Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2026

Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες...

 

 
 

Π

ΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ –ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΑΓΜΑΤΟΣ, ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα σε μια δυναμική σύνθεση που δεν γνωρίζει χρόνο κι έτσι το πριν χρόνια πες πως είναι πριν δέκα λεπτά και δεν θα έχεις πέσει έξω- είχα κάνει μια ανάρτηση με τίτλο Άγνωστοι ως το τέλος. Τη διαβάζει όποιος έχει το κέφι και προσανατολίζεται. Δεν την διαβάζει και πάλι το ίδιο είναι. 

Έρχονται το λοιπόν τα πράγματα κάποιες φορές έτσι που δεν θέλεις να δικαιώνεται καμιά από τις ΜΜΑ (Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες) που η ίδια η ζωή και το καθημερινό βίωμα μέσα από τις Συμπληγάδες σου διδάσκει –δεν το ξέρουμε αλλά κάθε πρωί που ξυπνάμε στην από δω πλευρά του ποταμού, έχουμε περάσει για μια ακόμη φορά με επιτυχία, έστω και στο ‘τσακ’ από τις Συμπληγάδες… και τούτο κάθε μέρα, χωρίς σταματημό, χωρίς έλεος… ώσπου να έρθει εκείνη η μέρα που… μα, δεν είναι το θέμα μου αυτό… 

Και λες, δεν θα ήθελα να δικαιωθώ για έναν άνθρωπο που πορευόμαστε μαζί, χρόνια τώρα αμέτρητα και αναρίθμητα μα εδώ και πάλι έρχεται κάποιος να σε αγριοκοιτάξει σα να σε ρωτάει: ‘Μαζί; Πότε κάνατε αληθινά μαζί έστω και εκατό μέτρα από τα αμέτρητα χιλιόμετρα του βίου;’ 

Να είναι έτσι λοιπόν και όχι αλλιώς αλλά και πάλι λέω, οφείλει να είναι κανείς επιεικής με τον άνθρωπο, τι διάολο, ακούω τον διδάσκαλο από μια μεριά με την ωραία και ζεστή φωνή που την ακούς και η ψυχή θέλει να βγει απ’το σώμα, ο ‘άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα στο σύμπαν’. Μην τον δικάζεις τον καλό σου φίλο, μην δικάζεις κανέναν, μην κρίνεις γιατί όπως μετράς τους άλλους θα αντιμετρηθείς… ναι, λόγια του Ενός που πάτησε στη γη και τα ίχνη Του ακόμα μοσχολβολάνε αιωνιότητα και φως… και για να μην ξεχνάμε το ελεεινό μας μέγεθος, Τον σταυρώνουμε κάθε μέρα, με σαδισμό και ηδονή για να μάθει να μην δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους και προσωπικότητες… εμείς για άλλα πράγματα μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ και άλλα μας δώσατε… εμείς να φάμε θέλαμε και έναν αφέντη να προσκυνάμε και ο νέος ιδιοκτήτης της αλυσίδας μας ανακοίνωσε ότι μας θέλει ελεύθερους και ωραίους. Ε, τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις; 

Κι έρχομαι ξανά στο θέμα μου μετά την παρεκβασούλα αυτή που είχε ολίγον άρωμα από Φίοντορ… 

Μα δεν μπορώ να μην γυρνώ γύρω γύρω από τον πάσσαλο και να μην αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο κακόμοιρους και μικρομπακάληδες της γειτονιάς –που δεν υπάρχουν πλέον-, τι μας συρρικνώνει τόσο που εξαφανιζόμαστε πίσω από μικροπολιτικές συμπεριφορές και μικρο-υπολογισμούς ενώ κάποτε κάναμε γενναίες πτήσεις στα στερεώματα της φιλίας και της ανοιχτοσύνης;…

