Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2026

Η υπέρβασις του αίματος δια του πνεύματος...

καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ
(Ματθ. 10,36)


Καραβάτζιο, Δείπνο στους Εμμαούς, 1605/1606


Έ
χει σημασία, θεωρώ, οτιδήποτε ακούμε ή διαβάζουμε να τίθεται στις ορθές του βάσεις και να μην σπεύδουμε να βγάζουμε συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα μοιάζουν πολλές φορές με τα κουτσομπολιά της γειτονιάς ή του καφενείου: παρότι εν πολλοίς ανυπόστατα, έχουν καταλυτική δράση και επιρροή στο συναίσθημα, μας πυροδοτούν και μας πολώνουν. Όταν το συναίσθημα πολωθεί, ο νους θολώνει, δεν μπορεί να κρίνει και να διακρίνει. Και μεγίστη και πρωτίστη αρετή, η της διακρίσεως. Όταν αργότερα ‘συνέλθουμε’ και αποκτήσουμε μια σφαιρικότερη και βαθύτερη διόραση και εποπτεία, κατανοούμε ότι είχαμε φερθεί ανοήτως. 
Μέσα από το ιστολόγιο αυτό [κοντά 18 χρόνια πλέον!], ουδέποτε επιχείρησα να θεολογήσω ή ψευδο-θεολογήσω ή, πιστεύω, ουδέποτε προέταξα κάποιον επιτήδειο ‘εξυπνακισμό’ για να τεκμηριώσω σκέψεις και στοχασμούς. Απλώς κατέθεσα και καταθέτω πάντοτε αυτούς τους στοχασμούς όσο πιο ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Έχει την αξία του αυτό που προ-σημειώνω διότι υπάρχουν έγκριτα και δόκιμα ιστολόγια θεολόγων και θεολογούντων και μελετητών και ερευνητών στα οποία αν ανατρέξει κάποιος μπορεί να ωφεληθεί τα μέγιστα. Το ίδιο συμβαίνει όμως και κατ’αντίθετη φορά. Δεν υπάρχουν λίγα ιστολόγια όπου μπορεί κανείς να έρθει ‘αντιμέτωπος’ με ανοησιολογίες, ουδενολογίες και ρηχές αδολεσχίες επί θεμάτων όπου ο ιδεολογικότροφος και εμμονογενής λήρος και το παραλήρημα δίνουν και παίρνουν και οικοδομούν τέρατα και ψεύδη και αθλιότητες.
Προσωπικώς δεν είμαι όμως εναντίος της υπάρξεως και λειτουργίας όλων των ιστολογίων και της αποτύπωσης όλων των ιδεών και σκέψεων και θεωρήσεων. Διότι έτσι πραγματοποιείται η πνευματική ζύμωσις που θεωρώ απαραίτητη για να οδηγηθεί κάποιος στους δικούς του έμπεδους και ευπαγείς συλλογισμούς επί παντός του επιστητού. 
Με αυτό το πνεύμα και σε αυτή την ατμόσφαιρα θα ήθελα να διαβάζονται και όσα γράφω. Και με αυτό το κριτικό πνεύμα να αντιμετωπίζονται. 
Έχει υποστηριχθεί λοιπόν ότι ο Ιησούς ήταν ‘εχθρός της οικογένειας’ και πως μέσα από τα ακόλουθα εδάφια του Ματθαίου, τούτο τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν χρειάζεται ουδεμία ανάλυση ή διευκρίνιση. 

Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν.
ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς·
καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.
Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·

(Ματθ. 10,34-37)

