Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

Υπόγειος ποταμός...




της κράτησε το χέρι
και άρχισε να της μιλά

"πολλές είναι οι φορές που στάθηκα αναποφάσιστος
διλημματικός
στον κόμβο ενός Υ
και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ακολουθήσω το δεξί
ή το αριστερό σκέλος...

είχα βλέμμα και για τα δυο
είχα ενέργεια
είχα 'παύση' αρνήσεων
καμιά εσωτερική αντιπολίτευση...

αναρωτιόμουν
πώς επιλέγει κανείς;

πώς 'διαλέγει';

ή ποιος τον διαλέγει

ποιος επιλέγει για λογαριασμό μας;

ήρθε η μέρα που
άκουσα και κάτι... καινούργιο
κάτι παράξενο, κάτι πρωτόφαντο
έναν... παφλασμό...
κάτω απ'τα πόδια μου...

λες και το έδαφος έβραζε
λες και η γη ετοιμαζόταν να υγροποιηθεί
να γίνει μια ρευστή απεικόνιση της αντίληψης...
μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας...
φοβήθηκα...

κι ύστερα
σαν από κάποιο μεγα-προβολικό μηχάνημα

τον... είδα

έτρεχε, υπέροχα αφρισμένος
μπροστά μου
κάτω μου...

ένας ποταμός!

από πού ερχόταν;
πού πήγαινε;

το συναίσθημα δεν ήταν απλά λυτρωτικό
ήταν μια διάνοιξη όλης της ύπαρξης
μέθεξη!

λες και υπήρχαν χιλιάδες μικροσκοπικά άλογα
που οι χαίτες τους ανέμιζαν
τα νερά του κάλπαζαν μπροστά...

και ακολουθούσαν την πορεία
που θα έπαιρνα

έτσι κι αλλιώς!"

"και...  τι έγινε μετά;" τον ρώτησε

"δεν κράτησε πολύ τούτη η εμπειρία
κράτησε ίσως όσο μπορούσα να την αντέξω...

κατάλαβα...

αντιλήφθηκα...

τούτη είναι η αληθινή μύηση
να δεις κάποτε
να αξιωθείς να δεις
τον δικό σου υπόγειο ποταμό
να τον ακούσεις
να τον υποδεχτείς
να μην τον φοβηθείς!

εκεί
το Μέγα Αρσενικό που βρυχάται την διαιώνιση
εκεί
το Αιώνιο Θηλυκό που γονιμοποιεί το Άπειρο
εκεί όλες οι πρωτοπηγές του παραδείσου
εκεί όλες οι Υγρές Φωτιές της κόλασης
εκεί όλο το διανόημα του γνωστού
και τα κατηγορήματα της σκέψης

εκεί ο μελαγχολικός στοχασμός του φιλοσόφου
η ανάσα του ποιητή
καθώς αφουγκράζεται το είναι του
εκεί
η περιπέτεια του ασκητή
στο απειροδιάστατο κελί του
εκεί
και το μοναχικό τραγούδι των αδελφών μας βάρδων
που κανείς ποτέ
δεν συγκρίθηκε μαζί τους
στην αποκοτιά
να προκαλούν το Απρόσιτο...

εκεί ο έρωτας
εκεί το λάθος
εκεί το πρώτο σου φιλί
εκεί ο ρόγχος του τέλους"

σταμάτησε για λίγο
κι ύστερα πάλι είπε...

"ναι...
να τον ακούσεις
να τον δεις!
κι ίσως
ίσως λέω
κάποια μέρα
να έχεις τα κότσια
ολόγυμνος
να βουτήξεις μέσα του
ολόκληρος!"

"κι αν αυτό... αν αυτό σημαίνει..."

"θάνατο;
όχι, δεν έχει τη φορεσιά του θανάτου
όλο αυτό το γιορτάσι...
ζωή
που όλα τα περιέχει
αλλά απαιτεί
το άλμα..."