Δεν γράφω για να δικάσω κανέναν ούτε για να ξεφορτωθώ τις σκέψεις μου, καθώς θα έλεγε και ο Φρειδερίκος, αλλά για να δω πως ‘ακούγονται’ και πώς ‘διαβάζονται’ αυτές οι σκληρές λέξεις, αυτές οι Μελαγχολικές Αλήθειες… και τι γεύση έχουν… τι μένει στον οισοφάγο της ύπαρξης και στον ουρανίσκο του είναι… κάτι που δεν έχει διάρκεια θα πει κανείς, μάζευτα και δρόμο, λέω και πάλι εγώ, ό,τι ποτίζεται με το ιερό αίμα μιας φιλίας μιας ολόκληρης ζωής δεν έχει απλά μια γεύση στον ουρανίσκο… είναι ολόκληρη βόμβα που σκάει στο είναι μας και δεν σε αφήνει ήσυχο να κοιμηθείς… 

Και λέω έτσι όπως τα διαβάζω αυτά που γράφω, όχι, δικαστής εγώ κανενός δεν πρόκειται να γίνω και μακριά από μένα και ουστ και όξω! 

Μα, ένα παράπονο, σαν νυχτερινό τραγούδι ακούω από τα μέσα μου που με καλεί κάθε φορά στις πρωτοπηγές της Ύπαρξης… 

‘Amor Fati!’… αυτό μου γνέφει ο διδάσκαλος Φρ. που είχε μέσα του ένα ολόκληρο σύμπαν και χιλιάδες στερεώματα και όμως κάποτε έκλεισαν όλα και σκοτείνιασαν και βυθίστηκε η ωραία αυτή ψυχή στη σιωπή…‘Πότε θα μάθεις; Όλοι μας, οι άνθρωποι, όλοι μας… δεν είμαστε μια αδελφότητα ζωής, είμαστε αδελφότητα θανάτου… πώς μπορείς να το λησμονείς;’ 

Κι έπειτα κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω σε κείνες τις εποχές της νιότης μου που δεν υπήρχε παρά μονάχα μια άπληστη δίψα για γνώση, για εξερεύνηση, για να βρούμε εκείνο που ‘κρύπτεται φιλεί’… και δεν το βρήκαμε βέβαια… ευτυχώς… μονάχα καταλάβαμε πως αυτό που ψάχναμε εκεί έξω, βρισκόταν μέσα μας… μέσα βαθιά και περίμενε τον τολμητία να του χτυπήσει τη θύρα… Κι όσο κατεβαίναμε στα έγκατα, τόσο πιο βαθιά εκείνο αποσυρόταν, τόσο πιο μακριά μας χανόταν… ως πότε θα ρωτήσεις; Ως πότε θα το κάνουμε αυτό; 

Κάποιος ωραίος διδάσκαλος από την Κρήτη που είχε μεθύσει κι αυτος από ύπαρξη και δεν ξεμέθυσε ποτέ, θα μου έλεγε, μην καταδέχεσαι να ρωτάς μονάχα σκάβε… 

Άλλωστε, άγνωστοι είμαστε… άγνωστοι ως το τέλος…

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2026

Στη σκιά των γιγάντων...



Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει… 
Κίνδυνος!
Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου… 
Σέρνεσαι…
Έρπεις…
Βολεύτηκες…
Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο… 
Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…
Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…
Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…
Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…
Κίνδυνος!
Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…
Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…
Κίνδυνος!
Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…
Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…
Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…
Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2026

Σχίσμα...



Τούτη τη φορά το βλέμμα της ήταν αυστηρό. Ελεγκτικό, σχεδόν θυμωμένο. Και τα χέρια της παγωμένα.

«Νομίζω πως είναι πολύ δυσάρεστο. Θα πρέπει να είναι», είπε με σκληρό τόνο.

Δεν της μίλησε. Την περίμενε. Άκουγε όμως προσεκτικά. Άκουγε με όλο του το είναι.

«Εννοώ να γίνει κάποιος με τα χρόνια πικρός. Να γίνει ένας πικρός άνθρωπος. Ναι… είναι δυσάρεστο… κι όχι μόνο για τον ίδιο…»

Έπεσε ξαφνικά ανάμεσά τους εκείνο το πέπλο της σιωπής που κανείς δεν τολμά εύκολα να αγγίξει. Ένα βαρύ πέπλο φορτισμένης σιωπής.

Πέρασε ώρα ώσπου να μιλήσει εκείνη ξανά.

«Πιστεύω πως όταν ένας άνθρωπος γίνεται πικρός σημαίνει πως είναι πια εντελώς άδειος… δεν ξέρω… κενός… υπάρχει ένα κενό εκεί… και πρέπει να γεμίσει…», συμπλήρωσε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. 

