Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Οκτωβρίου 04, 2026

Το 'θεώρημα του ανδραπόδου'...


Διαβάζουμε (το γράφουν, το ισχυρίζονται πολλοί) πως η Αθήνα καταστράφηκε (ηττηθείσα κυριολεκτικώς κατά κράτος στον Πελοποννησιακό λεγόμενο Πόλεμο) επειδή επισυνέβη η εξαλλαγή της περίφημης δημοκρατίας σε οχλοκρατία… όλα τα άλλα, ήττες στα πεδία των μαχών, το μεγάλο φιάσκο της σικελικής εκστρατείας (μιας εκστρατείας παραφρόνων) και όλα τα άλλα αποτελούν απλώς συνεπαγόμενα και λογικές εξελίξεις του καρκίνου που με ταχύτατους ρυθμούς μόλυνε το σώμα της, ρούφηξε τους χυμούς της και παραμόρφωσε την εικόνα της… σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, μόλις κάποιες δεκαετίες, το περικαλλές οικοδόμημα που θαυμάζουν και σήμερα όλοι μεταμορφώθηκε σε έναν ερειπιώνα θλιβερό θλιβερών ανθρώπων… 

Είναι γνωστό πως η ιστορία δεν διδάσκει τελικά… κανείς μας δεν διδάσκεται γιατί αρνούμαστε να δούμε τη συνέχεια… τη ροή, την προβολή του ‘χθες’ στο ‘αύριο’… ακόμα και το δικό μας ‘συνεχές’ αρνούμαστε… σαν να είμαστε ένα σύνολο από ‘στιγμιότυπα’… σαν να μην έχουμε αρμονική σύνδεση με το ίδιο μας το είναι… πόσες φορές το χθες θα πρέπει να μας βγάλει τη γλώσσα για να πάψουμε να αδιαφορούμε; Πόσες φορές οι καταποντισμοί και οι αποτυχίες σημαντικών ανθρώπων και μεγάλων εγχειρημάτων θα πρέπει να μας… καρπαζώσουν για να νιώσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά στο κεφάλι μας;

Διδασκόμαστε αλλά δεν μαθαίνουμε… κι αυτό είναι ψυχολογικά ερμηνεύσιμο… μαθαίνουμε από τα σχεσιακά μας ναυάγια; Από τους ερωτικούς μας τιτανικούς; Μαθαίνουμε από τις αποτυχίες μας; Μαθαίνουμε από τις ‘φάπες’ που πέφτουν βροχηδόν σε καθημερινή βάση;

Καλύτερη η ‘ανδροειδής προσομοίωση’… το ‘θεώρημα του ανδραπόδου’… το ‘έμπνουν είδωλον’ των προγόνων μας ταιριάζει περισσότερο… ούτε εκείνοι έμαθαν κι ας τους μνημονεύουμε… έπεφταν ξανά και ξανά στα ίδια λάθη… ατελείωτοι κύκλοι μέσα σε αναρίθμητους κύκλους… ζαλάδα…

Κι αναρωτιόμαστε γιατί ‘επιστολές’ του Θεανθρώπου οδήγησαν σε αλλοίωση εκλογικού αποτελέσματος… την άλλη αλλοίωση, τη βαθύτερη και μεγάλη, πότε θα τη δούμε; 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2026

Στη σκιά των γιγάντων...



Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει… 
Κίνδυνος!
Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου… 
Σέρνεσαι…
Έρπεις…
Βολεύτηκες…
Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο… 
Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…
Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…
Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…
Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…
Κίνδυνος!
Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…
Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…
Κίνδυνος!
Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…
Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…
Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…
Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Παρασκευή, Αυγούστου 14, 2026

η άβυσσος της υποκρισίας…


 «…αλλ’εν πενία μυρία ειμί διά τήν τού θεού λατρείαν…»

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους

 

Ό

λη η περιουσία του Σωκράτη υπολογιζόταν σε 5 μνάς. (6 Οβολοί = 1 Δραχμή, 100 Δραχμαί = 1 Μνά, 60 Μναί = 1 Τάλαντον). Έτσι αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του Οικονομικός. Γι’ αυτό τον λόγο τον συνέδραμαν οι φίλοι του και περισσότερο ο Κρίτων. 

Ο Σωκράτης ήταν φτωχός λοιπόν. Μνημονεύεται στους αιώνες και θα τον μνημονεύουν οι αιώνες αλλά στην εποχή του είχε την ανάγκη των φίλων του για να μπορεί να τα βγάζει πέρα. Δεν έπαψε ποτέ να με βασανίζει στο επίπεδο αυτό από τη μια η αναλογία του με τον Ιησού [όχι σε οντολογικό επίπεδο αλλά σε ηθικό αμιγώς] και από την άλλη η διαρκής και ατελεύτητη υποκρισία όλων των μετέπειτα γενεών… έχουμε πρότυπα ανθρώπους τους οποίους κάποτε σκοτώσαμε ή σταυρώσαμε… έχουμε πρότυπα ανθρώπους που ίσως να μην τους φιλοξενούσαμε ούτε για ένα βράδυ καθώς η φήμη τους ήταν αμφιλεγόμενη… που δεν θα τους κάναμε εύκολα συντροφιά γιατί ήταν περιθωριακοί, αλλόκοτοι, παράξενοι και βέβαια τρομοκράτες ανατρεπτικοί… πίνουμε νερό στο όνομα ανθρώπων που θελήσαμε να εξοντώσουμε γιατί ήταν ενοχλητικοί… μας υπενθύμιζαν το μέγεθός μας, μάς υπενθύμιζαν τη μικρότητα και την ουδενία μας… δεν τους θέλουμε αυτούς τους ανθρώπους, ας τους μνημονεύουμε τώρα που είναι πια ακίνδυνοι… ας γράφουμε βιβλία γι’αυτούς, ας τους έχουμε στις βιβλιοθήκες μας… ως εκεί…

Πόσο μεγάλη είναι αυτή η άβυσσος της υποκρισίας… κάποιες φορές σε πιάνει ίλιγγος..

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026

Ξαναφτιάχνοντας τον εαυτό μου...



