Και τώρα έχετε γεια…
Μενέλαος Λουντέμης, Το σπαθί και το φιλί
[κάποιες σκέψεις για την αφήγηση και τη γραφή]
Le lecteur eric drigny
Κ |
άθε φορά που μιλά κανείς για τη ζωή του, προσκαλεί το θάνατο… κάθε φορά που αφηγείται το βίο του, αναπολεί το παρελθόν, το γεφυρώνει με το παρόν και στοχάζεται το μέλλον, επικαλείται το τέλος του.
Και κάθε φορά που κάποιος γράφει για τη ζωή του, τα παιδικά του χρόνια, τις αναμνήσεις του, είναι για να ξορκίσει το θάνατο. Έχει έρθει τόσο κοντά του που αισθάνεται το ρίγος στη ράχη του είναι του. Μιλώντας τον έφερε πολύ κοντά του, γράφοντας προσδοκά να τον… αναχαιτίσει… να τον ξαναστείλει σε ένα αδιόρατο ‘κάποτε’…
Τούτη η διαλεκτική δεν είναι παράξενη. Κάθε γεγονός ζωής είναι και γεγονός θανάτου. Δεν γίνεται διαφορετικά. Κάθε υπαρκτικό γεγονός εμπεριέχει και τις δυο διαστάσεις, του είναι και του μη-είναι ή αν θέλουμε να το πούμε αλλιώς, του όντος και του μη-όντος. Η ύπαρξη και η ανυπαρξία διυπάρχουν σε μια ατελεύτητη διαλεκτική και τούτο δεν σταματάει ούτε μπορεί να αλλάξει ποτέ.
Μιλώντας και αναστοχαζόμενοι, ενθυμούμενοι και αφηγούμενοι τείνουμε να ολοκληρώσουμε μια πορεία. Γράφοντας κάνουμε το αντίθετο. Παίρνουμε την απόσταση από το τέλος. Θέλουμε να ανακτήσουμε την εποπτεία, να ξαναπάρουμε τα γκέμια στα χέρια αν και ποτέ δεν κρατούσαμε γκέμια… είχαμε την ψευδαίσθηση όμως…
Μιλώντας, ξεχνιόμαστε, αφηνόμαστε και το άνυσμα επιταχύνει την πορεία του προς τον στόχο. Γράφοντας, κάποιος ‘άλλος’ αναλαμβάνει τον έλεγχο, η ολίσθηση προς το τέλος ‘επιβραδύνεται’, οι ελευθερίες του ταξιδιού δεσμεύονται…
Δεν μας αρέσει η διαδικασία του ελέγχου αλλά είναι σημαντική. Προτιμούμε την ολίσθηση, το γλίστρημα ανάμεσα στις εποχές, τους ανθρώπους, τις αναμνήσεις. Έτσι όμως εγκαταλείπουμε τον έλεγχο των όρων μετάβασης. Κι αυτό μας οδηγεί σε έναν μη-τόπο…
Και οι δυο δράσεις ενέχουν την αλήθεια και το ψεύδος του κόσμου που τις περιέχει. Γιατί αυτός τις γεννά και αυτός τις ορίζει.
Μα ετούτο είναι ζήτημα κάποιας άλλης ανάλυσης…
The Life of our shadow ...
Maïthé Guillaume
Petri Damstén
Petrified
Το Βλέμμα
Life Golubeva Nataly
Η αρχαϊκή ζεύξη
του ωραίου με το δυνατό
του ανίερου με το σεπτό
παφλασμοί χρόνου
αρυτίδωτου
κι απουσία ήχων και υλακών
μονάχα ίσως
ένας υπόρρητος συριγμός
από έρπουσες σκιές
τίποτε για να δειλιάσει αυτό
που αρνείται το φόβο
έρχεσαι
αιωνιότητες διαβαίνεις
ανασαίνεις το ανήλικο φως
και νωχελικά απλώνεσαι
μέσα μου…
Η προαιώνια ζεύξη
του χρονισμένου με το άφθιτο
του αείρροου με το αναφές
στέφανος και διάδημα πυρός
μοναδιαίος λυγμός
και αχός ονείρων
η ψυχή μου
έρχεσαι
κόσμους ανασταίνεις
σύμπαντα γεννάς
και στερεώματα δόξας
κι ας μυρίζεις θάνατο
ζωή κερνάς
και υπόσχεσαι
το βλέμμα!