Δεν την ακολούθησε. Την άκουγε σιωπηλός. Σε ένταση.

«Η πίκρα δεν είναι κραυγή ούτε έκκληση για βοήθεια όπως λένε κάποιοι. Είναι απλώς αυτό που είναι. Μια μουτζούρα στη ψυχή του ανθρώπου. Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ακούς, πως έπαψες να συνομιλείς, πως έπαψες πια να βλέπεις. Μάλλον σημαίνει πως… πως είσαι πια νεκρός»

Εκείνος κάθισε σε ένα παγκάκι που λίγο πριν φιλοξενούσε ένα ζευγάρι. Έσκυψε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του. Μετά από λίγο εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα του. Χωρίς να τον κοιτάζει.

«Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ψηλαφείς, να αναζητάς, να λυπάσαι… ακόμα και να φοβάσαι… η πίκρα τα σκεπάζει όλα, τα δηώνει όλα, τα καταναλώνει… κι ίσως έτσι να γεμίζει το τεράστιο κενό…», είπε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά.

Έβγαλε από το παλτό της ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε ένα. Φύσηξε με δύναμη τον καπνό μπροστά της.

«Κι ακόμα… το να είσαι πικρός σημαίνει πως δεν μπορείς πια να αγαπάς. Κι ίσως… δεν ξέρω… ίσως ακόμη χειρότερα, δεν έχεις πια καμιά ανάγκη να αγαπάς… τίποτε… και κανέναν…»

Της ζήτησε ένα τσιγάρο και του προσέφερε. Το έβαλε στο στόμα του αλλά δεν το άναψε.

«Θυμάσαι τι μου είχες πει κάποτε; Πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δεν είναι μια κατάσταση… είναι μια διάσταση. Το θυμάσαι; Κι επίσης πως έχουμε βαθιά ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Διαφορετικά… η ψυχή αφυδατώνεται, ο άνθρωπος συρρικνώνεται, αργοπεθαίνει… τα θυμάσαι; Εγώ τα θυμάμαι όλα… λέξη προς λέξη…»

Σηκώθηκε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. Δεν την ακολούθησε. Την κοιτούσε όμως. 

Γύρισε και ξανακάθισε.

«Έχει μείνει ένας υπέροχος νους και μια δηλητηριασμένη ψυχή. Αυτό συμβαίνει… όπως με τον καρκίνο… το σώμα διαλύεται όσο κι αν πασχίζει το πνεύμα να γραπωθεί στη ζωή… έρχεται ο θάνατος και τελικά τον υποδέχεται με ανακούφιση το σώμα και με κραυγή απελπισίας η ψυχή… ο απόλυτος διχασμός… ο πιο τραυματικός! Ο ένας φορέας λαχταρά να πεθάνει για να λυτρωθεί, ο άλλος λαχταρά να ζήσει… αδιέξοδο… σχίσμα…»

Οι τελευταίες της λέξεις έμοιαζαν με κοτρώνες που έπεφταν με γδούπο στο κεφάλι του. Δεν αντέδρασε. 
Έμεινε σιωπηλός ως το τέλος.

Ως τη στιγμή που την είδε να σηκώνεται και να χάνεται περπατώντας αργά μέσα στην παγωμένη νύχτα…

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2026

Το κύτταρο του Ενός...



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…



the knot

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

Το δώρο


 

Ε

ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.

 

Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.

 

Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές,  κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.

 

Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!

 

Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.

 

Αυτό; Αυτό είναι;

Όχι.  Αυτή είναι μονάχα η αρχή.

 

Γιατί το δώρο αυτό δεν το έχουμε ‘ξετυλίξει’ ακόμη…  

Τρίτη, Αυγούστου 25, 2026

Πάντα παιδί...


