Πλάτων, Απολογία Σωκράτους
Ό |
λη η περιουσία του Σωκράτη υπολογιζόταν σε 5 μνάς. (6 Οβολοί = 1 Δραχμή, 100 Δραχμαί = 1 Μνά, 60 Μναί = 1 Τάλαντον). Έτσι αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του Οικονομικός. Γι’ αυτό τον λόγο τον συνέδραμαν οι φίλοι του και περισσότερο ο Κρίτων.
Ο Σωκράτης ήταν φτωχός λοιπόν. Μνημονεύεται στους αιώνες και θα τον μνημονεύουν οι αιώνες αλλά στην εποχή του είχε την ανάγκη των φίλων του για να μπορεί να τα βγάζει πέρα. Δεν έπαψε ποτέ να με βασανίζει στο επίπεδο αυτό από τη μια η αναλογία του με τον Ιησού [όχι σε οντολογικό επίπεδο αλλά σε ηθικό αμιγώς] και από την άλλη η διαρκής και ατελεύτητη υποκρισία όλων των μετέπειτα γενεών… έχουμε πρότυπα ανθρώπους τους οποίους κάποτε σκοτώσαμε ή σταυρώσαμε… έχουμε πρότυπα ανθρώπους που ίσως να μην τους φιλοξενούσαμε ούτε για ένα βράδυ καθώς η φήμη τους ήταν αμφιλεγόμενη… που δεν θα τους κάναμε εύκολα συντροφιά γιατί ήταν περιθωριακοί, αλλόκοτοι, παράξενοι και βέβαια τρομοκράτες ανατρεπτικοί… πίνουμε νερό στο όνομα ανθρώπων που θελήσαμε να εξοντώσουμε γιατί ήταν ενοχλητικοί… μας υπενθύμιζαν το μέγεθός μας, μάς υπενθύμιζαν τη μικρότητα και την ουδενία μας… δεν τους θέλουμε αυτούς τους ανθρώπους, ας τους μνημονεύουμε τώρα που είναι πια ακίνδυνοι… ας γράφουμε βιβλία γι’αυτούς, ας τους έχουμε στις βιβλιοθήκες μας… ως εκεί…
Πόσο μεγάλη είναι αυτή η άβυσσος της υποκρισίας… κάποιες φορές σε πιάνει ίλιγγος..
Πέρασαν
πάνω απ’την ψυχή και το σώμα μου
όπως ένας στρατός
πάνω απ’το μαλακό χώμα
κι αυτό που ορθώνεται πλέον
μοναχό
και ακέραιο
είναι το αίτημά μου εκείνο
το πρώτο
όταν ακόμα ανάσαινες
έστω και δύσκολα
αυτό που τότε ψιθύριζα τις μεγάλες νύχτες
εκείνου του καλοκαιριού
τις πιο μεγάλες της ζωής μου
να μην επιτρέψω να γίνεις σύμβολο
να μην καταδεχτώ
να κρυφτώ πίσω από διαφυγές
να μην σκορπίσω στους ανέμους
για να ‘θεραπευτώ’ από τον ατίμητο λυγμό του είναι…
κι ακόμη αδελφέ μου
το παλεύω…
Στα δυο χρόνια σου έγραψα τούτο...
Δυο χρόνια τώρα
το φως μουδιάζει στ’απαλά σου χέρια
νομίζω αν υπήρξαν κάποτε ρυτίδες αλώβητης χαράς
έχουν χαθεί κι αυτές
δεν θέλω να σου γράφω στίχους πια
δεν σου χρωστώ ποιήματα
μια εξομολόγηση χρωστώ
και ο δολιοφθορέας πόνος
με ακυρώνει κάθε φορά που την αφήγησή μου
ξεκινώ
και με σωπαίνει…
όμως είναι να γίνει
μέσα μου έχει γεννηθεί
και τα φτερά της σαρκώνει η ετοιμότητα
να σε κοιτάζω θαρρετά
χωρίς να σε αναλώνω
και δίχως το γενναίο να υποκρίνομαι
να σε υποδέχομαι φιλόξενα
ως και γαλήνια…
