Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2026

Οκτώ χρόνια...

Πέρασαν 

πάνω απ’την ψυχή και το σώμα μου

όπως ένας στρατός

πάνω απ’το μαλακό χώμα

 

κι αυτό που ορθώνεται πλέον 

μοναχό

και ακέραιο

είναι το αίτημά μου εκείνο

το πρώτο

όταν ακόμα ανάσαινες

έστω και δύσκολα

αυτό που τότε ψιθύριζα τις μεγάλες νύχτες

εκείνου του καλοκαιριού

τις πιο μεγάλες της ζωής μου

 

να μην επιτρέψω να γίνεις σύμβολο

να μην καταδεχτώ

να κρυφτώ πίσω από διαφυγές

να μην σκορπίσω στους ανέμους

για να ‘θεραπευτώ’ από τον ατίμητο λυγμό του είναι…

 

κι ακόμη αδελφέ μου

το παλεύω…




Στα δυο χρόνια σου έγραψα τούτο...


Δυο χρόνια τώρα 

το φως μουδιάζει στ’απαλά σου χέρια

νομίζω αν υπήρξαν κάποτε ρυτίδες αλώβητης χαράς

έχουν χαθεί κι αυτές

 

δεν θέλω να σου γράφω στίχους πια

δεν σου χρωστώ ποιήματα

μια εξομολόγηση χρωστώ

και ο δολιοφθορέας πόνος 

με ακυρώνει κάθε φορά που την αφήγησή μου

ξεκινώ

και με σωπαίνει…

όμως είναι να γίνει 

μέσα μου έχει γεννηθεί

και τα φτερά της σαρκώνει η ετοιμότητα

να σε κοιτάζω θαρρετά

χωρίς να σε αναλώνω

και δίχως το γενναίο να υποκρίνομαι 

να σε υποδέχομαι φιλόξενα

ως και γαλήνια…

 

Δυο χρόνια τώρα

ποιος να το έλεγε

πως το φως που κάποτε αγάπησες

θα μουδιάζει στο απαλό σου χέρι…

 

 

10/8 τα στερνά γενέθλια

12/8 η εμπύρετη αναχώρηση…


shaped by a creative wind - Piet Flour

Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2026

Το πατρώνυμο του Αυγούστου



Σε εποχές ήσυχες
εσύ ανήσυχος

ραντισμένος από έναν αλήτη ήλιο 
αυγουστιάτικο
να υποδέχεσαι τις ώρες
με τη μεγαλοπρέπεια του θανάτου
και τις στιγμές
με την αγιοσύνη της ζωής

σε εποχές ύποπτες
εσύ ανύποπτος

φυλακισμένος στο σώμα
ονειρεύεσαι
τη χώρα εκείνη της άχρονης σιωπής
τη μέρα εκείνη της ραστώνης
στον καθημέριο Αρμαγεδδώνα

το πρώτο βλέμμα
το ύστατο χαμόγελο

σε εποχές φλύαρες
εσύ σιγηλός 

φέρνεις στα χέρια φρούτα
και καλοκαίρια στα χείλη
και έχεις αθανατίσει τον αέρα που αναπνέεις
και δεν λυγίζεις
στη σκέψη της αιφνίδιας αρπαγής…

σε εποχές φόβου

άφοβος εσύ… 




August

Σάββατο, Αυγούστου 01, 2026

Τραγουδώντας...


Prayer  Beppe02

 

Έτσι λοιπόν…

όλα μου τα πήρες

με αφάνισες

και τώρα με διδάσκεις

τάχα

μέσα απ’τη σιωπή

 

κι όμως

δεν ενδίδω

σκύβω για λίγο

το κεφάλι

να περάσει άλλη μια θύελλα

κρύβομαι καλά

μετράω αντίστροφα

κι επιστρέφω λίγο λίγο

σε όσα άφησα στη μέση

 

ναι

μου τα πήρες όλα

με απογύμνωσες

και τώρα 

τάχα

με διδάσκεις

μέσα απ’το αυτεξούσιο

της ερημίας

και το αυτοδικαίωτο

του ανέλπιδου

 

όμως ξέρω καλά

όλες τις λέξεις

κι όλες τις φράσεις

που περιέχουν την αγάπη

αυτές δεν μπορείς να μου τις κλέψεις

 

τις ψιθυρίζω

μυστικά

σαν προσευχή

και κάθε βράδυ

περιμένω

 