έτσι της είπε
και έμειναν ώρα σιωπηλοί...





"Raging Rush"

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2026

έλλειψη οξυγόνου…


έλλειψη οξυγόνου…

ήταν πολύ δύσκολο εκείνο το πρωινό
κάποιος ή κάτι 
μου είχε ρουφήξει όλη την ενέργεια
για την ακρίβεια, αισθανόμουν ότι θα λιποθυμήσω
κάθισα σ’ένα παγκάκι
και αμέσως ένιωσα μια τρομερή σκοτοδίνη να με αρπάζει
οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν παράξενες καρικατούρες
ο κόσμος
ορμούσε πάνω μου
μέσα μου
οι εικόνες
τα πρόσωπα
ακόμα και ο χρόνος
χανόμουν
έβαλα 'ασυναίσθητα' το χέρι μου στη τσέπη
ψηλάφισα μερικά αντικείμενα
ίδρωνα
κρύωνα
φοβόμουν

…ο αναπτήρας
τα κλειδιά
καραμέλες
χαπάκια
ο αναπτήρας ξανά…
κάτι άλλο αναζητούσε κάποιος μέσα μου
κάτι άλλο...

δεν ξέρω αν πέρασε ένα λεπτό ή μια ώρα
τα δάχτυλα χάιδεψαν το διπλωμένο φάκελο
αυτόν που έχω πάντα μαζί μου
αυτόν που γράφει με κεφαλαία το όνομά σου
και με το γραφικό σου χαρακτήρα
το δικό μου

έσφιξα το φάκελο με απληστία
σα να ήταν ο μοναδικός τροφοδότης οξυγόνου στο σύμπαν
και ήταν...

αίμα πλημμύρισε το πρόσωπό μου
εικόνες από το χαμόγελό σου σε μια αμμουδιά
η γεύση από ένα φιλί σου
δρόσισε τα χείλη μου
και όταν ήρθα αντιμέτωπος με το βλέμμα σου
άνοιξα τα μάτια
πήρα μια βαθιά ανάσα
όπως αυτή που παίρνει κάποιος που βγαίνει στην επιφάνεια της
θάλασσας
μετά από ένα μακροβούτι
και άρχισα να νιώθω το βροντοκόπημα της καρδιάς στο λαιμό
μου...

ένα μοναχικό δάκρυ συνάντησε στα χείλη μου
τη δροσιά σου
ένα παράξενο φιλί... δεν ήταν;

έκλεισα πάλι τα μάτια
αυτή τη φορά όχι για να μην πονώ
αλλά για να το απολαύσω...




Ursula Abresch
“lentejuelas”

Τρίτη, Ιουλίου 14, 2026

Σπηλαιώτης…




Κρεμασμένος
ανάποδα
γεννήθηκες
τυφλός
κι ανδρόγυνος

απ’ τα μαστάρια της Κίρκης
βρεφουργήθηκες
και μέσα
στο εντάφιο ήπαρ
ονειρεύεσαι άγρυπνος
και ταξιδεύεις υπνωμένος

το βλέμμα σου διατρέχει
όσα ο νους αρνείται να απογράψει
στερεώματα φωτιάς
και σύμπαντα λεπρά
σταυρωμένων ανάπηρων θεών

κάθε αυγή
απ’των θεών το σπέρμα
οξείδωση
και κάθε βράδυ
απ’το ανθρώπινο αίμα
αποτοξίνωση

ο λαιμός σου
όλος μια φλέβα από γρανίτη
μέσα της ρέει ο ουράνιος αρχαίος πόνος
και αλυχτώντας χύνεται απ’το στόμα σου
ο Αδάμ
κάθε που ανασαίνεις

σπηλαιώτης
ραντισμένος
απ’την κλινική αθανασία
της Νύχτας

ο λυγμός σου
αρμέγει όλο το αμνιακό υγρό
της μέδουσας εταίρας αρπάγης
και σε λερώνει αμαρτία και φθόνο

άπληστος
ηδονισμένος
ρουφάς ως την τελευταία σταγόνα
την προστυχιά  της Ειμαρμένης

κάθε αυγή
απ’των αγέννητων άστρων το τραγούδι
μεθυσμένος
και κάθε νύχτα
η μοναξιά σου
σπηλαιώδης σπαραγμός

κι ο εαυτός σου ξένος…

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026

Ξαναφτιάχνοντας τον εαυτό μου...



