Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2018

Το κύτταρο του Ενός



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…


 [στον αδερφό μου]

Τέσσερις μήνες την Τετάρτη
τέσσερις αιώνες…


the knot

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2018

ὄψις ἀδήλων τὰ φαινόμενα…



Περιμέναμε να συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο.

Λέγαμε, θα το αναγνωρίσουμε πριν καν ενσκήψει, θα το ψελλίζουμε, θα το ανασαίνουμε σχεδόν… χωρίς να το γνωρίζουμε… θα έρχεται από μακριά, θα αναδύεται από βαθιά, θα μάς σκεπάσει σαν ουρανός και δεν θα το βλέπουμε… μα θα το νιώθουμε γιατί θα έχουμε ενδυθεί αυτό κι εκείνο θα έχει ενδυθεί εμάς…
Έτσι πιστεύαμε, έτσι λέγαμε, έτσι ονειρευόμασταν… κι ονειρευόμασταν συχνά… κάθε βράδυ σχεδόν κι έπειτα, όλη την ημέρα… ονειροπολούσαμε, τραγουδούσαμε, ψέλναμε ή θρηνούσαμε…
Γιατί κάτι παράξενο, κάτι μοναδικό είχε συμβεί και η αθάνατη ψυχή μας το γνώριζε… η απώλεια… το είχαμε κιόλας χάσει… κάποτε το είχαμε και το χάσαμε… ο νους δεν γνώριζε, ο νους αγνοούσε… η καρδιά το γνώριζε, η καρδιά ποτέ δεν αγνοεί ό,τι είναι φτιαγμένο από καρδιά…

Περιμέναμε να συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο. Και αυτό είχε γεννηθεί κι είχε πεθάνει ήδη. Πριν από μας. Πριν καν υπάρξει οτιδήποτε.

Πονούσαμε. Πονούσαμε πολύ που το σώμα προδόθηκε, ο νους λάθεψε… είχαμε ξεχάσει την καρδιά… ποτέ δεν ακούσαμε την καρδιά… ζούσαμε με τα νεφρά, ζούσαμε με τη σάρκα, ζούσαμε με την Μεγάλη Πνοή αλλά… όχι και με την καρδιά…
Ζούσαμε σε ένα σύμπαν ολομόναχοι και πιστεύαμε πως όλοι αυτοί τριγύρω ήταν ζωντανοί… δεν βλέπαμε… κοιτάζαμε με το νου, ήμασταν τυφλοί με την καρδιά…
Πλανηθήκαμε…

Περιμέναμε αναρίθμητες αιωνιότητες κάτι να συμβεί. Κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο.

Δεν καταδεχθήκαμε ποτέ να ‘διαβάσουμε’ τα αόρατα, τα αψηλάφητα, τα ονειρόχτιστα και σκιώδη… φοβόμασταν… φοβόμασταν να ζήσουμε.
Δεν γείραμε το κεφάλι να μετρήσουμε βήματα, να δούμε τα γεώδη, να οσμιστούμε τα χοϊκά… ήμασταν ψηλά εμείς, ήμασταν αιθέριοι, υψιπέτες, επηρμένοι…
Δεν δώσαμε σημασία στα σημεία, στους οιωνούς, στα δρώμενα των ιερών ωρών, των μεγάλων ημερών… ήμασταν επιστήμονες εμείς και επιστατούσαμε το στέρεο, το κραταιό, το έμπεδο, το ακλόνητο.

Περιμέναμε κάτι να συμβεί, κάτι θαυμαστό και μεγάλο.

Και ήρθαν οι εποχές που μάς προσπερνούσαν οι θύελλες, μάς περιφρονούσαν οι κεραυνοί, μάς διαπερνούσαν οι φλόγες… κι εμείς ανέγγιχτοι, ακέραιοι, αλώβητοι στεκόμασταν και ανώλεθροι και απορούσαμε…
Απορούσαμε και θρηνούσαμε… θρηνούσαμε γιατί δεν πεθαίναμε.
Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε…
Και τότε καταλάβαμε, τότε κατανοήσαμε…

Εκείνο που περιμέναμε, ήταν ο θάνατος κι αυτός δεν ερχόταν.

