Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Μαΐου 19, 2018

A Quiet Passion...



[Κάποιες σκέψεις με αφορμή την ταινία για την Έμιλι Ντίκινσον, A Quiet Passion (2016)]

Ε
ίναι τρομακτικό και γι αυτό αληθινό. Ένας άνθρωπος μπορεί να πετάξει σχεδόν στα σκουπίδια τη ζωή του, όταν έρθει η ‘στιγμή’ όμως, θα κάνει ό,τι μπορεί για την επιβίωσή του. Κι αυτό το ‘ό,τι μπορεί’ αποδίδει στην κυριολεξία το νόημα της διατύπωσης. Από την άλλη ίσως όχι. Γιατί σε μια τέτοια περίσταση, απειλή ή κίνδυνο, ο άνθρωπος θα κάνει και ό,τι δεν μπορεί.  
Ποια είναι η διάσταση; Υφίσταται πραγματικά μια οντολογική διάσταση, μια υπαρξιακή διάσταση ανάμεσα στη ζωή και την επιβίωση; Αναρωτιέμαι και καταφάσκω την ίδια στιγμή.  Οι άνθρωποι, κάποιες φορές δεν ξέρουν τι να την κάνουν τη ζωή τους αλλά μάχονται μέχρι θανάτου για να ‘κρατηθούν’ σ’αυτή προ των πυλών του αφανισμού, του εκμηδενισμού. Ο επικείμενος μηδενισμός όμως δεν νοηματοδοτεί ‘όσα έζησα’. Και οι πράξεις στις οποίες θα περάσω, τα μέσα που θα μετέλθω, δεν δικαιώνουν τίποτα ‘από όσα έζησα’. Όλα τούτα είναι αμπελο-βιοφιλοσοφίες Κυριακάτικου απογεύματος σε παραλιακή καφετέρια με πλαστικές καρέκλες. Όλα τούτα αποδεικνύουν πως ο άνθρωπος και η ‘ζωή’ του είναι η μεγαλύτερη σουρεαλιστική συνθήκη του σύμπαντος.
Ναι. Ο απόλυτος σουρεαλισμός, ένα συμπαντικό ‘τρολάρισμα’, μια χονδροειδής κοσμική φάρσα. Κι όμως, από την άλλη, μια ‘σπλαχνική’ θέαση του όντος αυτού που στέκει στα δυο ποδάρια του και μεγαλαυχεί, χιλιάδες χρόνια τώρα, πεισματικά και απροσκύνητα, μαλακώνει την αυστηρότητα του ισχυρισμού και χρωματίζει πιο ζεστά το κωμικοτραγικό της όλης υπόθεσης, της ιδιαίτερης αυτής συνθήκης, της μοναδικής αυτής συνθήκης. Γιατί ο άνθρωπος είναι άξιος περισσότερο συμπόνιας παρά κρίσης. Ακόμη και στην ελεεινότερη πλευρά του φάσματος. Έτσι κι αλλιώς, όσο δυνατά κι αν φωνάζει δεν τον ακούει σχεδόν κανείς. Ίσως μονάχα ο εαυτός του. Κι όσο ψηλός και αγέρωχος κι αν φαντάζει, μέσα στη σπηλιά εγκαταβιεί… εκεί γεννιέται κι εκεί ξεψυχά. Ώστε ποιος ο λόγος να τον σταυρώνουμε;
Τον αντίλογο πάει να πει σε όλο τούτο τον επιστρέφει η ίδια η ζωή. Ποτέ μονοσήμαντα, ποτέ μονοδρομικά, ποτέ μονοδιάστατα. Είναι αυτή η μεγαλειώδης κρυπτική αξιοπρέπεια των αληθινά μεγάλων. Όλων αυτών που μεταβολίζουν το ταπεινό της επιβίωσης στο υψιπετές της ζωής. Όλων εκείνων που βύζαξαν το αρχαιώνιο γάλα του Αχανούς και δεν φοβήθηκαν ούτε το μάταιο ούτε το παράλογο ούτε το αδιέξοδο του βίου. Όλων εκείνων που ρούφηξαν το θάνατο για να μην… δηλητηριαστούν από ζωή…
Όλοι αυτοί είναι αδελφοί μας που θυσιάστηκαν για να περάσουμε εμείς. Είναι οι φύλακες των περασμάτων, των κατωφλίων, των στενών. Όλοι αυτοί είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες, οι σιγηλοί ήρωες, οι κεκρυμμένοι μάχιμοι, οι πρωτοστάτες, οι ιχνευτές, οι ακρίτες. Όσο μακρινότερα τα φυλάκια τόσο ιερότερο το βλέμμα. Όσο πιο αφιλόξενοι οι τόποι, τόσο πιο ακλόνητο το φρόνημα. Όσο πιο αχαρτογράφητος ο ωκεανός τόσο πιο ατρόμητος ο εξερευνητής, ο τολμητίας, ο ‘τρελός’…
Βλέποντας την ταινία, γνωρίζοντας κάποια πράγματα, στοχαζόμενος πολλά περισσότερα, υποκλίνομαι στους ποιητές που αρνήθηκαν σχεδόν τα πάντα εκτός απ’την ψυχή τους. Υποκλίνομαι σε κείνους που ‘γνωρίσαμε’ μετά γιατί στο τότε εκείνοι εργάζονταν μόνοι ανοίγοντας τους δρόμους για να βαδίσουν οι επόμενοι. Οι αχάριστοι, οι άξεστοι, οι υλόφρονες επόμενοι. Όλοι οι επόμενοι, δεν έχει σημασία. Και υποκλίνομαι στους αδελφούς της αλύσου που δεν σταμάτησαν να κρατούν τις δάδες αναμμένες, το βλέμμα στο στερέωμα, την καρδιά ζεστή και την ύπαρξη ακέραια.
Γιατί τι είναι ο αληθινός ποιητής αν όχι ένας μοναχικός πολεμιστής στα κρυφά περάσματα της ύπαρξης; Τι είναι ο αληθινός ποιητής αν όχι ο ανέστιος οδοιπόρος, ο παρεξηγημένος σαλός, ο μυστικός τροβαδούρος, ο ανώνυμος μύστης της ύπαρξης; Αν το έργο του ‘αναγνωρίζεται’ από κάποιους ή όλους, από εμάς ή τους επόμενους, πόση σημασία έχει;
Ο αληθινός ποιητής δεν ζει για τον καιρό του, για τους συγχρόνους του, για την δικαίωσή του. Σμιλεύει τον Άνθρωπο όλων των εποχών, λαξεύει την ατραπό όλων των διαστάσεων, θλίβεται για όλους, πονά για όλους, αγωνιά για όλους…
Με μια πικρή έννοια, ζει για όλους και πεθαίνει για όλους…
Και αν έρθει κάποιο μελαγχολικό απόγευμα ένας στίχος ή ένα παλιό τραγούδι, σαν αύρα δροσερή και πάρει λίγη από τη φωτιά της μάχης απ’το μέτωπό σου, να ξέρεις, είναι η ανάσα ενός αδελφού μας που σε σπλαχνίστηκε και ήρθε να σε ανακουφίσει.
Γιατί στη μάχη σου είδε τη δική του μάχη.
Γιατί στη φωτιά σου ένιωσε τη δική του πύρα.
Γιατί στο πρόσωπό σου είδε το δικό του… και ρίγησε…