Λοιπόν, υπάρχουν και οι μέρες που δεν ‘μού λέει’ τίποτε κανένα κείμενο… κανένας συγγραφέας, ποιητής ή φιλόσοφος… υπάρχουν μέρες που θέλω να τους πετάξω όλους από πάνω μου και από μέσα μου… που λέω ότι κακώς τους κουβαλάω όλους τούτους γιατί με γέμισαν με τα όνειρά τους, τις εμμονές τους, τα ψέματα και τις αλήθειες τους… με γέμισαν και παράγινε το ‘κακό’… με ωφέλησαν, δεν είμαι αχάριστος, δεν ξεχνάω την ‘τάξη’ μου, τη θέση μου, τις δικές μου ορίζουσες πάει να πει… όχι δεν ξεχνώ τίποτε αλλά θα προτιμούσα έναν πνευματικό… αφανισμό εντός μου… μια γενική εκκαθάριση, ένα ‘σκούπισμα’ των πάντων… να μείνω μόνος εγώ με το νιονιό μου… εγώ με τη χαζομάρα μου, την ένδειά μου, την αγνωσία μου… να δω επιτέλους τι σημαίνει να ‘μην ξέρεις τι σου γίνεται’…, τι σημαίνει να μην σε βασανίζει ο καημός της ψυχής του άλλου που έζησε 2500 χρόνια πριν και ακόμα ανασαίνει μέσα σου… και τον φιλοξενείς και τον αντέχεις και τον σηκώνεις αλλά έρχεται η ώρα που όλο αυτό πάει πολύ… θέλεις να μείνεις μόνος… ολομόναχος… έτσι λέω… πώς είναι άραγε να είσαι ολομόναχος στην ατραπό;

Τι κάνει κανείς όταν χαθεί σε μια άγνωστη περιοχή, σε μια άγνωστη πόλη; Ας το πάρω για υπόθεση εργασίας να δω τι θα ξημερώσει… τι κάνει κανείς; Πεθαίνει; Απελπίζεται, αγχώνεται, αναρωτιέται, ξύνει τη κεφαλή του, φοβάται λίγο αλλά υπάρχει και κάτι άλλο… μια ώθηση να ενεργήσει… δεν ξέρει τίποτα για τον τόπο, τους ανθρώπους, τα συνήθειά τους, τις λόξες τους… αλλά δεν πεθαίνει… μια παράξενη εγκατιαία ενέργεια τον ωθεί να… ζήσει… θα σκεφτεί, θα ψάξει, θα αναζητήσει… θα βρει λύσεις, θα μηχανευτεί τρόπους, θα …κατασκευάσει ξανά τον εαυτό του… όσες φορές απέτυχε τόσες φορές θα τον ξαναφτιάξει… Και δεν θα πεθάνει… επειδή δεν έχει πια μαγκούρες θα εμπιστευτεί τα δυο του ποδαράκια… επειδή δεν έχει το δάνειο φως των άλλων, θα εμπιστευτεί το δικό του… τόσο καιρό δεν το ένιωθε, έπεφταν οι προβολείς των ‘μεγάλων’ μέσα του… κι επειδή δεν έχει τη φωνή των άλλων θα εμπιστευτεί τη δική του… πόσες φορές μίλησε με τη δική του φωνή; Μια, δυο, δέκα; Τώρα θα μιλά μονάχα με αυτήν… οι φωνές των άλλων δεν υπάρχουν πλέον… μια υπέροχη ησυχία υπάρχει μέσα του… και την απολαμβάνει…

Τι πάει να πει ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου;

Πάει να πει ότι οτιδήποτε έμαθα, μού φόρτωσαν, με βαραίνει, με πληγώνει ή και με πλουτίζει, το πετάω… το αφήνω, το αρνούμαι… θέλω να δω πως θα είμαι δίχως αυτό… θέλω να νιώσω το ρίγος της ‘εγκατάλειψης’ των άλλων εντός μου… έχω πόδια; Έχω χέρια; Έχω βλέμμα; Έχω φωνή;

Ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου σημαίνει δεν έχω τίποτα για ‘σιγουριά’, ‘ασφάλεια’, ‘αναφορά’… δεν θέλω σημεία αναφοράς, δεν τα καταδέχομαι… σημείο αναφοράς γίνομαι εγώ και ας με πουν εγωιστή και ό,τι άλλο θέλουν οι γύρω μου… είμαι τόσο ‘εγωιστής’ όσο εκείνος που δεν καταδέχεται να μιμείται τη φωνή του άλφα ή του βήτα μεγάλου ερμηνευτή και προτιμά να τραγουδά με τη δική του… μονάχα που φοβόταν σε όλη του τη ζωή κι έκανε μιμήσεις… πώς είναι άραγε να ακούς τη δική σου φωνή και κανενός άλλου;

Ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου δεν σημαίνει αρνούμαι οριστικά όλα τα άλλα… σημαίνει κερδίζω ξανά τον εαυτό μου… και τούτο αποτελεί τη μεγαλύτερη επανάσταση που ονειρεύτηκε ποτέ ανθρώπινο πλάσμα…

Και το ρίγος δεν συγκρίνεται με τίποτε…


Kowal / Blacksmith
Art Print by Maciej Przeklasa

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2026

Η ιστορία επαναλαμβάνεται… με ενοχλητική κανονικότητα...