Come forth into the light of things. ...
Yvette Depaepe

Είδε στον ύπνο του
το θεό των λευκών ημερών
κι αυτός του είπε
περπάτησα μέσα στην αιωνιότητα
τη δική σου
και των εχθρών σου
τη δική σου
και των φίλων σου
και γύρισα με τα κουφάρια όλων των ανθρώπων
ολομόναχος

χαμογελώντας
διανοίγεις ουρανούς
χαμογελώντας
δρασκελίζεις τον εαυτό σου
σιγώντας
προσκαλείς το θάνατο

και είδε στον ύπνο του
το θεό των σκοτεινών ημερών
κι αυτός του είπε
περπάτησα μέσα στις φλέβες σου
μέσα στο ήπαρ
και τους πνεύμονες
σε αναζητούσα
σε θυμόμουν νήπιο
και είσαι πια ακέραιος
σε είχα αφήσει μικρό
και όρθωσες γενναίο ανάστημα

χαμογελώντας
απλώνεσαι στις μνήμες σου
χαμογελώντας
αρνείσαι το δέλεαρ της λήθης
σιγώντας
έρχομαι στον οίκο σου


και σε ανταμώνω πάντα παιδί…

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2026

Αλεξίζωος…



Ο
 πρώτος κατήγορος στέκεται απέναντί σου. Έχει περίπου το ύψος σου. Είναι σιωπηλός και αμείλικτος. Αντανακλά το φως και απορροφά το χρόνο σαν το σφουγγάρι. Ό,τι δείχνει δεν είναι η αλήθεια, μα είναι η πραγματικότητα. Όταν τον αγγίζεις γίνεται προέκτασή σου… όταν τον χλευάζεις σου επιστρέφει στο ακέραιο την κάθε λέξη… όταν τον κοιτάζεις σου ρουφά το βλέμμα… κι όταν τον αγνοείς απλά περιμένει. Ακόμα κι αν τον σπάσεις, τα θραύσματα σε περιέχουν… σε πολλαπλασιάζει, σε εξουθενώνει με την πολλαπλότητα των εγώ που κωμικά απειρώνονται στο διηνεκές και σε κοιτάζουν… μέσα σου… όχι εντός…

Ο δεύτερος κατήγορος είναι μέσα σου. Οργανώνει το τέλος σου όπως ο επιμελής συμβολαιογράφος κάνει με τις διαθήκες των γηραιών πελατών του. Αδιαφορεί για το σπαραγμό του είναι σου, την τραγικότητα της ύπαρξής σου, την αιωνίωση του εφιάλτη σου… είναι ο γραφειοκράτης της ύπαρξής σου, ο μεθοδικός υπάλληλος και το απρόσιτο αφεντικό… εκείνος που σε έμαθε να μιλάς, να εκφράζεσαι, να ψεύδεσαι… κι εκείνος που θα στα ζητήσει όλα με τόκο την κατάλληλη στιγμή… δεν σε αγάπησε ποτέ γιατί δεν ανήκει τούτο στις αρμοδιότητές του… σε γαλούχησε με το αίμα του θηρευτή για να σε έχει ευάρπακτο θήραμά του… και εργάζεται… πάντα εργάζεται… μανιωδώς, ασταμάτητα… γιατί το αντίθετο δεν ανήκει, απλά, στις αρμοδιότητές του…

Ο τρίτος κατήγορος είναι ο ανύπαρκτος – υπαρκτός… είναι ο φαντασιακός υποστατός… είναι ο άπειρος – πεπερασμένος… είναι ο αδίστακτος – δειλός… ο απόστατος – μεθεκτός… είναι ο ζωώδης θάνατος… ο νεκρός ζωντανός… ο απέθαντος ερωμένος ο ελάχιστος των μεγίστων και ο μέγιστος των περιττών… είναι ο σημειακός και ο απειρόχωρος… ο αναρίθμητος και ο ευάριθμος… είναι ο μοναδιαίος και ο πληθυντικός… και είναι πάντοτε πανταχού και παρών… έτοιμος όπως ο δήμιος που περιμένει το γυμνό λαιμό με την αιώνια αταραξία του άψογα εκπαιδευμένου εκτελεστή… και είναι εκεί… και δεν είναι πουθενά…
Κι εσύ…
Εσύ στέκεσαι ασφαλής, πίσω από το κλειστό παράθυρό σου φιλοξενώντας το αναπότρεπτο που ανασαίνει μέσα σου και κοιτάζεις τον κόσμο. Έξω… αλλά όχι εκτός…

Αρηγμάτωτος και αραγής, όσο και οι φαντασιώσεις σου.
Αδρανής και ακέραιος όσο και οι επιτεύξεις σου.
Ασφαλής και ατόφιος όσο και οι ψευδαισθήσεις σου.