Ζούσαμε πεισματικά, ζούσαμε σαν από θράσος.
Ζούσαμε όχι από τόλμη αλλά από αναίδεια και οίηση.
Ζούσαμε όχι γιατί το αξίζαμε, γιατί το’χαμε κερδίσει.
Ζούσαμε σαν από λάθος, σαν από κοσμικό σφάλμα… σαν από… συμπαντική παραγνώριση…

Μάς είχαν ολότελα ξεχάσει!
Και ο πανικός μάς τύλιξε και ο τρόμος πως θα ζήσουμε αιώνια περιμένοντας εκείνο που ποτέ δεν θάρθει.
Να είμαστε ολοζώντανοι και όμως ξεχασμένοι.
Νεκροί ζωντανοί που περιμένουν επιτέλους μια συμπόνια.
Ένα βλέμμα καταδεκτικό, ένα τρυφερό χάδι του Αχανούς.

Ζωντανοί που λησμονήθηκαν στην αέναη περιδίνηση μιας αόρατης θύελλας.
Ζωντανοί που δεν μπορούν πια να γευτούν, να ερωτευτούν, να αγγίξουν, να βιώσουν…
Ζωντανοί υγιέστατοι και θαλεροί, ακμαίοι και ρωμαλέοι που ικετεύουν τον Άδη να τους σπλαχνιστεί.

Ζωντανοί που ως και ο θάνατος τους γύρισε την πλάτη.

Περιμένουμε κάτι να συμβεί.
Κάτι μεγάλο.
Κάτι θαυμαστό…

Κι όχι πια γύρω μας…
Δεν θα έρθει από μακριά… δεν θα μάς τυλίξει σαν ουράνιο σεντόνι…