M
ια από τις λεγόμενες φράσεις ‘της πιάτσας’ λέει πως, αν έχεις το πιστόλι δεν το κρύβεις στο συρτάρι. Πάει να πει, δεν είναι δυνατόν να έχεις τη δύναμη και να μην τη χρησιμοποιείς. Ακόμη κι αν δεν το κάνεις στην αρχή, κάποια στιγμή, μοιραία ίσως, θα υποκύψεις, θα λυγίσεις. Θ’ανοίξεις το συρτάρι και θα πάρεις το πιστόλι στο χέρι… και ένας θεός ξέρει τι θ’ακολουθήσει.
Το λοιπόν, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κι όχι ‘ως φάρσα’ ή ως οτιδήποτε άλλο μεταλλαγμένο υπο-προϊόν. Επαναλαμβάνεται νέτα-σκέτα. Βεβαίως με άλλους πρωταγωνιστές. Οπωσδήποτε με άλλα μέσα. Σε κάποιο άλλο σκηνικό, όπως με τα θεατρικά έργα. Τσέχωφ ανεβάζουμε. Μπορεί το Θείο Βάνια κάποτε να τον έπαιζε ο τάδε, μετά ο δείνα, σήμερα κάποιος άλλος. Μπορεί η σκηνοθετική άποψη τότε να ήταν αυτή, τα σκηνικά κάπως έτσι… σήμερα είναι κάπως αλλιώς, δεν έχει σημασία. Το έργο είναι το ίδιο. Άμλετ ανεβάζουμε. Δεν έχουμε Λόρενς Ολίβιε, κανένα πρόβλημα. Ηθοποιούς έχουμε σωρό, όλοι μπορούν να παίξουν, υπό συνθήκες, τον δυστυχισμένο Δανό πρίγκιπα. Και άντρες και γυναίκες εν αφθονία για όλους τους ρόλους. Και σκηνικά και κοστούμια και φώτα και μουσικές και απ’όλα. Οιδίποδα ανεβάζουμε. Και ξέρουμε τις ορίζουσες. Δεν αλλάζουν. Ο άνθρωπος που εν αγνοία του φόνευσε τον πατέρα του και κοιμήθηκε με τη μητέρα του. Και όταν το μαθαίνει βγάζει τα μάτια του… Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τελετουργική σχεδόν ακρίβεια, με ενοχλητική κανονικότητα.
Ναι, με ενοχλητική κανονικότητα.
Είναι σχεδόν αστείο κι όμως συμβαίνει. Στη νεότητά σου, επειδή ακριβώς η έννοια της ιστορίας, υφίσταται περισσότερο ως αίσθηση παρά ως γνώση –ιστορία είναι ό,τι έχεις ζήσει εσύ και έχει ανάπτυγμα χρόνου την ηλικία σου- έχεις την απόλυτη βεβαιότητα πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Πάει να πει, μηδενίζω το κοντέρ της ανθρωπότητας και τα φτιάχνω όλα από το μηδέν. Ό,τι κληρονόμησα δεν με ενδιαφέρει, άλλοι τα έφτιαξαν, δεν είμαι υπόλογος γι αυτά. Στην ουσία, δεν είμαι υπόλογος για τίποτα. Κι εφόσον όλα αυτά που κάποιοι άλλοι μου κληροδότησαν δεν μου αρέσουν καθόλου και τα σιχαίνομαι και μπορώ άνετα και να αφοδεύω επ’αυτών, τα συντρίβω και στη θέση τους… εδώ είναι ένα μικρό ζήτημα, τι θα βάλω στη θέση τους… δεν έχει σημασία… προς στιγμήν σημασία έχει η καταστροφή… να πάψει το χτες να με ενοχλεί, να με δυναστεύει, να με τυραννάει… ούτε φιλοσοφίες, ούτε λογοτεχνίες, ούτε αγάλματα, ούτε κτήρια, ούτε κείμενα, ούτε τραγούδια, ούτε κειμήλια, ούτε παραμύθια… τίποτε… Μακάρι να ξυπνούσα ένα πρωί και να μην υπήρχε τίποτε απ’αυτά. Θα ξεκινούσαμε τον κόσμο απ’την αρχή. Reboot… Πατάμε το κουμπί της επανεκκίνησης… Και να δούμε τι θα βγάλει…
Καταραμένη κι ευλογημένη έπαρση της νεότητας…
Θυμάμαι τη Ρουσία του Καζαντζάκη… θυμάμαι και ζηλεύω μαζί… Γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους που είχαν τη μέγιστη προνομία να βιώσουν από κοντά, από πολύ κοντά το μεγάλο πείραμα σχεδόν εν τη γενέσει του… σαν επιστήμονας που παρατηρεί τα αποτελέσματα της επαναστατικής ανακάλυψής του στο πειραματόζωο με άπληστα μάτια… Το φοβερό εγχείρημα είχε μεθύσει τον έλληνα διανοητή και συγγραφέα… ήταν στα σπάργανα, ζεστό ακόμα, ασχημάτιστο… έβλεπε, βίωνε, γευόταν, ονειρευόταν… τι θα απογίνει με τούτη τη πελώρια χώρα αν το νιογέννητο βρέφος μεγαλώσει και πατήσει γερά στα πόδια του; Όλος ο κόσμος, ο παλιός, ο σάπιος, όσα ξέρουμε και δεν ξέρουμε πάνε στα τσακίδια. Να πάνε χίλιες φορές! Μέθυσε και ναρκώθηκε ο Καζαντζάκης αλλά όχι για πολύ… μετά από λίγα χρόνια είχε ξεμεθύσει και αναζητούσε άλλα… Θυμάμαι που τον καλεί στο φτωχικό της σπίτι μια κοπέλα που εργάζεται, όπως όλοι, με πρωτοφανή θέρμη για το θεμελίωμα των αρχών της επανάστασης. Τρώνε λιτά και πίνουν στο ξεπαγιασμένο καμαράκι της κοπέλας και μιλούν… Λένε πολλά… περισσότερο εκείνος… προσπαθεί να φέρει αντιρρήσεις, ο παλαιός άνθρωπος σαστισμένος εμπρός στο μεγαλείο του νέου… σαν τον αμήχανο Νικόδημο δίπλα στον Ιησού… δεν μπαίνεις γερο-Νικόδημε στη Βασιλεία των Ουρανών αν δεν γεννηθείς άνωθεν… -να ξαναγεννηθώ Ραβί; Και πώς θα μπω στη μήτρα της μάνας μου ξανά; Φαντάζομαι τον Ιησού να του χαμογελάει… Αυτά του λέει και η κοπέλα του Κρητικού με τα μεγάλα μάτια και την αξεδίψαστη ψυχή… Μπλα-μπλα… εσείς οι δυτικοί όλο μπλα-μπλα… σάπιες κουβέντες εδώ που χωράει μονάχα δουλειά… συζητήσεις… η συνήθεια των γέρων, η απόλαυση των παρακμιακών δίπλα στα αναμμένα τζάκια με τα στομάχια τους πρησμένα απ’το φαί… χιλιάδες λέξεις, λέξεις ωραίες και άχρηστες, θεωρίες, φιλοσοφίες… ο παλιός κόσμος αντιδρά, παλεύει σαν το φίδι να γλιτώσει από τη μπότα που θα του συντρίψει το κεφάλι… παλέψτε το λοιπόν όσο θέλετε γιατι όπου να’ναι έρχεται η αρβύλα που θα σας παύσει το φως απ’τα μάτια σας… Κι έφυγε θαρρώ ο Καζαντζάκης από το σπίτι τούτης της τρομερής γυναίκας με την ουρά στα σκέλια και το μυαλό να βράζει…
Μα τι έγινε τελικά; 
Αν μπορούσε η κοπέλα εκείνη να κοιμηθεί για ενενήντα χρόνια και ξυπνούσε σήμερα, στη μοντέρνα Ρωσία του Πούτιν… τι θα έλεγε αλήθεια; Τι θα σκεφτόταν; Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, πίστευε τότε… Τι στο διάτανο συνέβη και ξύπνησε ξανά στο… παρελθόν;
Πορνεία, φτώχια, αδικία, έγκλημα, εκμετάλλευση, αμορφωσιά, κτηνωδία…
Αποτύχαμε…
Διαφθορά, πόλεμοι, έμποροι ναρκωτικών, έμποροι όπλων, νεοναζί, ρατσιστές στους δρόμους, χούλιγκανς στα γήπεδα, αλήτες στα κοινοβούλια…
Αποτύχαμε οικτρά!
Μπορεί τα ρούχα να άλλαξαν, τα μαύρα πολυτελή αυτοκίνητα να γέμισαν τους δρόμους, η τεχνολογία να έχει αποκοιμίσει όλο τον πλανήτη… η κοπέλα δεν θα ξεγελιόταν… θα πικραινόταν βαθιά όμως… τίποτε δεν άλλαξε… το ίδιο έργο με άλλους πρωταγωνιστές…
Η ιστορία επαναλαμβάνεται… με τελετουργική ακρίβεια, με ενοχλητική κανονικότητα…
Λες κι είναι έτοιμο πάντα ένα πιστόλι να περιμένει σε ένα ξεχασμένο συρτάρι εκείνον που θα το νιώσει στην παλάμη του. Αρκεί να οικοιωθείς με το μέγεθος, να το ζυγιάσεις καλά, να το φορέσεις όμορφα μέσα στη χούφτα σου… μέσα στη ψυχή σου… να το χαϊδέψεις ερωτικά, να το κανακέψεις… κι ύστερα, αρκεί το δάχτυλο να πιέσει απαλά τη σκανδάλη…


Wine cellar

Σάββατο, Ιουνίου 13, 2026

Κρυπτόμενος από το ερωτικό γεγονός...



