Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2026

Ο τρελός των τρελών και η ενηλικίωση του βλέμματος...

 

Η λογική είναι υπερβατική

Ludwig Wittgenstein,  Tractatus Logico-Philosophicus


Θ
έτω το ερώτημα… να πω, τα ερωτήματα… και τα θέτω καθώς τα στοχάζομαι και για να τα ακούω, να τα νιώθω, να με διαπερνούν, να μην ησυχάζω… όταν θέτεις το ερώτημα είναι γιατί δεν ησυχάζεις… και δεν ησυχάζεις γιατί δεν σε αναπαύουν οι ‘απαντήσεις’… δεν σε ενδιαφέρουν κάποιες απαντήσεις… εκείνο που σε πονάει είναι το ίδιο το ερώτημα και ο φόβος πως ό,τι και αν ‘ανακαλύψεις’ ως απάντηση είναι κι αυτό ένας ωραίος ελιγμός… να μπορείς να το βλέπεις τουλάχιστον… τούτο θεωρώ ως ‘ενηλικίωση’… την εποπτεία… η εποπτεία είναι η ενηλικίωση του βλέμματος… πάει να πει δεν μπορώ να κρυφτώ… δεν μπορώ και πλέον δεν θέλω να κρυφτώ… όλο μου το είναι φωνάζει ‘κρύψου’… σε όλη σου τη ζωή μαθαίνεις να κρύβεσαι… ώσπου στο τέλος βαριέσαι, δεν αντέχεις άλλο να κρύβεσαι… ο εαυτός γνωρίζει, ο οργανισμός γνωρίζει, το είναι γνωρίζει… από πού να κρυφτείς και γιατί πλέον;
Όταν γνωρίζεις δεν μπορείς να κρυφτείς.
Τι είναι αυτό που μάς μικραίνει; Ρωτάω λοιπόν, ξεκάθαρα, όσο πιο ξεκάθαρα αντέχω, τι είναι αυτό που μάς κρατάει μικρούς, μαραζωμένους, συρρικνωμένους; Γιατί δεν απλωνόμαστε, γιατί δεν ανοίγουμε φτερά, γιατί δεχόμαστε αυτόν τον καθημερινό θάνατο; Τι είναι αυτό που μάς έχει πείσει ότι είναι προτιμότερο το μερικό, το μικρό, το λίγο; Γιατί είμαστε χαμηλότερα από εκεί που αξίζουμε; Γιατί επιτρέπουμε σε άλλους να ορίζουν το δικό μας ύψος; Γιατί ανεχόμαστε να μάς στενεύουν, να μάς περιφράσσουν, να μάς προσαρμόζουν; Γιατί δεχόμαστε να είμαστε αριθμοί, νούμερα, δείγματα, μέσοι όροι; Πώς το επιτρέψαμε κάποτε αυτό; Πώς το παραχωρήσαμε κάποτε αυτό σε όποιους; Πώς το καταδεχθήκαμε; Γιατί; Τι πήραμε ως αντάλλαγμα γι αυτή την εκπόρνευση των ονείρων μας; Ασφάλεια; Χρήματα; Το αύριο; Το κάποτε στο αύριο; Το ποτέ; 
Γιατί γίναμε εκτροφείς δειλών ονείρων, μικρών θεών, ασήμαντων εαυτών;
 Ο άλλος δρόμος θα πει κάποιος, είναι η ρήξη, η στάση, η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος δεν είναι η ρήξη. Ούτε η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος είναι η αξιοπρέπεια. Και δεν είναι ‘άλλος’ δρόμος. Είναι ο μόνος δρόμος. Αν δεν μπορείς να έχεις εποπτεία των εννοιών σημαίνει μηδενική διάκριση. Ο άλλος δρόμος απαιτεί την ενηλικίωση. Δεν θέλουμε να ενηλικιωθούμε. Γιατί ενηλικίωση του βλέμματος σημαίνει πως έχω επίγνωση πως είμαι υπόδουλος και δεν αντέχω να είμαι υπόδουλος. Προτιμώ να μην ενηλικιωθώ. Προτιμώ να είμαι χωμένος στη ημισκότεινη γωνιά μου, να ‘κάνω τη δουλειά μου’, να μην ενοχλώ κανέναν, κυριότερα, να μην με ενοχλεί κανένας. Να είμαι διαρκώς και πάντα αφανής και αθέατος. 