Γιατί αυτό γεννιέται μέσα μας…
και μέσα μας πεθαίνει…


Stairway in the alley

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2018

Η παραμυθία της ‘φυσιολογικότητας’…



Ε
πιστρέφω, υπό νέες συνθήκες σε ένα ζήτημα που με έχει απασχολήσει έντονα και το άγγιξα απλώς σε μια παλαιότερη ανάρτηση στο ιστολόγιο αυτό (Η ‘φυσιολογικότητα’ ως δι-ελιγμός επιβίωσης...).
Δεν άλλαξαν πολλά από εκείνη την ‘εποχή’… ήρθαν τα πάνω κάτω, απλώς… κι όμως, στην ουσία λίγα άλλαξαν… Και ο πιο φανατικός ηρακλείτειος αναγνώστης αυτών των αναρτήσεων θα συμφωνήσει πως ακόμη και η πιο τεκτονική αλλαγή δεν μπορεί να αλλάξει κατ’ουσίαν τίποτε εάν δεν επισυμβεί αυτό που ονομάζω ‘θραύση της φυσιολογικότητας’… κι αυτό είναι ο πυρήνας, τελικά, όλων των αλλαγών… κάτι θραύεται για να υπάρξει στη θέση του κάτι άλλο… άθραυστο εισέτι…
Το παράδοξο είναι πως η φυσιολογικότητα δεν έχει καμία χρεία υπερασπιστών παρότι είναι αυτή που ‘βιάζεται’ συνεχώς… Υποστηρίζω την άποψη ότι η μη αναγκαιότητα εύρεσης υπερασπιστών εδράζεται στο έδαφος της διάχυσής της σε όλες δράσεις του ανθρώπου. Και επίσης επειδή η φυσιολογικότητα αποτελεί φορέα παρηγορίας και παραμυθίας. Ο άνθρωπος καταφεύγει στη φυσιολογικότητα ακόμα και όταν θέλει να αποδράσει απ’αυτή την ίδια. Είναι μια ενδοστρεφής εαυτική προβολή –που θεωρώ ότι συνάπτεται με μια άλλη αρχαιότερη δράση, αυτή της κατασκευής του μυθικού κόσμου.
Η ‘από-υποστασίωση’ του ‘πραγματικού’ κόσμου είναι βασικός άξονας της παρηγορίας. Αυτό που συμβαίνει εκεί έξω ‘δεν είναι’ και συνεπώς δεν μπορεί να μας πληγώσει. Από την άλλη, σε καθαρά ψυχολογικό πεδίο, δεν γνωρίζω ακριβώς ‘τι είναι’ και συνεπώς δεν υφίσταται πυρήνας οδύνης. Παρόλα αυτά, οδύνη βιώνεται και εμπειρώνεται και αποτελεί παράγοντα ανάσχεσης κάθε περαιτέρω ‘εξελικτικής’ δράσης του οργανισμού. Μια αληθινή, πυρηνική αντινομία, πάει να πει.
Επαγωγικά θα μπορούσε να υποθέσει κανείς –αυτό προς μελέτη- πως ο οργανισμός –ο περίφημος ‘όλος’ εαυτός- καταφεύγει στην επισφάλεια της φυσιολογικότητας. Είναι μια κίνηση κυκλοτερής –τι άλλο;-, εαυτο-συντονική –οπωσδήποτε- όμως λυτρωτική.
Ωστόσο, ακόμα και αν εμβαθύνει κανείς στους ‘μηχανισμούς’ –ή τη λειτουργική αλληλουχία δράσεων- της παρηγορίας της φυσιολογικότητας, δεν μπορεί να αποδράσει με κανέναν τρόπο από αυτή. Στο κάτω κάτω αποτελεί έναν ‘δι-ελιγμό επιβίωσης’ όπως έγραφα στην παλαιότερη ανάρτησή μου. Και ό,τι δικαιώνεται από τον οργανισμό ως εργαλείο επιβίωσης και συνέχισης –ακόμη και μέσα από το ‘τραύμα’- υποστηρίζεται, γίνεται αποδεκτό και τελικώς αφομοιώνεται στον ‘όλο εαυτό’. Δεν είμαι βέβαιος αν αποτελεί πλέον και οργανικό τμήμα της περίφημης ‘αυτό-αντίληψης’ ή ‘αυτό-εικόνας’. Αυτό είναι ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια της συγκεκριμένης μικρής πραγμάτευσης.
Σε κάθε περίπτωση αισθάνομαι πως εκείνο που κάνει ανάγλυφη την αναγκαιότητα της φυσιολογικότητας είναι η εμφάνιση της ‘απειλής’ εναντίον της συνοχής και ‘αλήθειας’ της. Ο εαυτός έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια ένταξης μιας τέτοιας θεώρησης στην περιοχή των ‘πραγματικών’ λειτουργιών. Κι αυτό δεν τον κλονίζει στο παραμικρό, Ο εαυτός γνωρίζει πως και η φυσιολογικότητα ‘δεν είναι’ όμως την νοηματοδοτεί ως ‘αλήθεια’ και την αξιοδοτεί ως ‘αναγκαία αλήθεια’. Κοντολογίς, δίχως αυτήν δεν μπορεί να επιβιώσει, δηλαδή να εξασφαλίσει –έστω και μια τραυματική- συνέχειά του.
Τούτο κατανοείται ίσως καλύτερα με την εικόνα ενός στρατιώτη που βρίσκεται ‘παγιδευμένος’ σε ένα χαράκωμα και δειλιάζει να εξέλθει στην ανοιχτή έκθεση στα πυρά του ‘εχθρού’. Κάποια στιγμή ‘κατασκευάζει’ μια ασπίδα, μια ‘θωράκιση’, τη ‘φοράει’ και το ηθικό του ανορθώνεται. Οι ‘μαγικές’ ιδιότητες που αποκτά η θωράκιση αυτή ομοιάζουν με την παραμυθιακή και ανακουφιστική δράση της φυσιολογικότητας. Εξερχόμενος του χαρακώματος, δέχεται τα απανωτά πυρά του εχθρού αλλά εφορμά με την πεποίθηση πως είναι πλέον απρόσβλητος. Η κατασκευή αυτής της θωράκισης έχει πολλαπλά οφέλη. Κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα όμως. Το τέλος είναι αναμενόμενο, γνωστό. Ο στρατιώτης θα ‘πέσει’ τελικώς όμως εκεί υπεισέρχονται και οι μαγικές θεωρήσεις, οι αρχαϊκές θεωρήσεις του εαυτού για τη ζωή και το θάνατο. Δεν έφταιγε η ανεπάρκεια της ‘θωράκισης’. Είναι κάτι άλλο, πολύ βαθύτερο και υπέρ-λογο που ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναμετρηθεί μαζί του.
Μπορεί να μην είναι εφικτό να αποδράσει κανείς από το Μεγάλο Στόμα όμως όσο η φυσιολογικότητα παραμένει απρόσβλητη και κατ’ουσίαν άθραυστη, η συνέχιση του εαυτού εξασφαλίζεται.