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018

Eye in the Sky (2015)



Δεν υπάρχει ανάλογο σ’αυτό που είναι ο άνθρωπος…

Να υψώνεις σε θρόνο ουράνιο το συναίσθημα και να μεγαλουργείς σε στερεώματα ανοιχτοσύνης…
Να ταπεινώνεις σε δώματα ανήλιαγα το είναι και να έρπεις ως μοχθηρό βδέλυγμα λατρεύοντας έναν Μπαφομέτ που στο σάπιο ίσκιο του το βλέμμα σου αφανίζεται…
Να στοχεύεις στον εξώχωρο, επαιρόμενος πως ό,τι αρύεται από το Αιώνιο παραμένει και ανώλεθρο…
Να φυτεύεις στην καρδιά σου φωλιές ακάθαρτων εντόμων και να δηλητηριάζεσαι κάθε μέρα ποτισμένος με ηδύτητα από την τοξίνη που ανθίζει στο αίμα σου…

Ναι, δεν υπάρχει ανάλογο σε ό,τι είναι ο άνθρωπος…

Ό,τι είναι στο βήμα σου περήφανο, το σκεπάζει η φρικαλεότητα της οίησης…
Ό,τι είναι στη ψυχή σου αγνό και ανόθευτο κράζει με αγωνία την τρυφερότητά σου… μάταια…
Είχες και δεν έδωσες…
Έβλεπες και αδιαφόρησες…
Μπορούσες και δεν έπραξες…
Έχτισες όπλα και σκότωσες…
Έχτισες Λόγο και δικαιώθηκες…
Έχτισες τον εαυτό σου και αθανατίστηκες…
Έχτισες την Κόλαση στα μέτρα σου και τη βάφτισες Παράδεισο…