Θα πει κάποιος υπάρχει και το ‘λάθε βιώσας’… ‘έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά’… τούτο είναι μια ‘στάση’… το γνωρίζω… το δοξολογώ κι εγώ και το λιβανίζω… μα τα οχυρωματικά έργα απέναντι στον άλλο δεν σημαίνει να πεθάνεις οχυρωμένος… η στάση αυτή αφορά τη θωράκιση απέναντι στη χυδαιότητα, την ευτέλεια, τη φτήνια. Λάθε βιώσας αν σημαίνει την απόδραση από τη ζωή για να μην ‘μολυνθείς’ απ’τη ζωή τότε αυτό δεν είναι στάση… είναι θάνατος. Πάει και τέλειωσε. Πες καλύτερα ότι θέλεις να πεθάνεις. Είναι πιο τίμιο. 
Όμως, επιμένω, γιατί το κάνουμε; Γιατί έχουμε γίνει τόσο ‘εύκολοι’, τόσο ‘διαχειρίσιμοι’, τόσο δειλοί; Δεν με πείθει καμιά εύκολη απάντηση, καμιά διαφυγή στο πεπερασμένο των επιλογών ή στην αφοσίωση στο εγώ που καταπίνει σαν μαύρη τρύπα και την εσχάτη ικμάδα αντίστασης. Ο έχων εποπτεία δεν μπορεί να εξαγοράζεται τόσο εύκολα από τέτοια ‘καθρεφτάκια’ και ‘χαντρούλες’ που έδιναν κάποτε οι ελεεινοί κονκισταδόρες στους αφελείς ιθαγενείς των νέων κόσμων που ‘ανακάλυπταν’. 
Και πώς καταδέχεσαι να εξαγοράζεσαι από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε νόμισμα;
Θέτω τα ερωτήματα και ιχνεύω απαντήσεις… αναδύονται κάποιες, μού είναι φτηνές και φτενές δικαιολογίες, δεν τις δέχομαι, τις πετάω στα σκουπίδια.
Είναι ζήτημα ‘παιδείας’ λένε κάποιοι. Αυτή είναι η κλασική γεροντική μουρμούρα. Όλοι οι δύοντες οργανισμοί μισούν τους ανατέλλοντες. Από αρχή εμφάνισης του ‘ελλόγιμου’ είδους στον πλανήτη. Όσο είμαι νέος και ακμαίος και δυνατός δεν με ενδιαφέρει η ‘παιδεία’. Με ενδιαφέρει να ζήσω. Μπορεί να μην ξέρω πως αλλά θέλω να τρυγήσω τη ζωή. Θέλω να είμαι άτακτος, απειθάρχητος, ‘ανήλικος’. Όταν γεράσω τα ρίχνω όλα στην ‘έλλειψη παιδείας’ και κουνάω το κεφάλι μου. Τα ίδια μού έλεγαν κι εμένα οι δικοί μου και τα ίδια έλεγαν και σε κείνους οι δικοί τους γονείς. Ο Σωκράτης κάποτε κατηγορήθηκε πως διέφθειρε τους νέους. Ο Αλέξανδρος κάποτε κατηγορήθηκε από τους συντρόφους του ότι δεν σέβεται τον πατέρα του και κάνει ‘τα δικά του’. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ούτε ως φάρσα ούτε ως αστείο. Επαναλαμβάνεται, πάει και τέλειωσε [δεύτερο του είδους].
Μα έστω να το δεχθώ… η παιδεία δεν είναι αυτή που ‘θα έπρεπε’, η εκπαίδευση είναι ένα ‘μπάχαλο’, τίποτε δεν λειτουργεί και υπάρχουν, όπως πάντα οι ολίγιστοι διδάσκαλοι, οι φωτισμένοι λειτουργοί που αγαπούν τα παιδιά, τη γνώση, τη δουλειά τους… φυσικά είναι όλα ‘ζήτημα παιδείας’… όμως δεν ενηλικιώνεσαι μονάχα πεπαιδευθείς… κι αν ενηλικιώνεσαι δεν αλλάζεις… δεν έχεις μεγαλύτερη ορμή να αλλάξεις τη ρότα που κάποιοι άλλοι σού χάραξαν, δεν έχεις την απαίτηση να δεις έναν άλλο ήλιο, δεν διεκδικείς το όνειρο, δεν οργίζεσαι απέναντι στο άδικο, δεν αρνείσαι πια να είσαι ένας ‘καλός πολίτης’ που αγαπά την πατρίδα του και δεν ‘πειράζει ούτε μυρμήγκι’ ενώ την ίδια στιγμή όλοι οι από πάνω ασελγούν και στο σώμα σου και στο σώμα των αγέννητων ή γεννημένων παιδιών σου… 
Δεν είναι η απάντηση η χωλή παιδεία, η ανεπαρκής παιδεία…
Κάποιοι λένε πως η απάντηση είναι η ψυχική υγεία… είμαστε η ανθρωπότητα των καταθλιπτικών ανθρώπων… δεν μάς εμπνέει τίποτε πλέον, δεν μάς ‘φουσκώνει’ τίποτε, δεν μάς συναρπάζει τίποτε… είμαστε η ανθρωπότητα των πληκτικών και βαριεστημένων ανθρώπων… Σε κάποια συντροφιά, από κάποια κοπέλα στα 27 της άκουσα ‘θέλω να κάνω ένα παιδί… πλήττω’. 