Λοιπόν, υπάρχουν και οι μέρες που δεν ‘μού λέει’ τίποτε κανένα κείμενο… κανένας συγγραφέας, ποιητής ή φιλόσοφος… υπάρχουν μέρες που θέλω να τους πετάξω όλους από πάνω μου και από μέσα μου… που λέω ότι κακώς τους κουβαλάω όλους τούτους γιατί με γέμισαν με τα όνειρά τους, τις εμμονές τους, τα ψέματα και τις αλήθειες τους… με γέμισαν και παράγινε το ‘κακό’… με ωφέλησαν, δεν είμαι αχάριστος, δεν ξεχνάω την ‘τάξη’ μου, τη θέση μου, τις δικές μου ορίζουσες πάει να πει… όχι δεν ξεχνώ τίποτε αλλά θα προτιμούσα έναν πνευματικό… αφανισμό εντός μου… μια γενική εκκαθάριση, ένα ‘σκούπισμα’ των πάντων… να μείνω μόνος εγώ με το νιονιό μου… εγώ με τη χαζομάρα μου, την ένδειά μου, την αγνωσία μου… να δω επιτέλους τι σημαίνει να ‘μην ξέρεις τι σου γίνεται’…, τι σημαίνει να μην σε βασανίζει ο καημός της ψυχής του άλλου που έζησε 2500 χρόνια πριν και ακόμα ανασαίνει μέσα σου… και τον φιλοξενείς και τον αντέχεις και τον σηκώνεις αλλά έρχεται η ώρα που όλο αυτό πάει πολύ… θέλεις να μείνεις μόνος… ολομόναχος… έτσι λέω… πώς είναι άραγε να είσαι ολομόναχος στην ατραπό;

Τι κάνει κανείς όταν χαθεί σε μια άγνωστη περιοχή, σε μια άγνωστη πόλη; Ας το πάρω για υπόθεση εργασίας να δω τι θα ξημερώσει… τι κάνει κανείς; Πεθαίνει; Απελπίζεται, αγχώνεται, αναρωτιέται, ξύνει τη κεφαλή του, φοβάται λίγο αλλά υπάρχει και κάτι άλλο… μια ώθηση να ενεργήσει… δεν ξέρει τίποτα για τον τόπο, τους ανθρώπους, τα συνήθειά τους, τις λόξες τους… αλλά δεν πεθαίνει… μια παράξενη εγκατιαία ενέργεια τον ωθεί να… ζήσει… θα σκεφτεί, θα ψάξει, θα αναζητήσει… θα βρει λύσεις, θα μηχανευτεί τρόπους, θα …κατασκευάσει ξανά τον εαυτό του… όσες φορές απέτυχε τόσες φορές θα τον ξαναφτιάξει… Και δεν θα πεθάνει… επειδή δεν έχει πια μαγκούρες θα εμπιστευτεί τα δυο του ποδαράκια… επειδή δεν έχει το δάνειο φως των άλλων, θα εμπιστευτεί το δικό του… τόσο καιρό δεν το ένιωθε, έπεφταν οι προβολείς των ‘μεγάλων’ μέσα του… κι επειδή δεν έχει τη φωνή των άλλων θα εμπιστευτεί τη δική του… πόσες φορές μίλησε με τη δική του φωνή; Μια, δυο, δέκα; Τώρα θα μιλά μονάχα με αυτήν… οι φωνές των άλλων δεν υπάρχουν πλέον… μια υπέροχη ησυχία υπάρχει μέσα του… και την απολαμβάνει…