Και ας μην γελιόμαστε… ακόμα κι ένα επισφαλές και καταθλιπτικό χαράκωμα είναι απείρως προτιμότερο από το ‘ανοιχτό’ πεδίο όπου η ακύρωση του εαυτού και η παύση κάθε λειτουργίας –αυτό που αποκαλούμε θάνατο- είναι μια βεβαιότητα ακλόνητη, τρομακτική και… μη διαχειρίσιμη…


Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2018

Να είσαι ακόμα κι αν δεν υπάρχεις…


ἐτεῇ δ’ οὐδὲν ἴδμεν. ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀλήθεια
Δημόκριτος


Π
ερπατήσανε αρκετή ώρα κάτω από τον μελαγχολικό, φθινοπωριάτικο ήλιο του απογεύματος. Η δροσιά γινόταν ψύχρα. Αναζήτησαν ένα ήσυχο καφέ για να μπορέσουν να ανταλλάξουν κάποιες σκέψεις. Δεν άργησαν να βρουν ένα και να καθίσουν κάπου απόμερα. Ο κόσμος λιγοστός τούτη την ώρα.
«Όμορφα είναι εδώ», είπε ο νεότερος απ’τους δυο που ανυπομονούσε να εκθέσει στον πρεσβύτερο κάποιες σκέψεις, κάποιους προβληματισμούς του.
«Ναι… πράγματι είναι ιδανικά… εδώ μπορούμε να απολαύσουμε ένα ζεστό καφεδάκι και να συζητήσουμε»
Ήρθαν δυο αχνιστές κούπες με καφέ. Έμειναν ικανοποιημένοι κι από τη μυρωδιά και από τη γεύση.
«Θέλω να συζητήσουμε ένα θέμα που με απασχολεί έντονα τελευταία καθώς μελετώ κείμενα ψυχολογίας αλλά και αποσπάσματα από αρχαίους φιλοσόφους. Κάνω μια εργασία σχετικά με τη σχέση αυτών των δυο», άνοιξε τη συζήτηση ο νεαρός.
«Ενδιαφέρον το θέμα. Και αρκετά δύσκολο»
«Ναι… πολύ… Όμως αυτή η εργασία είναι η αφορμή… μέσα από τις αναζητήσεις μου σε κείμενα και βιβλία, γεννήθηκαν άλλα ερωτήματα… ας πούμε πιο βαθιά… έχουμε κάνεις συζητήσεις και παλιότερα…»
«Ωραία λοιπόν, σε ακούω»
«Να… ένα βασικό μου ερώτημα είναι… πώς γίνεται… ή μάλλον, γιατί είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί ο εαυτός; Θέλω να πω, γιατί γεννώνται οι αμφιβολίες; Παίρνουμε μιαν απόφαση να κάνουμε εκείνο ή το άλλο… γιατί μετά την αμφισβητούμε; Αφού πήραμε την απόφαση, ποιος την αντιμάχεται; Ποιος τη σαμποτάρει; Γιατί δεν είμαστε… πώς να το θέσω…»
«Ενιαίοι;»
«Ναι… αυτό… γιατί δεν έχουμε έναν φορέα που να σκέφτεται, να δρα και να τελειώνουμε εκεί… διαρκώς αμφιβάλλουμε, διαρκώς… ζοριζόμαστε, ας το πω έτσι απλά… Γράφουμε κάτι και το διορθώνουμε… ξανά και ξανά… λέμε κάτι και μετά σκεφτόμαστε ‘δεν έπρεπε να το πω αυτό’ ή ‘έπρεπε να το διατυπώσω διαφορετικά’…»
«Μάλιστα»
«Σου φαίνεται ανόητο ή σαχλό το θέμα που με απασχολεί;»
«Να, μόλις το ξανάκανες»
«Ποιο;»
«Αυτό που είναι ο πυρήνας του ερωτήματός σου… έθεσες το θέμα και αμέσως μετά το υπονόμευσες… εσύ, όχι εγώ. Εγώ δεν μίλησα, δεν σχολίασα… ένα μέρος του εαυτού σου το έχει υπονομεύσει εξ αρχής… το μεγαλύτερο μέρος προβληματίζεται έντονα… υπάρχει όμως και μια ισχυρή αντιπολίτευση…»