Μπορούσες να ζεις… και επέλεξες να πεθαίνεις…


Ναι, σε τούτο που λέμε άνθρωπο… όμοιο δεν υπάρχει…

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016



Ζεν (2009)
 

Η νεαρή και όμορφη Ορίν, που έσβησε ανάμεσα στα λευκά της πόδια τη σαρκική δίψα εκατοντάδων αντρών, εισέρχεται στον περίβολο του ναού με το παιδί της στην αγκαλιά και αναζητά με αγωνία έκδηλη τον διδάσκαλο. Μονάχα ο Ντογκέν, πιστεύει, μπορεί να το σώσει από το επερχόμενο τέλος. Γιατί το μωρό της είναι πολύ άρρωστο κι εκείνη απελπισμένη. Ο διδάσκαλος τη συναντά, ακούει την έκκλησή της, χαϊδεύει τρυφερά το κεφαλάκι του παιδιού.

«Μονάχα ένας τρόπος υπάρχει να σωθεί το παιδί», της λέει. «Γύρνα στο χωριό, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και αναζήτησε εκείνο στο οποίο δεν έχει γνωρίσει ποτέ το θάνατο. Όταν το βρεις, ζήτησε να σου δώσουν ένα φασόλι μόνο».

Το ίδιο βράδυ η Ορίν επιστρέφει στο ναό. Μονάχα που τούτη τη φορά δεν τρέχει. Τώρα σέρνει το βήμα της και το κλάμα της συνοδεύει το θρήνο της. Δεν είναι μόνο βυθισμένη στον ανείπωτο πόνο για το χαμό του παιδιού της. Είναι θυμωμένη. «Που είσαι ψεύτη μοναχέ!», φωνάζει και διακόπτει την ηρεμία του χώρου. Οι μοναχοί βγαίνουν αμέσως να την συναντήσουν. Πρώτος ο διδάσκαλος. Την κοιτάζουν σιωπηλοί. Γνωρίζουν.

«Έκανα όπως μου είπες», λέει με δάκρυα και σπασμένη φωνή η Ορίν και το βλέμμα της διαπερνά τον Ντογκέν σαν λεπίδα. «Όμως δεν βρήκα ούτε ένα σπίτι στο χωριό που να μην έχει γνωρίσει το θάνατο» και όταν αποσώνει την πρότασή της πέφτει σιωπή.

«Σωστά. Τούτο ήθελε να μάθεις ο διδάσκαλος», της λέει ήρεμα και θλιμμένα ένας από τους μαθητές και η Ορίν πέφτει στο χώμα αποκαμωμένη.

Ο διδάσκαλος κοιτάζει με άπειρη τρυφερότητα τη μητέρα και το νεκρό παιδί και δακρύζει…

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2016

"Είναι πάλι εδώ"



Er ist wieder da (2015)



Ο Αδόλφος Χίτλερ μετά από ένα βαθύ «κώμα» 70 ετών, «συνέρχεται» και βρίσκεται ακριβώς εκεί που θα περίμενε κανείς. Στο Φύρερμπούνκερ… Δηλαδή, για να είμαστε ακριβείς, στο χώρο που κάποτε βρισκόταν το περίφημο καταφύγιό του…  Οι πρώτοι σύγχρονοι γερμανοί που αντικρίζει έκπληκτος είναι τρία παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο… το ένα φοράει φανέλα του Ρονάλντο… Από κει και πέρα αρχίζει το μακρύ και κωμικοτραγικό «ταξίδι» του στη σύγχρονη Γερμανία, στο σύγχρονο κόσμο… Σύγχρονο; Ναι… διαφορετικό; Ίσως όχι και τόσο… στον πυρήνα του, στην ουσία του, στις αναφορές του… στο DNA του…