Τι πάει να πει ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου;

Πάει να πει ότι οτιδήποτε έμαθα, μού φόρτωσαν, με βαραίνει, με πληγώνει ή και με πλουτίζει, το πετάω… το αφήνω, το αρνούμαι… θέλω να δω πως θα είμαι δίχως αυτό… θέλω να νιώσω το ρίγος της ‘εγκατάλειψης’ των άλλων εντός μου… έχω πόδια; Έχω χέρια; Έχω βλέμμα; Έχω φωνή;

Ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου σημαίνει δεν έχω τίποτα για ‘σιγουριά’, ‘ασφάλεια’, ‘αναφορά’… δεν θέλω σημεία αναφοράς, δεν τα καταδέχομαι… σημείο αναφοράς γίνομαι εγώ και ας με πουν εγωιστή και ό,τι άλλο θέλουν οι γύρω μου… είμαι τόσο ‘εγωιστής’ όσο εκείνος που δεν καταδέχεται να μιμείται τη φωνή του άλφα ή του βήτα μεγάλου ερμηνευτή και προτιμά να τραγουδά με τη δική του… μονάχα που φοβόταν σε όλη του τη ζωή κι έκανε μιμήσεις… πώς είναι άραγε να ακούς τη δική σου φωνή και κανενός άλλου;

Ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου δεν σημαίνει αρνούμαι οριστικά όλα τα άλλα… σημαίνει κερδίζω ξανά τον εαυτό μου… και τούτο αποτελεί τη μεγαλύτερη επανάσταση που ονειρεύτηκε ποτέ ανθρώπινο πλάσμα…

Και το ρίγος δεν συγκρίνεται με τίποτε…


Kowal / Blacksmith
Art Print by Maciej Przeklasa

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2026

Η ιστορία επαναλαμβάνεται… με ενοχλητική κανονικότητα...