Υπάρχουν πολλές αναγνώσεις όχι μονάχα στα βιβλικά κείμενα, σε οποιοδήποτε κείμενο. Ακόμη και ένα ‘ραβασάκι’, κοινώς ένα ερωτικό σημείωμα, μπορεί να διαβαστεί με οφθαλμούς και προθέσεις τέτοιες που να ανατρέπουν και αναστρέφουν το νόημά του. Η έκφραση ‘σε περιμένω’ μπορεί να διαβαστεί ως ‘ανυπομονώ, φλέγομαι από πόθο να σε δω’, αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως ‘είμαι μεν υπομονετικός αλλά μην αργείς άλλο, μην δοκιμάζεις τις αντοχές μου’. Γράφει εκείνος ‘σε αγαπώ’ κι εκείνη διαβάζει ‘εγώ σε αγαπώ… εσύ;’ Γράφει εκείνη ‘δεν θα υπάρξει ποτέ κανείς άλλος μετά από σένα’ κι εκείνος διαβάζει ‘θα με φορτωθείς για όλη σου τη ζωή και μην διανοηθείς να με εγκαταλείψεις’.
Ξέρω τι σκέφτονται τώρα κάποιοι. Αυτά είναι επιχειρήματα που δεν έχουν σχέση με το προκείμενο. Αποτελούν ελιγμούς απόκρυψης ή εξαπάτησης. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Διότι στη λεγόμενη ‘ψυχολογική ανάγνωση’ υποκρύπτονται σχεδόν όλα τα σφάλματα και οι παρερμηνείες μας μέσα στους αιώνες.
Και τι είναι αυτή η ‘ψυχολογική’ ανάγνωση; Με απλά λόγια, ‘διαβάζω αυτό που είμαι… διαβάζω αυτό που βλέπω… διαβάζω αυτό που ορίζει ο ψυχισμός μου… οι ιδέες μου… το φρόνημά μου… αν είμαι χριστιανός διαβάζω ως χριστιανός… αν είμαι δωδεκαθεϊστής –ας υποθέσουμε ότι έχουμε ιδέα τι σημαίνει αυτό- διαβάζω αναλόγως… αν είμαι αγνωστικιστής, το ίδιο…’ 
Ψυχολογική ‘ανάγνωση’ κάνουμε καθημερινά. Είναι μια παρα-λειτουργία του βλέμματος, έτσι το τοποθετώ εγώ. Κάποιος μού γίνεται συμπαθής επειδή μιλά και φέρεται και κινείται όπως εγώ επιδοκιμάζω. Δεν ‘ακούω’ αληθινά τι μου λέει, δεν με ενδιαφέρει… τον έχω αποδεχθεί και συνεπώς τον εγκρίνω… σε οτιδήποτε. Αν πάλι συμβεί το αντίθετο, τότε δεν έχει σημασία όσα επιχειρήματα κι αν καταθέσει. Εγώ τον έχω απορρίψει και δεν ‘ακούω’ τίποτα.
Η ψυχολογική ανάγνωση, ακρόαση και όραση είναι το σύνηθες. Τα αντιλήμματα των λεγομένων πέντε αισθήσεων –ή έξι ή περισσοτέρων, ας μην το ανοίξουμε τώρα αυτό το κεφάλαιο- μπορεί να είναι ‘αντικειμενικά’ όμως οι ερμηνείες που δίνουμε σε αυτά τα αντιλήμματα είναι δικές μας. Είναι παιδιά του δικού μας ένδον σύμπαντος. Του σύμπαντος των ιδεών, των παραστάσεων, των μορφωμάτων, των συμπλεγμάτων, των όποιων προκαταλήψεων ή προκατασκευασμένων αντιλήψεών μας. Ή μήπως δεν συμβαίνει έτσι;
Είναι εύκολο να ‘καταδικάσει’ κάποιος τα λεγόμενα από τον Ιησού, ο οποίος στα συγκεκριμένα χωρία που παραθέτει ο Ματθαίος, απευθύνεται στους μαθητές Του. Έχει σημασία αυτό. Διότι ο Κύριος απευθυνόμενος στον κλειστό πυρήνα –τον μυητικό Του κύκλο δηλαδή-, απευθύνεται στην νεοϊδρυθείσα και νεοπαγή και αληθινή και μόνη οικογένειά Του. Μια οικογένεια όχι αίματος αλλά πνεύματος.
Κι εδώ αίρεται αμέσως η όποια ‘ψυχολογική’ ανάγνωση είχαμε σπεύσει να κάνουμε. Πολύ άμεσα και απλά. Χωρίς να είμαστε ούτε θεολόγοι, ούτε Καππαδόκες Πατέρες. Αρκεί να κατανοήσουμε μερικά βασικά ζητήματα ορθώς και άρα ορθοδόξως. 
Ο Ιησούς ενιδρύει την πνευματική Του οικογένεια και απευθύνεται λοιπόν στους μαθητές Του. Και εκείνη τη στιγμή προβαίνει στην διάκριση της οικογένειας των μελών εξ αίματος και της μεγάλης δικής Του οικογένειας των μελών εκ πνεύματος και χάριτος. Και αν πράγματι ακούγεται σκανδαλώδες ότι ‘ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ’, δηλαδή ότι αυτοί που πρώτοι θα στραφούν εναντίον σου δεν θα είναι οι ξένοι αλλά οι συγγενείς σου, δεν εμπεριέχει τίποτε το ‘παράξενο ή πρωτότυπο’. Εάν ακολουθώντας τον Κύριο προκαλέσεις την μήνι του πατέρα σου ή της μητέρας σου ή των αδελφών σου, τότε, αυτοί είναι οι εχθροί σου. Γιατί πάνω από την αγάπη σου προς τους βιολογικούς σου γονείς, είναι η αγάπη σου προς τον Δημιουργό σου. Αυτό αποτυπώνει ξεκάθαρα η φράση ‘Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·’. Αν τώρα αυτό σκανδαλίζει, ας σκεφτεί απλά κάποιος ότι οι πρώτοι άνθρωποι με τους οποίους δίνουμε μάχη στη ζωή μας για να μας αποδεχθούν, να αποδεχθούν και να αγκαλιάσουν τις σκέψεις, τις επιλογές και τα θέλω μας, δεν είναι άλλοι από τους γονείς και τους οικείους μας. Ο άγνωστος, ο ξένος, δεν ασχολείται με μας. Δεκάρα δεν δίνει αν θα σπουδάσουμε, αν θα παντρευτούμε ή αν θα μονάσουμε στο Άγιο Όρος. Οι γονείς μας όμως βρίσκονται σε μια διαρκή και καθημερινή τριβή μαζί μας. Και αν αυτοί δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η δική μας ζωή δεν μπορεί να αποτελεί παρακολούθημα της δικής τους, τότε, απλώς, είναι αντι-κείμενοί μας. Είναι απέναντι… με μια άλλη έννοια είναι πολέμιοι και εχθροί μας. Τίποτε πρωτότυπο ή περίεργο ή καινοφανές σε αυτό. Συμβαίνει στις οικογένειες από την αυγή του ανθρώπου.
Αυτή είναι η περίφημη ‘μάχαιρα’ που ήρθε να βάλει ο Ιησούς και τόσο έχει σκανδαλίσει και σοκάρει τους ‘οικογενειολάτρες’ και ψευδο-ηθικολόγους της πεντάρας σε όλες τις εποχές. Ακόμη και σήμερα τούτα τα εδάφια διστάζουν να τα αναλύσουν οι θεολόγοι και οι κήρυκες από άμβωνος για να μην ‘ενοχληθούν’ οι πιστοί. Μα ο Κύριος δεν ήρθε για τους βολεμένους. Δεν ήρθε για να μας βολέψει αλλά για να μας ξεβολέψει. Μπορεί η εικόνα του ‘γλυκύτατου Ναζωραίου’ να θραύεται αλλά γι αυτό δεν ευθύνεται παρά για μια ακόμη φορά η επί αιώνες ‘ψυχολογική’ ερμηνεία των Γραφών. Έχει παραδοθεί και επικρατήσει αυτός ο ‘γλυκύς διδάσκαλος’ και αγνοούμε πως πρόκειται για μια Καθαρή Δύναμη που δεν λειτουργεί συναισθηματικά αλλά εκτελεί το Έργο.
Αυτό όμως αποτελεί περιεχόμενο άλλης ανάρτησης…