Το τελευταίο ‘κοινό όραμα’ της ανθρωπότητας προσεληνώθηκε πριν από μισό αιώνα περίπου και από την επομένη σχεδόν κιόλας αρχίσαμε να χασμουριόμαστε. ‘Κατακτήσαμε’ τη σελήνη… και λοιπόν; Και τι έγινε; Τι άλλαξε; Πόσο πιο ευτυχισμένοι, πιο πλήρεις, πιο ισορροπημένοι γίναμε; Βάλαμε ένα στοίχημα με τον εαυτό μας και το κερδίσαμε… ξοδέψαμε ένα τάνκερ λεφτά και τα καταφέραμε… πέρα που για πολλούς ήταν κι αυτό μια σκηνοθεσία… δεν το λογαριάζω… τα καταφέραμε… στις εξωτερικές δράσεις ήμασταν πάντα πολύ καλύτεροι… και στον Άρη θα φτάσουμε κάποτε και τον Γαλαξία όλο θα διατρέξουμε… και λοιπόν; Πήγαμε την κατάθλιψή μας ως τη σελήνη και τη φέραμε πίσω… το να την πάμε βόλτα και ως τις εσχατιές του σύμπαντος ποια η διαφορά;
Γιατί όμως είμαστε καταθλιπτικοί; Γιατί δεν νοηματοδοτεί και σημασιοδοτεί τίποτε τη ζωή μας; Γιατί είμαστε τόσο αυτοκαταστροφικοί;
Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι κοινωνιολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι θεολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι ψυχίατροι απαντούν συνήθως με φάρμακα. Δεν κοιμάσαι καλά; Πάρε αυτό… Έχεις νοσηρές σκέψεις; Πάρε αυτό… Έχεις ενοχές, σε ελέγχει ο εαυτός σου, έχεις επιθετικότητα, δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν; Πάρε αυτό, σε συνδυασμό με αυτό και λίγο απ’αυτό… 
Όμως ούτε η θρυμματισμένη ψυχική υγεία είναι η απάντηση.
Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που πιστεύουν πως έχουμε πάρει την κάτω βόλτα επειδή τάχα είμαστε υπερβολικά ναρκισσικοί. Με δυο λόγια φταίει το εγώ. Το υπερτροφικό εγώ. Έχει γίνει του συρμού άλλωστε που σε πιάνει ναυτία. Το εγώ να γίνει εμείς. Κι άλλες τέτοιες ‘ποπ’ ψυχολογικίζουσες αδολεσχίες της πεντάρας… Από τη μια δοξολογούν τις υγιείς σχέσεις και από την άλλη υμνωδούν την αυτοπραγμάτωση… πάει να πει, να παντρευτούν δυο κολοσσιαία εγώ που να μην χωρούν στο διαμέρισμα και να πρέπει να ‘ενιδρύσουν’ και υγιή σχέση… και αν δεν σκοτωθούν στο πρώτο εξάμηνο και κάνουν και παιδιά, Κύριος οίδε τι πρόκειται να ζήσουν κι αυτά τα έρμα με τέτοιους γονείς που ‘αυτοπραγματώθηκαν’ μεν αλλά… μόνοι τους… με άλλες σχέσεις… με ελεύθερες επαφές… ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, αυτονομημένοι… λέξεις και πάλι λέξεις που γεμίζουν ‘ενδιαφέροντα βιβλία’ που αντί να τα πετάει ένα αόρατο χέρι σε κάποιο αποθέτη του σύμπαντος, τα παρουσιάζουν τιποτολόγοι εκδότες και σκουπιδολόγοι συγγραφείς με ύφος εκατό καρδιναλίων… άλλη μια σειρά εκατοντάδων σελίδων για πολτοποίηση…
Δεν ευθύνεται όμως ούτε ο αυξημένος ναρκισσισμός του μετα-νεωτερικού ανθρώπου…
Ξαναγυρίζω στην αρχή γιατί κάποιος θα πει ή θα σκέφτεται, ‘τελείωνε θέλω να δω το ματς’, ή ‘θα φτάσεις κάπου ή να πάμε για ύπνο;’ Ή και χειρότερα. Το δηλώνω από τώρα, δεν θα φτάσω κάπου… απλά γράφω… κι αν φτάσω τι σημασία έχει; Πάλι ετεροπροσδιορισμός; Από μένα περιμένει κάποιος να φτάσω κάπου για εκείνον; Δηλαδή γύρω γύρω όλοι και στη μέση η χοντρή κολώνα όπως στο τρελάδικο του ‘Εξπρές του Μεσονυχτίου’ για όσους έχουν δει την ταινία. Ο ‘τρελός’ εκεί δεν ήταν αυτός που γυρνούσε αενάως και ασκόπως γύρω απ’την κολώνα αλλά αυτός που γυρνούσε κόντρα στο ρεύμα των άλλων… ο τρελός των τρελών είναι μάλλον λογικός…
