Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρίγος.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρίγος.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2026

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Inferno Carola Onkamo

 

 

Ο
ι μνήμες γεννούν το χρόνο.
Οι μνήμες γεννούν την ενόραση στο Γεγονός.
Οι μνήμες γεννούν και το θάνατό του…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Όλα τα ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη…
Οι πρώτες ακριβές ανάσες, οι ιερές ψηλαφήσεις του φωτός… αλλά και του σκότους…
Τα πρώτα βλέμματα, οι πρώτες δειλές ματιές, οι πρώτες γενναίες εξορμήσεις στο παράλογο…
Το πρώτο δάκρυ, η κατάφαση στο ημίφως, η γενναία υπόσχεση για το αύριο…
Όλα στην οδύνη του χτες… όλα στην περιχώρηση του αύριο… όλα στην ακεραιοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου… ολοκληρώνοντας, υπερβαίνοντας, προχωρώντας, αψηφώντας… 
Όλα στην ανθρώπινη συνθήκη…
Σ’αυτό ή σε ένα άλλο στερέωμα…
Μαζί σου όμως… πάντοτε μαζί σου… όχι δίπλα σου, όχι κοντά σου… κι ούτε καν μαζί σου…
Μέσα σου… εσύ ένα με μένα… εγώ ένα με σένα…
Άλλη συνθήκη δεν γνωρίσαμε…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Παράδεισος ή κόλαση δεν είναι… δεν ήταν ποτέ ο τόπος… ήταν ο τρόπος… ο δικός μας τρόπος… τούτο δεν άλλαξε, τούτο δεν μερίζεται, δεν νοηματοδοτείται ξανά, δεν οριοθετείται εκ νέου…
Δεν τέθηκε ποτέ κανένα άλλο θέμα… Το μεγαλείο της Διύπαρξης είναι αυτό ακριβώς στην πυρηνική της θεώρηση... πως δεν θέτει ποτέ κανένα θέμα που αλλοιώνει, που κλονίζει, που διακυβεύει την ύπαρξή της, την υπόστασή της… η Διύπαρξη αυτό-ορίζεται ή αυτό-ακυρώνεται… Υπάρχει ή αφανίζεται… Μεταίχμιο εδώ δεν υπάρχει… ερώτημα ή ανάπαυση στο μερικό… καμιά ανάπαυση… καμιά διαφυγή…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Αν πήγαινες κάπου μόνος τότε θα τη ζούσα εγώ…

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2026

Στη σκιά των γιγάντων...



Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει… 
Κίνδυνος!
Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου… 
Σέρνεσαι…
Έρπεις…
Βολεύτηκες…
Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο… 
Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…
Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…
Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…
Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…
Κίνδυνος!
Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…
Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…
Κίνδυνος!
Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…
Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…
Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…
Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2026

Μέσα στη σπηλιά...

...together we stand
divided we fall...
                       (Pink Floyd)



Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η μερικότητα…

Η μινωική λάβρυς, ο διπλός πέλεκυς... να ένα σύμβολο που βοηθά... Η μια κόψη προς τα μέσα, η άλλη προς τα έξω...

Ας πούμε ότι το ένα χέρι δείχνει προς τα έξω και το άλλο προς τα μέσα.

Στην μερικότητα, είναι απλό, δεν έχεις παρά ένα χέρι… δεν μπορείς να δεις το άλλο… το άλλο είναι το περιττό…
Μερικότητα είναι να έχεις σαφή θεώρηση του περιττού… δεν είναι ‘τυφλότητα’ όπως ίσως πιστεύουμε… όταν δεν έχεις αντίληψη του όλου, το κάθε μερικό είναι όλο…

