Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2026

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει...


Τι έχει συμβεί;

Ποιον έχουμε συνέχεια στο κατόπι;

Ποιον κοροϊδεύουμε;

Και τι νομίζουμε πως μάθαμε ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια;

 

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει

Παρά μονάχα όταν ο κίνδυνος γίνει η ανάσα του

Και όταν το λυγρό σκοτάδι 

γίνει ο ήλιος της ζωής του

Η λέπρα

Η σύφιλη και η χολέρα

Ο τύφος και η πανούκλα

Οργώσουν το σώμα και το πνεύμα του

Σβήσουν το φως από τα μάτια του

Σκοτώσουν τις λέξεις των ποιητών

Και αφανίσουν τα ρόδα απ’τις μετώπες των ναών

 

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει

Από τα βάσανα του χθες

Από τις αφηγήσεις των παλαιών

Από σελίδες ιστορίας που σάπισαν 

Στις βιβλιοθήκες

 

Μαθαίνει μονάχα με το μαχαίρι στα δόντια

Με το χτυποκάρδι στο σεντόνι

Με το άγγιγμα του θανάτου στο αίμα

 

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει

 

Για να μπορεί να επιβιώνει

Για να μπορεί να λησμονεί

Για να μπορεί να μεγαλώνει

 

Για να μπορεί να ψεύδεται

Για να μπορεί να ερωτεύεται

Για να μπορεί να υπάρχει

 

Εκείνος που έμαθε και δεν ξεχνά

Τριγυρνά σαν τον Εφέσιο ανάμεσα στους ερειπιώνες

Και περιμένει αδέσποτα σκυλιά

Να τον σπλαχνιστούν

Να τον κατασπαράξουν…

 

Τι έχει συμβεί;

Τι υπήρξε κάποτε;

Τι ξημερώνει;

 

Λες δεν το αρνούμαι

όμως δεν είμαι πια τυφλός

παρά μονάχα για τα όνειρά μου

 

και βοηθάς τον ήλιο να σηκωθεί 

άλλη μια μέρα…



Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2026

Όσο ακόμα βλέπεις!


να μην
φοβάσαι το βρυαρό του αίματος
που πλένει όλες τις νύχτες
τις άδειες από έρωτα

να ικανωθείς
να δεις
και να γευτείς
αντίθετα
απ’όσα σου λέει ο εχθρός
που οικέτης έγινε
στο στήθος

να  μην
ξιπάζεσαι
και το πρωί αρχίζεις τις σκέψεις
με ένα ‘εγώ’
κι όταν οργασμικά οι νύχτες
σε πνίγουν
από τρόμο
ψελλίζεις
‘οι άλλοι’

να μην
στερεώνεις τίποτα στον ουρανό
θα πέσει
θα συντριφτεί στο έωλο
του αρχαίου σου είναι
και ο πόνος
δεν θα είναι στους βολβούς
στα μάτια
στην όραση

ο πόνος
θα είναι η αιώνια τύφλωση
κι αυτό αρνήσου το
όσο ακόμα βλέπεις!




PLANETA MUNDO

 grENDel ART João Martins

Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2026

Γραώδεις μύθοι

 


 

Ε

ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ! 

Κι όμως υπήρξε!

Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!

Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους. 

Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι. 

Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.

Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].

Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’. 

 

Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

 

Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.

Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.

 

Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!

 

Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.

 

Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.

 

Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!

 

Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…

 

Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…

Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2026

Ντεσπεράντος...


Έτσι κι αλλιώς, είμαστε ανολοκλήρωτες ιστορίες… λέξεις σε επικλήσεις βλάσφημες ενός αρχαίου γίγαντα που στέκει φύλακας του Άδειου έξω από την Μεγάλη Μήτρα, την Ιερή Σπηλιά.

Λέξεις είμαστε που δεν έγιναν προτάσεις, που δεν πρόλαβαν να γίνουν Λόγος και αιωρούνται αιώνια στο ατέρμονο, αφιλόξενο σύμπαν…

Έτσι κι αλλιώς είμαστε ξένοι…

Γεννηθήκαμε από τη πρόστυχη ονείρωξη του Όντος να υπάρξει, να εκδηλωθεί, να μοιράσει το λίπος του σε όλες τις διαστάσεις.

