νοηματοδοτείται ξανά, δεν οριοθετείται εκ νέου…
Δεν τέθηκε ποτέ κανένα άλλο θέμα… Το μεγαλείο της Διύπαρξης είναι αυτό ακριβώς στην πυρηνική της θεώρηση... πως δεν θέτει ποτέ κανένα θέμα που αλλοιώνει, που κλονίζει, που διακυβεύει την ύπαρξή της, την υπόστασή της… η Διύπαρξη αυτό-ορίζεται ή αυτό-ακυρώνεται… Υπάρχει ή αφανίζεται… Μεταίχμιο εδώ δεν υπάρχει… ερώτημα ή ανάπαυση στο μερικό… καμιά ανάπαυση… καμιά διαφυγή…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Αν πήγαινες κάπου μόνος τότε θα τη ζούσα εγώ…

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2026

Σχίσμα...



Τούτη τη φορά το βλέμμα της ήταν αυστηρό. Ελεγκτικό, σχεδόν θυμωμένο. Και τα χέρια της παγωμένα.

«Νομίζω πως είναι πολύ δυσάρεστο. Θα πρέπει να είναι», είπε με σκληρό τόνο.

Δεν της μίλησε. Την περίμενε. Άκουγε όμως προσεκτικά. Άκουγε με όλο του το είναι.

«Εννοώ να γίνει κάποιος με τα χρόνια πικρός. Να γίνει ένας πικρός άνθρωπος. Ναι… είναι δυσάρεστο… κι όχι μόνο για τον ίδιο…»

Έπεσε ξαφνικά ανάμεσά τους εκείνο το πέπλο της σιωπής που κανείς δεν τολμά εύκολα να αγγίξει. Ένα βαρύ πέπλο φορτισμένης σιωπής.

Πέρασε ώρα ώσπου να μιλήσει εκείνη ξανά.

«Πιστεύω πως όταν ένας άνθρωπος γίνεται πικρός σημαίνει πως είναι πια εντελώς άδειος… δεν ξέρω… κενός… υπάρχει ένα κενό εκεί… και πρέπει να γεμίσει…», συμπλήρωσε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. 

Δεν την ακολούθησε. Την άκουγε σιωπηλός. Σε ένταση.

«Η πίκρα δεν είναι κραυγή ούτε έκκληση για βοήθεια όπως λένε κάποιοι. Είναι απλώς αυτό που είναι. Μια μουτζούρα στη ψυχή του ανθρώπου. Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ακούς, πως έπαψες να συνομιλείς, πως έπαψες πια να βλέπεις. Μάλλον σημαίνει πως… πως είσαι πια νεκρός»

Εκείνος κάθισε σε ένα παγκάκι που λίγο πριν φιλοξενούσε ένα ζευγάρι. Έσκυψε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του. Μετά από λίγο εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα του. Χωρίς να τον κοιτάζει.

«Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ψηλαφείς, να αναζητάς, να λυπάσαι… ακόμα και να φοβάσαι… η πίκρα τα σκεπάζει όλα, τα δηώνει όλα, τα καταναλώνει… κι ίσως έτσι να γεμίζει το τεράστιο κενό…», είπε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά.

Έβγαλε από το παλτό της ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε ένα. Φύσηξε με δύναμη τον καπνό μπροστά της.

«Κι ακόμα… το να είσαι πικρός σημαίνει πως δεν μπορείς πια να αγαπάς. Κι ίσως… δεν ξέρω… ίσως ακόμη χειρότερα, δεν έχεις πια καμιά ανάγκη να αγαπάς… τίποτε… και κανέναν…»

Της ζήτησε ένα τσιγάρο και του προσέφερε. Το έβαλε στο στόμα του αλλά δεν το άναψε.

«Θυμάσαι τι μου είχες πει κάποτε; Πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δεν είναι μια κατάσταση… είναι μια διάσταση. Το θυμάσαι; Κι επίσης πως έχουμε βαθιά ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Διαφορετικά… η ψυχή αφυδατώνεται, ο άνθρωπος συρρικνώνεται, αργοπεθαίνει… τα θυμάσαι; Εγώ τα θυμάμαι όλα… λέξη προς λέξη…»

Σηκώθηκε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. Δεν την ακολούθησε. Την κοιτούσε όμως. 

Γύρισε και ξανακάθισε.