M
ια από τις λεγόμενες φράσεις ‘της πιάτσας’ λέει πως, αν έχεις το πιστόλι δεν το κρύβεις στο συρτάρι. Πάει να πει, δεν είναι δυνατόν να έχεις τη δύναμη και να μην τη χρησιμοποιείς. Ακόμη κι αν δεν το κάνεις στην αρχή, κάποια στιγμή, μοιραία ίσως, θα υποκύψεις, θα λυγίσεις. Θ’ανοίξεις το συρτάρι και θα πάρεις το πιστόλι στο χέρι… και ένας θεός ξέρει τι θ’ακολουθήσει.
Το λοιπόν, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κι όχι ‘ως φάρσα’ ή ως οτιδήποτε άλλο μεταλλαγμένο υπο-προϊόν. Επαναλαμβάνεται νέτα-σκέτα. Βεβαίως με άλλους πρωταγωνιστές. Οπωσδήποτε με άλλα μέσα. Σε κάποιο άλλο σκηνικό, όπως με τα θεατρικά έργα. Τσέχωφ ανεβάζουμε. Μπορεί το Θείο Βάνια κάποτε να τον έπαιζε ο τάδε, μετά ο δείνα, σήμερα κάποιος άλλος. Μπορεί η σκηνοθετική άποψη τότε να ήταν αυτή, τα σκηνικά κάπως έτσι… σήμερα είναι κάπως αλλιώς, δεν έχει σημασία. Το έργο είναι το ίδιο. Άμλετ ανεβάζουμε. Δεν έχουμε Λόρενς Ολίβιε, κανένα πρόβλημα. Ηθοποιούς έχουμε σωρό, όλοι μπορούν να παίξουν, υπό συνθήκες, τον δυστυχισμένο Δανό πρίγκιπα. Και άντρες και γυναίκες εν αφθονία για όλους τους ρόλους. Και σκηνικά και κοστούμια και φώτα και μουσικές και απ’όλα. Οιδίποδα ανεβάζουμε. Και ξέρουμε τις ορίζουσες. Δεν αλλάζουν. Ο άνθρωπος που εν αγνοία του φόνευσε τον πατέρα του και κοιμήθηκε με τη μητέρα του. Και όταν το μαθαίνει βγάζει τα μάτια του… Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τελετουργική σχεδόν ακρίβεια, με ενοχλητική κανονικότητα.
Ναι, με ενοχλητική κανονικότητα.
Είναι σχεδόν αστείο κι όμως συμβαίνει. Στη νεότητά σου, επειδή ακριβώς η έννοια της ιστορίας, υφίσταται περισσότερο ως αίσθηση παρά ως γνώση –ιστορία είναι ό,τι έχεις ζήσει εσύ και έχει ανάπτυγμα χρόνου την ηλικία σου- έχεις την απόλυτη βεβαιότητα πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Πάει να πει, μηδενίζω το κοντέρ της ανθρωπότητας και τα φτιάχνω όλα από το μηδέν. Ό,τι κληρονόμησα δεν με ενδιαφέρει, άλλοι τα έφτιαξαν, δεν είμαι υπόλογος γι αυτά. Στην ουσία, δεν είμαι υπόλογος για τίποτα. Κι εφόσον όλα αυτά που κάποιοι άλλοι μου κληροδότησαν δεν μου αρέσουν καθόλου και τα σιχαίνομαι και μπορώ άνετα και να αφοδεύω επ’αυτών, τα συντρίβω και στη θέση τους… εδώ είναι ένα μικρό ζήτημα, τι θα βάλω στη θέση τους… δεν έχει σημασία… προς στιγμήν σημασία έχει η καταστροφή… να πάψει το χτες να με ενοχλεί, να με δυναστεύει, να με τυραννάει… ούτε φιλοσοφίες, ούτε λογοτεχνίες, ούτε αγάλματα, ούτε κτήρια, ούτε κείμενα, ούτε τραγούδια, ούτε κειμήλια, ούτε παραμύθια… τίποτε… Μακάρι να ξυπνούσα ένα πρωί και να μην υπήρχε τίποτε απ’αυτά. Θα ξεκινούσαμε τον κόσμο απ’την αρχή. Reboot… Πατάμε το κουμπί της επανεκκίνησης… Και να δούμε τι θα βγάλει…
Καταραμένη κι ευλογημένη έπαρση της νεότητας…
