Κυριακή, Ιουνίου 21, 2026

στο λόφο του Σίσυφου….



Τι συνέβη με τα πρόσωπα;
Με τις ρυτίδες που γέμισαν τσιμέντο
Με τα βλέμματα που μοιάζουν
εκμαγεία φωτός
Με τα δάχτυλα που αξεχώριστα γίναν;

Τι έγινε με τα πρόσωπα όσων αγάπησα;

Εσύ
αν ήσουν εδώ
θα μπορούσες να μου απαντήσεις…

Θα έπρεπε όμως πρώτα
να σου αφαιρέσω αυτό το ακάνθινο στεφάνι
απ’το χαμόγελο
κι αυτό το πικρό μαντήλι
με την αγωνία της νύχτας
απ’το μέτωπο
και θα έπρεπε ακόμα να σε κρατήσω για ώρα
να ζεσταθείς
μέσα στην αγκαλιά μου
να νιώσεις τον κόσμο φιλόξενο
και πάλι

και θα είχες κάτι να μου πεις
για εκείνα τα πρόσωπα
τα πρόσωπα
όσων αγάπησα
που έγιναν κηλίδες στον τοίχο
που έγιναν πατημασιές στην άσφαλτο
που έγιναν πέτρες
και στέκουν ασάλευτες
και σιωπηλές

στο λόφο του Σίσυφου….

Σάββατο, Ιουνίου 13, 2026

Κρυπτόμενος από το ερωτικό γεγονός...



Ο άνθρωπος που ζει δίχως έρωτα, για την ακρίβεια, ο άνθρωπος που επιλέγει να ζήσει κρυπτόμενος από το ερωτικό γεγονός, μοιάζει με κείνον που ζει χωρίς όνειρα. Δηλαδή με κείνον που ξυπνά κάθε πρωί και δεν μπορεί, δεν είναι ικανός ή το χειρότερο, επιλέγει να μην μπορεί να ανακαλέσει ούτε μια εικόνα, ίχνος συναισθήματος, καμιά συγκίνηση από το ονειρικό γεγονός. Η ζωή αυτή, δεν είναι ζωή... είναι σαν να βρισκόμαστε στην αίθουσα του κινηματογράφου κι ενώ οι γύρω μας απολαμβάνουν την ταινία με τα χρώματα, τις μουσικές, τους διαλόγους, τις φωνές, τις συγκινήσεις της δράσης, εμείς απλά παρακολουθούμε μια θολή εικόνα, μια γκριζόμαυρη αφήγηση φιγούρων που δεν μας μεταδίδουν τίποτε. Είναι μια ενόχληση, μια βελούδινη ενόχληση που ίσως να μας εκνευρίζει αλλά δεν μας... ενοχλεί. Δεν μπορεί να μας 'πειράξει' κι έτσι, δεν μπορεί να μας αλλάξει. Στο τέλος της ταινίας, όλοι αποχωρούν με διάφορα συναισθήματα, με χαμόγελα και δάκρυα, με αντιφατικές εσωτερικές δράσεις, μια εντατική κατάσταση που τους εξελίσσει, έστω για ένα βήμα κι εμείς αποχωρούμε όπως ακριβώς μπήκαμε στην αίθουσα: ανηδονικοί, ασυγκίνητοι, άθραυστοι, απρόσβλητοι, ατόφιοι... ακέραιοι και συμπαγείς με την πιο μειωτική σημασία και το πλέον ντροπιαστικό περιεχόμενο των λέξεων. 
Γιατί είναι αληθινά ντροπιαστικό να επιλέξεις να ζεις χωρίς το ερωτικό γεγονός να συγκλονίζει τη ζωή σου, να γελοιοποιεί τις ησυχίες σου, να εποφθαλμιά τις κατακτήσεις σου, να εκκεντρώνει τις ισορροπίες σου... 

Μπορείς να επιλέξεις όμως να ζήσεις χωρίς το ερωτικό γεγονός;

Μπορείς... και αυτό είναι το τραγικό αντίστοιχο της ελευθερίας της βούλησης στο ανθρώπινο ον... ένα κατοπτρικό αντίστοιχο σαν προβολή του είναι σε έναν εφιαλτικό καθρέφτη... το είδωλό σου ζει, εσύ το επιλέγεις, το ομοίωμά σου ζει κι όχι εσύ. Εσύ τι κάνεις; Απλά το παρακολουθείς στην παραλυτική ασφάλεια της πλήρους ακινησίας. Και το στέλνεις στο πεδίο της μάχης ενώ ταυτόχρονα επιλέγεις την άθλια και αμέριμνη και ασυννέφιαστη ασφάλεια των μετόπισθεν.