ίσως…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2026

Πορεία...

 [κάποιες σκέψεις για την αφήγηση και τη γραφή]

 

Le lecteur  eric drigny

 

Κ

άθε φορά που μιλά κανείς για τη ζωή του, προσκαλεί το θάνατο… κάθε φορά που αφηγείται το βίο του, αναπολεί το παρελθόν, το γεφυρώνει με το παρόν και στοχάζεται το μέλλον, επικαλείται το τέλος του. 

Και κάθε φορά που κάποιος γράφει για τη ζωή του, τα παιδικά του χρόνια, τις αναμνήσεις του, είναι για να ξορκίσει το θάνατο. Έχει έρθει τόσο κοντά του που αισθάνεται το ρίγος στη ράχη του είναι του. Μιλώντας τον έφερε πολύ κοντά του, γράφοντας προσδοκά να τον… αναχαιτίσει… να τον ξαναστείλει σε ένα αδιόρατο ‘κάποτε’…

Τούτη η διαλεκτική δεν είναι παράξενη. Κάθε γεγονός ζωής είναι και γεγονός θανάτου. Δεν γίνεται διαφορετικά. Κάθε υπαρκτικό γεγονός εμπεριέχει και τις δυο διαστάσεις, του είναι και του μη-είναι ή αν θέλουμε να το πούμε αλλιώς, του όντος και του μη-όντος. Η ύπαρξη και η ανυπαρξία διυπάρχουν σε μια ατελεύτητη διαλεκτική και τούτο δεν σταματάει ούτε μπορεί να αλλάξει ποτέ.

Μιλώντας και αναστοχαζόμενοι, ενθυμούμενοι και αφηγούμενοι τείνουμε να ολοκληρώσουμε μια πορεία. Γράφοντας κάνουμε το αντίθετο. Παίρνουμε την απόσταση από το τέλος. Θέλουμε να ανακτήσουμε την εποπτεία, να ξαναπάρουμε τα γκέμια στα χέρια αν και ποτέ δεν κρατούσαμε γκέμια… είχαμε την ψευδαίσθηση όμως…

Μιλώντας, ξεχνιόμαστε, αφηνόμαστε και το άνυσμα επιταχύνει την πορεία του προς τον στόχο. Γράφοντας, κάποιος ‘άλλος’ αναλαμβάνει τον έλεγχο, η ολίσθηση προς το τέλος ‘επιβραδύνεται’, οι ελευθερίες του ταξιδιού δεσμεύονται…

Δεν μας αρέσει η διαδικασία του ελέγχου αλλά είναι σημαντική. Προτιμούμε την ολίσθηση, το γλίστρημα ανάμεσα στις εποχές, τους ανθρώπους, τις αναμνήσεις. Έτσι όμως εγκαταλείπουμε τον έλεγχο των όρων μετάβασης. Κι αυτό μας οδηγεί σε έναν μη-τόπο… 

Και οι δυο δράσεις ενέχουν την αλήθεια και το ψεύδος του κόσμου που τις περιέχει. Γιατί αυτός τις γεννά και αυτός τις ορίζει. 

Μα ετούτο είναι ζήτημα κάποιας άλλης ανάλυσης…

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2026

Ο τρελός των τρελών και η ενηλικίωση του βλέμματος...

 