«Έχει μείνει ένας υπέροχος νους και μια δηλητηριασμένη ψυχή. Αυτό συμβαίνει… όπως με τον καρκίνο… το σώμα διαλύεται όσο κι αν πασχίζει το πνεύμα να γραπωθεί στη ζωή… έρχεται ο θάνατος και τελικά τον υποδέχεται με ανακούφιση το σώμα και με κραυγή απελπισίας η ψυχή… ο απόλυτος διχασμός… ο πιο τραυματικός! Ο ένας φορέας λαχταρά να πεθάνει για να λυτρωθεί, ο άλλος λαχταρά να ζήσει… αδιέξοδο… σχίσμα…»

Οι τελευταίες της λέξεις έμοιαζαν με κοτρώνες που έπεφταν με γδούπο στο κεφάλι του. Δεν αντέδρασε. 
Έμεινε σιωπηλός ως το τέλος.

Ως τη στιγμή που την είδε να σηκώνεται και να χάνεται περπατώντας αργά μέσα στην παγωμένη νύχτα…

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2026

Το κύτταρο του Ενός...



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…



the knot

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

Το δώρο


 

Ε

ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.

 

Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.

 

Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές,  κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.

 

Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!

 

Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.

 

Αυτό; Αυτό είναι;

Όχι.  Αυτή είναι μονάχα η αρχή.

 

Γιατί το δώρο αυτό δεν το έχουμε ‘ξετυλίξει’ ακόμη…  

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2026

Αλεξίζωος…



Ο
 πρώτος κατήγορος στέκεται απέναντί σου. Έχει περίπου το ύψος σου. Είναι σιωπηλός και αμείλικτος. Αντανακλά το φως και απορροφά το χρόνο σαν το σφουγγάρι. Ό,τι δείχνει δεν είναι η αλήθεια, μα είναι η πραγματικότητα. Όταν τον αγγίζεις γίνεται προέκτασή σου… όταν τον χλευάζεις σου επιστρέφει στο ακέραιο την κάθε λέξη… όταν τον κοιτάζεις σου ρουφά το βλέμμα… κι όταν τον αγνοείς απλά περιμένει. Ακόμα κι αν τον σπάσεις, τα θραύσματα σε περιέχουν… σε πολλαπλασιάζει, σε εξουθενώνει με την πολλαπλότητα των εγώ που κωμικά απειρώνονται στο διηνεκές και σε κοιτάζουν… μέσα σου… όχι εντός…

Ο δεύτερος κατήγορος είναι μέσα σου. Οργανώνει το τέλος σου όπως ο επιμελής συμβολαιογράφος κάνει με τις διαθήκες των γηραιών πελατών του. Αδιαφορεί για το σπαραγμό του είναι σου, την τραγικότητα της ύπαρξής σου, την αιωνίωση του εφιάλτη σου… είναι ο γραφειοκράτης της ύπαρξής σου, ο μεθοδικός υπάλληλος και το απρόσιτο αφεντικό… εκείνος που σε έμαθε να μιλάς, να εκφράζεσαι, να ψεύδεσαι… κι εκείνος που θα στα ζητήσει όλα με τόκο την κατάλληλη στιγμή… δεν σε αγάπησε ποτέ γιατί δεν ανήκει τούτο στις αρμοδιότητές του… σε γαλούχησε με το αίμα του θηρευτή για να σε έχει ευάρπακτο θήραμά του… και εργάζεται… πάντα εργάζεται… μανιωδώς, ασταμάτητα… γιατί το αντίθετο δεν ανήκει, απλά, στις αρμοδιότητές του…

Ο τρίτος κατήγορος είναι ο ανύπαρκτος – υπαρκτός… είναι ο φαντασιακός υποστατός… είναι ο άπειρος – πεπερασμένος… είναι ο αδίστακτος – δειλός… ο απόστατος – μεθεκτός… είναι ο ζωώδης θάνατος… ο νεκρός ζωντανός… ο απέθαντος ερωμένος ο ελάχιστος των μεγίστων και ο μέγιστος των περιττών… είναι ο σημειακός και ο απειρόχωρος… ο αναρίθμητος και ο ευάριθμος… είναι ο μοναδιαίος και ο πληθυντικός… και είναι πάντοτε πανταχού και παρών… έτοιμος όπως ο δήμιος που περιμένει το γυμνό λαιμό με την αιώνια αταραξία του άψογα εκπαιδευμένου εκτελεστή… και είναι εκεί… και δεν είναι πουθενά…
Κι εσύ…
Εσύ στέκεσαι ασφαλής, πίσω από το κλειστό παράθυρό σου φιλοξενώντας το αναπότρεπτο που ανασαίνει μέσα σου και κοιτάζεις τον κόσμο. Έξω… αλλά όχι εκτός…

Αρηγμάτωτος και αραγής, όσο και οι φαντασιώσεις σου.
Αδρανής και ακέραιος όσο και οι επιτεύξεις σου.
Ασφαλής και ατόφιος όσο και οι ψευδαισθήσεις σου.