Και γιατί το κάνεις όλο τούτο; Γιατί το επιλέγεις; Το επιλέγεις γιατί φοβάσαι. Γιατί είσαι δειλός. Γιατί το Μεγάλο Μυστικό Θέαμα πρόκειται να σε ρουφήξει, να σε καταπιεί κι εσύ πιστεύεις πως είσαι αθάνατος και θα ζεις για πάντα... και μάλιστα αρηγμάτωτος, ακινδύνευτος, αραγής, αυτάρκης, αυτόκρατος, πανίσχυρος... θεωμένος στο μοναδιαίο σου σύμπαν της αιώνιας θλίψης...

Και να το τερατώδες παιδί σου: ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άνθρωπος... πλέον... ο άνθρωπος αυτός δεν αναγνωρίζεται, είναι αψηλάφητος ακόμα και από το Αχανές... ο άνθρωπος αυτός είναι ένα αλαζονικό Φρανκεσταϊνικό κατασκεύασμα, ένα φρικιαστικό Γκόλουμ, ένα υλομορφικό ψεύδος, ένας εφιαλτόμορφος νοοσχηματισμός που αναπνέει, τρέφεται, κινείται και διαδρά... αλλά άψυχος, άζωος, αλλογενής και ξένος... 

Ο άνθρωπος που ζει χωρίς τον έρωτα στη ζωή του αυτό καταλήγει να ανασαίνει... ένα τοξικό, ένα δηλητηριασμένο αέρα ως το πέρας των ημερών του. Και προς το τέλος της διαδρομής αυτής, του αποκαλύπτεται πως στην ουσία υπήρξε ένας μοναχικός ξενιστής της ίδιας της ζωής που αρνήθηκε, του ήλιου που μελάνωσε και μόλυνε, της ιερότητας που απόξεσε από το κάθε κύτταρό του...

Στη βραχνή, σπηλαιώδη, εγκατιαία φωνή του αρχαίου ρίγους του θανάτου μονάχα μπορείς να αναζητήσεις ανάλογο στερέωμα ύπαρξης... με την αγωνία να είναι η όξινη βροχή που σε ξυπνάει όχι με τον ήχο... αλλά με την απουσία που βροντάει στις φλέβες σου... 

bricks

Τρίτη, Ιουνίου 09, 2026

…καλόν γὰρ τὸ ἆθλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγάλη…

Nicolai Abraham Abildgaard| Socrates in Prison 

Nicolai Abraham Abildgaard | Socrates in Prison

 

   …καλόν γρ τ θλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγλη… 

(Πλάτων, Φαίδων)

  

Έ

τσι βεβαίωνε κάποτε εκείνος ο ‘φρονιμώτατος και δικαιώτατος’ άνθρωπος που πορευόταν τα έσχατα μέτρα ως την αναχώρησή του από αυτόν τον κόσμο όχι ζητώντας αλλά δίνοντας θάρρος στους περίλυπους φίλους και θρηνούντες μαθητές του. Είναι το λοιπόν καλό το έπαθλο και η ελπίδα μεγάλη… όταν ζήσεις αυτή τη ζωή ως αληθινός φιλόσοφος να προσδοκάς μια καλή, μια εξαιρετική τύχη στην επόμενη… αν έζησες με ‘αγνότητα’ και ‘σύνεση’, αν έζησες ‘ευσεβώς’… αλλά από κει και πέρα αρχίζει ένας ανελέητος υποκειμενισμός, ένας ακαταγώνιστος ψηλομύτικος περσοναλισμός, μια ατομική ερμηνευτική της κάθε λέξης, της κάθε φράσης, της κάθε έννοιας… γιατί τα μέτρα του φιλοσόφου είναι αυστηρά, οι ορίζουσες στενές και οι προϋποθέσεις απαιτητικές… σχεδόν ‘απάνθρωπες’… ο άνθρωπος είναι γραπωμένος από τη σανίδα της επιβίωσης, δεν έχει το ανάστημα ή το κουράγιο να αναζητήσει κορυφές και επιτεύξεις…

Μνημονεύουμε πλέον τους ανθρώπους αυτούς που έτσι ή αλλιώς ήταν ‘εξαιρέσεις’ σε κάθε εποχή λες και πρόκειται για ‘εξωγήινους’ ή ‘υπερανθρώπους’ που έδωσαν έναν τύπο, μια τάξη, ένα ύψος αλλά παραμένουν εξαιρέσεις. Το πρόβλημα δεν είναι στη σημερινή εποχή των ‘βιαστών’ του σκουπιδο-Μπιγκ Μπράδερ ότι θεώνται ως κάτι το ιδιαίτερο και απρόσιτο αυτές οι ‘στάσεις ζωής’ αλλά πως έχουν πλήρως αφανιστεί από τον ‘ορίζοντα των γεγονότων’ μας… Στο λυκόφως του Μεσαίωνα και καθώς αχνοχάραζε η Αναγέννηση, οι άνθρωποι αυτοί χρησίμευσαν ως πρότυπα για έναν άλλο ανθρωπισμό που έμελλε να είναι επαναστατικός, πλούσιος και μεμειγμένος βέβαια με τα αιτήματα των εποχών και των τόπων. Όμως ο ορίζοντας υπήρχε, οι φιλόσοφοι ενέπνεαν, οι μεγάλες σχολές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε σφρίγος και ρώμη καθώς κυλούσε στις φλέβες το πνευματικό αίμα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου, του Αυγουστίνου. 