Ο άνθρωπος που ζει δίχως έρωτα, για την ακρίβεια, ο άνθρωπος που επιλέγει να ζήσει κρυπτόμενος από το ερωτικό γεγονός, μοιάζει με κείνον που ζει χωρίς όνειρα. Δηλαδή με κείνον που ξυπνά κάθε πρωί και δεν μπορεί, δεν είναι ικανός ή το χειρότερο, επιλέγει να μην μπορεί να ανακαλέσει ούτε μια εικόνα, ίχνος συναισθήματος, καμιά συγκίνηση από το ονειρικό γεγονός. Η ζωή αυτή, δεν είναι ζωή... είναι σαν να βρισκόμαστε στην αίθουσα του κινηματογράφου κι ενώ οι γύρω μας απολαμβάνουν την ταινία με τα χρώματα, τις μουσικές, τους διαλόγους, τις φωνές, τις συγκινήσεις της δράσης, εμείς απλά παρακολουθούμε μια θολή εικόνα, μια γκριζόμαυρη αφήγηση φιγούρων που δεν μας μεταδίδουν τίποτε. Είναι μια ενόχληση, μια βελούδινη ενόχληση που ίσως να μας εκνευρίζει αλλά δεν μας... ενοχλεί. Δεν μπορεί να μας 'πειράξει' κι έτσι, δεν μπορεί να μας αλλάξει. Στο τέλος της ταινίας, όλοι αποχωρούν με διάφορα συναισθήματα, με χαμόγελα και δάκρυα, με αντιφατικές εσωτερικές δράσεις, μια εντατική κατάσταση που τους εξελίσσει, έστω για ένα βήμα κι εμείς αποχωρούμε όπως ακριβώς μπήκαμε στην αίθουσα: ανηδονικοί, ασυγκίνητοι, άθραυστοι, απρόσβλητοι, ατόφιοι... ακέραιοι και συμπαγείς με την πιο μειωτική σημασία και το πλέον ντροπιαστικό περιεχόμενο των λέξεων. 
Γιατί είναι αληθινά ντροπιαστικό να επιλέξεις να ζεις χωρίς το ερωτικό γεγονός να συγκλονίζει τη ζωή σου, να γελοιοποιεί τις ησυχίες σου, να εποφθαλμιά τις κατακτήσεις σου, να εκκεντρώνει τις ισορροπίες σου... 

Μπορείς να επιλέξεις όμως να ζήσεις χωρίς το ερωτικό γεγονός;

Μπορείς... και αυτό είναι το τραγικό αντίστοιχο της ελευθερίας της βούλησης στο ανθρώπινο ον... ένα κατοπτρικό αντίστοιχο σαν προβολή του είναι σε έναν εφιαλτικό καθρέφτη... το είδωλό σου ζει, εσύ το επιλέγεις, το ομοίωμά σου ζει κι όχι εσύ. Εσύ τι κάνεις; Απλά το παρακολουθείς στην παραλυτική ασφάλεια της πλήρους ακινησίας. Και το στέλνεις στο πεδίο της μάχης ενώ ταυτόχρονα επιλέγεις την άθλια και αμέριμνη και ασυννέφιαστη ασφάλεια των μετόπισθεν.

Και γιατί το κάνεις όλο τούτο; Γιατί το επιλέγεις; Το επιλέγεις γιατί φοβάσαι. Γιατί είσαι δειλός. Γιατί το Μεγάλο Μυστικό Θέαμα πρόκειται να σε ρουφήξει, να σε καταπιεί κι εσύ πιστεύεις πως είσαι αθάνατος και θα ζεις για πάντα... και μάλιστα αρηγμάτωτος, ακινδύνευτος, αραγής, αυτάρκης, αυτόκρατος, πανίσχυρος... θεωμένος στο μοναδιαίο σου σύμπαν της αιώνιας θλίψης...

Και να το τερατώδες παιδί σου: ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άνθρωπος... πλέον... ο άνθρωπος αυτός δεν αναγνωρίζεται, είναι αψηλάφητος ακόμα και από το Αχανές... ο άνθρωπος αυτός είναι ένα αλαζονικό Φρανκεσταϊνικό κατασκεύασμα, ένα φρικιαστικό Γκόλουμ, ένα υλομορφικό ψεύδος, ένας εφιαλτόμορφος νοοσχηματισμός που αναπνέει, τρέφεται, κινείται και διαδρά... αλλά άψυχος, άζωος, αλλογενής και ξένος... 

Ο άνθρωπος που ζει χωρίς τον έρωτα στη ζωή του αυτό καταλήγει να ανασαίνει... ένα τοξικό, ένα δηλητηριασμένο αέρα ως το πέρας των ημερών του. Και προς το τέλος της διαδρομής αυτής, του αποκαλύπτεται πως στην ουσία υπήρξε ένας μοναχικός ξενιστής της ίδιας της ζωής που αρνήθηκε, του ήλιου που μελάνωσε και μόλυνε, της ιερότητας που απόξεσε από το κάθε κύτταρό του...

Στη βραχνή, σπηλαιώδη, εγκατιαία φωνή του αρχαίου ρίγους του θανάτου μονάχα μπορείς να αναζητήσεις ανάλογο στερέωμα ύπαρξης... με την αγωνία να είναι η όξινη βροχή που σε ξυπνάει όχι με τον ήχο... αλλά με την απουσία που βροντάει στις φλέβες σου... 

bricks

Παρασκευή, Μαΐου 01, 2026

ο τόπος της ένδειας είναι καταραμένος τόπος...