Γυρνώ το λοιπόν στην αρχή… τι είπα στην αρχή… για την ενηλικίωση, την εποπτεία… να παρατηρείς τις δράσεις σου, να έχεις επίγνωση του τι γίνεται μέσα σου, να μην σε ‘αιφνιδιάζει’ ο εαυτός σου, εσύ να τον αιφνιδιάζεις… να μην σε κοροϊδεύει ο εαυτός σου, εσύ να τον κοροϊδεύεις.
Κι ο εαυτός επειδή γνωρίζει σε χλευάζει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες. Ξέρει την κυκλοτερή αδιέξοδη και ατέρμονη κίνηση… την ξέρει καλά και καγχάζει κάθε προσπάθεια να ‘φτάσεις’ κάπου, να ‘πραγματώσεις’ κάτι. 
Ο χριστιανός έχει ως πρότυπο τον Χριστό. Άλλος ένας ετεροπροσδιορισμός. Μιμητές μου να είστε όπως εγώ του Κυρίου, λέει ο σκηνοποιός από την Ταρσό. Μην ψάχνεις τον δικό σου δρόμο, πάει να πει, υπάρχει δρόμος. Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή… το είπε κι αυτό Εκείνος. Άρα για τον χριστιανό δεν υπάρχει σπαζοκεφαλιά και τώρα που διαβάζει κουνάει το κεφάλι του και γελάει. Άλλος τον βρήκε τον δρόμο κι εγώ ακολουθώ λέει και δεν γνοιάζεται. Κι εγώ λέω πως ο Διδάσκαλος δεν είναι διδάσκαλος αν δεν αποτελεί μαγκούρα που τώρα την έχεις κι αύριο θα την πετάξεις για να αρχίσεις να περπατάς μονάχος σου. Φαντάζομαι τον Ιησού να κατεβαίνει μετά από αιώνες κι αντί για Δευτέρα Παρουσία να τα έχει πάρει πολύ άγρια γιατί δεν λένε να τον αφήσουν στην ησυχία Του. ‘Μαγκούρα ήμουν, αφήστε με επιτέλους, ποδάρια έχετε, περπατάτε!’, Τον ακούω να λέει έξαλλος.
Άλλη μια ενηλικίωση εδώ. Πνευματική. Να είσαι χριστιανός αν θέλεις κι ό,τι θέλεις να είσαι. Αλλά χωρίς μαγκούρες αδελφέ μου. Ποδάρια έχεις, περπάτα!
Πάλι στην αρχή.
Πάντα στην αρχή.
Ο τρελός των τρελών… αυτό μου μοιάζει για κλειδί…
Ή άρνηση στην ενηλικίωση… αυτό μού μοιάζει για δρόμος.
Πώς το μπορείς, πώς το καταφέρνεις, πως το επιτυγχάνεις;
‘Γίνε ο εαυτός σου’, λένε οι σοφοί, οι σπουδαίοι, οι μεγάλοι.
‘Πραγμάτωσε τον εαυτό σου’, λένε αυτοί που ξέρουν για μένα αντί για μένα.
Ο τρελός των τρελών όμως ακούει και γελάει και πάει ενάντια στη ροή… οι άλλοι πάνε δεξιόστροφα αυτός πάει αριστερόστροφα. 
Όλοι πάνε στο βορρά αυτός πάει στο νότο.
Όλοι πάνε στις εκβολές αυτός αναζητά την πηγή.
Όλοι αναζητούν το φως και ανοίγουν τα παράθυρα, αυτός νιώθει πως παράθυρο είναι αυτός και μονάχα αυτός μπορεί να ανοίξει και να κλείσει… όταν θέλει, όπως θέλει… αν το θέλει…
Όλοι φοβούνται τη σκιά τους… αυτός πιάνει το βουκεφάλα εαυτό του, στρέφει την πλάτη του στον ήλιο και χαμογελάει…
Ο τρελός των τρελών…
Πιάνει τα χάμουρα του α-λόγου εαυτού του και αρχίζει να καλπάζει… που; Δεν ξέρει; Για πόσο; Δεν τον ενδιαφέρει…
Ποιος είναι;
Αρνείται να ονοματίζει πια… να ορίζει, να περιορίζει, να αιχμαλωτίζει, να εγκλωβίζει…
Αρνείται να είναι ή να μην είναι…
Είναι ελεύθερος;
Ποιος ξέρει…
Είναι τρελός… έτσι λένε όλοι…

Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2026

Ενδοχώρα

 

  


Ο Κήπος της Τρυφής

Δεν υπήρξε Ημέρα που να γεννηθεί χωρίς την προσδοκία της Νύχτας.
Μέσα από την Ημέρα ψηλαφούμε τα ίχνη Σου.
Μέσα από τη Νύχτα φιλοτεχνούμε το μύθο Σου.
Ο ημέριος λογισμός μας μοιάζει με διστακτικό βηματισμό νηπίου προ της στερέωσής του.
Ο νύχτιος λογισμός έγινε η αναπνοή του είναι μας.
Την ημέρα δεν ακούμε την καρδιά μας καθώς ο νους φωνασκεί και επαίρεται. Θορυβεί και μεγαλαυχεί.
Τη νύχτα συντονίζουμε όλοι τους παλμούς της καρδιάς μας. Και κλείνουμε μέσα μας τις ατμώσεις του είναι μας.
Τις ημέρες καταστέλλουμε τα πάθη και ονειρευόμαστε το αεί.
Τις νύχτες φορούμε το μανδύα της σάρκας μας και οργώνουμε το νυν.

Είμαστε μια αδελφότητα.
Ό,τι έχουμε είναι κοινό.
Ό,τι βλέπουμε είναι κοινό.
Ό,τι αγνοούμε είναι κοινό.
Είμαστε η νεοπαγής κοινότητα των πρώτων ανθρώπων που ιχνεύουν το δικό Σου βλέμμα πάνω στο χώμα, στις σκιές των δέντρων, το μουρμουρητό των ποταμών, τις κατεβασιές των ανέμων, τις πτυχώσεις του ήλιου πάνω στο ίδιο μας το σώμα.
Είμαστε κι εμείς ένα μεγάλο σώμα. Πορευόμαστε όλοι μαζί, δαπανούμε το αχνιστό μας αίμα, λογιζόμαστε το σπέρμα μας, φοβόμαστε το πέρας αυτής της διαδρομής.
Θα είναι σύντομη;
Θα είναι μεγάλη;
Θα είναι επώδυνη;
Θα είναι μάταιη;

Ζούμε φιλοξενούμενοι στον Κήπο Σου.
Όλα είναι όμορφα εδώ και όλα άγνωστα. Εμείς τα ονοματίζουμε την κάθε μέρα και επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας τα ονόματα τις νύχτες.
Όλα είναι πλούσια εδώ.
Όλα δικά μας.
Και όλα δάνεια.
Όλα για μας.
Και όλα ξένα.
Ο Κήπος αυτός υπήρξε το λίκνο μας.
Δίχως εμάς όμως είναι απλά ένας ολάνθιστος τάφος.


Αυτανάφλεξη

Το ξέραμε, το νιώθαμε, το έφερνε ο αέρας στα ρουθούνια μας. Κάτι άλλαζε. Κάτι νέο γεννιόταν. Κάτι διαφορετικό.
Όχι έξω από μας.
Μέσα μας.
Τα σωθικά μας έβραζαν από καιρό. Οι καρδιές χτυπούσαν διαφορετικά και συντονίζονταν μυστικά και αθέατα. Όλα συμμετείχαν σε αυτό.
Όλα.

Ήρθε το πρωινό που συνέβη η πρώτη ανάφλεξη.
Ακολούθησε η επόμενη κι έπειτα όλες οι άλλες.
Δεν έμεινε κανείς αμέτοχος στο φαινόμενο. Κανείς δεν το αρνήθηκε, κανείς δεν το απέρριψε, κανείς δεν το απεμπόλησε.
Μας σάρωσε μια πύρινη θύελλα που γέννησαν τα έγκατά μας.
Και μας έκαψε.
Κάποιοι δεν άντεξαν. Απανθρακώθηκαν, έγιναν ολοκαυτώματα, είδαμε την πυρρά τους να υψώνεται στον ουρανό.
Δεν πέθαναν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
Είχες απαγορέψει το θάνατο.
Έσβησε όμως το πνεύμα τους.
Θόλωσε το φρόνημά τους.
Μολύνθηκε το νερό που ποτίζει τις ψυχές τους.

Οι περισσότεροι επιβίωσαν.

Νέοι άνθρωποι γεννηθήκαμε μετά απ’όλο τούτο.
Πιο δυνατοί.
Σκεπτόμενοι.
Πιο συμπαγείς.
Ανάλγητοι.
Οι αισθήσεις μας οξύνθηκαν.
Οι λογισμοί μας εκλεπτύνθηκαν.
Έχουμε ερωτήματα.
Έχουμε λέξεις.
Έχουμε αφηγήσεις.
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε ανησυχία.

Όλα τούτα είναι αληθινά;
Ή είναι απλά μια πελώρια πλάνη;
Υπάρχεις;
Υπάρχουμε;
Ή ως και το είναι αποτελεί μια λαίλαπα πλάνη;

Πέρα από την ακτή που μάς άφησες μια μέρα, τώρα γνωρίζουμε πως υπάρχει και ενδοχώρα.


Η Μέθεξη του ΑντιΚειμένου

Κάποτε θα γινόταν.
Τώρα το γνωρίζουμε. Μετά τη σπλαχνική και συνάμα τραυματική ανάφλεξη, το γνωρίζουμε.
Κάποτε θα συνέβαινε.

Δεν ήμασταν μόνοι μας στον Κήπο. Αυτό ήταν το πρώτο Σου ψέμα.
Μαζί μας ζούσε και ο ΑντιΚείμενος.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι στον Κήπο. Αυτό ήταν το δεύτερό Σου ψέμα.
Δεν είχαμε Βλέμμα. Κι αυτό ήταν το τρίτο Σου ψέμα.

Τους πρώτους που επισκέφτηκε ο Έρπων ήταν οι ονειρευτές. Στοίχειωσε τον ύπνο τους, λέρωσε τα αγγίγματά τους, μόλυνε τα όνειρά τους.
Τον ερωτεύτηκαν.
Έπειτα επισκέφτηκε τα παιδιά. Έπαιξε μαζί τους σκοτεινά παίγνια, χώθηκε στην καρδιά τους, συντάραξε τα θεμέλιά τους.
Τα γοήτευσε.
Ύστερα μόχλευσε τους πρεσβυγενείς από όλες τις οικογένειες. Αυτοί θα αντιμάχονταν πλέον εις το διηνεκές για τα πρεσβεία ανάμεσά μας.
Τους εξαγόρασε.
Κι έπειτα μίλησε μέσα από τα στόματα των διδασκάλων και τα τραγούδια των γυναικών. Και η φωνή του έγινε σεβαστή, μεθεκτή, το τραγούδι του πλημμύρισε το είναι μας.