κάθε βράδυ

 

κάποτε θα έλθεις

περιμένω

 

τραγουδώντας…

Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2026

Η Ύπαρξη δεν διαλέγεται

  

Αυτός είναι ο φονιάς

Ο σφοδρός άνεμος, το θυελλικό παιδί, αυτός είναι

Με το ματωμένο βλέμμα

Και τους μαζεμένους ώμους

Μοιάζει μικρός μα δεν είναι

Κι αν είναι, μεγαλώνει γοργά

Και μια μέρα

Θα έχει στη χούφτα του έναν ωκεανό μίσους

Και στην καρδιά του

Έναν ωκεανό αγάπης

 

Αυτός είναι ο φονιάς

Αυτός που αρχίζει τη μέρα του ελευθερώνοντας τα σύννεφα

Αυτός που τελειώνει τη μέρα του προσευχόμενος στο Αείποτε

Αυτός είναι ο θεριστής. Αυτός ο ολετήρας

Αυτός είναι ο θεραπευτής. Αυτός ο σαμάνος

Αυτός είναι ο φονιάς

 

Και δεν το ξέρει…

 

Είχε κάποτε

Εκείνος που τον γέννησε

Αμέτρητες αιωνιότητες πριν

Όλη την Ύπαρξη

Είχε όλη την Ύπαρξη

Χιλιετηρίδες πριν

Μέσα στα μάτια του

Εκεί φώλιαζε ο χρόνος μαζί με τον χώρο

 

Είχε κάποτε

Αυτός που τον γέννησε

Μέσα στα σπλάχνα του

Να κουρνιάζει όλη η Ύπαρξη…

 

Ποια έβρισκες

Μικρή χαρά

Να με αποπαίρνεις;

Κάθε που κοιτούσα την ανατολή

Γυρνούσες το βλέμμα μου στη δύση

Ποια έβρισκες

Πικρή χαρά

Να με αποπαίρνεις;

 

Αυτός είναι

Γυρνάει την πλάτη του στο φως

Γυρνάει το στομάχι του

Τα μέσα έξω

Θέλει να εμέσει

Όλο τούτο τον ωκεανό αγάπης

Θέλει να ελευθερωθεί

Θέλει να απλωθεί, να υπάρξει

Επιτέλους, να υπάρξει!

Και δεν μπορεί…

 

Είχε κάποτε

Εκείνος που τον έσπειρε

Όλη την Ύπαρξη μέσα του

Και αυτή όπως η οχιά

Κουλουριασμένη στα σπλάχνα του

Περίμενε την κατάλληλη στιγμή

Να τον δαγκώσει

Να τον σκοτώσει

Και να χυθεί ελεύθερη παντού

Έτσι, ακατέργαστη

Έτσι, αμείλικτη…

 

Ποια δύναμη και ποια ηδονή

Σου έδινε όταν με τυραννούσες;

Πόση γλυκύτητα είχαν τα λόγια σου

Όταν μιλούσες για το παρελθόν…

Κι όταν αναπαυόμουν 

Νωχελικά κοντά σου

Έβρισκες την ευκαιρία να με πληγώσεις

Με κείνες τις λέξεις που στέκονταν τόσο πρόθυμα στα χείλη.

Ποια ηδονή και ποιο κουράγιο

Έπαιρνες όταν με τυραννούσες;

 

Αυτός

Που δεν ακούει πια σε φωνή άλλη

Απ’το ουρλιαχτό του ανέμου

Που δεν έχει άλλες εικόνες 

Παρά τα συντρίμματα των ιαχών του

Αυτός είναι ο φονιάς

Και δεν το ξέρει…

 

Μα ξέρω πια γιατί

Μαντεύω καλέ μου το γιατί

Πόνεσες πολύ και άδειασες

Από στοργή κι ευθύνη

Από συμπόνια και ανοχή

Πόνεσες τόσο

Που θέλησες να γίνει η ματιά σου ένα στερέωμα φωτιάς

Που θα αναλώσει όλα όσα έζησες

κι όλους όσους έζησες μαζί τους

έστω και για μια στιγμή

το ξέρω τώρα

ξέρω τι σου έκλεψε το βλέμμα

τι σου πήρε το φως από τα μάτια

ξέρω τι σε σκοτείνιασε καλέ μου

και ένιωθες καλά μόνο σαν χάιδευες μέσα στην παλάμη σου

εκείνο το μαχαίρι…

 

Αυτός

Είναι το στερνό πρωινό

Το καταραμένο βράδυ

Αυτός

Είναι η ανάσα και το χάδι

Αυτός

Είναι η ένδεια του ήλιου

Η μαύρη καλοσύνη της νύχτας

Αυτός

Είναι η Ύπαρξη

Και δεν μιλά

Ούτε σωπαίνει

Και δεν αργεί

Ούτε προφταίνει

 

Είναι η Ύπαρξη

Κι αυτή μονάχα


Είναι…



Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

Υπόγειος ποταμός...