«Ναι… με συγχωρείς που μίλησα έτσι πριν… είμαι κάπως άγαρμπος στις εκφράσεις μου…»
«Και φιλύποπτος… έκανες μια προβολή πάνω μου δικών σου σκέψεων… αλλά ας μην μείνουμε σ’αυτό… ας πάμε στην ουσία…»
«Ναι… σ’ευχαριστώ…»
«Το βασικό θέμα θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: Γιατί είμαστε πολλοί και όχι ένας;»
«Ναι, σωστά»
«Το ερώτημα είναι απολύτως πρακτικό από μια άλλη άποψη. Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε… ένας φορέας μας είναι αφοσιωμένος στη συζήτηση… ταυτόχρονα περνούν και κάποιες άλλες σκέψεις… τι θα κάνω μετά;, τι φαγητό έχω στο σπίτι;, τι θα κάνω με τα χρήματα που μου τελειώνουν;… χίλιες δυο σκέψεις… ταυτόχρονα, το σώμα επίσης σκέφτεται…»
«Ναι… αυτό είναι επίσης τρελό… υφίσταται όμως πράγματι και βιολογική σκέψη;»
«Έτσι λέγεται… Μάλιστα υπάρχει και η γνωστή παραλλαγή της Καρτεσιανής ρήσης ‘σκέφτομαι άρα υπάρχω’… ‘είμαι αντικείμενο σκέψης άρα υπάρχω’»
«Αρκετά δυσνόητο»
«Γιατί τελικά το σώμα δεν είναι μόνον αντικείμενο στοχασμού… είναι και υποκείμενο… αυτό όμως ξέρεις, έχουμε βάσιμες υποψίες ότι το είχαν αντιληφθεί πρώτοι οι Λακεδαίμονες!»
«Αλήθεια;»
«Ναι… υπάρχει μια άποψη που λέει πως οι Σπαρτιάτες εστίαζαν όλη τους την Αγωγή στην καθυπόταξη όχι του ψυχικού αλλά του βιολογικού φόβου… Για να στο πω αλλιώς, αυτό που φοβάται στη μάχη δεν είναι η αθάνατη ψυχή αλλά το θνητό σώμα… η ψυχή τι να φοβάται αφού είναι αθάνατη; Αντί λοιπόν να εκπαιδεύσεις κάποιον ψυχολογικά, τον κάνεις ατρόμητο σωματικά… δια της αγωγής… πάει να πει με πολλές ταλαιπωρίες βέβαια, στερήσεις… μια στρατιωτική ασκητική, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι…»
«Ενδιαφέρον! Αυτό παραλληλίζεται με τη χριστιανική ασκητική;»
«Πρόσεξε… οι παραλληλισμοί, να ξέρεις πάντα, είναι οι παγίδες όχι του θηράματος αλλά του θηρευτή»
Ο νεαρός χαμογέλασε.
«Δηλαδή;»
«Μην ενδίδεις στους παραλληλισμούς επειδή αναφύονται ή αναδύονται από τη γνωσιακή σου βιβλιοθήκη παρά μονάχα αφού τους περάσεις από την ιερά εξέταση της κρίσης… αλλιώς κινδυνεύεις να πέσεις σε μεγάλες πλάνες… κατ’αρχάς, εδώ ξεκινάμε να οικοδομήσουμε σε έδαφος υδαρές… δεν ξέρουμε αν όντως ισχύει αυτό που είπαμε για τη Σπαρτιατική Αγωγή… είναι μια εικασία… ενδιαφέρουσα και γοητευτική αλλά εικασία… εσύ τώρα πάς να ρίξεις και όροφο πάνω από το ισόγειο που ήδη δεν έχει βαθιά θεμέλια…»
«Ναι… νιώθω τι μου λες… όμως, εκεί με πήγε ο συνειρμός»