Το πρόβλημα αναδύεται όταν σε υιοθετεί μια άλλη αντίληψη… όχι ότι εσύ μπορείς να υιοθετήσεις μια άλλη αντίληψη... οτιδήποτε υιοθετούμε εμείς, είναι η παλιά αντίληψη μεταμορφωμένη σε καινούργια...
Δεν μπορείς να την υιοθετήσεις εσύ, εσύ δεν μπορείς να υιοθετήσεις παρά μονάχα τα βδελύγματα της σκέψης σου… είναι παιδιά σου λες όπως όλοι οι μέτριοι σε κάθε τομέα που αρνούνται να ξεχωρίσουν κάποιο δημιούργημά τους επειδή, δήθεν όλα είναι ‘δάχτυλα του ίδιου χεριού’… καμιά φορά, όπως έλεγε και ο Κούντερα, μέσα από τις ελεεινές κοινοτοπίες λέγονται σπουδαίες και… αναγκαίες αλήθειες…
Τα δημιουργήματά μας δεν είναι ορφανά… αυτό δεν σημαίνει ότι ο πατέρας είχε πάντα το ίδιο κέφι όταν τα… έσπερνε και ας μου συγχωρηθεί η ΧΧΧ μεταφορά…

Είναι όλα τα προϊόντα της σκέψης μας ίδια;

Κάποια αρκούν για να περάσουμε απέναντι στο δρόμο μην μας σκοτώσουν οι άσχετοι οδηγοί και οι τρελοί πίσω απ’τα τιμόνια…
Κάποια άλλα μας αρκούν για να τελειώσουμε ένα σχολείο τσάτρα πάτρα άντε και κάτι παραπάνω…
Κάποια άλλα μας πάνε ακόμα παραπέρα… μια ανώτατη σχολή, μια θέση στην εταιρεία του τάδε ή του δείνα…
Μερικά μπορεί να είναι και δάνεια, κλεμμένα, μεταποιημένα αλλά να μας σπρώξουν σε κάτι πιο βαθύ, πιο πλατύ, πιο ‘καλό’ για να πιάσουμε τη καλή…

Ποια προϊόντα είναι αυτά που αλλάζουν τον κόσμο;

Η σκέψη δεν αρκεί… είναι μέρος του εαυτού της κι αυτή… η σκέψη από μόνη της είναι τόσο ευόλισθη στον αυτισμό όσο κι ένας λαίμαργος στο να ρημάξει ό,τι περιέχει το ψυγείο… το θέμα είναι, αν το ψυγείο είναι η εικόνα του κόσμου, αν το ρημάξεις, τι απομένει;
Ένα άλλο ψυγείο;
Ένα άλλο αύριο, χωρίς ψυγεία;
Μονάχα… η ψύξη;

Η σκέψη, δεν αρκεί, όσο λαμπερή, όσο ‘καινοτόμα’ κι αν μοιάζει… δεν υπάρχει τίποτε καινοτόμο που γεννάει η σκέψη… ό,τι γεννάει το περιείχε ήδη, έχουν ειπωθεί αυτά και είναι μια καταραμένη αλήθεια…
Ζούμε μέσα στη σπηλιά συντροφιά με τις σκιές μας, ο γερο-Πλάτων μας πρόλαβε όλους…



Έχετε δει την ταινία 'Cube'; (για την ακρίβεια πρόκειται για τριλογία την οποία συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους... τρείς ταινίες σοκ...) βγαίνεις από τον ένα κύβο και μπαίνεις στον άλλο... αυτό είναι οι σκέψεις... και ο μεγάλος hyper cube, ο Νους, δημιουργεί συνεχείς ψευδαισθήσεις 'εξόδου', απολύτρωσης, απελευθέρωσης... όμως, απλά, βγαίνεις από το ένα κουτί και μπαίνεις στο άλλο...
μερικά μάλιστα είναι και παγιδευμένα... σε μερικά σε περιμένει ο αφανισμός, η εξολόθρευση... κάποια άλλα υπόσχονται κάτι, σου δίνουν 'ηδονές', σε ξεγελούν...
ψέματα, όλα ψέματα... ο Υπερ-Κύβος επινοεί 'πραγματικότητες' και παίζει μ'αυτές...

Μέσα στον κάθε μικρό κύβο δεν έχεις θεώρηση του Μεγάλου Κύβου... είσαι τμήμα της μερικότητας... κι όμως, είσαι πάντοτε ολόκληρος... δεν σημαίνει πως είσαι ακέραιος όμως... δεν σημαίνει πως είσαι αρηγμάτωτος, άψογος... αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μέσα από αυτό που λέγαμε πριν, να αφεθείς να σε υιοθετήσει το αλλιώς...