όταν πάψει να θεωρεί κανείς τα όντα, άρα και τον εαυτό του, ως έχοντα ρόλο σε μια ευρύτερη κοσμική τάξη ή θεία οικονομία, τι απομένει; 

απομένει άραγε ο ‘αποδεσμευμένος’ άνθρωπος;

ο ‘απελεύθερος’ άνθρωπος;

ο ‘αυτονομημένος’ άνθρωπος;

ή μήπως ο απόλυτα ενδεής και προσδεής άνθρωπος;

τα ερωτήματα δεν έχουν τόπο άλλο από αυτόν που τα πετάει κάθε φορά η ανάδυση του πυρωμένου καρφιού… θα μείνουν εκεί ώσπου να βυθιστούν και πάλι στο γνόφο του ασυνειδήτου για να αναδυθούν σε ένα ‘κάποτε’ μαζί με το άλγος της απορίας…

η ατοπία του στοχασμού δεν οφείλεται στο ασύνορο άγνωστο και άγνωρο που τα σκεπάζει όλα σαν πρωινή καταχνιά… ο στοχασμός έχει την ευγένεια του καλόκαρδου ανθρώπου που δεν θα εισέλθει ποτέ απρόσκλητος ακόμη και στο άδειο σπίτι… 

πετώντας τον εαυτό μας από το στερέωμα του κοσμικού είναι, τι επιτύχαμε τελικά;

να μείνουμε α-όριστοι… 

να γίνουμε απροσάρμοστοι…

να γίνουμε αν-εξέταστοι…

να είχε δίκιο άραγε εκείνος ο παράξενος άνθρωπος με το δυσαρμονικό σουλούπι και τη θεία ψυχή που είπε κάποτε πως ο ανεξέταστος βίος είναι αβίωτος για τον άνθρωπο;

ή μήπως τον χλευάζουν μέσα στους αιώνες οι επίγονοι όσων ψήφισαν τη θανατική του καταδίκη; 

όταν λοιπόν πάψει κανείς να αναφέρεται κάπου, σε μια Αρχή, σε ένα Όλον, σε μια Τάξη τι απογίνεται;

άναρχος… ανολοκλήρωτος… άτακτος…

και πιάνουν έπειτα δουλειά οι περίσκεπτοι ‘μάγοι’ του feel well, live better… και των ‘υπναγωγών’ που σε ναρκώνουν γρήγορα σε μια μακαριότητα αναισθησίας, αναλγησίας και ακηδίας…

Σάββατο, Απριλίου 18, 2026

Ζήτημα ύψους...

[κάποιες σκέψεις…]

Nicholas Javed
Come and Get Me

 

Θεωρώ ότι δεν είμαι εκτός πυρήνα αν ισχυριστώ ότι βάσει του ελληνο-ρωμαϊκού κοσμοειδώλου –σε μια αναγκαστικά πεπλατυσμένη και γενικευμένη θεώρηση- ο ‘κόσμος’ ισορροπεί ή ανισορροπεί μαζί με τον άνθρωπο. Η ατομική ευθύνη είναι ταυτόχρονα και συλλογική, η κοινοτική είναι ταυτόχρονα πολιτική και η πολεμική είναι μαζί και επιβιωτική-ειρηνική. Τούτο, σε μια πρόχειρη συλλογιστική, σημαίνει απλά πως ο μη στρεφόμενος ένδον αλλά ο καλά αγκυρωμένος από την Τάξη και την Ιεραρχία άνθρωπος δεν είχε να φοβηθεί ή να απελπιστεί από τίποτε αφού δεν επρόκειτο για την εξύψωση ή καταποντισμό του ‘εαυτού’ αλλά το προχώρημα, την προαγωγή του Όλου. 

Μπορεί να το κατανοήσει αυτό ο μετά τον Λοκ άνθρωπος, ο μετά την περίφημη ‘αποδεσμευμένη νόηση’ άνθρωπος; Μπορεί ο σημερινός άνθρωπος, όλοι εμείς οι δοξολόγοι του εκφρασιοκεντρισμού να κατανοήσουμε ότι κάποτε ο κάθε ένας, η κάθε μονάδα, το ‘άτομο’ ήταν υπεύθυνο για το Όλο, όχι γιατί εκπαιδεύτηκε, έμαθε και εφαρμόζει στην πράξη αλλά γιατί γεννήθηκε και ζει έτσι και όχι διαφορετικά; 

Για να ξεκαθαρίσω το τοπίο, δεν είμαι καθόλου ενάντια στον ‘έλλογο πράκτη’ του υποκειμενιστικού σύμπαντος. Δεν θα είχαμε ούτε επιστήμη ούτε τέχνη, δεν θα είχαμε καμιά θεώρηση αυτονομίας διαφορετικά. Οι άνθρωποι του χθες ζούσαν υπό την απόλυτη ετερονομική αρχή της ‘αλυσίδας’ που ενώνει τα πάντα, από το πετραδάκι στην παραλία ως τον Μέγα Όλυμπο… όμως η αναστροφή του κώνου τείνει πλέον να καθορίσει και τον πάταγο της πτώσης του.

Ο έλλογος και υπεύθυνος, ο μετα-μετα μοντέρνος αυτονομημένος και ‘δικαιωματικά’… δικαιωμένος άνθρωπος δεν έχει αναφορές άλλες από τον εαυτό του. Ας σκεφτεί κανείς πόσο τρομακτικό είναι αυτό… το ρίγος είναι αρκετό να δικαιολογήσει την πανούκλα της κατάθλιψης και των κρίσεων πανικού. 

Η απάντηση δεν είναι η εκ νέου αναστροφή κανενός κώνου. Η απάντηση, υποχρεωτικά πλέον –και μετά τον Αυγουστίνο και τους Καππαδόκες Πατέρες οπωσδήποτε- θα δοθεί πάλι ένδον… εκεί στραφήκαμε κάποτε, από κει ξεχύθηκε η κόλαση, εκεί θα αναζητηθεί η απάντηση…

Ζήτημα ύψους είναι, πράγματι… και βάθους… γιατί μετά τους ψυχαναλυτές μάθαμε ότι έχουμε και ‘εσωτερικό βάθος’… ζήτημα ιλίγγου είναι… και αντοχών να τον αντέξουμε… ποιον; 

Τον εαυτό μας ίσως που ‘έριξε μπόι’ μεγαλύτερο απ’όσο του αναλογούσε…

Κυριακή, Απριλίου 12, 2026

Το περπάτημα στο κενό...




Π
ερπατούσαν μέσα στη σιωπή. Όχι την εσωτερική. Οι σκέψεις, εργώδεις και ακάματες δεν τους άφηναν στιγμή σε κάποια αδράνεια.
Είχαν να συναντηθούν πολύ καιρό και απολάμβαναν ο ένας την παρουσία του άλλου. Το να απολαμβάνεις την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου είναι μια εμπειρία ανεκτίμητη και μπορεί να σε ευεργετήσει πολλαπλά. Είναι σαν θεραπεία, σαν πλύσιμο ψυχής, σαν κάθαρση. Καθώς όταν δεν υπάρχει η ένταση της ερωτικής διεκδίκησης ούτε η αγωνία για την προσποίηση, την υπόκριση, την παράσταση για την ικανοποίηση των εικόνων, όλα είναι όμορφα και ροϊκά. Ο κάθε ένας είναι… απλά είναι και όντας ελεύθερος να είναι, μπορεί να εκδιπλώσει σκέψεις και συναισθήματα χωρίς την τρομοκρατία της επίκρισης.