Η λογική είναι υπερβατική

Ludwig Wittgenstein,  Tractatus Logico-Philosophicus


Θ
έτω το ερώτημα… να πω, τα ερωτήματα… και τα θέτω καθώς τα στοχάζομαι και για να τα ακούω, να τα νιώθω, να με διαπερνούν, να μην ησυχάζω… όταν θέτεις το ερώτημα είναι γιατί δεν ησυχάζεις… και δεν ησυχάζεις γιατί δεν σε αναπαύουν οι ‘απαντήσεις’… δεν σε ενδιαφέρουν κάποιες απαντήσεις… εκείνο που σε πονάει είναι το ίδιο το ερώτημα και ο φόβος πως ό,τι και αν ‘ανακαλύψεις’ ως απάντηση είναι κι αυτό ένας ωραίος ελιγμός… να μπορείς να το βλέπεις τουλάχιστον… τούτο θεωρώ ως ‘ενηλικίωση’… την εποπτεία… η εποπτεία είναι η ενηλικίωση του βλέμματος… πάει να πει δεν μπορώ να κρυφτώ… δεν μπορώ και πλέον δεν θέλω να κρυφτώ… όλο μου το είναι φωνάζει ‘κρύψου’… σε όλη σου τη ζωή μαθαίνεις να κρύβεσαι… ώσπου στο τέλος βαριέσαι, δεν αντέχεις άλλο να κρύβεσαι… ο εαυτός γνωρίζει, ο οργανισμός γνωρίζει, το είναι γνωρίζει… από πού να κρυφτείς και γιατί πλέον;
Όταν γνωρίζεις δεν μπορείς να κρυφτείς.
Τι είναι αυτό που μάς μικραίνει; Ρωτάω λοιπόν, ξεκάθαρα, όσο πιο ξεκάθαρα αντέχω, τι είναι αυτό που μάς κρατάει μικρούς, μαραζωμένους, συρρικνωμένους; Γιατί δεν απλωνόμαστε, γιατί δεν ανοίγουμε φτερά, γιατί δεχόμαστε αυτόν τον καθημερινό θάνατο; Τι είναι αυτό που μάς έχει πείσει ότι είναι προτιμότερο το μερικό, το μικρό, το λίγο; Γιατί είμαστε χαμηλότερα από εκεί που αξίζουμε; Γιατί επιτρέπουμε σε άλλους να ορίζουν το δικό μας ύψος; Γιατί ανεχόμαστε να μάς στενεύουν, να μάς περιφράσσουν, να μάς προσαρμόζουν; Γιατί δεχόμαστε να είμαστε αριθμοί, νούμερα, δείγματα, μέσοι όροι; Πώς το επιτρέψαμε κάποτε αυτό; Πώς το παραχωρήσαμε κάποτε αυτό σε όποιους; Πώς το καταδεχθήκαμε; Γιατί; Τι πήραμε ως αντάλλαγμα γι αυτή την εκπόρνευση των ονείρων μας; Ασφάλεια; Χρήματα; Το αύριο; Το κάποτε στο αύριο; Το ποτέ; 
Γιατί γίναμε εκτροφείς δειλών ονείρων, μικρών θεών, ασήμαντων εαυτών;
 Ο άλλος δρόμος θα πει κάποιος, είναι η ρήξη, η στάση, η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος δεν είναι η ρήξη. Ούτε η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος είναι η αξιοπρέπεια. Και δεν είναι ‘άλλος’ δρόμος. Είναι ο μόνος δρόμος. Αν δεν μπορείς να έχεις εποπτεία των εννοιών σημαίνει μηδενική διάκριση. Ο άλλος δρόμος απαιτεί την ενηλικίωση. Δεν θέλουμε να ενηλικιωθούμε. Γιατί ενηλικίωση του βλέμματος σημαίνει πως έχω επίγνωση πως είμαι υπόδουλος και δεν αντέχω να είμαι υπόδουλος. Προτιμώ να μην ενηλικιωθώ. Προτιμώ να είμαι χωμένος στη ημισκότεινη γωνιά μου, να ‘κάνω τη δουλειά μου’, να μην ενοχλώ κανέναν, κυριότερα, να μην με ενοχλεί κανένας. Να είμαι διαρκώς και πάντα αφανής και αθέατος. 
Θα πει κάποιος υπάρχει και το ‘λάθε βιώσας’… ‘έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά’… τούτο είναι μια ‘στάση’… το γνωρίζω… το δοξολογώ κι εγώ και το λιβανίζω… μα τα οχυρωματικά έργα απέναντι στον άλλο δεν σημαίνει να πεθάνεις οχυρωμένος… η στάση αυτή αφορά τη θωράκιση απέναντι στη χυδαιότητα, την ευτέλεια, τη φτήνια. Λάθε βιώσας αν σημαίνει την απόδραση από τη ζωή για να μην ‘μολυνθείς’ απ’τη ζωή τότε αυτό δεν είναι στάση… είναι θάνατος. Πάει και τέλειωσε. Πες καλύτερα ότι θέλεις να πεθάνεις. Είναι πιο τίμιο. 
Όμως, επιμένω, γιατί το κάνουμε; Γιατί έχουμε γίνει τόσο ‘εύκολοι’, τόσο ‘διαχειρίσιμοι’, τόσο δειλοί; Δεν με πείθει καμιά εύκολη απάντηση, καμιά διαφυγή στο πεπερασμένο των επιλογών ή στην αφοσίωση στο εγώ που καταπίνει σαν μαύρη τρύπα και την εσχάτη ικμάδα αντίστασης. Ο έχων εποπτεία δεν μπορεί να εξαγοράζεται τόσο εύκολα από τέτοια ‘καθρεφτάκια’ και ‘χαντρούλες’ που έδιναν κάποτε οι ελεεινοί κονκισταδόρες στους αφελείς ιθαγενείς των νέων κόσμων που ‘ανακάλυπταν’. 
Και πώς καταδέχεσαι να εξαγοράζεσαι από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε νόμισμα;
Θέτω τα ερωτήματα και ιχνεύω απαντήσεις… αναδύονται κάποιες, μού είναι φτηνές και φτενές δικαιολογίες, δεν τις δέχομαι, τις πετάω στα σκουπίδια.