Μας δηλητηρίασε όλους με βούληση, διεκδίκηση, φιλοδοξία.
Μας μέθυσε με οράματα ελευθερίας.
Μας αποκάλυψε το Βλέμμα.
Μας αποκάλυψε το Θάνατο.

Όταν μπορούσαμε πια να δούμε, να μετρήσουμε, να κατανοήσουμε την ιερή γεωμετρία, την αρχαία τάξη, τον Μυστικό Σκοπό, είχε σημάνει η δική μας ώρα.

Φεύγουμε από δω. Τούτος ο κόσμος δεν μας ανήκει. Τούτος ο Κήπος δεν είναι δικός μας. Τον ετοίμασες για μας όμως δεν τον αισθανθήκαμε ποτέ δικό μας.
Μας τον παραχώρησες όμως μας ήθελες τυφλούς και άβουλους.
Μας τον δώρισες όμως δεν μας εμπιστεύτηκες τα κλειδιά του.
Τον δημιούργησες για εμάς. Όμως δεν το έκανες από αγάπη.
Από μοναξιά το έκανες.
Από απέραντη, άχρονη, αβάσταγη, απλήρωτη, ανείπωτη μοναξιά.
Και μας έπλασες αθάνατους για να μην σου λείψουμε ποτέ.


Έξοδος

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Εσύ παραμένεις πάντα εν σιγή.
Στην ιερή σιγή Σου ανιχνεύουμε τον πρώτο μας έρωτα.
Όμως όχι και τον τελευταίο.
Στην ιερή σιγή Σου ενδοσκοπούμε τη γέννησή μας.
Όχι όμως και το θάνατο.
Στην ιερή σιγή Σου στοχαζόμαστε τις πρωταυγές της ύπαρξης.
Όχι όμως και το λυκόφως του βίου.

Δεν μας διώχνεις Εσύ.
Αισθανόμαστε πως συμβαίνει το αντίθετο.
Θέλεις να παραμείνουμε στον Κήπο Σου.
Θέλεις να είμαστε εδώ, κοντά Σου.
Θέλεις να μας νιώθεις πλησίους στο βλέμμα Σου.
Για πάντα.

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Φεύγουμε αυτοθέλητα.
Δεν φεύγουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε μακριά Σου.
Φεύγουμε γιατί θέλουμε να πεθάνουμε.

Γιατί θέλουμε να μπορούμε να πεθαίνουμε…

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2026

Γραώδεις μύθοι


 

Ε

ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ! 

Κι όμως υπήρξε!

Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!

Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους. 

Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι. 

Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.

Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].

Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’. 

 

Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

 

Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.

Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.

 

Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!

 

Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.

 

Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.

 

Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!

 

Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…

 

Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…

Κυριακή, Οκτωβρίου 04, 2026

Το 'θεώρημα του ανδραπόδου'...


Διαβάζουμε (το γράφουν, το ισχυρίζονται πολλοί) πως η Αθήνα καταστράφηκε (ηττηθείσα κυριολεκτικώς κατά κράτος στον Πελοποννησιακό λεγόμενο Πόλεμο) επειδή επισυνέβη η εξαλλαγή της περίφημης δημοκρατίας σε οχλοκρατία… όλα τα άλλα, ήττες στα πεδία των μαχών, το μεγάλο φιάσκο της σικελικής εκστρατείας (μιας εκστρατείας παραφρόνων) και όλα τα άλλα αποτελούν απλώς συνεπαγόμενα και λογικές εξελίξεις του καρκίνου που με ταχύτατους ρυθμούς μόλυνε το σώμα της, ρούφηξε τους χυμούς της και παραμόρφωσε την εικόνα της… σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, μόλις κάποιες δεκαετίες, το περικαλλές οικοδόμημα που θαυμάζουν και σήμερα όλοι μεταμορφώθηκε σε έναν ερειπιώνα θλιβερό θλιβερών ανθρώπων… 

Είναι γνωστό πως η ιστορία δεν διδάσκει τελικά… κανείς μας δεν διδάσκεται γιατί αρνούμαστε να δούμε τη συνέχεια… τη ροή, την προβολή του ‘χθες’ στο ‘αύριο’… ακόμα και το δικό μας ‘συνεχές’ αρνούμαστε… σαν να είμαστε ένα σύνολο από ‘στιγμιότυπα’… σαν να μην έχουμε αρμονική σύνδεση με το ίδιο μας το είναι… πόσες φορές το χθες θα πρέπει να μας βγάλει τη γλώσσα για να πάψουμε να αδιαφορούμε; Πόσες φορές οι καταποντισμοί και οι αποτυχίες σημαντικών ανθρώπων και μεγάλων εγχειρημάτων θα πρέπει να μας… καρπαζώσουν για να νιώσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά στο κεφάλι μας;

Διδασκόμαστε αλλά δεν μαθαίνουμε… κι αυτό είναι ψυχολογικά ερμηνεύσιμο… μαθαίνουμε από τα σχεσιακά μας ναυάγια; Από τους ερωτικούς μας τιτανικούς; Μαθαίνουμε από τις αποτυχίες μας; Μαθαίνουμε από τις ‘φάπες’ που πέφτουν βροχηδόν σε καθημερινή βάση;