Πάνω από τη μερικότητα όμως –και εδώ οι εσωτεριστές της Κυριακής την πάτησαν – υπάρχει η υποτιθέμενη ολότητα… 
Ψέματα... κάποτε ταυτίστηκε η ολότητα με τους θεούς... ποιος είπε ότι οι θεοί είναι αθάνατοι; Είναι μέρος της φθοράς και της σήψης κι αυτοί, όταν όμως εσύ θα τουμπανιάσεις σε 70 άντε 80 χρόνια, εκείνοι θα χαμογελούν ανέφελοι, ακόμα… τα δικά τους 80 χρόνια είναι 8000 αλλά η ουσία δεν αλλάζει… παιδιά του μερικού είναι κι αυτοί…

Ούτε οι θεοί αρκούν…
Κι όταν συνειδητοποιείς ότι μονάχα ο απέραντος χρόνος θα μείνει

τότε δεν αρκείς εσύ...

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2026

Και πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου...



Πίσω δε γυρνώ


Και τώρα έχετε γεια…

Και πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου.
Πάω να καώ στις πυραμίδες του χαρτιού
που γέμισα με τους θυμούς και τα τραγούδια μου.
Πάω ν’απλώσω τις παλάμες στο σταυρό
που φτιάξανε τα χέρια μου τα ίδια.

Και πάλι έχετε γειά:
Ξυπνήματα, τρυγήματα, τραγούδια.
Μεθύσια, φωσφορίσματα, μετάξια
και βραδινά φιλιά.
Εγώ πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου.

Το ξέρω. Πως πίσω μου άφησα,
ίσκιους που δεν έδιωξα,
τρόμους που δε σκότωσα,
φράχτες που δεν γκρέμισα.

Το ξέρω. Πως πίσω μου άφησα,
το βιβλίο της αγάπης αξεφύλλιστο,
το μήλο της ζωής αδάγκωτο.
Τα ξέρω όλα. Μα πίσω δε γυρνώ.

Όμως… Ήσυχα ήταν όλα πρώτα.
Ήσυχα σαν μέλι, σαν τ’ασάλευτο νερό.
Η ζωή μια γιρλάντα, εξωτική,
μια παιδική χαλκομανία.
Κι όλα… όλα… όλα
μια πλήξη, μια νάρκη, μια ξεγνοιασιά.

Μα μια πέτρα… Με ξύπνησε απ’τον ύπνο
μια πέτρα πού’πεσε απ’τον ώμο ενός εργάτη
και με χαστούκισε ο ιδρώτας του.
Και τότε… άφησα πίσω μου τον αιώνα που με χώριζε
και δρασκέλισα την αλλέα με το συρματόπλεγμα.

Και το’ξερα. Από την πρώτη στιγμή το’ξερα.
Πως η μέρα μου θα’ταν γεμάτη ραβδισμούς
κι η νύχτα μου γεμάτη εφιάλτες.
Πως το τραίνο που’χα πάρει
κάνει στάση μόνο στο Γολγοθά.
Τα’ξερα όλα. Μα πίσω δε γυρνώ.

Ήξερα ακόμη… Πως μόλις υψώσω το κεφάλι
θα τρέχαν οι κρεμάλες.
Μόλις ύψωνα τα χέρια
θα τρέχαν οι χειροπέδες.
Πως μόλις σήκωνα φωνή
θα’ταν σαν να σήκωνα το σακκάκι
για να μου πετύχουν καλύτερα την καρδιά.
Τα’ξερα όλα… Μα πίσω δε γυρνώ.

Κι ήξερα ακόμη...
Πως δεν θ’ακούσω ούτε ένα ‘ευχαριστώ’
Μα εγώ ωστόσο ευχαριστώ.

Ευχαριστώ για το ξύδι και για το μέλι.
Για την χλόη και για το νέκταρ.
Μα προπάντων – ευχαριστώ
για το ‘ευχαριστώ’ που δεν άκουσα.