Κάποια στιγμή σταμάτησαν και κάθισαν σε δυο μοναχικές καρέκλες μιας καφετέριας που ήταν κλειστή. Ίσως να ήταν εκτός λειτουργίας πια καθώς η ώρα δεν ήταν τόσο προχωρημένη για να δικαιολογεί αυτή την εγκατάλειψη. Όμως αυτές οι δυο καρέκλες έμοιαζαν να έχουν τοποθετηθεί εκεί γι αυτούς. Κάθισαν και είχαν θέα στον ήσυχο κόλπο. Υπήρχε ακόμη νηνεμία αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ. Σιγά σιγά σηκωνόταν μια νυχτερινή αύρα από τα δυτικά.
 
Η ήττα… αυτή μάς κατέστρεψε… είπε ξαφνικά εκείνη και στο άκουσμα των δυο τόσο δυνατών λέξεων μελαγχόλησε… δυο βαριές λέξεις που σε μια τόσο μικρή φράση – έστω κι αν υπήρχε παύση ανάμεσα - έμοιαζαν με κοτρώνες δεμένες με σχοινί που την βύθιζαν.

Δεν μας κατέστρεψε η ήττα, της αντιγύρισε εκείνος λες και ήθελε να πιάσει το σχοινί και να τραβήξει την πέτρα προς τα πάνω. Η ηττοπάθεια μας κατέστρεψε… αυτή ίσως… Ήξερε πως έπρεπε να της μιλήσει, να της αναλύσει τα δεδομένα, να της κρατήσει την προσοχή ενεργή… αυτό συμβαίνει όταν πάψουμε να είμαστε σιωπηλοί. Το δώρο της επικοινωνίας όταν μιλάμε φωναχτά είναι πως ακούμε τον εαυτό μας και αυτό είναι μια πιστοποίηση ύπαρξης, ανάσας, συνέχειας… αφού μπορούμε να ακούμε, να μιλάμε, να επικοινωνούμε με άλλους, δεν είμαστε αποκλεισμένοι, η ελπίδα είναι ζωντανή, έχουμε ακόμα ανοιχτό τον δρόμο μπροστά μας. Ξέρεις λοιπόν ποια είναι η βασική διαφορά της ήττας από την ηττοπάθεια; Η πρώτη είναι αφετηρία αλλαγών που μπορούν να σε βγάλουν στο ξέφωτο. Η δεύτερη είναι όταν έχεις εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να βρεις το ξέφωτο και έχεις χαθεί στο σκοτάδι του εαυτού σου. Φοβόμαστε την ήττα αλλά θα έπρεπε να ανησυχούμε για την ηττοπάθεια. Και δεν μπορούμε να πάψουμε να ανησυχούμε, κάθε μέρα, κάθε στιγμή… τόση ενέργεια, αν το καλοσκεφτείς, τόση ενέργεια σπαταλημένη για να σηκώνουμε την κοτρώνα από το βυθό για να μην μας παρασύρει… και την ίδια στιγμή έχουμε τα φτερά μας κλειστά… και αυτά ατροφούν, ξεφτίζουν, πεθαίνουν… γι’ αυτά θα έπρεπε να ανησυχούμε…

Έμεινε σιωπηλή εργαζόμενη τα όσα είχε ακούσει… τη συναντούσαν μέσα της αλλά από την άλλη, δεν μπόρεσε να μην ξεφυσήσει απελευθερώνοντας συσσωρευμένη πίεση… Οι σκέψεις αυτές δεν ήταν πρωτότυπες, δεν ήταν μια συνταρακτική αποκάλυψη. Όλα τούτα τα είχε σκεφτεί κι εκείνη πολλές φορές. Όμως, έχει διαφορά να τα ακούς από κάποιον άλλο. Ακόμα και η μεγαλύτερη κοινοτοπία μπορεί να σε σοκάρει όταν ειπωθεί την κατάλληλη στιγμή από τον κατάλληλο άνθρωπο. Είναι σα να ξεκλειδώνουν οι λέξεις ό, τι περιέχουν και επιτρέπουν την εισδοχή σε βαθύτερους πυρήνες του είναι. Λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά, αγάπη, ζωή, θεός, θάνατος, μοναξιά, μπορούν για χρόνια ολόκληρα να είναι σύμβολα πάνω στο χαρτί, απλοί κώδικες συνεννόησης και ξαφνικά να αποκτήσουν ένα τρομερό περιεχόμενο, να λάμψουν σαν μαγικά τάλισμαν φορτισμένα με την προαιώνια ενέργεια που ήρθε η στιγμή να δείξει τη δύναμή της…

Νομίζω ότι μας κάνει καλό που συζητάμε, έτσι δεν είναι; τη ρώτησε.
Ναι… μερικές φορές αισθάνομαι πως ξεδιψάω από τούτες τις συναντήσεις μας και όταν περάσει καιρός που είμαστε χώρια, η δίψα με καταλαμβάνει ξανά… σιωπηλά όμως και ύπουλα…
Ξέρω τι εννοείς, της είπε με ειλικρίνεια. Όλοι οι μοναχικοί άνθρωποι θα συμφωνούσαν μαζί σου. Κι όμως, είναι οι μοναχικοί που εκτιμούν περισσότερο απ’όλους τη σημασία της επικοινωνίας. Κάθε λέξη είναι ακριβή, κάθε συλλαβή ακόμα… μετά από χρόνια καταλαβαίνει κανείς πόση αξία έχει η ουσιαστική επικοινωνία και αναρωτιέται για τα νεανικά του… φεστιβάλ φλυαρίας!
Ήσουν κι εσύ φλύαρος στα νιάτα σου; τον ρώτησε θέλοντας να τον πειράξει λίγο. Αποκλείεται. Δεν το πιστεύω.
Ναι, μιλούσα πολύ, ρωτούσα συνεχώς, δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου. Όμως άκουγα κιόλας. Πήγαιναν μαζί αυτά.
Από τότε;
Σχεδόν από τότε.
Ήσουν δηλαδή ένας νέος με… γεροντική σοφία;
Θα έλεγα μάλλον πως ήμουν ένας γέρων που τους ξεγελούσε όλους η νεανική του εμφάνιση.

Γέλασαν εγκάρδια. Εκείνος έβγαλε να καπνίσει. Τον παρακολουθούσε σιωπηλή.