Αλεξίζωος…

Κυριακή, Αυγούστου 16, 2026

ε, και λοιπόν;

 

  

στην αρχή απουσία
κι όχι απώλεια

βήματα δεν ακούς
τα βήματα της απομάκρυνσης
δεν ακούγονται

τίποτε δεν ακούγεται

παρά μονάχα αυτό το εγώ
που κραυγάζει πληγωμένο
και αιμορραγεί
στην κάθε συλλαβή

ε, και τι μ’ αυτό;

στην αρχή
τόσο… αθώος
όσο ο φονιάς
που κρύβεται επιδέξια
στις σκιές των δέντρων
και με το φόβο της αυγής
που θα τον φανερώσει
μετράει τα δευτερόλεπτα
και τις στιγμές
βαρίδια
που κρέμονται
απ’τα πρησμένα μάτια του

παραμορφώνεσαι…

κι αργότερα

όλο ετούτο
που γίνεται σιγά σιγά
ένα βαρύ
σιχαμερό
γλοιώδες δειλινό

πρωί
και βράδυ
και απόγευμα

ένα πράγμα
σα ζελέ

και σε αποπαίρνει
και σε χλευάζει
και σε πικραίνει

όχι η απουσία
ούτε η απώλεια

μα ετούτος ο εσταυρωμένος
πόνος
στο γυμνό λόφο του εαυτού σου
με τους προδότες
δεξιά κι αριστερά
να τον περιγελούν

ε, και λοιπόν;




Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2026

Οκτώ χρόνια...

Πέρασαν 

πάνω απ’την ψυχή και το σώμα μου

όπως ένας στρατός

πάνω απ’το μαλακό χώμα

 

κι αυτό που ορθώνεται πλέον 

μοναχό

και ακέραιο

είναι το αίτημά μου εκείνο

το πρώτο

όταν ακόμα ανάσαινες

έστω και δύσκολα

αυτό που τότε ψιθύριζα τις μεγάλες νύχτες

εκείνου του καλοκαιριού

τις πιο μεγάλες της ζωής μου

 

να μην επιτρέψω να γίνεις σύμβολο

να μην καταδεχτώ

να κρυφτώ πίσω από διαφυγές

να μην σκορπίσω στους ανέμους

για να ‘θεραπευτώ’ από τον ατίμητο λυγμό του είναι…

 

κι ακόμη αδελφέ μου

το παλεύω…




Στα δυο χρόνια σου έγραψα τούτο...


Δυο χρόνια τώρα 

το φως μουδιάζει στ’απαλά σου χέρια

νομίζω αν υπήρξαν κάποτε ρυτίδες αλώβητης χαράς

έχουν χαθεί κι αυτές

 

δεν θέλω να σου γράφω στίχους πια

δεν σου χρωστώ ποιήματα

μια εξομολόγηση χρωστώ

και ο δολιοφθορέας πόνος 

με ακυρώνει κάθε φορά που την αφήγησή μου

ξεκινώ

και με σωπαίνει…

όμως είναι να γίνει 

μέσα μου έχει γεννηθεί

και τα φτερά της σαρκώνει η ετοιμότητα

να σε κοιτάζω θαρρετά

χωρίς να σε αναλώνω

και δίχως το γενναίο να υποκρίνομαι 

να σε υποδέχομαι φιλόξενα

ως και γαλήνια…

 

Δυο χρόνια τώρα

ποιος να το έλεγε

πως το φως που κάποτε αγάπησες

θα μουδιάζει στο απαλό σου χέρι…

 

 

10/8 τα στερνά γενέθλια

12/8 η εμπύρετη αναχώρηση…


shaped by a creative wind - Piet Flour

Σάββατο, Αυγούστου 01, 2026

Τραγουδώντας...


Prayer  Beppe02

 

Έτσι λοιπόν…

όλα μου τα πήρες

με αφάνισες

και τώρα με διδάσκεις

τάχα

μέσα απ’τη σιωπή

 

κι όμως

δεν ενδίδω

σκύβω για λίγο

το κεφάλι

να περάσει άλλη μια θύελλα

κρύβομαι καλά

μετράω αντίστροφα

κι επιστρέφω λίγο λίγο

σε όσα άφησα στη μέση

 

ναι

μου τα πήρες όλα

με απογύμνωσες

και τώρα 

τάχα

με διδάσκεις

μέσα απ’το αυτεξούσιο

της ερημίας

και το αυτοδικαίωτο

του ανέλπιδου

 

όμως ξέρω καλά

όλες τις λέξεις

κι όλες τις φράσεις

που περιέχουν την αγάπη

αυτές δεν μπορείς να μου τις κλέψεις

 

τις ψιθυρίζω

μυστικά

σαν προσευχή

και κάθε βράδυ

περιμένω

 

κάθε βράδυ

 

κάποτε θα έλθεις

περιμένω

 

τραγουδώντας…

Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2026

Η Ύπαρξη δεν διαλέγεται

  