Οι Γερμανοί δεν φημίζονται για το χιούμορ τους βέβαια αλλά αποφασίζουν να σοκάρουν με όχημα το ‘βαρύτερο’ όνομα της νεώτερης ιστορίας τους. Τι θα γινόταν άραγε αν ο Αδόλφος Χίτλερ περπατούσε σήμερα ανάμεσά μας; Με τα ίδια μυαλά, με την ίδια σκέψη, απλώς με καθυστέρηση 70 χρόνων; Θα έβρισκε σήμερα ακροατές; Θα έβρισκε ακολούθους; Θα μιλούσε στο μυαλό και στο είναι των σημερινών ανθρώπων του Internet και των smart phones; Τι έχει αλλάξει στην ουσία από την εποχή που γέννησε κι έθρεψε το φοβερότερο τέρας όλων των εποχών; 

Η ταινία δεν είναι απλώς μια… μαύρη κωμωδία (με έναν εκπληκτικό σε ομοιότητα αλλά κυρίως σε κινήσεις, ομιλία και συμπεριφορά Oliver Masucci στο ρόλο του Φύρερ) είναι κάτι πολύ πιο βαθύ, τρομακτικό και επώδυνο μαζί. Το τέλος της ταινίας το αποκαλύπτει και μαζί το σημειώνει ως στοχασμό. Και άλλα λόγια δεν χρειάζονται… τα συμπεράσματα είναι ανατριχιαστικά επειδή είναι ξεκάθαρα και προφανή…

Βρισκόταν άραγε αληθινά σε κώμα ο Αδόλφος Χίτλερ;


Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2015

Το Γκόλεμ...



Το Γκόλεμ, Πώς ήρθαμε στον κόσμο (1920)

Ένα αριστούργημα του γερμανικού εξπρεσσιονισμού...

Βουβό...

όπως σχεδόν κάθε τι που δεν χρειάζεται να θορυβεί για να αποκτά περιεχόμενο και να δηλώνει την παρουσία του...

σε εποχές που ολόγυρα επικρατεί ένα πανδαιμόνιο περιττολογίας και ασημαντολογίας...



Τρίτη, Ιουνίου 24, 2014





Ο πατέρας μου ήταν λάτρης των ταινιών ‘γουέστερν’. Αγαπούσε βέβαια γενικά τον κινηματογράφο και είναι βέβαιο ότι εκείνος μου μετέδωσε αυτή την αγάπη. Μου μιλούσε για ώρες για τις παλιές ταινίες, τους διάσημους ηθοποιούς και τις ωραίες πρωταγωνίστριες… όταν βλέπαμε μαζί ταινίες στην τηλεόραση μου εξιστορούσε και τα συμβάντα της εποχής, τις περιπέτειες των ηθοποιών, τους μεγάλους έρωτες αλλά και τις σκηνοθετικές αντιλήψεις, τη φωτογραφία και τις σεναριακές ‘ευκολίες’… χωρίς να το θέλω, ή μάλλον, επειδή ακριβώς το ήθελα, άρχισα να εντρυφώ, ως θεατής και όχι ως δόκιμος σκηνοθέτης, σε έναν μαγικό κόσμο…
Όμως, τα γουέστερν παρέμεναν η μεγάλη του, αξεπέραστη αγάπη. Και όχι τόσο οι ‘μοντέρνες’ εκδοχές, τύπου Σέρτζιο Λεόνε με τους μοναχικούς αντι-ήρωες, τη μυθική μουσική του Μορικόνε  τα κοντινά, επαφικά σχεδόν πλάνα, την ακούραστη σάρωση της κάμερας 360 μοίρες και την ωμότητα που δεν είχε καμιά υπεκφυγή (αυτά δηλαδή που αγάπησα εγώ). Εκείνος είχε μεγαλώσει με τις επικές, μεγάλες και ‘ηρωικές’ ταινίες του Τζον Φορντ, του Τζον Γουέιν και του Έρολ Φλιν. Αγαπούσε να χάνεται στις μεγάλες επελάσεις του ιππικού της ‘Ελαφράς Ταξιαρχίας’, στο ατελείωτο πιστολίδι μεταξύ ινδιάνων και λευκών, στις θρυλικές κλοπές χρηματαποστολών, στους μοναχικούς ντεσπεράντος που πάντα κρύβουν κάποια πληγή, ένα δράμα, ένα εσωτερικό ανθρώπινο χάσμα…