Θα έπρεπε να το αναφέρω στην αρχή μα δεν πειράζει και τώρα, στέκεται ατόφιο. Μακριά από μένα λόγοι ‘παραινετικοί’, ‘προτρεπτικοί’ ή ‘πομαντικοί’ με δαψίλεια ηθικολογίας και περίσσεια ‘αποστασιοποιημένης’ υποκρισίας κάποιου κοσμικού ‘εγκρατίτη’. Δεν με αφορά το ηθικολογικό έλλειμμα, από αυτό δεν πάσχει κανείς μας. Αποτυπώνω το σχόλιό μου με πόνο καρδιάς… και το κάνω όλο και πιο σπάνια πλέον… η πραγματικότητα μοιάζει με μια θύελλα και η φωνή μου σαν εύθραυστο κλαράκι λυγίζει αλλά δεν σπάει. Ίσως δεν ακούγεται αλλά δεν πέθανε ακόμη. 

Έστω όμως…

«…όσοι φιλοσοφούν σωστά, αποφεύγουν τις επιθυμίες του σώματος και δείχνουν καρτερικότητα και δεν παραδίδουν τον εαυτό τους σ’αυτές. Ούτε φοβούνται καθόλου την κατάρρευση της οικογένειάς τους ή τη φτώχεια, όπως πολλοί και φιλοχρήματοι. Ούτε πάλι φοβούνται την κοινή περιφρόνηση και αδοξία της κοινωνικής θέσεως όπως οι αρχομανείς και οι φιλόδοξοι. Αυτοί αδιαφορούν για τέτοια ζητήματα…»

Να μου συγχωρεί ο Διδάσκαλος που απομόνωσα ένα φραγμέντο από τον ωραιότερο και πιο συγκινητικό ίσως διάλογό του –αν και πολλοί διεκδικούν τούτη την πρωτιά, υποκειμενική είναι η προσέγγιση είπαμε- αλλά το επέβαλλαν οι περιστάσεις, καθώς λένε. Ο μεγάλος Φλωρεντινός Φικίνος (Ficino, 1433–1499) έλεγε πως ‘όποιος διαβάζει σοβαρά τα έργα του Πλάτωνα θα βρεί μέσα σε αυτά τα πάντα’. Δεν χρειαζόμαστε τα πάντα, ψήγματα είναι πια αρκετά.

Κι αυτά όχι δυσεύρετα αλλά ‘καλά θαμμένα’…


Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2026

το Μεγάλο Φονικό...


Η αλήθεια έκρυψε στην αγκαλιά της το Μεγάλο Φονικό και το προστάτεψε όπως η μητέρα το θηλάζον βρέφος.
Χωρίς τις λευκές ημέρες να το απειλούν.
Με αθέατο το αίμα.
Λυπόταν όμως ακόμα και τα ελάχιστα ίχνη ελπίδας είναι πολύτιμα.
Εκείνος που οφείλει να ακολουθήσει θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό. Αφύλαχτος, απαθής, αθώος.
Και ο ερχομός του έχει την αξία του νερού στην έρημο.
Και του ασπασμού του εραστή στα διψασμένα χείλη του ερωμένου.
Ως και ο ουρανός γονατίζει για να το υποδεχθεί.
Σιωπηλός και φρόνιμος.
Εκείνος που αναμένεται θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό και η αποστολή του είναι η δυσκολότερη που περιέχουν οι πρώτες αφηγήσεις και τα λόγια των παλαιών.
Ό,τι απέμεινε από τη σοφία τους κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο αρχαίο δάσος αν εκείνος που αναμένεται αποκλειστεί, δεν περάσει.
Και η αλήθεια τον περιμένει.
Και θωπεύει το δόρυ που θα τον διατρήσει.
Και βρεφουργεί το βλέμμα που θα τον αλώσει.
Ο ερχόμενος θα το αναγνωρίσει.
Όμως μονάχα την ύστατη στιγμή.
Θα είναι αργά γι αυτόν.
Θα γείρει και το αίμα του θα ρεύσει από τις πρησμένες φλέβες για να δώσει ζωή ξανά στο καθεύδον σώμα.

Όμως θα απλώνεται πάντα πίσω του το δάσος.

Για ό,τι γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ’αυτό δεν υπάρχουν αφηγήσεις.

Υπάρχει μόνο το ειναιικό όνειρο της α-νόητης καθόδου της Ύπαρξης.

Κι αυτό δεν μοιράζεται…