«Ακριβώς, εκεί οδηγήθηκες συνειρμικά αλλά όχι συναφειακά. Διακρίνεις τη διαφορά;»
«Χμμμ… κάθε φορά μαζί σου από αλλού ξεκινάμε και αλλού πάμε…»
«Γι αυτό και δεν βαριόμαστε… απάντησε στο ερώτημα, μην αγνοείς τα ερωτήματα…»
«Ναι, συγνώμη… δεν ξέρω αν… όχι, δεν είμαι βέβαιος για τη διαφορά…»
«Ο συνειρμός –που τον μάθαμε όλοι οι ‘μοδέρνοι’ από τους περίφημους ‘ελεύθερους συνειρμούς’ -free associations- του Σιγιμούνδου…»
«Φρόυντ;»
«Ναι… ο συνειρμός λοιπόν τι είναι; Είπα τη λέξη ασκητική και ο νους τσίμπησε… τι είναι συνδεδεμένο με την λέξη αυτή ως περιεχόμενο, βίωμα, κλπ;»
«Οι μοναχοί»
«Και μάλιστα οι χριστιανοί μοναχοί… έτσι κάνω μια συνειρμική διασύνδεση της Σπάρτης με τον Χριστιανικό μοναχισμό… μπορεί να έχω πέσει μέσα μπορεί όμως και να έχω κάνει τη γκάφα του αιώνος… ειδικά σε εργασία… κατάλαβες;»
«Ναι… ενώ συναφειακά;»
«Εκεί έχουμε... contextual διασύνδεση που θα έλεγαν και στο… χωριό μου, θεματική και ουσιαστική. Οπότε, πρώτο δίδαγμα του απογεύματος νεαρέ… επιδόσου στον έκλυτο βίο των συνειρμών όσο θέλεις… οι ηδονές αφθονούν… πρόσεξε τι θα γράψεις όμως, αν πρόκειται για εργασία επιστημονική βέβαια ή τέλος πάντων ένα κείμενο που θα εξεταστεί και θα κριθεί για τη στερεότητα των συλλογισμών του»
«Σ’ ευχαριστώ… το πρώτο μάθημα ήταν ήδη πολύτιμο…»
«Τριάντα ευρώ…»
«Πώς!»
«Εδώ δεν ισχύει το δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε…»
«Μα, δεν έχω πάνω μου τριάντα ευρώ δάσκαλε… ένας φτωχός φοιτητής είμαι»
«Ένας τσέλα… εντάξει…»
«Τσέλα; Τι είναι πάλι τούτο;»
«Και είσαι απένταρος και θέλεις να τα μαθαίνεις όλα… άστο για άλλο μάθημα αυτό…»
«Να το σημειώσω να το γκουγκλάρω τουλάχιστον;»
«Εντάξει…»
«Ευχαριστώ. Να πάμε όμως στο αρχικό μου θέμα;»
«Ας πιούμε μια γουλιά καφέ πρώτα… Ποιο ήταν το αρχικό θέμα;»
«Το ξέχασες;»
«Όχι βέβαια… εσένα ρωτάω όμως… επανατοποθέτησέ το…»
«Ναι… α, θυμήθηκα τη δική σου φράση… είμαστε πολλοί και όχι ένας…»
«Ακριβώς…»
«Και λέγαμε ότι και τώρα, αυτή τη στιγμή, ο εαυτός… μάλλον, ο οργανισμός, κάνει παράλληλα πολλές λειτουργίες… σε πρώτο επίπεδο συζητάμε, σε άλλο επίπεδο σκεφτόμαστε πολλά άσχετα και το σώμα έχει τις δικές του ανάγκες…»
«Και όχι μόνον αυτό… το σώμα μου επίσης σκέφτεται… αλλά μην μπούμε σε αυτό το πεδίο, είναι απέραντο… το ερώτημα είναι, γιατί υπάρχει αυτή η πολυδιάσπαση; Αυτός ο τεμαχισμός; Αυτός ο κερματισμός; Αν ήμουν ενιαίος δεν θα είχα αμφιβολίες όταν θα έπαιρνα μια απόφαση… π.χ. ας δώσουμε ένα παράδειγμα που μας το προσφέρουν οι ψυχαναλυτές…»