Τα καλοκαίρια που ψαρεύαμε μαζί, πολλές φορές, στις ατελείωτες ώρες της υπομονής και της ησυχίας της θάλασσας, άρχιζε να μου αναλύει σκηνές, να μου αιτιολογεί τις δράσεις των ηρώων, να μου τεκμηριώνει σκηνοθετικά άλματα που ίσως πρωτογενώς, το μάτι του ‘αμύητου’ δεν μπορεί να συλλάβει. Και κάποια μέρα, το θυμάμαι καλά, μου μίλησε για τον μεγάλο άξονα, τον κινητήριο άξονα όλων αυτών των ταινιών που αν δεν τον αναγνωρίσεις αμέσως, πολλά σου φαίνονται μετά ‘παράλογα’ και απλώς ‘χολιγουντιανά’…

«Ξέρεις λοιπόν από πού ξεκινούν όλες οι ταινίες γουέστερν;» με ρώτησε και με κοιτούσε με σχεδόν παιδιάστικο βλέμμα. Όταν ένας άνθρωπος νιώθει αληθινά οικείος με εκείνο που συζητά ή ασχολείται, όταν βρίσκεται σε έναν βιότοπο αγάπης και ομορφιάς που συνηχείται με τη ψυχή του, έχει ένα άλλο βλέμμα. Έχει μια άλλη έκφραση. Γίνεται ξανά παιδί και για λίγο, είναι όντως ξανά παιδί…
«Η εκδίκηση», απάντησε μετά από λίγο χωρίς να περιμένει και πολύ για μια δική μου απάντηση. 
«Σκέψου το λίγο… το πιο ισχυρό, το πιο μεγάλο, το αρχαίο κίνητρο για να δράσει ένας άνθρωπος, να βγεί απ’το κουκούλι του, να ρισκάρει… η εκδίκηση… όλες σχεδόν οι ταινίες έτσι ξεκινούν ή έτσι τελειώνουν…» είπε και σιώπησε… 

Ενώ έφερνα στο μυαλό μου κάποιες ταινίες που ήδη είχα δει ως τότε για να επαληθεύσω την σκέψη του, εκείνος συνέχισε…

«Είναι όμως και κάτι ακόμα… μονάχα έτσι ο ήρωας γίνεται συμπαθής, μπορείς να ταυτιστείς μαζί του… αν δεν παλεύει για ένα μεγάλο σκοπό τότε μοιάζει απλά με ένα περιφερόμενο αλήτη της Άγριας Δύσης που πιστολίζει, παίζει πόκερ, πίνει και πηδάει όποιαν βρει μπροστά του… τι είναι αυτό που μεταβάλει έναν σκοτεινό ήρωα σε ένα αληθινό ήρωα; Ο μεγάλος σκοπός… και η προσπάθειά του να τον κατακτήσει!»

Μπορεί να μην ανακαλώ λέξη προς λέξη εκείνα τα λόγια αλλά δεν έχει σημασία. Εντυπώθηκε μέσα μου όλη τούτη η σφραγίδα και με ακολουθούσε πάντα.

Τι είναι εκείνο που μεταρσιώνει το ανίερο σε ιερό και το βέβηλο σε όσιο;
Τι είναι εκείνο που μεταστοιχειώνει το χοϊκό σε πνευματικό και τον εφιάλτη σε όνειρο;
Η Μεγάλη Ιδέα, ο Μέγας Σκοπός… και μαζί…

Το Βλέμμα, το άγγιγμα του Αιώνιου, ο υπερ-αντιληπτικός κόσμος ενός ερωτικού ενοφθαλμισμού όσων στο εδαφικό, γαιώδες και χθόνιο σύμπαν μοιάζουν πεπερασμένα, ασήμαντα, θλιβερά…

Ίσως ο Πλάτων να είχε δίκιο, πέρα από τα Αρχέτυπα και τις Ιδεομορφές δεν υπάρχει στην ουσία καμιά αναζήτηση… αλλά στο δικό μας κόσμο, ό,τι νοηματοδοτεί το βίο δεν μπορεί παρά να έχει τις αναφορές του στο Πρώτο και Μέγιστο και... 

Εκεί όπου η ‘εκδίκηση’ είναι η αποκατάσταση του Χρόνου

Και όπου το μαρτύριο της υπομονής για έναν καλύτερο κόσμο, δεν έχει δικαίωση… δεν έχει την ανάγκη καμιάς δικαίωσης...

Εκεί όπου οι ισορροπίες και οι έννοιες δεν αφορούν κανέναν… είναι σε μια γλώσσα ακατάληπτη, απρόσιτη, άηχη…

Στο Γνόφο του Είναι…