Δυο χρόνια τώρα
ποιος να το έλεγε
πως το φως που κάποτε αγάπησες
θα μουδιάζει στο απαλό σου χέρι…
10/8 τα στερνά γενέθλια
12/8 η εμπύρετη αναχώρηση…
shaped by a creative wind - Piet Flour
άφοβος εσύ…
Prayer Beppe02 |
Έτσι λοιπόν…
όλα μου τα πήρες
με αφάνισες
και τώρα με διδάσκεις
τάχα
μέσα απ’τη σιωπή
κι όμως
δεν ενδίδω
σκύβω για λίγο
το κεφάλι
να περάσει άλλη μια θύελλα
κρύβομαι καλά
μετράω αντίστροφα
κι επιστρέφω λίγο λίγο
σε όσα άφησα στη μέση
ναι
μου τα πήρες όλα
με απογύμνωσες
και τώρα
τάχα
με διδάσκεις
μέσα απ’το αυτεξούσιο
της ερημίας
και το αυτοδικαίωτο
του ανέλπιδου
όμως ξέρω καλά
όλες τις λέξεις
κι όλες τις φράσεις
που περιέχουν την αγάπη
αυτές δεν μπορείς να μου τις κλέψεις
τις ψιθυρίζω
μυστικά
σαν προσευχή
και κάθε βράδυ
περιμένω
κάθε βράδυ
κάποτε θα έλθεις
περιμένω
τραγουδώντας…
Αυτός είναι ο φονιάς
Ο σφοδρός άνεμος, το θυελλικό παιδί, αυτός είναι
Με το ματωμένο βλέμμα
Και τους μαζεμένους ώμους
Μοιάζει μικρός μα δεν είναι
Κι αν είναι, μεγαλώνει γοργά
Και μια μέρα
Θα έχει στη χούφτα του έναν ωκεανό μίσους
Και στην καρδιά του
Έναν ωκεανό αγάπης
Αυτός είναι ο φονιάς
Αυτός που αρχίζει τη μέρα του ελευθερώνοντας τα σύννεφα
Αυτός που τελειώνει τη μέρα του προσευχόμενος στο Αείποτε
Αυτός είναι ο θεριστής. Αυτός ο ολετήρας
Αυτός είναι ο θεραπευτής. Αυτός ο σαμάνος
Αυτός είναι ο φονιάς
Και δεν το ξέρει…
Είχε κάποτε
Εκείνος που τον γέννησε
Αμέτρητες αιωνιότητες πριν
Όλη την Ύπαρξη
Είχε όλη την Ύπαρξη
Χιλιετηρίδες πριν
Μέσα στα μάτια του
Εκεί φώλιαζε ο χρόνος μαζί με τον χώρο
Είχε κάποτε
Αυτός που τον γέννησε
Μέσα στα σπλάχνα του
Να κουρνιάζει όλη η Ύπαρξη…
Ποια έβρισκες
Μικρή χαρά
Να με αποπαίρνεις;
Κάθε που κοιτούσα την ανατολή
Γυρνούσες το βλέμμα μου στη δύση
Ποια έβρισκες
Πικρή χαρά
Να με αποπαίρνεις;
Αυτός είναι
Γυρνάει την πλάτη του στο φως
Γυρνάει το στομάχι του
Τα μέσα έξω
Θέλει να εμέσει
Όλο τούτο τον ωκεανό αγάπης
Θέλει να ελευθερωθεί
Θέλει να απλωθεί, να υπάρξει
Επιτέλους, να υπάρξει!
Και δεν μπορεί…
Είχε κάποτε
Εκείνος που τον έσπειρε
Όλη την Ύπαρξη μέσα του
Και αυτή όπως η οχιά
Κουλουριασμένη στα σπλάχνα του
Περίμενε την κατάλληλη στιγμή
Να τον δαγκώσει
Να τον σκοτώσει
Και να χυθεί ελεύθερη παντού
Έτσι, ακατέργαστη
Έτσι, αμείλικτη…
Ποια δύναμη και ποια ηδονή
Σου έδινε όταν με τυραννούσες;
Πόση γλυκύτητα είχαν τα λόγια σου
Όταν μιλούσες για το παρελθόν…
Κι όταν αναπαυόμουν
Νωχελικά κοντά σου
Έβρισκες την ευκαιρία να με πληγώσεις
Με κείνες τις λέξεις που στέκονταν τόσο πρόθυμα στα χείλη.