Μενέλαος Λουντέμης, Το σπαθί και το φιλί

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2026

Η λήθη του εαυτού...


O μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου έμελλε να είναι η αυτοθέλητη τύφλωσή του. Από οτιδήποτε γύρω του. Περισσότερο, από οτιδήποτε εντός του. Ο άνθρωπος πρώτα εξόρισε το βλέμμα και μετά αυτο-εξορίστηκε σε εκείνες τις περιοχές όπου μπορούσε να απολαμβάνει την τύφλωσή του με την μέγιστη ηδύτητα, την βαθύτερη ηδονή.
 
Η ηδονή είναι αρετή όταν παροχετεύει τον πόθο και αρδεύει τις άνυδρες χώρες της αντίληψης και είναι κατάρα όταν γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από το νου και το χρόνο.

Δεν αρκεί η περιθωριοποίηση και η απομόνωση για να επιτευχθεί η αιωνίωση της ηδονής. Απαιτούνται λεπτεπίλεπτα εργαλεία, τεχνολογία αιχμής και μια ολόκληρη καινούργια γλώσσα.

Κι αυτά μπορεί να τα προσφέρει γενναιόδωρα μονάχα ο νους.

Με την συνεχή ανάλυση ο νους μπόρεσε να τεκμηριώσει ως συνετή και αναγκαία αυτή την τύφλωση. Ήταν μια γενναία πράξη προόδου. Εφόσον τίποτε απ'όσα κοιτούσε ο άνθρωπος δεν κατάφερνε να τον εξελίξει σε θεό θα έπρεπε τούτο να το επιχειρήσει με τον αποοφθαλμισμό του. 

Μετά την ανάλυση ήρθε η σύνθεση. Η δημιουργία όλων των γλωσσών και όλων των διαλέκτων που λαμπρύνουν το βαβελικό έργο της χαοτικής σύνθεσης μέσα στην τύφλωση. Απαιτείται συνεπώς η κατασκευή θρησκειών και σε αντίποδα, η ανάδυση της Επιστήμης μέσα απ'τα σπλάχνα τους.

Οι κόσμοι των τυφλών θα έπρεπε να πολλαπλασιαστούν, να απλωθούν, να αυτοδικαιωθούν. Η Θρησκεία και η Επιστήμη ανέλαβαν το δύσκολο τούτο και κυκλώπειο έργο. Για την ακρίβεια, οι θρησκείες και οι επιστήμες.

Οι πρώτες για την λεγόμενη πρωτογενή τύφλωση.

Οι δεύτερες για την εκλέπτυνση και απόλυτη εφαρμογή τους.

Κι όμως, η πρωτογενής τύφλωση δεν είναι αρκετή. Αυτή περιορίζεται μονάχα στις περιοχές του Γνωστού. Απαραίτητο ήταν να γίνει το δεύτερο βήμα. 

Κι ύστερα το τελικό βήμα. Η μυητική τύφλωση, δηλαδή ο διαρκής θάνατος.

Όταν ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο ο άνθρωπος ήταν ένας συνεπής εργάτης του φόβου, ένας δούλος του Θεού ή απλά, ένας πρόθυμος οικέτης του.

Όταν ολοκληρώθηκε το δεύτερο στάδιο ο άνθρωπος έγινε εξερευνητής, αυτάρκης, επιστήμονας.

Όταν ολοκληρωθεί και το τρίτο στάδιο ο άνθρωπος θα έχει χαρτογραφήσει ως και τις μυστικές και ζοφώδεις περιοχές του Αγνώστου. 

Θα έχει λησμονήσει εντελώς τον εαυτό του.

Δηλαδή θα έχει κατακτήσει τα πάντα...