Θυμάμαι τη Ρουσία του Καζαντζάκη… θυμάμαι και ζηλεύω μαζί… Γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους που είχαν τη μέγιστη προνομία να βιώσουν από κοντά, από πολύ κοντά το μεγάλο πείραμα σχεδόν εν τη γενέσει του… σαν επιστήμονας που παρατηρεί τα αποτελέσματα της επαναστατικής ανακάλυψής του στο πειραματόζωο με άπληστα μάτια… Το φοβερό εγχείρημα είχε μεθύσει τον έλληνα διανοητή και συγγραφέα… ήταν στα σπάργανα, ζεστό ακόμα, ασχημάτιστο… έβλεπε, βίωνε, γευόταν, ονειρευόταν… τι θα απογίνει με τούτη τη πελώρια χώρα αν το νιογέννητο βρέφος μεγαλώσει και πατήσει γερά στα πόδια του; Όλος ο κόσμος, ο παλιός, ο σάπιος, όσα ξέρουμε και δεν ξέρουμε πάνε στα τσακίδια. Να πάνε χίλιες φορές! Μέθυσε και ναρκώθηκε ο Καζαντζάκης αλλά όχι για πολύ… μετά από λίγα χρόνια είχε ξεμεθύσει και αναζητούσε άλλα… Θυμάμαι που τον καλεί στο φτωχικό της σπίτι μια κοπέλα που εργάζεται, όπως όλοι, με πρωτοφανή θέρμη για το θεμελίωμα των αρχών της επανάστασης. Τρώνε λιτά και πίνουν στο ξεπαγιασμένο καμαράκι της κοπέλας και μιλούν… Λένε πολλά… περισσότερο εκείνος… προσπαθεί να φέρει αντιρρήσεις, ο παλαιός άνθρωπος σαστισμένος εμπρός στο μεγαλείο του νέου… σαν τον αμήχανο Νικόδημο δίπλα στον Ιησού… δεν μπαίνεις γερο-Νικόδημε στη Βασιλεία των Ουρανών αν δεν γεννηθείς άνωθεν… -να ξαναγεννηθώ Ραβί; Και πώς θα μπω στη μήτρα της μάνας μου ξανά; Φαντάζομαι τον Ιησού να του χαμογελάει… Αυτά του λέει και η κοπέλα του Κρητικού με τα μεγάλα μάτια και την αξεδίψαστη ψυχή… Μπλα-μπλα… εσείς οι δυτικοί όλο μπλα-μπλα… σάπιες κουβέντες εδώ που χωράει μονάχα δουλειά… συζητήσεις… η συνήθεια των γέρων, η απόλαυση των παρακμιακών δίπλα στα αναμμένα τζάκια με τα στομάχια τους πρησμένα απ’το φαί… χιλιάδες λέξεις, λέξεις ωραίες και άχρηστες, θεωρίες, φιλοσοφίες… ο παλιός κόσμος αντιδρά, παλεύει σαν το φίδι να γλιτώσει από τη μπότα που θα του συντρίψει το κεφάλι… παλέψτε το λοιπόν όσο θέλετε γιατι όπου να’ναι έρχεται η αρβύλα που θα σας παύσει το φως απ’τα μάτια σας… Κι έφυγε θαρρώ ο Καζαντζάκης από το σπίτι τούτης της τρομερής γυναίκας με την ουρά στα σκέλια και το μυαλό να βράζει…
Μα τι έγινε τελικά; 
Αν μπορούσε η κοπέλα εκείνη να κοιμηθεί για ενενήντα χρόνια και ξυπνούσε σήμερα, στη μοντέρνα Ρωσία του Πούτιν… τι θα έλεγε αλήθεια; Τι θα σκεφτόταν; Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, πίστευε τότε… Τι στο διάτανο συνέβη και ξύπνησε ξανά στο… παρελθόν;
Πορνεία, φτώχια, αδικία, έγκλημα, εκμετάλλευση, αμορφωσιά, κτηνωδία…
Αποτύχαμε…
Διαφθορά, πόλεμοι, έμποροι ναρκωτικών, έμποροι όπλων, νεοναζί, ρατσιστές στους δρόμους, χούλιγκανς στα γήπεδα, αλήτες στα κοινοβούλια…
Αποτύχαμε οικτρά!
Μπορεί τα ρούχα να άλλαξαν, τα μαύρα πολυτελή αυτοκίνητα να γέμισαν τους δρόμους, η τεχνολογία να έχει αποκοιμίσει όλο τον πλανήτη… η κοπέλα δεν θα ξεγελιόταν… θα πικραινόταν βαθιά όμως… τίποτε δεν άλλαξε… το ίδιο έργο με άλλους πρωταγωνιστές…
Η ιστορία επαναλαμβάνεται… με τελετουργική ακρίβεια, με ενοχλητική κανονικότητα…
Λες κι είναι έτοιμο πάντα ένα πιστόλι να περιμένει σε ένα ξεχασμένο συρτάρι εκείνον που θα το νιώσει στην παλάμη του. Αρκεί να οικοιωθείς με το μέγεθος, να το ζυγιάσεις καλά, να το φορέσεις όμορφα μέσα στη χούφτα σου… μέσα στη ψυχή σου… να το χαϊδέψεις ερωτικά, να το κανακέψεις… κι ύστερα, αρκεί το δάχτυλο να πιέσει απαλά τη σκανδάλη…


Wine cellar