έρχεσαι
και σε υποδέχονται τα σπήλαια του κορμιού μου
τα κουρασμένα μέλη μου
γλυκά
και οι οφθαλμοί ανοίγουνε
ξανά
και λαχταρούν ξεδιάντροπα
όλες μου οι αρτηρίες
το βρυαρό ξελόγιασμα
απ’το ανώλεθρο αίμα…
Κ |
Να φυλάς τα ιερά σου
Να φροντίζεις μέσα στην άγονη σκόνη
εσύ να μένεις καθαρός
Να επιμένεις
Οι μέρες που σου έλειψαν
να ξέρεις
έρχονται πάλι
Να παραφυλάς τις ασέληνες νύχτες
για τον εχθρό στο σκοτάδι
όμως όταν τελικά τον ανταμώσεις
δώστου το χώρο που ζητάει
δώστου αφηγήσεις
και ιλίγγους από ηρωικούς ανέμους
ως και την παρηγοριά της λήθης
αν το μπορείς
Όμως
μακριά απ'τα ιερά σου!
τα κρύφια δώματα
τις αίθουσες με τα ακριβά σου
Κι όταν θα φεύγει
Πρόσεξε!
μην τον κοιτάξεις
το χέρι μην του δώσεις
Μην ξεχαστείς!
Το βλέμμα του
με κάθε κόστος ν'αποφύγεις
Όχι γιατι το Άγνωστο θα σε σαρώσει
Μα εκείνο που θ'αντικρίσεις
με τη γλυκύτητα του οικείου
θα σου ζεστάνει την καρδιά τόσο πολύ
που την αποστολή σου αρνείσαι
και αφήνεσαι νωχελικά
να ευεργετηθείς
με το μαυλιστικό ταξίδι στο Αχανές
Και μουδιασμένος
ως τα έγκατα
απ'τη θέρμη της καρδιάς σου
αναχωρείς
και αφύλαχτα μένουν τα ιερά σου
Κι εσυ απ'το ταξίδι αυτό
απρόσωπος θα επιστρέψεις...
Ό |
Τι έχει συμβεί;
Ποιον έχουμε συνέχεια στο κατόπι;
Ποιον κοροϊδεύουμε;
Και τι νομίζουμε πως μάθαμε ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια;
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει
Παρά μονάχα όταν ο κίνδυνος γίνει η ανάσα του
Και όταν το λυγρό σκοτάδι
γίνει ο ήλιος της ζωής του
Η λέπρα
Η σύφιλη και η χολέρα
Ο τύφος και η πανούκλα
Οργώσουν το σώμα και το πνεύμα του
Σβήσουν το φως από τα μάτια του
Σκοτώσουν τις λέξεις των ποιητών
Και αφανίσουν τα ρόδα απ’τις μετώπες των ναών
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει
Από τα βάσανα του χθες
Από τις αφηγήσεις των παλαιών
Από σελίδες ιστορίας που σάπισαν
Στις βιβλιοθήκες
Μαθαίνει μονάχα με το μαχαίρι στα δόντια
Με το χτυποκάρδι στο σεντόνι
Με το άγγιγμα του θανάτου στο αίμα
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει
Για να μπορεί να επιβιώνει
Για να μπορεί να λησμονεί
Για να μπορεί να μεγαλώνει
Για να μπορεί να ψεύδεται
Για να μπορεί να ερωτεύεται
Για να μπορεί να υπάρχει
Εκείνος που έμαθε και δεν ξεχνά
Τριγυρνά σαν τον Εφέσιο ανάμεσα στους ερειπιώνες
Και περιμένει αδέσποτα σκυλιά
Να τον σπλαχνιστούν
Να τον κατασπαράξουν…
Τι έχει συμβεί;
Τι υπήρξε κάποτε;
Τι ξημερώνει;
Λες δεν το αρνούμαι
όμως δεν είμαι πια τυφλός
παρά μονάχα για τα όνειρά μου
και βοηθάς τον ήλιο να σηκωθεί
άλλη μια μέρα…