Απόψε… νομίζω είσαι περισσότερο σιωπηλός απ’ό,τι συνήθως… ίσως σε μελαγχόλησα εγώ με τον αφορισμό μου… για την ήττα εννοώ… του είπε.
Ξέρω πως τούτο το γεγονός σε απασχολεί χρόνια τώρα… το θυμάμαι από τότε που πρωτοανταμώσαμε κιόλας… μιλούσες απλά με μεγαλύτερο πάθος για ‘τα ενάντια’ και για τα ‘δίπολα’ τότε… είχες όμως εισχωρήσει ήδη βαθιά στην ερμηνεία των συμβόλων και βέβαια αυτές οι καταδύσεις δεν μένουν χωρίς συνέπειες.
Ναι… εγώ τις έλεγα ‘καταδύσεις’, εσύ προτιμούσες να τις λες ‘καταρριχήσεις’… υπάρχει μια σημαντική διαφορά που την κατάλαβα καιρό μετά.
Και τι ανακάλυψες;
Πως η μέγιστη διαφορά τους είναι… η βαρύτητα… ή μάλλον, η άνωση… τούτο που είναι προφανές σε μια κατάδυση είναι απόν στην καταρρίχηση… αντίθετα εκεί κυριαρχεί η βαρύτητα…
Και τι είναι αυτή η άνωση που ανέφερες; τη ρώτησε.
Η αντίσταση του είναι να προδώσει τα μυστικά του. Η άρνηση ενός βαθύτερου τμήματός μας να αποκαλύψει πράγματα, να φωτίσει διαμερίσματά του, να μας βοηθήσει…
Η άρνηση, επανέλαβε εκείνος συμφωνώντας.
Ναι… στην κατάδυση επιχειρούμε εμείς την ψηλάφηση στα έγκατα, στην καταρρίχηση έχουμε την απρόσμενη συνδρομή της… βαρύτητας του είναι. Θυμάμαι πως το είχες αναλύσει αυτό κάποτε αλλά δεν είχα κατανοήσει σχεδόν τίποτα. Όλα αυτά μου φαίνονταν ασκήσεις επί χάρτου περισσότερο παρά βιώματα από… το μέτωπο.
Και ως βαρύτητα του είναι τι ορίζεις λοιπόν;
Ότι ναι μεν στην καταρρίχηση υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ‘τραυματισμού’, να γκρεμιστείς από ένα μεγάλο ύψος, να τσακιστείς, να χαθείς για πάντα, όμως μπορείς να εκμεταλλευτείς τον παράγοντα της μνήμης και του χρόνου. Ενώ στις καταδύσεις αυτός είναι εχθρός, εδώ είναι σχεδόν ‘φίλος’.
Και την άνωση όμως μπορείς να την εκμεταλλευτείς, σωστά; συνέχισε εκείνος και ένιωσε πως η βραδιά είχε αρχίσει να ζωηρεύει.
Δεν ξέρω… δεν το έχω επιτύχει ακόμα αυτό… πώς μπορείς;
Αν πάψεις να αντιστέκεσαι.
Ναι… αλλά…
Αν ‘υποκριθείς’, αν ‘προσποιηθείς’ πως είσαι ένα ‘νεκρό φορτίο’… τότε θα επιταχύνεις την κατάδυσή σου…

Δεν του είπε τίποτε.

Σου αρέσουν τα καρτούν;, τη ρώτησε ξαφνικά
Ναι, απάντησε χαμογελώντας εκείνη.
Θυμάσαι εκείνα με τον road runner και το κογιότ; Που σε όλα τα επεισόδια το κογιότ τον κυνηγά, επινοεί τρόπους να τον γραπώσει αλλά ο road runner πάντα κερδίζει;
Ναι, βέβαια… είναι από τα αγαπημένα μου… και συμπαθούσα πάντα το κογιότ…

Με ένα του νεύμα συμφώνησε κι εκείνος.

Θυμάσαι κάποιες σκηνές που το κογιότ τρέχοντας, περνάει την άκρη ενός γκρεμού, συνεχίζει να τρέχει στον αέρα και ξαφνικά… πέφτει στο κενό;
Ναι, βέβαια…
Έχεις παρατηρήσει πότε πέφτει; Μπορείς να ανακαλέσεις αυτές τις σκηνές;
Ναι… πέφτει όταν… συνειδητοποιεί τι του συμβαίνει…
Μερικές φορές σ’αυτά τα καρτούν κρύβονται ολόκληρα μαθήματα εσωτερισμού που θα χρειάζονταν ώρες ανάλυσης. Πράγματι λοιπόν, το κογιότ γκρεμίζεται ακριβώς τη στιγμή που ‘επιστρέφει’ από το ταξίδεμά του… ας πούμε τη στιγμή που η εγρήγορσή του επαναδιατυπώνει τις συντεταγμένες του πραγματικού κόσμου… ενώ για λίγο η βαρύτητα είχε εξαφανιστεί, οι φυσικοί νόμοι επιστρέφουν και…
Σε όλα τα καρτούν υπάρχουν ανάλογες σκηνές νομίζω, είπε εκείνη. Θυμάμαι τώρα κάποιες με το Μπάγκς Μπάνι, το Ντάφι και άλλους. Άρα, είναι κάτι που έχει μια μεγαλύτερη σημασία. Σωστά;
Οι δημιουργοί αυτών των ταινιών ήξεραν πολλά περισσότερα από όσα νομίζουμε. Πίσω από τις ξεκαρδιστικές περιπέτειες των ‘αφελών’ πρωταγωνιστών, κρύβονται αλήθειες για πολλά θέματα που αργότερα συνειδητοποιούμε. Όπως ακριβώς τα μεγάλα παραμύθια, όπως η Χιονάτη, είναι συγκλονιστικές και ολοκληρωμένες αφηγήσεις μυητικού χαρακτήρα. Αυτές οι ταινίες με τα κινούμενα σχέδια, δίνουν στους δημιουργούς βαθμούς ελευθερίας έκφρασης που δεν έχουν σε άλλα πεδία.
Αυτό όλο δεν μοιάζει με την παραίνεση του Δον Χουάν στον Καστανέντα πάνω από τον γκρεμό; Όταν του λέει ‘πέτα, έχεις φτερά, άνοιξέ τα και πέτα’; Δεν θυμάμαι ακριβώς τι συνέβη και πώς αλλά…
Κάπως έτσι… αλλά ας μην το ανοίξουμε όλο το θέμα απόψε καθώς είναι τεράστιο… ας γυρίσουμε στην κατάδυση…
Στην προσποίηση πως είμαι ένα ‘νεκρό’ φορτίο και βυθίζομαι;
Ακριβώς… είναι κάτι ανάλογο με το περπάτημα του κογιότ στον αέρα… μονάχα που εδώ συνειδητά ξεγελάμε το νου… αυτή είναι η διαφορά…
Και ο νους ξεγελιέται;
Για λίγο… όσο μας χρειάζεται για να καταδυθούμε σε κείνους τους πυρήνες που υπάρχει το έμπυρο υλικό που μας ενδιαφέρει. Εάν χάσουμε την αυτοσυγκέντρωσή μας όμως…
Ο νους θα μας πάρει χαμπάρι…
Και βέβαια θα μας ανεβάσει ξανά στην εγρήγορση… όπως αντίστοιχα αλλά αντίστροφα κάνει με το δύστυχο το κογιότ… το επαναφέρει στην τάξη και…
Πάρτον κάτω…
Ναι…
Ακούγεται εύκολο αλλά δεν είναι…
Αλήθεια… είναι ‘εύκολο’ μονάχα όταν κοιμόμαστε… εκεί όμως εισερχόμαστε στις περιοχές του ασυνειδήτου, των ονείρων κλπ. Αλλά είναι κάτι ανάλογο βέβαια.
Δηλαδή η κατάδυση τελικά είναι ένα είδος διαλογισμού;
Ένας ‘ονειρικός διαλογισμός’ θα μπορούσα να πω. Όμως και αν δεν έχει απόλυτη επιτυχία δεν πειράζει. Δεν έχουμε Ολυμπιακούς Αγώνες εδώ για να διεκδικούμε μετάλλια. Εργαζόμαστε με το είναι μας και το κάνουμε όταν και αν και όσο θέλουμε… μερικές φορές η εργασία γίνεται από μόνη της…
Όλο αυτό μου θυμίζει και τον Επίκουρο… ‘λάθε βιώσας’… μια μυητική ανάγνωση του Επίκουρου είναι αυτή η δράση της… παραφύλαξης; …νομίζω πως συνδέονται όλα αυτά…
Φυσικά συνδέονται… επειδή δεν έχουμε εποπτεία του δικτύου δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει… αν δεν συνδέονται τότε εμείς τώρα δεν είμαστε εδώ, δεν υπάρχουμε… όχι θεωρητικά, δεν υπήρξαμε ποτέ… όμως νομίζω πως είπαμε αρκετά γι απόψε…