Καλύτερη η ‘ανδροειδής προσομοίωση’… το ‘θεώρημα του ανδραπόδου’… το ‘έμπνουν είδωλον’ των προγόνων μας ταιριάζει περισσότερο… ούτε εκείνοι έμαθαν κι ας τους μνημονεύουμε… έπεφταν ξανά και ξανά στα ίδια λάθη… ατελείωτοι κύκλοι μέσα σε αναρίθμητους κύκλους… ζαλάδα…

Κι αναρωτιόμαστε γιατί ‘επιστολές’ του Θεανθρώπου οδήγησαν σε αλλοίωση εκλογικού αποτελέσματος… την άλλη αλλοίωση, τη βαθύτερη και μεγάλη, πότε θα τη δούμε; 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2026

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Inferno Carola Onkamo

 

 

Ο
ι μνήμες γεννούν το χρόνο.
Οι μνήμες γεννούν την ενόραση στο Γεγονός.
Οι μνήμες γεννούν και το θάνατό του…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Όλα τα ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη…
Οι πρώτες ακριβές ανάσες, οι ιερές ψηλαφήσεις του φωτός… αλλά και του σκότους…
Τα πρώτα βλέμματα, οι πρώτες δειλές ματιές, οι πρώτες γενναίες εξορμήσεις στο παράλογο…
Το πρώτο δάκρυ, η κατάφαση στο ημίφως, η γενναία υπόσχεση για το αύριο…
Όλα στην οδύνη του χτες… όλα στην περιχώρηση του αύριο… όλα στην ακεραιοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου… ολοκληρώνοντας, υπερβαίνοντας, προχωρώντας, αψηφώντας… 
Όλα στην ανθρώπινη συνθήκη…
Σ’αυτό ή σε ένα άλλο στερέωμα…
Μαζί σου όμως… πάντοτε μαζί σου… όχι δίπλα σου, όχι κοντά σου… κι ούτε καν μαζί σου…
Μέσα σου… εσύ ένα με μένα… εγώ ένα με σένα…
Άλλη συνθήκη δεν γνωρίσαμε…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Παράδεισος ή κόλαση δεν είναι… δεν ήταν ποτέ ο τόπος… ήταν ο τρόπος… ο δικός μας τρόπος… τούτο δεν άλλαξε, τούτο δεν μερίζεται, δεν νοηματοδοτείται ξανά, δεν οριοθετείται εκ νέου…
Δεν τέθηκε ποτέ κανένα άλλο θέμα… Το μεγαλείο της Διύπαρξης είναι αυτό ακριβώς στην πυρηνική της θεώρηση... πως δεν θέτει ποτέ κανένα θέμα που αλλοιώνει, που κλονίζει, που διακυβεύει την ύπαρξή της, την υπόστασή της… η Διύπαρξη αυτό-ορίζεται ή αυτό-ακυρώνεται… Υπάρχει ή αφανίζεται… Μεταίχμιο εδώ δεν υπάρχει… ερώτημα ή ανάπαυση στο μερικό… καμιά ανάπαυση… καμιά διαφυγή…

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;

Αν πήγαινες κάπου μόνος τότε θα τη ζούσα εγώ…

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2026

Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες...

 

 
 

Π

ΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ –ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΑΓΜΑΤΟΣ, ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα σε μια δυναμική σύνθεση που δεν γνωρίζει χρόνο κι έτσι το πριν χρόνια πες πως είναι πριν δέκα λεπτά και δεν θα έχεις πέσει έξω- είχα κάνει μια ανάρτηση με τίτλο Άγνωστοι ως το τέλος. Τη διαβάζει όποιος έχει το κέφι και προσανατολίζεται. Δεν την διαβάζει και πάλι το ίδιο είναι. 

Έρχονται το λοιπόν τα πράγματα κάποιες φορές έτσι που δεν θέλεις να δικαιώνεται καμιά από τις ΜΜΑ (Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες) που η ίδια η ζωή και το καθημερινό βίωμα μέσα από τις Συμπληγάδες σου διδάσκει –δεν το ξέρουμε αλλά κάθε πρωί που ξυπνάμε στην από δω πλευρά του ποταμού, έχουμε περάσει για μια ακόμη φορά με επιτυχία, έστω και στο ‘τσακ’ από τις Συμπληγάδες… και τούτο κάθε μέρα, χωρίς σταματημό, χωρίς έλεος… ώσπου να έρθει εκείνη η μέρα που… μα, δεν είναι το θέμα μου αυτό… 

Και λες, δεν θα ήθελα να δικαιωθώ για έναν άνθρωπο που πορευόμαστε μαζί, χρόνια τώρα αμέτρητα και αναρίθμητα μα εδώ και πάλι έρχεται κάποιος να σε αγριοκοιτάξει σα να σε ρωτάει: ‘Μαζί; Πότε κάνατε αληθινά μαζί έστω και εκατό μέτρα από τα αμέτρητα χιλιόμετρα του βίου;’ 