Είναι ζήτημα ‘παιδείας’ λένε κάποιοι. Αυτή είναι η κλασική γεροντική μουρμούρα. Όλοι οι δύοντες οργανισμοί μισούν τους ανατέλλοντες. Από αρχή εμφάνισης του ‘ελλόγιμου’ είδους στον πλανήτη. Όσο είμαι νέος και ακμαίος και δυνατός δεν με ενδιαφέρει η ‘παιδεία’. Με ενδιαφέρει να ζήσω. Μπορεί να μην ξέρω πως αλλά θέλω να τρυγήσω τη ζωή. Θέλω να είμαι άτακτος, απειθάρχητος, ‘ανήλικος’. Όταν γεράσω τα ρίχνω όλα στην ‘έλλειψη παιδείας’ και κουνάω το κεφάλι μου. Τα ίδια μού έλεγαν κι εμένα οι δικοί μου και τα ίδια έλεγαν και σε κείνους οι δικοί τους γονείς. Ο Σωκράτης κάποτε κατηγορήθηκε πως διέφθειρε τους νέους. Ο Αλέξανδρος κάποτε κατηγορήθηκε από τους συντρόφους του ότι δεν σέβεται τον πατέρα του και κάνει ‘τα δικά του’. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ούτε ως φάρσα ούτε ως αστείο. Επαναλαμβάνεται, πάει και τέλειωσε [δεύτερο του είδους].
Μα έστω να το δεχθώ… η παιδεία δεν είναι αυτή που ‘θα έπρεπε’, η εκπαίδευση είναι ένα ‘μπάχαλο’, τίποτε δεν λειτουργεί και υπάρχουν, όπως πάντα οι ολίγιστοι διδάσκαλοι, οι φωτισμένοι λειτουργοί που αγαπούν τα παιδιά, τη γνώση, τη δουλειά τους… φυσικά είναι όλα ‘ζήτημα παιδείας’… όμως δεν ενηλικιώνεσαι μονάχα πεπαιδευθείς… κι αν ενηλικιώνεσαι δεν αλλάζεις… δεν έχεις μεγαλύτερη ορμή να αλλάξεις τη ρότα που κάποιοι άλλοι σού χάραξαν, δεν έχεις την απαίτηση να δεις έναν άλλο ήλιο, δεν διεκδικείς το όνειρο, δεν οργίζεσαι απέναντι στο άδικο, δεν αρνείσαι πια να είσαι ένας ‘καλός πολίτης’ που αγαπά την πατρίδα του και δεν ‘πειράζει ούτε μυρμήγκι’ ενώ την ίδια στιγμή όλοι οι από πάνω ασελγούν και στο σώμα σου και στο σώμα των αγέννητων ή γεννημένων παιδιών σου… 
Δεν είναι η απάντηση η χωλή παιδεία, η ανεπαρκής παιδεία…
Κάποιοι λένε πως η απάντηση είναι η ψυχική υγεία… είμαστε η ανθρωπότητα των καταθλιπτικών ανθρώπων… δεν μάς εμπνέει τίποτε πλέον, δεν μάς ‘φουσκώνει’ τίποτε, δεν μάς συναρπάζει τίποτε… είμαστε η ανθρωπότητα των πληκτικών και βαριεστημένων ανθρώπων… Σε κάποια συντροφιά, από κάποια κοπέλα στα 27 της άκουσα ‘θέλω να κάνω ένα παιδί… πλήττω’. 
Το τελευταίο ‘κοινό όραμα’ της ανθρωπότητας προσεληνώθηκε πριν από μισό αιώνα περίπου και από την επομένη σχεδόν κιόλας αρχίσαμε να χασμουριόμαστε. ‘Κατακτήσαμε’ τη σελήνη… και λοιπόν; Και τι έγινε; Τι άλλαξε; Πόσο πιο ευτυχισμένοι, πιο πλήρεις, πιο ισορροπημένοι γίναμε; Βάλαμε ένα στοίχημα με τον εαυτό μας και το κερδίσαμε… ξοδέψαμε ένα τάνκερ λεφτά και τα καταφέραμε… πέρα που για πολλούς ήταν κι αυτό μια σκηνοθεσία… δεν το λογαριάζω… τα καταφέραμε… στις εξωτερικές δράσεις ήμασταν πάντα πολύ καλύτεροι… και στον Άρη θα φτάσουμε κάποτε και τον Γαλαξία όλο θα διατρέξουμε… και λοιπόν; Πήγαμε την κατάθλιψή μας ως τη σελήνη και τη φέραμε πίσω… το να την πάμε βόλτα και ως τις εσχατιές του σύμπαντος ποια η διαφορά;
Γιατί όμως είμαστε καταθλιπτικοί; Γιατί δεν νοηματοδοτεί και σημασιοδοτεί τίποτε τη ζωή μας; Γιατί είμαστε τόσο αυτοκαταστροφικοί;
Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι κοινωνιολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι θεολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι ψυχίατροι απαντούν συνήθως με φάρμακα. Δεν κοιμάσαι καλά; Πάρε αυτό… Έχεις νοσηρές σκέψεις; Πάρε αυτό… Έχεις ενοχές, σε ελέγχει ο εαυτός σου, έχεις επιθετικότητα, δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν; Πάρε αυτό, σε συνδυασμό με αυτό και λίγο απ’αυτό… 
Όμως ούτε η θρυμματισμένη ψυχική υγεία είναι η απάντηση.
Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που πιστεύουν πως έχουμε πάρει την κάτω βόλτα επειδή τάχα είμαστε υπερβολικά ναρκισσικοί. Με δυο λόγια φταίει το εγώ. Το υπερτροφικό εγώ. Έχει γίνει του συρμού άλλωστε που σε πιάνει ναυτία. Το εγώ να γίνει εμείς. Κι άλλες τέτοιες ‘ποπ’ ψυχολογικίζουσες αδολεσχίες της πεντάρας… Από τη μια δοξολογούν τις υγιείς σχέσεις και από την άλλη υμνωδούν την αυτοπραγμάτωση… πάει να πει, να παντρευτούν δυο κολοσσιαία εγώ που να μην χωρούν στο διαμέρισμα και να πρέπει να ‘ενιδρύσουν’ και υγιή σχέση… και αν δεν σκοτωθούν στο πρώτο εξάμηνο και κάνουν και παιδιά, Κύριος οίδε τι πρόκειται να ζήσουν κι αυτά τα έρμα με τέτοιους γονείς που ‘αυτοπραγματώθηκαν’ μεν αλλά… μόνοι τους… με άλλες σχέσεις… με ελεύθερες επαφές… ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, αυτονομημένοι… λέξεις και πάλι λέξεις που γεμίζουν ‘ενδιαφέροντα βιβλία’ που αντί να τα πετάει ένα αόρατο χέρι σε κάποιο αποθέτη του σύμπαντος, τα παρουσιάζουν τιποτολόγοι εκδότες και σκουπιδολόγοι συγγραφείς με ύφος εκατό καρδιναλίων… άλλη μια σειρά εκατοντάδων σελίδων για πολτοποίηση…