Ποια ηδονή και ποιο κουράγιο
Έπαιρνες όταν με τυραννούσες;
Αυτός
Που δεν ακούει πια σε φωνή άλλη
Απ’το ουρλιαχτό του ανέμου
Που δεν έχει άλλες εικόνες
Παρά τα συντρίμματα των ιαχών του
Αυτός είναι ο φονιάς
Και δεν το ξέρει…
Μα ξέρω πια γιατί
Μαντεύω καλέ μου το γιατί
Πόνεσες πολύ και άδειασες
Από στοργή κι ευθύνη
Από συμπόνια και ανοχή
Πόνεσες τόσο
Που θέλησες να γίνει η ματιά σου ένα στερέωμα φωτιάς
Που θα αναλώσει όλα όσα έζησες
κι όλους όσους έζησες μαζί τους
έστω και για μια στιγμή
το ξέρω τώρα
ξέρω τι σου έκλεψε το βλέμμα
τι σου πήρε το φως από τα μάτια
ξέρω τι σε σκοτείνιασε καλέ μου
και ένιωθες καλά μόνο σαν χάιδευες μέσα στην παλάμη σου
εκείνο το μαχαίρι…
Αυτός
Είναι το στερνό πρωινό
Το καταραμένο βράδυ
Αυτός
Είναι η ανάσα και το χάδι
Αυτός
Είναι η ένδεια του ήλιου
Η μαύρη καλοσύνη της νύχτας
Αυτός
Είναι η Ύπαρξη
Και δεν μιλά
Ούτε σωπαίνει
Και δεν αργεί
Ούτε προφταίνει
Είναι η Ύπαρξη
Κι αυτή μονάχα
Είναι…
Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)
της κράτησε το χέρι
και άρχισε να της μιλά
"πολλές είναι οι φορές που στάθηκα αναποφάσιστος
διλημματικός
στον κόμβο ενός Υ
και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ακολουθήσω το δεξί
ή το αριστερό σκέλος...
είχα βλέμμα και για τα δυο
είχα ενέργεια
είχα 'παύση' αρνήσεων
καμιά εσωτερική αντιπολίτευση...
αναρωτιόμουν
πώς επιλέγει κανείς;
πώς 'διαλέγει';
ή ποιος τον διαλέγει
ποιος επιλέγει για λογαριασμό μας;
ήρθε η μέρα που
άκουσα και κάτι... καινούργιο
κάτι παράξενο, κάτι πρωτόφαντο
έναν... παφλασμό...
κάτω απ'τα πόδια μου...
λες και το έδαφος έβραζε
λες και η γη ετοιμαζόταν να υγροποιηθεί
να γίνει μια ρευστή απεικόνιση της αντίληψης...
μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας...
φοβήθηκα...
κι ύστερα
σαν από κάποιο μεγα-προβολικό μηχάνημα
τον... είδα
έτρεχε, υπέροχα αφρισμένος
μπροστά μου
κάτω μου...
ένας ποταμός!
από πού ερχόταν;
πού πήγαινε;
το συναίσθημα δεν ήταν απλά λυτρωτικό
ήταν μια διάνοιξη όλης της ύπαρξης
μέθεξη!
λες και υπήρχαν χιλιάδες μικροσκοπικά άλογα
που οι χαίτες τους ανέμιζαν
τα νερά του κάλπαζαν μπροστά...
και ακολουθούσαν την πορεία
που θα έπαιρνα
έτσι κι αλλιώς!"
"και... τι έγινε μετά;" τον ρώτησε
"δεν κράτησε πολύ τούτη η εμπειρία
κράτησε ίσως όσο μπορούσα να την αντέξω...
κατάλαβα...
αντιλήφθηκα...
τούτη είναι η αληθινή μύηση
να δεις κάποτε
να αξιωθείς να δεις
τον δικό σου υπόγειο ποταμό
να τον ακούσεις
να τον υποδεχτείς
να μην τον φοβηθείς!
εκεί
το Μέγα Αρσενικό που βρυχάται την διαιώνιση
εκεί
το Αιώνιο Θηλυκό που γονιμοποιεί το Άπειρο
εκεί όλες οι πρωτοπηγές του παραδείσου
εκεί όλες οι Υγρές Φωτιές της κόλασης
εκεί όλο το διανόημα του γνωστού
και τα κατηγορήματα της σκέψης
εκεί ο μελαγχολικός στοχασμός του φιλοσόφου
η ανάσα του ποιητή
καθώς αφουγκράζεται το είναι του
εκεί
η περιπέτεια του ασκητή
στο απειροδιάστατο κελί του
εκεί
και το μοναχικό τραγούδι των αδελφών μας βάρδων
που κανείς ποτέ
δεν συγκρίθηκε μαζί τους
στην αποκοτιά
να προκαλούν το Απρόσιτο...
εκεί ο έρωτας
εκεί το λάθος
εκεί το πρώτο σου φιλί
εκεί ο ρόγχος του τέλους"
σταμάτησε για λίγο
κι ύστερα πάλι είπε...
"ναι...
να τον ακούσεις
να τον δεις!
κι ίσως
ίσως λέω
κάποια μέρα
να έχεις τα κότσια
ολόγυμνος
να βουτήξεις μέσα του
ολόκληρος!"
"κι αν αυτό... αν αυτό σημαίνει..."
"θάνατο;
όχι, δεν έχει τη φορεσιά του θανάτου
όλο αυτό το γιορτάσι...
ζωή
που όλα τα περιέχει
αλλά απαιτεί
το άλμα..."
έτσι της είπε
και έμειναν ώρα σιωπηλοί...