Και κάποια στιγμή, στο μισοφαγωμένο κάποτε, τούτη η ονείρωξη μπερδεύτηκε με τον ευγενικό χορό των άστρων… μολυνθήκαμε από ζωή… και δεν ξέραμε πώς είναι να ζει κανείς…

Περιπλανιόμαστε…

Κι έχουμε στο χτες αφημένες χίλιες αιωνιότητες που δεν ξέραμε τους εαυτούς μας…

Κι έχουμε στο σήμερα, εκτάσεις από εγωικές πόρνες λαγνείες για το Χρόνο…

Κι έχουμε στο αύριο ένα κορμί που καίει από τις πυρογραφίες του Ονειρουργού…

Περιπλανιόμαστε και πονάμε…

Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι θα επιβιώσουν από τη ζωή... Ισως κανένας...

Πολύ λιγότεροι όσων θα επιβιώσουν απ το θάνατο...

Αν εξαιρέσεις το θαυματωμένο Απρόσμενο του ερωτικου λυγμού είμαστε πεντάρφανοι...
Ντεσπεράντος στη Γη των Πρώην Εκλεκτών...
Κι όμως, δεν πειράζει
Όσοι απο εμάς τα καταφέρουν θα αφηγηθούν την αρχη του κόσμου στους σπλαχνικούς αιμοδότες των Ονείρων...

Το τέλος του κόσμου όμως δεν πρόκειται να το ψελλίσει κανείς...
Από τον αρχαίο τρόμο... πως ό,τι εκφράζεται, ό,τι ιστορείται, ό,τι μιλιέται ανοιχτά
έχει ήδη γίνει...

Και δεν μας περιέχει πια...

Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

Αγαπημένα ονόματα

 


Ο

ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.

Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.

Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.

Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.

Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.

Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.

Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.

Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.

Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.

Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.

Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…

Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.

Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.

Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.

Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.

Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…

 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2026

Η αλήθεια και το ξίφος...

Mikko Lagerstedt,  Stranger

 

Όταν  γυμνάσει κανείς τη συνείδησή του,

αυτή τον φιλάει την ίδια στιγμή που τον δαγκώνει

Φρ. Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό


Ώ

στε αυτό σημαίνει να διέρχεσαι την μεγάλη, παγωμένη νύχτα. Σα να βρίσκεσαι ξαφνικά, άγνωστο πώς, καταμεσής σε ένα αρχαίο, απολιθωμένο δάσος που έχει πια από αναρίθμητους αιώνες εγκαταλειφτεί από χλωρίδα και πανίδα και κατοικείται μονάχα από σκιές. Σκιές και φαντάσματα ειναιικά και χλoμές, παράξενες ανταύγειες από συνειδήσεις που υφέρπουν σε σχηματισμούς του εδάφους, κρύβονται κι εμφανίζονται ξανά και νομίζεις πως ακολουθούν το κάθε σου βήμα.

Όχι, σκέφτεσαι με φρίκη, δεν ακολουθούν, μιμούνται το κάθε μου βήμα.

Και τώρα… τι γίνεται τώρα; Πώς βγαίνει κανείς από αυτό τον αφιλόξενο κόσμο;

Γρήγορα, ακούς τη λαχανιασμένη σου σκέψη, γρήγορα γιατί κάθε λεπτό που περνά σε πλημμυρίζει η λήθη.

Ο βασιλιάς από όλους τους ριγώδεις εφιάλτες που έχει κάθε έλλογο ον, πως ξυπνά μια μέρα και δεν θυμάται τίποτα. Και τούτο το εγκατιαίο ρίγος δεν σταματά στα αντικείμενα ή στα βιώματα. Η λήθη σαν καρκινική εξαλλαγή έχει κάνει μετάσταση στον ίδιο τον πυρήνα του είναι σου. 

Χάνεις τον εαυτό σου… χάνεσαι… αφανίζεσαι… 

Ο κρύος ιδρώτας είναι το πρώτο αλλά όχι και το χειρότερο από όσα σωματοποιούνται στην συνειδητοποίηση αυτής της φρικαλέας συνθήκης.

Πώς είναι άραγε να είσαι χωρίς… εαυτό; 

Κι αρχίζεις να τρέχεις…

Η νύχτα προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μέρας και την αυγή μιας επόμενης. 

Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, υπήρχε αλώβητη η ετερότητα.

Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, το Εν δεν ενοχλείτο από την μετουσίωση του φθαρτού σε άφθαρτο ούτε του έγχρονου σε άχρονο. 

Κάποτε, πριν τη μεγάλη παγωμένη νύχτα, ο φορέας του ψεύδους είχε ρωγμές και τραύματα, είχε πληγές που το αίμα δεν στέγνωνε και το ίδιο το κορμί του φλεγόταν από τη φανέρωση και την αποκάλυψη.

Μα τώρα, ο λαιμοδέτης χρόνος σε περισφίγγει τόσο που κόβεται η αρχέγονη ανάσα. 

Τώρα που δεν μοιράζεσαι πια ανάμεσα στο δυνάμει και στο ενεργεία, εκμηδενίζονται οι ελπίδες σου για τον ενικό εαυτό που θα πυργωνόταν πάνω  απ’τη φθορά. 

Τώρα η συνείδηση δεν είναι το γλυκό χαμόγελο της ημέρας που θέρμαινε τα σωθικά σου αλλά το σκληρό δάγκωμα της οχιάς στο λαιμό σου.

Τώρα δεν γεύεσαι πια πώς είναι να ζεις ανάμεσα στους Πρεσβύτερους αλλά αναλώνεις το είναι σου και πεθαίνεις. 

Τώρα έχεις εγκαταλειφτεί και τρέχεις

Στον ίδιο απελπισμένο τόνο που χτυπά ο χρόνος τα δευτερόλεπτα, χτυπά και η καρδιά του μοναχικού πολεμιστή. Του ριγμένου στο πεδίο, του αφημένου, του απαρηγόρητου, του πρίγκιπα της μοναξιάς.

Δεν έχει πια νόημα να τρέχεις. Σταματάς. Η καρδιά σφυροκοπάει μέσα στο στήθος, η ανάσα παλεύει να βρει ένα ρυθμό κανονικότητας. Όλος ο οργανισμός ανασυντάσσεται.

Ολόγυρα ανασαίνει ο εφιαλτότοπος. Μέσα στον πολεμιστή αναδεύονται οι ριπές του μνημονικού υλικού που έχει ορθώσει ανάστημα και διεκδικεί το απόλυτο. Τα χέρια χώνονται στη γη, τα χείλη στεγνώνουν, τα μάτια κλείνουν. Καμιά κραυγή δεν αναδύεται από τα βάθη του είναι. Η σιγή του ερημότοπου αυτού γίνεται σταδιακά σιωπή εσωτερική και δηλητηριάζει όλα τα επίπεδα της ύπαρξης. Φτάνει βαθιά, ως το αρχέγονο, το αρχιγέννητο, το πρώτο δευτερόλεπτο που η ύπαρξη στερεώθηκε σε σώμα και ψυχή κι αντίκρισε τον εξώχωρο.

Δεν είναι πια λόγος να κινείσαι. 

Δεν έχει στερέωμα ελπίδας πάνω απ’το κεφάλι σου.

Όλο το νόημα έχει ρουφηχτεί απ’το παράλογο. 

Κι αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. 

Υπάρχει αυτό που έμελλε να είναι.

Ένα διάνυσμα με αρχή την πνοή του Ενός και τέλος το Αχανές.

Ένα βέλος που βλέπει πάντα προς το Αχανές.

Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, δεν υπήρχε απ’την αρχή. 

Όλα όσα προστέθηκαν αργότερα τώρα έχουν αφανιστεί.

Παραμένει το γυμνό άνυσμα.

Η τελευταία ελπίδα. 

Μπορεί κανείς να ελπίζει όσο μπορεί να προσανατολίζεται. 

Το να μπορείς να προσανατολίζεσαι είναι ίσως το μόνο που απέμεινε στον  μεταπτωτικό άνθρωπο και αποτελεί ακριβό παράγωγο εκείνης της θαυμαστής ενδοδομής που αποκαλώ συνεχές του εαυτού.

Μετά την πτώση ο άνθρωπος περιέπεσε στην κατάσταση του ονειρέματος αλλά διατήρησε ελάχιστες ιδιότητες από το συνεχές. Όπως την ικανότητα να προσανατολίζεται οργανισμικά, δηλαδή ψυχο-πνευματο-σωματικά κάτω από οιαδήποτε περίσταση.

Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι σημαίνει πως διατηρείς ακέραιες τις όποιες ελπίδες σου να δεις την αυγή μιας νέας ημέρας. 

Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι πιο συγκεκριμένα, σημαίνει πως έχεις ακόμα στην οργανισμική σου σκευή το νου σου καθαρό και αμόλυντο, τη ψυχή σου σε εγρήγορση και το σώμα σου σε ετοιμότητα.

Όμως όλα τούτα δοκιμάζονται πολύ έντονα όσο βρίσκεσαι σε τούτον εδώ τον αλλό-τοπο. Γιατί η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα είναι ο κόσμος όπου ο πολεμιστής εγκαταλείπεται από τις παραστάσεις του Γνωστού και βυθίζεται σε μια ημί-ρευστη κατάσταση αντιληπτικής μέθης. 

Και η μέθη αυτή είναι το έσχατο πεδίο πριν τον αφανισμό. 

Ποια είναι η απάντηση; Ποια είναι η λύση; Υπάρχει έξοδος από αυτή τη φρίκη; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αν υπάρχει μια έξοδος αυτή περνά μέσα από την ανασυγκρότηση του εαυτού. Και αυτή η ανα-συγκρότηση σημαίνει πως είμαι στο σημείο μηδέν και πασχίζω να κατακτήσω το ένα. Κι έπειτα το δύο κ.ο.κ. Και η μετάβαση από το ένα στάδιο στο επόμενο είναι κοπιαστική και αμφίβολη. 
Και συγκρότηση του εαυτού σημαίνει πως θα πρέπει να ομολογήσω ξανά τον εαυτό μου. Και μάλιστα ολόκληρο τον εαυτό μου. Πάει να πει να τον θυμηθώ και να τον αφηγηθώ με όσες λεπτομέρειες περισσότερες μπορώ. Τούτη η διαδικασία είναι σύνθετη και επώδυνη όμως αποδεικνύεται σωτήρια. Γιατί με τη σταδιακή ανασυγκρότηση του εαυτού, όλα αρχίζουν να αποκτούν τις διαστάσεις τους. Αυτές που είχαν και αυτές που έχουν αλλά εγώ δεν μπορώ πια να τις αντιληφθώ και να τις ψηλαφήσω.

Ο πολεμιστής δεν είναι μόνος του σε αυτή την άχαρη αλλά εξαιρετικά σημαντική εργασία. Έχει μαζί του όλες τις δημιουργικές μονάδες του σύμπαντος, έχει μαζί του την ψυχή του κόσμου κι έχει μαζί του όλες τις αναφορές του από τότε που ήταν παιδί ως την ενηλικίωσή του. Οι αναφορές αυτές ενεργοποιούνται ξανά, μία προς μία καθώς ο πολεμιστής εκτελεί το έργο της αφήγησης και ανασυγκρότησης του εαυτού. Όλα όσα κάποτε αγάπησε και όσα κάποτε τον ενέπνευσαν να εισέλθει στην ατραπό, είναι εκεί και τον στηρίζουν με την ενέργειά τους και την αλήθεια τους. 

Ο πολεμιστής έχει ανάγκη την αλήθεια για να μπορέσει να ολοκληρώσει το μεγάλο του έργο και να εξέλθει της ‘κοιλάδας των δακρύων’. Η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακόμη υπερ-διάσταση που μπορεί να υπερβαθεί.  

Η αλήθεια και το ξίφος είναι όσα χρειάζεται ο πολεμιστής για να περάσει τον σκοτεινό αυτό κόσμο και να εξέλθει νικητής και ακέραιος, σωσμένος δηλαδή, στο φως.
 
Η αλήθεια, με την οποία ο πολεμιστής διαλύει εντός του όλες τις νοσηρές εξαλλαγές των παραισθήσεων που είχε επισωρεύσει στη συνείδηση το ψεύδος και η άγνοια.

Το ξίφος, πάει να πει η αρετή της διάκρισης με την οποία ο πολεμιστής αποφεύγει όλες τις παγίδες και κόβει από τη ρίζα όλα τα μυθεύματα που σχηματοποιούνται από τη Νύχτα την κάθε στιγμή για να τον παραπλανήσουν. 

Και στενή ατραπός της εξόδου είναι πλέον ανοιχτή…

 

 

***