Να είναι έτσι λοιπόν και όχι αλλιώς αλλά και πάλι λέω, οφείλει να είναι κανείς επιεικής με τον άνθρωπο, τι διάολο, ακούω τον διδάσκαλο από μια μεριά με την ωραία και ζεστή φωνή που την ακούς και η ψυχή θέλει να βγει απ’το σώμα, ο ‘άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα στο σύμπαν’. Μην τον δικάζεις τον καλό σου φίλο, μην δικάζεις κανέναν, μην κρίνεις γιατί όπως μετράς τους άλλους θα αντιμετρηθείς… ναι, λόγια του Ενός που πάτησε στη γη και τα ίχνη Του ακόμα μοσχολβολάνε αιωνιότητα και φως… και για να μην ξεχνάμε το ελεεινό μας μέγεθος, Τον σταυρώνουμε κάθε μέρα, με σαδισμό και ηδονή για να μάθει να μην δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους και προσωπικότητες… εμείς για άλλα πράγματα μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ και άλλα μας δώσατε… εμείς να φάμε θέλαμε και έναν αφέντη να προσκυνάμε και ο νέος ιδιοκτήτης της αλυσίδας μας ανακοίνωσε ότι μας θέλει ελεύθερους και ωραίους. Ε, τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις; 

Κι έρχομαι ξανά στο θέμα μου μετά την παρεκβασούλα αυτή που είχε ολίγον άρωμα από Φίοντορ… 

Μα δεν μπορώ να μην γυρνώ γύρω γύρω από τον πάσσαλο και να μην αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο κακόμοιρους και μικρομπακάληδες της γειτονιάς –που δεν υπάρχουν πλέον-, τι μας συρρικνώνει τόσο που εξαφανιζόμαστε πίσω από μικροπολιτικές συμπεριφορές και μικρο-υπολογισμούς ενώ κάποτε κάναμε γενναίες πτήσεις στα στερεώματα της φιλίας και της ανοιχτοσύνης;…

Δεν γράφω για να δικάσω κανέναν ούτε για να ξεφορτωθώ τις σκέψεις μου, καθώς θα έλεγε και ο Φρειδερίκος, αλλά για να δω πως ‘ακούγονται’ και πώς ‘διαβάζονται’ αυτές οι σκληρές λέξεις, αυτές οι Μελαγχολικές Αλήθειες… και τι γεύση έχουν… τι μένει στον οισοφάγο της ύπαρξης και στον ουρανίσκο του είναι… κάτι που δεν έχει διάρκεια θα πει κανείς, μάζευτα και δρόμο, λέω και πάλι εγώ, ό,τι ποτίζεται με το ιερό αίμα μιας φιλίας μιας ολόκληρης ζωής δεν έχει απλά μια γεύση στον ουρανίσκο… είναι ολόκληρη βόμβα που σκάει στο είναι μας και δεν σε αφήνει ήσυχο να κοιμηθείς… 

Και λέω έτσι όπως τα διαβάζω αυτά που γράφω, όχι, δικαστής εγώ κανενός δεν πρόκειται να γίνω και μακριά από μένα και ουστ και όξω! 

Μα, ένα παράπονο, σαν νυχτερινό τραγούδι ακούω από τα μέσα μου που με καλεί κάθε φορά στις πρωτοπηγές της Ύπαρξης… 

‘Amor Fati!’… αυτό μου γνέφει ο διδάσκαλος Φρ. που είχε μέσα του ένα ολόκληρο σύμπαν και χιλιάδες στερεώματα και όμως κάποτε έκλεισαν όλα και σκοτείνιασαν και βυθίστηκε η ωραία αυτή ψυχή στη σιωπή…‘Πότε θα μάθεις; Όλοι μας, οι άνθρωποι, όλοι μας… δεν είμαστε μια αδελφότητα ζωής, είμαστε αδελφότητα θανάτου… πώς μπορείς να το λησμονείς;’ 

Κι έπειτα κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω σε κείνες τις εποχές της νιότης μου που δεν υπήρχε παρά μονάχα μια άπληστη δίψα για γνώση, για εξερεύνηση, για να βρούμε εκείνο που ‘κρύπτεται φιλεί’… και δεν το βρήκαμε βέβαια… ευτυχώς… μονάχα καταλάβαμε πως αυτό που ψάχναμε εκεί έξω, βρισκόταν μέσα μας… μέσα βαθιά και περίμενε τον τολμητία να του χτυπήσει τη θύρα… Κι όσο κατεβαίναμε στα έγκατα, τόσο πιο βαθιά εκείνο αποσυρόταν, τόσο πιο μακριά μας χανόταν… ως πότε θα ρωτήσεις; Ως πότε θα το κάνουμε αυτό; 

Κάποιος ωραίος διδάσκαλος από την Κρήτη που είχε μεθύσει κι αυτος από ύπαρξη και δεν ξεμέθυσε ποτέ, θα μου έλεγε, μην καταδέχεσαι να ρωτάς μονάχα σκάβε… 

Άλλωστε, άγνωστοι είμαστε… άγνωστοι ως το τέλος…

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2026

Στη σκιά των γιγάντων...



Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει… 
Κίνδυνος!
Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου… 
Σέρνεσαι…
Έρπεις…
Βολεύτηκες…
Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο… 
Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…
Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…
Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…
Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…
Κίνδυνος!
Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…
Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…
Κίνδυνος!
Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…
Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…
Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…
Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…