Αλεξίζωος…

Κυριακή, Αυγούστου 16, 2026

ε, και λοιπόν;

 

  

στην αρχή απουσία
κι όχι απώλεια

βήματα δεν ακούς
τα βήματα της απομάκρυνσης
δεν ακούγονται

τίποτε δεν ακούγεται

παρά μονάχα αυτό το εγώ
που κραυγάζει πληγωμένο
και αιμορραγεί
στην κάθε συλλαβή

ε, και τι μ’ αυτό;

στην αρχή
τόσο… αθώος
όσο ο φονιάς
που κρύβεται επιδέξια
στις σκιές των δέντρων
και με το φόβο της αυγής
που θα τον φανερώσει
μετράει τα δευτερόλεπτα
και τις στιγμές
βαρίδια
που κρέμονται
απ’τα πρησμένα μάτια του

παραμορφώνεσαι…

κι αργότερα

όλο ετούτο
που γίνεται σιγά σιγά
ένα βαρύ
σιχαμερό
γλοιώδες δειλινό

πρωί
και βράδυ
και απόγευμα

ένα πράγμα
σα ζελέ

και σε αποπαίρνει
και σε χλευάζει
και σε πικραίνει

όχι η απουσία
ούτε η απώλεια

μα ετούτος ο εσταυρωμένος
πόνος
στο γυμνό λόφο του εαυτού σου
με τους προδότες
δεξιά κι αριστερά
να τον περιγελούν

ε, και λοιπόν;




Παρασκευή, Αυγούστου 14, 2026

η άβυσσος της υποκρισίας…


 «…αλλ’εν πενία μυρία ειμί διά τήν τού θεού λατρείαν…»

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους

 

Ό

λη η περιουσία του Σωκράτη υπολογιζόταν σε 5 μνάς. (6 Οβολοί = 1 Δραχμή, 100 Δραχμαί = 1 Μνά, 60 Μναί = 1 Τάλαντον). Έτσι αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του Οικονομικός. Γι’ αυτό τον λόγο τον συνέδραμαν οι φίλοι του και περισσότερο ο Κρίτων. 

Ο Σωκράτης ήταν φτωχός λοιπόν. Μνημονεύεται στους αιώνες και θα τον μνημονεύουν οι αιώνες αλλά στην εποχή του είχε την ανάγκη των φίλων του για να μπορεί να τα βγάζει πέρα. Δεν έπαψε ποτέ να με βασανίζει στο επίπεδο αυτό από τη μια η αναλογία του με τον Ιησού [όχι σε οντολογικό επίπεδο αλλά σε ηθικό αμιγώς] και από την άλλη η διαρκής και ατελεύτητη υποκρισία όλων των μετέπειτα γενεών… έχουμε πρότυπα ανθρώπους τους οποίους κάποτε σκοτώσαμε ή σταυρώσαμε… έχουμε πρότυπα ανθρώπους που ίσως να μην τους φιλοξενούσαμε ούτε για ένα βράδυ καθώς η φήμη τους ήταν αμφιλεγόμενη… που δεν θα τους κάναμε εύκολα συντροφιά γιατί ήταν περιθωριακοί, αλλόκοτοι, παράξενοι και βέβαια τρομοκράτες ανατρεπτικοί… πίνουμε νερό στο όνομα ανθρώπων που θελήσαμε να εξοντώσουμε γιατί ήταν ενοχλητικοί… μας υπενθύμιζαν το μέγεθός μας, μάς υπενθύμιζαν τη μικρότητα και την ουδενία μας… δεν τους θέλουμε αυτούς τους ανθρώπους, ας τους μνημονεύουμε τώρα που είναι πια ακίνδυνοι… ας γράφουμε βιβλία γι’αυτούς, ας τους έχουμε στις βιβλιοθήκες μας… ως εκεί…

Πόσο μεγάλη είναι αυτή η άβυσσος της υποκρισίας… κάποιες φορές σε πιάνει ίλιγγος..