Petri Damstén
Petrified


Το Βλέμμα

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2026

Να φυλάς τα ιερά σου


Να φυλάς τα ιερά σου
Να φροντίζεις μέσα στην άγονη σκόνη 
εσύ να μένεις καθαρός 
Να επιμένεις 
Οι μέρες που σου έλειψαν 
να ξέρεις 
έρχονται πάλι 

Να παραφυλάς τις ασέληνες νύχτες 

για τον εχθρό στο σκοτάδι 
όμως όταν τελικά τον ανταμώσεις 
δώστου το χώρο που ζητάει 
δώστου αφηγήσεις 
και ιλίγγους από ηρωικούς ανέμους 
ως και την παρηγοριά της λήθης 
αν το μπορείς 

Όμως 

μακριά απ'τα ιερά σου! 
τα κρύφια δώματα 
τις αίθουσες με τα ακριβά σου 

Κι όταν θα φεύγει 

Πρόσεξε! 
μην τον κοιτάξεις 
το χέρι μην του δώσεις 
Μην ξεχαστείς! 
Το βλέμμα του 
με κάθε κόστος ν'αποφύγεις 

Όχι γιατι το Άγνωστο θα σε σαρώσει 

Μα εκείνο που θ'αντικρίσεις 
με τη γλυκύτητα του οικείου 
θα σου ζεστάνει την καρδιά τόσο πολύ 
που την αποστολή σου αρνείσαι 
και αφήνεσαι νωχελικά 
να ευεργετηθείς 
με το μαυλιστικό ταξίδι στο Αχανές 

Και μουδιασμένος 

ως τα έγκατα 
απ'τη θέρμη της καρδιάς σου 
αναχωρείς 
και αφύλαχτα μένουν τα ιερά σου 
Κι εσυ απ'το ταξίδι αυτό 
απρόσωπος θα επιστρέψεις... 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2025

Αγαπάμε μόνο ό,τι μάς μιλάει την αλήθεια...



Στην αρχή δεν κατάλαβα τι μου έλεγε.

«Δω μέσα είναι Αντώνη. Δω μέσα…»

Με το ροζιασμένο, 85χρονο χέρι του μου έδειχνε κάπου. Κοιτούσε το παλιό του κομοδίνο, δική του δουλειά, όμορφη, μερακλίδικη, από το γάμο του κιόλας, αμέτρητα χρόνια πριν. Όμως το έπιπλο ήταν βαρύ, γερό και με μια έννοια αθάνατο, όπως οι μνήμες του.

Κι ύστερα μου έδειξε προς το μέρος της καρδιάς του.

«Δω μέσα είναι… η Δέσποινα…»

Το όνομα της γυναίκας του, της συντρόφου του για τόσες δεκαετίες, το ψιθύρισε, κρυφά, συνωμοτικά σχεδόν… και με μια ιεροπρέπεια που με έκανε να ανατριχιάσω. Πρώτη φορά ένιωσα αυτό το ρίγος ακούγοντας το όνομα της γιαγιάς. Της γιαγιάς που είχε χαθεί πριν αρκετά χρόνια και που για μένα ήταν μια τρυφερή ανάμνηση παιδικών χρόνων αλλά για κείνον, κάθε τέτοια εποχή, κάθε μέρα τελικά, ήταν μια πληγή ανοιχτή που αιμορραγούσε… Αιμορραγούσε χρόνο και μοναξιά…

Και πρώτη φορά ο παππούς, σε μια απίστευτη κίνηση εξωστρέφειας και εκδήλωσης των συναισθημάτων του γύρισε και με κοίταξε ολόισια στα μάτια. Ήταν δακρυσμένος. Κι είχε ένα παράξενο χαμόγελο που δεν μπόρεσα να ξεχάσω ποτέ. Το χαμόγελο της βαθιάς επίγνωσης του τέλους. Έτρεμε ολόκληρος και μπορεί να ήταν γερός σαν ταύρος ακόμα και στα 85 του, όμως εκείνη τη στιγμή ήθελε απλά ένα φύσημα για να καταρρεύσει.