Δεν ευθύνεται όμως ούτε ο αυξημένος ναρκισσισμός του μετα-νεωτερικού ανθρώπου…
Ξαναγυρίζω στην αρχή γιατί κάποιος θα πει ή θα σκέφτεται, ‘τελείωνε θέλω να δω το ματς’, ή ‘θα φτάσεις κάπου ή να πάμε για ύπνο;’ Ή και χειρότερα. Το δηλώνω από τώρα, δεν θα φτάσω κάπου… απλά γράφω… κι αν φτάσω τι σημασία έχει; Πάλι ετεροπροσδιορισμός; Από μένα περιμένει κάποιος να φτάσω κάπου για εκείνον; Δηλαδή γύρω γύρω όλοι και στη μέση η χοντρή κολώνα όπως στο τρελάδικο του ‘Εξπρές του Μεσονυχτίου’ για όσους έχουν δει την ταινία. Ο ‘τρελός’ εκεί δεν ήταν αυτός που γυρνούσε αενάως και ασκόπως γύρω απ’την κολώνα αλλά αυτός που γυρνούσε κόντρα στο ρεύμα των άλλων… ο τρελός των τρελών είναι μάλλον λογικός…
Γυρνώ το λοιπόν στην αρχή… τι είπα στην αρχή… για την ενηλικίωση, την εποπτεία… να παρατηρείς τις δράσεις σου, να έχεις επίγνωση του τι γίνεται μέσα σου, να μην σε ‘αιφνιδιάζει’ ο εαυτός σου, εσύ να τον αιφνιδιάζεις… να μην σε κοροϊδεύει ο εαυτός σου, εσύ να τον κοροϊδεύεις.
Κι ο εαυτός επειδή γνωρίζει σε χλευάζει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες. Ξέρει την κυκλοτερή αδιέξοδη και ατέρμονη κίνηση… την ξέρει καλά και καγχάζει κάθε προσπάθεια να ‘φτάσεις’ κάπου, να ‘πραγματώσεις’ κάτι. 
Ο χριστιανός έχει ως πρότυπο τον Χριστό. Άλλος ένας ετεροπροσδιορισμός. Μιμητές μου να είστε όπως εγώ του Κυρίου, λέει ο σκηνοποιός από την Ταρσό. Μην ψάχνεις τον δικό σου δρόμο, πάει να πει, υπάρχει δρόμος. Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή… το είπε κι αυτό Εκείνος. Άρα για τον χριστιανό δεν υπάρχει σπαζοκεφαλιά και τώρα που διαβάζει κουνάει το κεφάλι του και γελάει. Άλλος τον βρήκε τον δρόμο κι εγώ ακολουθώ λέει και δεν γνοιάζεται. Κι εγώ λέω πως ο Διδάσκαλος δεν είναι διδάσκαλος αν δεν αποτελεί μαγκούρα που τώρα την έχεις κι αύριο θα την πετάξεις για να αρχίσεις να περπατάς μονάχος σου. Φαντάζομαι τον Ιησού να κατεβαίνει μετά από αιώνες κι αντί για Δευτέρα Παρουσία να τα έχει πάρει πολύ άγρια γιατί δεν λένε να τον αφήσουν στην ησυχία Του. ‘Μαγκούρα ήμουν, αφήστε με επιτέλους, ποδάρια έχετε, περπατάτε!’, Τον ακούω να λέει έξαλλος.
Άλλη μια ενηλικίωση εδώ. Πνευματική. Να είσαι χριστιανός αν θέλεις κι ό,τι θέλεις να είσαι. Αλλά χωρίς μαγκούρες αδελφέ μου. Ποδάρια έχεις, περπάτα!
Πάλι στην αρχή.
Πάντα στην αρχή.
Ο τρελός των τρελών… αυτό μου μοιάζει για κλειδί…
Ή άρνηση στην ενηλικίωση… αυτό μού μοιάζει για δρόμος.
Πώς το μπορείς, πώς το καταφέρνεις, πως το επιτυγχάνεις;
‘Γίνε ο εαυτός σου’, λένε οι σοφοί, οι σπουδαίοι, οι μεγάλοι.
‘Πραγμάτωσε τον εαυτό σου’, λένε αυτοί που ξέρουν για μένα αντί για μένα.
Ο τρελός των τρελών όμως ακούει και γελάει και πάει ενάντια στη ροή… οι άλλοι πάνε δεξιόστροφα αυτός πάει αριστερόστροφα. 
Όλοι πάνε στο βορρά αυτός πάει στο νότο.
Όλοι πάνε στις εκβολές αυτός αναζητά την πηγή.
Όλοι αναζητούν το φως και ανοίγουν τα παράθυρα, αυτός νιώθει πως παράθυρο είναι αυτός και μονάχα αυτός μπορεί να ανοίξει και να κλείσει… όταν θέλει, όπως θέλει… αν το θέλει…
Όλοι φοβούνται τη σκιά τους… αυτός πιάνει το βουκεφάλα εαυτό του, στρέφει την πλάτη του στον ήλιο και χαμογελάει…
Ο τρελός των τρελών…
Πιάνει τα χάμουρα του α-λόγου εαυτού του και αρχίζει να καλπάζει… που; Δεν ξέρει; Για πόσο; Δεν τον ενδιαφέρει…
Ποιος είναι;
Αρνείται να ονοματίζει πια… να ορίζει, να περιορίζει, να αιχμαλωτίζει, να εγκλωβίζει…
Αρνείται να είναι ή να μην είναι…
Είναι ελεύθερος;
Ποιος ξέρει…
Είναι τρελός… έτσι λένε όλοι…

Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2026

Ενδοχώρα

 

  


Ο Κήπος της Τρυφής

Δεν υπήρξε Ημέρα που να γεννηθεί χωρίς την προσδοκία της Νύχτας.
Μέσα από την Ημέρα ψηλαφούμε τα ίχνη Σου.
Μέσα από τη Νύχτα φιλοτεχνούμε το μύθο Σου.
Ο ημέριος λογισμός μας μοιάζει με διστακτικό βηματισμό νηπίου προ της στερέωσής του.
Ο νύχτιος λογισμός έγινε η αναπνοή του είναι μας.
Την ημέρα δεν ακούμε την καρδιά μας καθώς ο νους φωνασκεί και επαίρεται. Θορυβεί και μεγαλαυχεί.
Τη νύχτα συντονίζουμε όλοι τους παλμούς της καρδιάς μας. Και κλείνουμε μέσα μας τις ατμώσεις του είναι μας.
Τις ημέρες καταστέλλουμε τα πάθη και ονειρευόμαστε το αεί.
Τις νύχτες φορούμε το μανδύα της σάρκας μας και οργώνουμε το νυν.

Είμαστε μια αδελφότητα.
Ό,τι έχουμε είναι κοινό.
Ό,τι βλέπουμε είναι κοινό.
Ό,τι αγνοούμε είναι κοινό.
Είμαστε η νεοπαγής κοινότητα των πρώτων ανθρώπων που ιχνεύουν το δικό Σου βλέμμα πάνω στο χώμα, στις σκιές των δέντρων, το μουρμουρητό των ποταμών, τις κατεβασιές των ανέμων, τις πτυχώσεις του ήλιου πάνω στο ίδιο μας το σώμα.
Είμαστε κι εμείς ένα μεγάλο σώμα. Πορευόμαστε όλοι μαζί, δαπανούμε το αχνιστό μας αίμα, λογιζόμαστε το σπέρμα μας, φοβόμαστε το πέρας αυτής της διαδρομής.
Θα είναι σύντομη;
Θα είναι μεγάλη;
Θα είναι επώδυνη;
Θα είναι μάταιη;

Ζούμε φιλοξενούμενοι στον Κήπο Σου.
Όλα είναι όμορφα εδώ και όλα άγνωστα. Εμείς τα ονοματίζουμε την κάθε μέρα και επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας τα ονόματα τις νύχτες.
Όλα είναι πλούσια εδώ.
Όλα δικά μας.
Και όλα δάνεια.
Όλα για μας.
Και όλα ξένα.
Ο Κήπος αυτός υπήρξε το λίκνο μας.
Δίχως εμάς όμως είναι απλά ένας ολάνθιστος τάφος.


Αυτανάφλεξη

Το ξέραμε, το νιώθαμε, το έφερνε ο αέρας στα ρουθούνια μας. Κάτι άλλαζε. Κάτι νέο γεννιόταν. Κάτι διαφορετικό.
Όχι έξω από μας.
Μέσα μας.
Τα σωθικά μας έβραζαν από καιρό. Οι καρδιές χτυπούσαν διαφορετικά και συντονίζονταν μυστικά και αθέατα. Όλα συμμετείχαν σε αυτό.
Όλα.

Ήρθε το πρωινό που συνέβη η πρώτη ανάφλεξη.
Ακολούθησε η επόμενη κι έπειτα όλες οι άλλες.
Δεν έμεινε κανείς αμέτοχος στο φαινόμενο. Κανείς δεν το αρνήθηκε, κανείς δεν το απέρριψε, κανείς δεν το απεμπόλησε.
Μας σάρωσε μια πύρινη θύελλα που γέννησαν τα έγκατά μας.
Και μας έκαψε.
Κάποιοι δεν άντεξαν. Απανθρακώθηκαν, έγιναν ολοκαυτώματα, είδαμε την πυρρά τους να υψώνεται στον ουρανό.
Δεν πέθαναν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
Είχες απαγορέψει το θάνατο.
Έσβησε όμως το πνεύμα τους.
Θόλωσε το φρόνημά τους.
Μολύνθηκε το νερό που ποτίζει τις ψυχές τους.