Είχε περάσει η ώρα. Έπρεπε να αποχαιρετιστούν. Σηκώθηκαν και περπάτησαν ξανά σιωπηλοί μέσα στη νύχτα.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026

Ποια ετοιμότητα;

Sleepwalker
hardibudi
  
Κ
άθε φορά που καταπιάνομαι με τούτο το θέμα, το αγαπημένο μου μπορείς να πεις, (εδώ) μου έρχεται στο νου, θέλω δεν θέλω, εκείνη η ‘επιστράτευση’ του Καζαντζάκη… τι είναι η ζωή, λέει, ρώτησαν κάποτε έναν σπουδαίο και μεγάλο… με μια λέξη απάντησε, ‘επιστράτευση’… το μνημονεύει τούτο ο ιδιόρρυθμος συλλέκτης διαμαντιών και μεγάλος διανοητής (πέρα από τα υπόλοιπα) και το υιοθετεί… γιατί και η δική του ζωή δεν στάθηκε τίποτε άλλο από μια διαρκής επιστράτευση… και δεν νοείται εγρήγορος νους δίχως την ‘ετοιμότητα’ που με απασχολεί τώρα εμένα… γιατί το να κάθεσαι βαρύς και νωχελικός πάνω στα σκεπάσματα και στα απαλά μετάξια σημαίνει ότι βαρέθηκες να παλεύεις και αναμένεις… τι; την ‘αρπαγή’ που αναφέρει κάπου ο Παύλος; όχι… την μαγική μετουσίωση σε ‘κάτι άλλο’, σε ‘κάποιον άλλο’; ούτε… αναμένεις απλά να σαπίσεις και να σε ανακαλύψουν απ’την αποφορά σου…
Έτσι θυμώνει ο παράξενος εκείνος Ναζωραίος που αγναντεύει με το βλέμμα Του ολόγυρα και δεν μπορεί να σταθεί ούτε στιγμή… ολόγυρα οι κοπροσκυλιασμένοι, οι ‘θεραπευμένοι’ τεμπελχανάδες, οι ζηλωτές της συμφοράς και οι ‘εκλεκτοί’ που ως και ο Άβραμ που έγινε κάποτε Αβραάμ θα έφτυνε καταγής αν τους έβλεπε. Γυρνάει το βλέμμα Του ο Ραβί και αντί να δει καρδιές που φτερουγίζουν και πνευμόνια που θέλουν να σπάσουν τους θώρακες και να πεταχτούν έξω, αντί να δει μάτια που καίνε και ανάσες που φλέγονται, συναντάει μυαλά σάπια, αναστήματα μικρά, χθαμαλές σκιές και φρόνημα ουραίο… όλοι δειλοί, όλοι απόστατοι, όλοι ζητιάνοι, όλοι χαμένοι… 
Ποια ετοιμότητα να δώσεις το ένα σου χέρι, ή το ένα σου μάτι, ή το ένα σου νεφρό για να αξιωθείς μια θέση στη λαμπρή Δεξίωση, το Μυστικό Γάμο, το Δείπνο της Αιωνίωσης;
Ποια ετοιμότητα να πετάξεις τη σάρκα σου στα σκουλήκια για να ουρανωθείς και να λογίζεσαι κι εσύ άνθρωπος στο πλευρό του Ανθρώπου;
Ποια ετοιμότητα να πάψεις να μονολογείς, να τραυλίζεις, να ανασαίνεις τα αδιέξοδα για να κληθείς επιτέλους στη συντροφιά των παλαιών πολεμιστών, στην ωραία ομήγυρη των αρίστων, στην εκλεκτή συντροφιά των ουρανόφτερων ψυχών;
Τη μόνη ετοιμότητα που αξιώνεσαι είναι αυτή που κέρδισες με χρόνια μόχθου και απληστίας… του ύπνου… 
Κοιμάσαι και λογίζεσαι ξυπνητός… έτσι νομίζεις… έτσι πιστεύεις… κοιμάσαι και όταν έρχεται Εκείνος που σου απλώνει το χέρι χασμουριέσαι και αρνείσαι το διάλογο με το Υπέρλογο… εσύ και ο Λάζαρος ο ‘τετραήμερος’ δεν έχετε καμιά διαφορά… όζει το σάβανο εκείνου, όζει ο στοχασμός ο δικός σου…
Και ο Διδάσκαλος δεν συλλέγει ψυχές… συλλέγει στοχασμούς… και ελεύθερους ανθρώπους…
Ποια ετοιμότητα πάει να πει;
Μέσα στο κέλυφος χώρεσες μια χαρά… και ας χτίζουν ό,τι θέλουν αυτοί απ’έξω…

Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

Αγαπημένα ονόματα

 


Ο

ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.

Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.

Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.

Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.

Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.

Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.

Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.

Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.

Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.

Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.

Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…

Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.

Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.

Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.

Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.

Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…