της κράτησε το χέρι
και άρχισε να της μιλά

"πολλές είναι οι φορές που στάθηκα αναποφάσιστος
διλημματικός
στον κόμβο ενός Υ
και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ακολουθήσω το δεξί
ή το αριστερό σκέλος...

είχα βλέμμα και για τα δυο
είχα ενέργεια
είχα 'παύση' αρνήσεων
καμιά εσωτερική αντιπολίτευση...

αναρωτιόμουν
πώς επιλέγει κανείς;

πώς 'διαλέγει';

ή ποιος τον διαλέγει

ποιος επιλέγει για λογαριασμό μας;

ήρθε η μέρα που
άκουσα και κάτι... καινούργιο
κάτι παράξενο, κάτι πρωτόφαντο
έναν... παφλασμό...
κάτω απ'τα πόδια μου...

λες και το έδαφος έβραζε
λες και η γη ετοιμαζόταν να υγροποιηθεί
να γίνει μια ρευστή απεικόνιση της αντίληψης...
μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας...
φοβήθηκα...

κι ύστερα
σαν από κάποιο μεγα-προβολικό μηχάνημα

τον... είδα

έτρεχε, υπέροχα αφρισμένος
μπροστά μου
κάτω μου...

ένας ποταμός!

από πού ερχόταν;
πού πήγαινε;

το συναίσθημα δεν ήταν απλά λυτρωτικό
ήταν μια διάνοιξη όλης της ύπαρξης
μέθεξη!

λες και υπήρχαν χιλιάδες μικροσκοπικά άλογα
που οι χαίτες τους ανέμιζαν
τα νερά του κάλπαζαν μπροστά...

και ακολουθούσαν την πορεία
που θα έπαιρνα

έτσι κι αλλιώς!"

"και...  τι έγινε μετά;" τον ρώτησε

"δεν κράτησε πολύ τούτη η εμπειρία
κράτησε ίσως όσο μπορούσα να την αντέξω...

κατάλαβα...

αντιλήφθηκα...

τούτη είναι η αληθινή μύηση
να δεις κάποτε
να αξιωθείς να δεις
τον δικό σου υπόγειο ποταμό
να τον ακούσεις
να τον υποδεχτείς
να μην τον φοβηθείς!

εκεί
το Μέγα Αρσενικό που βρυχάται την διαιώνιση
εκεί
το Αιώνιο Θηλυκό που γονιμοποιεί το Άπειρο
εκεί όλες οι πρωτοπηγές του παραδείσου
εκεί όλες οι Υγρές Φωτιές της κόλασης
εκεί όλο το διανόημα του γνωστού
και τα κατηγορήματα της σκέψης

εκεί ο μελαγχολικός στοχασμός του φιλοσόφου
η ανάσα του ποιητή
καθώς αφουγκράζεται το είναι του
εκεί
η περιπέτεια του ασκητή
στο απειροδιάστατο κελί του
εκεί
και το μοναχικό τραγούδι των αδελφών μας βάρδων
που κανείς ποτέ
δεν συγκρίθηκε μαζί τους
στην αποκοτιά
να προκαλούν το Απρόσιτο...

εκεί ο έρωτας
εκεί το λάθος
εκεί το πρώτο σου φιλί
εκεί ο ρόγχος του τέλους"

σταμάτησε για λίγο
κι ύστερα πάλι είπε...

"ναι...
να τον ακούσεις
να τον δεις!
κι ίσως
ίσως λέω
κάποια μέρα
να έχεις τα κότσια
ολόγυμνος
να βουτήξεις μέσα του
ολόκληρος!"

"κι αν αυτό... αν αυτό σημαίνει..."

"θάνατο;
όχι, δεν έχει τη φορεσιά του θανάτου
όλο αυτό το γιορτάσι...
ζωή
που όλα τα περιέχει
αλλά απαιτεί
το άλμα..."