Οι περισσότεροι επιβίωσαν.

Νέοι άνθρωποι γεννηθήκαμε μετά απ’όλο τούτο.
Πιο δυνατοί.
Σκεπτόμενοι.
Πιο συμπαγείς.
Ανάλγητοι.
Οι αισθήσεις μας οξύνθηκαν.
Οι λογισμοί μας εκλεπτύνθηκαν.
Έχουμε ερωτήματα.
Έχουμε λέξεις.
Έχουμε αφηγήσεις.
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε ανησυχία.

Όλα τούτα είναι αληθινά;
Ή είναι απλά μια πελώρια πλάνη;
Υπάρχεις;
Υπάρχουμε;
Ή ως και το είναι αποτελεί μια λαίλαπα πλάνη;

Πέρα από την ακτή που μάς άφησες μια μέρα, τώρα γνωρίζουμε πως υπάρχει και ενδοχώρα.


Η Μέθεξη του ΑντιΚειμένου

Κάποτε θα γινόταν.
Τώρα το γνωρίζουμε. Μετά τη σπλαχνική και συνάμα τραυματική ανάφλεξη, το γνωρίζουμε.
Κάποτε θα συνέβαινε.

Δεν ήμασταν μόνοι μας στον Κήπο. Αυτό ήταν το πρώτο Σου ψέμα.
Μαζί μας ζούσε και ο ΑντιΚείμενος.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι στον Κήπο. Αυτό ήταν το δεύτερό Σου ψέμα.
Δεν είχαμε Βλέμμα. Κι αυτό ήταν το τρίτο Σου ψέμα.

Τους πρώτους που επισκέφτηκε ο Έρπων ήταν οι ονειρευτές. Στοίχειωσε τον ύπνο τους, λέρωσε τα αγγίγματά τους, μόλυνε τα όνειρά τους.
Τον ερωτεύτηκαν.
Έπειτα επισκέφτηκε τα παιδιά. Έπαιξε μαζί τους σκοτεινά παίγνια, χώθηκε στην καρδιά τους, συντάραξε τα θεμέλιά τους.
Τα γοήτευσε.
Ύστερα μόχλευσε τους πρεσβυγενείς από όλες τις οικογένειες. Αυτοί θα αντιμάχονταν πλέον εις το διηνεκές για τα πρεσβεία ανάμεσά μας.
Τους εξαγόρασε.
Κι έπειτα μίλησε μέσα από τα στόματα των διδασκάλων και τα τραγούδια των γυναικών. Και η φωνή του έγινε σεβαστή, μεθεκτή, το τραγούδι του πλημμύρισε το είναι μας.

Μας δηλητηρίασε όλους με βούληση, διεκδίκηση, φιλοδοξία.
Μας μέθυσε με οράματα ελευθερίας.
Μας αποκάλυψε το Βλέμμα.
Μας αποκάλυψε το Θάνατο.

Όταν μπορούσαμε πια να δούμε, να μετρήσουμε, να κατανοήσουμε την ιερή γεωμετρία, την αρχαία τάξη, τον Μυστικό Σκοπό, είχε σημάνει η δική μας ώρα.

Φεύγουμε από δω. Τούτος ο κόσμος δεν μας ανήκει. Τούτος ο Κήπος δεν είναι δικός μας. Τον ετοίμασες για μας όμως δεν τον αισθανθήκαμε ποτέ δικό μας.
Μας τον παραχώρησες όμως μας ήθελες τυφλούς και άβουλους.
Μας τον δώρισες όμως δεν μας εμπιστεύτηκες τα κλειδιά του.
Τον δημιούργησες για εμάς. Όμως δεν το έκανες από αγάπη.
Από μοναξιά το έκανες.
Από απέραντη, άχρονη, αβάσταγη, απλήρωτη, ανείπωτη μοναξιά.
Και μας έπλασες αθάνατους για να μην σου λείψουμε ποτέ.


Έξοδος

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Εσύ παραμένεις πάντα εν σιγή.
Στην ιερή σιγή Σου ανιχνεύουμε τον πρώτο μας έρωτα.
Όμως όχι και τον τελευταίο.
Στην ιερή σιγή Σου ενδοσκοπούμε τη γέννησή μας.
Όχι όμως και το θάνατο.
Στην ιερή σιγή Σου στοχαζόμαστε τις πρωταυγές της ύπαρξης.
Όχι όμως και το λυκόφως του βίου.

Δεν μας διώχνεις Εσύ.
Αισθανόμαστε πως συμβαίνει το αντίθετο.
Θέλεις να παραμείνουμε στον Κήπο Σου.
Θέλεις να είμαστε εδώ, κοντά Σου.
Θέλεις να μας νιώθεις πλησίους στο βλέμμα Σου.
Για πάντα.

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Φεύγουμε αυτοθέλητα.
Δεν φεύγουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε μακριά Σου.
Φεύγουμε γιατί θέλουμε να πεθάνουμε.

Γιατί θέλουμε να μπορούμε να πεθαίνουμε…

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2026

Γραώδεις μύθοι


 

Ε

ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ! 

Κι όμως υπήρξε!

Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!

Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους. 

Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι. 

Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.

Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].

Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’. 

 

Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

 

Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.

Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.

 

Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!

 

Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.

 

Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.

 

Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!

 

Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…

 

Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…