«Α, ωραία…»
«Παίρνει μια κοπέλα απόφαση να παντρευτεί… είναι μια απόφαση σοβαρή… θέλει να παντρευτεί… έτσι τουλάχιστον διαλαλεί παντού… και δεν εμφανίζεται στην εκκλησία… την ημέρα του γάμου της εμφανίζει μια άρνηση και είναι τόσο καθηλωτική αυτή η άρνηση που την ακινητοποιεί… ενώ έχει πάρει την απόφαση, έχει δεσμευτεί, τελικά την ημέρα του γάμου δεν εμφανίζεται στο γάμο της και, φυσικά, όσα επακολουθούν είναι εύκολο να τα φανταστεί κανείς…»
«Χαμός!»
«Η γυναίκα αυτή εισέρχεται στην ψυχοθεραπεία και εκεί αποκαλύπτεται πως το θέμα της δεν είναι απλό. Δεν πρόκειται για μια μη σοβαρή προσωπικότητα, μια επιφανειακή και ρηχή προσωπικότητα. Απλώς, έχουμε το γνωστό φαινόμενο της εσωτερικής ρήξης… ή σύγκρουσης των διεστώτων για να θυμηθώ μια παλαιική έκφραση… στην ουσία δηλαδή έχουμε, λένε οι αναλυτές, ένα σχίσμα… δυο εαυτούς… ο ένας πολύ σοβαρά και υπεύθυνα αποφασίζει το γάμο, ο άλλος τρέμει τη δέσμευση και την ευθύνη του γάμου…»
«Ναι…»
«Έχουμε έναν διχασμένο άνθρωπο εδώ; Προφανώς… όχι με την ψυχοπαθολογική έννοια του όρου… είναι κάτι πολύ συνηθισμένο… ίσως όχι να μην εμφανίζονται οι νύφες στις εκκλησίες αλλά να εμφανίζονται οπωσδήποτε διχασμένες με αποτέλεσμα, ένα χρόνο μετά… το διαζύγιο…»
«Άρα η μη εμφάνιση της νύφης, από μια άποψη, είναι και μια έντιμη στάση…»
«Βεβαίως… αλλά φυσικά ο γαμβρός δεν μπορεί, με το δίκιο του να κάνει αυτή την ανάλυση εκείνη τη στιγμή αφού έχει γίνει ρεντίκολο σε πεθερικά, φίλους, γνωστούς, αδέλφια και ξαδέλφια…»
«Μα, μπορούμε να μην πάμε διχασμένοι στο γάμο μας;»
«Εξαιρετικό ερώτημα… μόλις πήρες τα τριάντα ευρώ σου πίσω…»
«Α, ωραία…»
«Μπορούμε να μην είμαστε διχασμένοι λοιπόν; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Όχι!»
«Όχι ε;»
«Δυστυχώς… ή ευτυχώς… Ένα άλλο παράδειγμα που μας προσφέρει η ψυχαναλυτική εργογραφία απαντάει σε αυτό… έμμεσα μεν αλλά απαντάει…»
«Ναι…»
«Κάποιος πολύ γνωστός ψυχαναλυτής έλεγε πως η μητέρα του αργούσε πάντοτε στα ραντεβού της μαζί του. Ενώ ήταν ακριβέστατη σε όλα της τα ραντεβού με άλλους, όταν έπρεπε να έρθει να τον παραλάβει από το αεροδρόμιο, επί παραδείγματι, όταν επέστρεφε από τη σχολή του στο σπίτι του, πάντοτε αργούσε…»
«Και η εξήγηση;»
«Η ερμηνεία του ψυχαναλυτή ήταν πως η μητέρα του έτσι εξέφραζε το θυμό της απέναντί του»
«Πώς!;»
«Όταν είμαι θυμωμένος για κάποιον λόγο ή λόγους μαζί σου και δεν τους εκδηλώνω, φροντίζω να σε ‘τιμωρώ’ έμμεσα»
«Α, χα… μάλιστα»