Τι έκρυβε όμως μέσα στα συρτάρια αυτού του κομοδίνου;

Δω μέσα είναι…

Θυμάμαι πως έφυγα εκείνο το απόγευμα από το σπίτι του με πολύ περίεργα συναισθήματα. Συγκινημένος, συγκλονισμένος, σιωπηλός. Η εικόνα του περισσότερο με είχε ταράξει και με είχε χαράξει βαθιά. Μόνος, καθισμένος στο διπλό κρεβάτι να ακουμπάει με σιωπηλή λατρεία το κομοδίνο, χαμένος πια, απομακρυσμένος… δεν με κατάλαβε που έφυγα, ότι του είπα ‘χρόνια πολλά παππού’, ότι είχε έρθει κιόλας η θεία μου να τον δει γιατί τον τελευταίο καιρό η άνοια είχε επιδεινωθεί… ο παππούς ξεχνούσε τα ασήμαντα και θυμόταν μονάχα τα σημαντικά… αρνιόταν πια σαν μικρό παιδί να υπακούει στα της καθημερινότητας αλλά του άρεσε να παίρνει τον ηλεκτρικό για Κηφισιά και να γυρνάει πίσω απολαμβάνοντας την διαδρομή. Ώσπου, προς το τέλος, δεν μπορούσε να θυμηθεί πια το πώς να πάει και να έρθει από το σταθμό και αιχμαλωτίστηκε στην ‘ασφάλεια’ του σπιτιού του.

Χρόνια αφού είχε ταξιδέψει κι εκείνος σ'αυτη τη διάσταση του Αχανούς που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι, ρώτησα τη θεία μου για το κομοδίνο. Η θεία με πήρε από το χέρι και κατεβήκαμε στο διαμέρισμά του που ήταν ακόμα όπως το θυμόμουν. Μονάχα πιο σκοτεινό, πιο αμείλικτα άδειο. Σκέφτηκα πως οι χώροι δεν γεμίζουν ποτέ από τα έπιπλα, μονάχα από τους ζωντανούς οργανισμούς.

Έβγαλε ένα κλειδάκι από τον κόρφο της – κάτι που πολύ αργότερα σκέφτηκα πόσο παράξενο ήταν – και ξεκλείδωσε το ντουλαπάκι του κομοδίνου. Από μέσα έβγαλε ήρεμα και προσεκτικά ένα παμπάλαιο κουτί. 

Φωτογραφίες, παλιά σημειώματα, τέτοια πράγματα, σκέφτηκα.

Το κουτί περιείχε μια ξεθωριασμένη κόκκινη κορδέλα, ένα χτενάκι, ένα καθρεφτάκι. Ακόμη ένα μικρότερο κουτάκι μάλλον κάτι σαν μπιζουτιέρα.

Και μια φωτογραφία της γιαγιάς που δεν είχα ξαναδεί ποτέ.

Η θεία μου λύγισε από το συγκινησιακό φορτίο και κάθισε στο κρεβάτι που κοιμόταν ο πατέρας της για τόσα χρόνια. 

Δεν είχα άλλο να πω κι ετοιμάστηκα να φύγω. Η θεία με κράτησε από το χέρι σφιχτά. Μου έδωσε τη φωτογραφία της γιαγιάς. Κοίταξα το πρόσωπο καλά. Μια νέα, όμορφη, περήφανη γυναίκα των αρχών του 20ου αιώνα. Το βλέμμα της έδειχνε πως ήξερε καλά ποιους ορίζοντες ανίχνευε και το ήρεμο μειδίαμά της δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες. Ήταν όπως τη θυμόμουν κι εγώ. Αυστηρή και γλυκιά μαζί. Απρόβλεπτη αλλά και απέραντα γενναιόδωρη. Ο παππούς που ήταν ένας συμπαγής βράχος σε ολόκληρη τη ζωή του, μπροστά της έλιωνε και ήταν σχεδόν αθωράκιστος, ανυπεράσπιστος. Και δεν της είχε χαλάσει ποτέ χατίρι.

«Είναι μόλις είκοσι χρόνων εκεί», μου είπε η θεία κομπιάζοντας. «Διάβασε πίσω», είπε και γύρισα την παλιά φωτογραφία.

Εδώ μέσα Γιάννη είναι όλα. Κι εσύ κι εγώ. Να ακούς και να προσέχεις. Γιατί αγαπάμε μόνο ό,τι μας μιλάει την αλήθεια. Σε φιλώ.