Αυτός είναι ο φονιάς

Ο σφοδρός άνεμος, το θυελλικό παιδί, αυτός είναι

Με το ματωμένο βλέμμα

Και τους μαζεμένους ώμους

Μοιάζει μικρός μα δεν είναι

Κι αν είναι, μεγαλώνει γοργά

Και μια μέρα

Θα έχει στη χούφτα του έναν ωκεανό μίσους

Και στην καρδιά του

Έναν ωκεανό αγάπης

 

Αυτός είναι ο φονιάς

Αυτός που αρχίζει τη μέρα του ελευθερώνοντας τα σύννεφα

Αυτός που τελειώνει τη μέρα του προσευχόμενος στο Αείποτε

Αυτός είναι ο θεριστής. Αυτός ο ολετήρας

Αυτός είναι ο θεραπευτής. Αυτός ο σαμάνος

Αυτός είναι ο φονιάς

 

Και δεν το ξέρει…

 

Είχε κάποτε

Εκείνος που τον γέννησε

Αμέτρητες αιωνιότητες πριν

Όλη την Ύπαρξη

Είχε όλη την Ύπαρξη

Χιλιετηρίδες πριν

Μέσα στα μάτια του

Εκεί φώλιαζε ο χρόνος μαζί με τον χώρο

 

Είχε κάποτε

Αυτός που τον γέννησε

Μέσα στα σπλάχνα του

Να κουρνιάζει όλη η Ύπαρξη…

 

Ποια έβρισκες

Μικρή χαρά

Να με αποπαίρνεις;

Κάθε που κοιτούσα την ανατολή

Γυρνούσες το βλέμμα μου στη δύση

Ποια έβρισκες

Πικρή χαρά

Να με αποπαίρνεις;

 

Αυτός είναι

Γυρνάει την πλάτη του στο φως

Γυρνάει το στομάχι του

Τα μέσα έξω

Θέλει να εμέσει

Όλο τούτο τον ωκεανό αγάπης

Θέλει να ελευθερωθεί

Θέλει να απλωθεί, να υπάρξει

Επιτέλους, να υπάρξει!

Και δεν μπορεί…

 

Είχε κάποτε

Εκείνος που τον έσπειρε

Όλη την Ύπαρξη μέσα του

Και αυτή όπως η οχιά

Κουλουριασμένη στα σπλάχνα του

Περίμενε την κατάλληλη στιγμή

Να τον δαγκώσει

Να τον σκοτώσει

Και να χυθεί ελεύθερη παντού

Έτσι, ακατέργαστη

Έτσι, αμείλικτη…

 

Ποια δύναμη και ποια ηδονή

Σου έδινε όταν με τυραννούσες;

Πόση γλυκύτητα είχαν τα λόγια σου

Όταν μιλούσες για το παρελθόν…

Κι όταν αναπαυόμουν 

Νωχελικά κοντά σου

Έβρισκες την ευκαιρία να με πληγώσεις

Με κείνες τις λέξεις που στέκονταν τόσο πρόθυμα στα χείλη.

Ποια ηδονή και ποιο κουράγιο

Έπαιρνες όταν με τυραννούσες;

 

Αυτός

Που δεν ακούει πια σε φωνή άλλη

Απ’το ουρλιαχτό του ανέμου

Που δεν έχει άλλες εικόνες 

Παρά τα συντρίμματα των ιαχών του

Αυτός είναι ο φονιάς

Και δεν το ξέρει…

 

Μα ξέρω πια γιατί

Μαντεύω καλέ μου το γιατί

Πόνεσες πολύ και άδειασες

Από στοργή κι ευθύνη

Από συμπόνια και ανοχή

Πόνεσες τόσο

Που θέλησες να γίνει η ματιά σου ένα στερέωμα φωτιάς

Που θα αναλώσει όλα όσα έζησες

κι όλους όσους έζησες μαζί τους

έστω και για μια στιγμή

το ξέρω τώρα

ξέρω τι σου έκλεψε το βλέμμα

τι σου πήρε το φως από τα μάτια

ξέρω τι σε σκοτείνιασε καλέ μου

και ένιωθες καλά μόνο σαν χάιδευες μέσα στην παλάμη σου

εκείνο το μαχαίρι…

 

Αυτός

Είναι το στερνό πρωινό

Το καταραμένο βράδυ

Αυτός

Είναι η ανάσα και το χάδι

Αυτός

Είναι η ένδεια του ήλιου

Η μαύρη καλοσύνη της νύχτας

Αυτός

Είναι η Ύπαρξη

Και δεν μιλά

Ούτε σωπαίνει

Και δεν αργεί

Ούτε προφταίνει

 

Είναι η Ύπαρξη

Κι αυτή μονάχα


Είναι…



Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)