έτσι της είπε
και έμειναν ώρα σιωπηλοί...





"Raging Rush"

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2026

έλλειψη οξυγόνου…


έλλειψη οξυγόνου…

ήταν πολύ δύσκολο εκείνο το πρωινό
κάποιος ή κάτι 
μου είχε ρουφήξει όλη την ενέργεια
για την ακρίβεια, αισθανόμουν ότι θα λιποθυμήσω
κάθισα σ’ένα παγκάκι
και αμέσως ένιωσα μια τρομερή σκοτοδίνη να με αρπάζει
οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν παράξενες καρικατούρες
ο κόσμος
ορμούσε πάνω μου
μέσα μου
οι εικόνες
τα πρόσωπα
ακόμα και ο χρόνος
χανόμουν
έβαλα 'ασυναίσθητα' το χέρι μου στη τσέπη
ψηλάφισα μερικά αντικείμενα
ίδρωνα
κρύωνα
φοβόμουν

…ο αναπτήρας
τα κλειδιά
καραμέλες
χαπάκια
ο αναπτήρας ξανά…
κάτι άλλο αναζητούσε κάποιος μέσα μου
κάτι άλλο...

δεν ξέρω αν πέρασε ένα λεπτό ή μια ώρα
τα δάχτυλα χάιδεψαν το διπλωμένο φάκελο
αυτόν που έχω πάντα μαζί μου
αυτόν που γράφει με κεφαλαία το όνομά σου
και με το γραφικό σου χαρακτήρα
το δικό μου

έσφιξα το φάκελο με απληστία
σα να ήταν ο μοναδικός τροφοδότης οξυγόνου στο σύμπαν
και ήταν...

αίμα πλημμύρισε το πρόσωπό μου
εικόνες από το χαμόγελό σου σε μια αμμουδιά
η γεύση από ένα φιλί σου
δρόσισε τα χείλη μου
και όταν ήρθα αντιμέτωπος με το βλέμμα σου
άνοιξα τα μάτια
πήρα μια βαθιά ανάσα
όπως αυτή που παίρνει κάποιος που βγαίνει στην επιφάνεια της
θάλασσας
μετά από ένα μακροβούτι
και άρχισα να νιώθω το βροντοκόπημα της καρδιάς στο λαιμό
μου...

ένα μοναχικό δάκρυ συνάντησε στα χείλη μου
τη δροσιά σου
ένα παράξενο φιλί... δεν ήταν;

έκλεισα πάλι τα μάτια
αυτή τη φορά όχι για να μην πονώ
αλλά για να το απολαύσω...




Ursula Abresch
“lentejuelas”

Τρίτη, Ιουλίου 14, 2026

Σπηλαιώτης…




Κρεμασμένος
ανάποδα
γεννήθηκες
τυφλός
κι ανδρόγυνος

απ’ τα μαστάρια της Κίρκης
βρεφουργήθηκες
και μέσα
στο εντάφιο ήπαρ
ονειρεύεσαι άγρυπνος
και ταξιδεύεις υπνωμένος

το βλέμμα σου διατρέχει
όσα ο νους αρνείται να απογράψει
στερεώματα φωτιάς
και σύμπαντα λεπρά
σταυρωμένων ανάπηρων θεών

κάθε αυγή
απ’των θεών το σπέρμα
οξείδωση
και κάθε βράδυ
απ’το ανθρώπινο αίμα
αποτοξίνωση

ο λαιμός σου
όλος μια φλέβα από γρανίτη
μέσα της ρέει ο ουράνιος αρχαίος πόνος
και αλυχτώντας χύνεται απ’το στόμα σου
ο Αδάμ
κάθε που ανασαίνεις

σπηλαιώτης
ραντισμένος
απ’την κλινική αθανασία
της Νύχτας

ο λυγμός σου
αρμέγει όλο το αμνιακό υγρό
της μέδουσας εταίρας αρπάγης
και σε λερώνει αμαρτία και φθόνο

άπληστος
ηδονισμένος
ρουφάς ως την τελευταία σταγόνα
την προστυχιά  της Ειμαρμένης

κάθε αυγή
απ’των αγέννητων άστρων το τραγούδι
μεθυσμένος
και κάθε νύχτα
η μοναξιά σου
σπηλαιώδης σπαραγμός

κι ο εαυτός σου ξένος…