Τι περίεργα λόγια… για μια γυναίκα εκείνης της εποχής, για μια απλή γυναίκα…

Η θεία μου πήρε τη φωτογραφία και την έκλεισε ξανά στο κουτάκι και αυτό ξανά στο κομοδίνο.

Η ιεροτελεστία είχε τελειώσει. Ξαναγυρίσαμε στους συνηθισμένους εαυτούς μας.

Μετά από το ράπισμα της αλήθειας του βιώματος, απαιτείται η εξισορρόπηση από ένα ρηχό, ασήμαντο γεγονός. Μια ανάλαφρη κινηματογραφική ταινία, λίγη κουβεντούλα, μια ήρεμη βόλτα ίσως.

Όμως εγώ γύρισα σπίτι και άρχισα κάτι να γράφω…




Nocturne

Κυριακή, Ιουλίου 13, 2025

Ελιγμοί Εσωτερικής Δράσης

 


Να σου αρνούνται το βλέμμα κι εσύ να μην ρίχνεις το φταίξιμο στα μάτια

Να ξημερώνει η νύχτα κι εσύ να μη θρηνείς την ημέρα

Να αρνείσαι πεισματικά να είσαι διάφανος ακόμα κι αν έχεις ενοχές που είσαι σκοτεινός

Να φυσά τόσο δυνατά που να πιστεύεις πως όλα θα εκριζωθούν κι εσύ να μην αγκιστρώνεσαι από πουθενά

Να έχεις την επιλογή να γίνεις αλλά να επιμένεις να είσαι

Να μη φοβάσαι το άγγιγμα

Να μάχεσαι τον κυνισμό στο πνεύμα όπως θα μαχόσουν τον καρκίνο στο σώμα

Να στέκεις όρθιος αλλά να μορφάζεις από πόνο αν το αισθάνεσαι

Να φιλοξενείς το χρόνο αλλά να μην οικειώνεσαι ποτέ μαζί του

Να δίνεις το χέρι σου σ’εκείνον που σου δίνει ένα χαμόγελο

Να σου αρνούνται το αυτονόητο κι εσύ να μην αυτοδικαιώνεσαι

Να έχεις δυο λόγους να πεις
και να λες τον ένα

Να βλέπεις στον καθένα το παιδί μέσα του
 
Να μην σηκώνεις κανένα σταυρό που δεν σου υπόσχεται τη σταύρωση

Να έχεις ένα λόγο να πεις
και να προτιμάς τη σιωπή…

whispery moment
 

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2025

Μπα'αλ Σεμ




Ημέρες και μήνες και χρόνια 
σε κερδίζω και σε χάνω
στις 32 ιερές ατραπούς
στις λαμπερές σφαίρες της αναπνοής σου
κάτω απ’τα κλωνάρια
του μαγικού σου Δέντρου
αιώνες ξενύχτησα
να γίνω κοινωνός
του αληθινού ονόματός σου…

αέναες ανακυκλώσεις
περιδινήσεις
περάσματα σε άνυδρες σαρκώσεις
από το δέρμα στο κορμί
από το κορμί στο σώμα
από το σώμα στο πνεύμα
από το πνεύμα στο αίμα
και πάλι απ’την αρχή…

τυφώνες με χτυπούσαν
αναριγούσα στο πέρασμα των χρόνων
κρύωνα
πεινούσα
τη ψυχή αγκιστρωμένη
στο αλλιώς
κρατούσα
πένης, ρακένδυτος
μα δαψιλής σε υπομονή
σε βλέμμα
σε ψηλαφούσα μια στιγμή
και σ’έχανα για χίλια χρόνια…

αλλά έμεινα
είμαι ακόμη εδώ
ο λήρος του μαύρου ανέμου
δεν με τρέλανε ακόμη
ακούω τα συρίγματα της Λίλιθ
ακούω το κάλεσμα των Επτά Λεπρών
τα φιλιά του Σκότους νιώθω
κι όμως
εδώ είμαι

σε επικαλούμαι
κάτοχος να γίνω λαχταρώ

του αληθινού ονόματός σου…

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2025

Υπόγειος ποταμός




της κράτησε το χέρι
και άρχισε να της μιλά

"πολλές είναι οι φορές που στάθηκα αναποφάσιστος
διλημματικός
στον κόμβο ενός Υ
και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ακολουθήσω το δεξί
ή το αριστερό σκέλος...

είχα βλέμμα και για τα δυο
είχα ενέργεια
είχα 'παύση' αρνήσεων
καμιά εσωτερική αντιπολίτευση...

αναρωτιόμουν
πώς επιλέγει κανείς;

πώς 'διαλέγει';

ή ποιος τον διαλέγει

ποιος επιλέγει για λογαριασμό μας;

ήρθε η μέρα που
άκουσα και κάτι... καινούργιο
κάτι παράξενο, κάτι πρωτόφαντο
έναν... παφλασμό...
κάτω απ'τα πόδια μου...

λες και το έδαφος έβραζε
λες και η γη ετοιμαζόταν να υγροποιηθεί
να γίνει μια ρευστή απεικόνιση της αντίληψης...
μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας...
φοβήθηκα...

κι ύστερα
σαν από κάποιο μεγα-προβολικό μηχάνημα

τον... είδα

έτρεχε, υπέροχα αφρισμένος
μπροστά μου
κάτω μου...

ένας ποταμός!

από πού ερχόταν;
πού πήγαινε;

το συναίσθημα δεν ήταν απλά λυτρωτικό
ήταν μια διάνοιξη όλης της ύπαρξης
μέθεξη!

λες και υπήρχαν χιλιάδες μικροσκοπικά άλογα
που οι χαίτες τους ανέμιζαν
τα νερά του κάλπαζαν μπροστά...

και ακολουθούσαν την πορεία
που θα έπαιρνα

έτσι κι αλλιώς!"

"και...  τι έγινε μετά;" τον ρώτησε

"δεν κράτησε πολύ τούτη η εμπειρία
κράτησε ίσως όσο μπορούσα να την αντέξω...

κατάλαβα...

αντιλήφθηκα...

τούτη είναι η αληθινή μύηση
να δεις κάποτε
να αξιωθείς να δεις
τον δικό σου υπόγειο ποταμό
να τον ακούσεις
να τον υποδεχτείς
να μην τον φοβηθείς!

εκεί
το Μέγα Αρσενικό που βρυχάται την διαιώνιση
εκεί
το Αιώνιο Θηλυκό που γονιμοποιεί το Άπειρο
εκεί όλες οι πρωτοπηγές του παραδείσου
εκεί όλες οι Υγρές Φωτιές της κόλασης
εκεί όλο το διανόημα του γνωστού
και τα κατηγορήματα της σκέψης

εκεί ο μελαγχολικός στοχασμός του φιλοσόφου
η ανάσα του ποιητή
καθώς αφουγκράζεται το είναι του
εκεί
η περιπέτεια του ασκητή
στο απειροδιάστατο κελί του
εκεί
και το μοναχικό τραγούδι των αδελφών μας βάρδων
που κανείς ποτέ
δεν συγκρίθηκε μαζί τους
στην αποκοτιά
να προκαλούν το Απρόσιτο...

εκεί ο έρωτας
εκεί το λάθος
εκεί το πρώτο σου φιλί
εκεί ο ρόγχος του τέλους"

σταμάτησε για λίγο
κι ύστερα πάλι είπε...

"ναι...
να τον ακούσεις
να τον δεις!
κι ίσως
ίσως λέω
κάποια μέρα
να έχεις τα κότσια
ολόγυμνος
να βουτήξεις μέσα του
ολόκληρος!"

"κι αν αυτό... αν αυτό σημαίνει..."

"θάνατο;
όχι, δεν έχει τη φορεσιά του θανάτου
όλο αυτό το γιορτάσι...
ζωή
που όλα τα περιέχει
αλλά απαιτεί
το άλμα..."

έτσι της είπε
και έμειναν ώρα σιωπηλοί...





"Raging Rush"