«Δηλαδή, ενώ μου είσαι πράγματι αγαπητός και επ’αυτού δεν χωρεί καμιά αμφιβολία, ταυτόχρονα σου είμαι και θυμωμένος… γιατί; Γιατί μας παράτησες και πήγες να σπουδάσεις σε μια άλλη πόλη… μας λείπεις… αναγνωρίζω ως γονιός ότι είναι παράλογο να σού είμαι θυμωμένος επειδή λείπεις για σπουδές αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είμαι θυμωμένος… πώς σε τιμωρώ λοιπόν;»
«Με το να σε στήνω μια ώρα στο αεροδρόμιο!»
«Έτσι… τέτοιου τύπου εσωτερικές εναντιοδρομίες έχουμε πολλές… ταυτόχρονα συμβαίνουν και έχουν ισχύ… ταυτόχρονα… δεν τελειώνει η μια και αρχίζει η άλλη… αντιπαλεύουν…»
«Που σημαίνει ότι αν μου περάσει ο θυμός, θα έρχομαι στην ώρα μου»
«Φυσικά…»
«Ωραίο… όμως…»
«Τι σχέση έχει με το θέμα μας;»
«Ναι… δηλαδή βλέπω μια σχέση δάσκαλε αλλά…»
«Το ερώτημά σου, η διερώτησή σου μάλλον είναι γιατί δεν είμαστε ένας φορέας;… ένας να αποφασίζει, ένας να εκτελεί… δηλαδή, νομοθετική και εκτελεστική εξουσία ένα πράγμα…»
«Βασικά και δικαστική»
«Α, και οι τρεις εξουσίες σε έναν φορέα»
«Ναι… κάπως σαν τον Δικαστή Ντρεντ… ξέρεις… το κόμικ…»
«Θυμάμαι μια ταινία του Σταλόνε… συνελάμβανε τον κακοποιό και επιτόπου τον δίκαζε και εκτελούσε και την απόφαση… αυτό είναι;»
«Ναι, μπράβο!»
«Τρία πουλάκια κάθονταν, μπράβο! Πάλι στην υποκουλτούρα με έσυρες…»
«Μα, την έχεις δει την ταινία!»
«Σωστά, το δίκιο σου βουνό, που λέει κι ένας φίλος… μόλις κέρδισες τριάντα ευρώ…»
«Από -30 έπιασα τα +30… τέλεια…»
«Αν τα δεις ποτέ…»
«Πάντως, ομολογώ, πάντα περνάω ωραία μαζί σου δάσκαλε…»
«Έτσι ε; Αυτό χρήζει εξέτασης… αλλά το εκλαμβάνω ως φιλοφρόνηση και προχωράμε…»
«Μμμ… Βγαίνει ένα μελαγχολικό συμπέρασμα δάσκαλε…»
«Ποιο είναι αυτό;»
«Ότι είμαστε πολύπλοκοι τόσο που κάνουμε ένα βήμα μπρος…»
«Και δύο πίσω…»
«Ναι… κάπως έτσι…»
«Δεν μπορώ να μην συμφωνήσω μαζί σου στο μελαγχολικό σου συμπέρασμα… από την άλλη… ο άνθρωπος έχει, όπως καλά ξέρεις, πάρα πολλούς προστατευτικούς μηχανισμούς… η ίδια η ζωή, από την πρώτη στιγμή είναι κίνδυνος… μια διαρκής έκθεση σε ένα συνεχές μακελειό… αναρίθμητες απειλές από παντού… η ίδια η οικογένεια αποτελεί εν δυνάμει απειλητικό περιβάλλον… τα πρώτα τραύματα εκεί δεν γεννιώνται;»
«Ναι, σωστά…»
«Στην ουσία μπορούμε να πούμε, με τον κίνδυνο της διολίσθησης στην αμπελοφιλοσοφία, πως ο άνθρωπος σε όλο του το βίο δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αμύνεται και συνεπώς οφείλει να εκπαιδευτεί στο να το κάνει αποτελεσματικά αυτό… όλα του επιτίθενται… ακόμη και η αγάπη, ακόμη και η στοργή ή ο έρωτας μπορούν να μεταγραφούν ως επιθέσεις που απειλούν τη συμπάγειά του, την ακεραιότητά του, το ‘αρηγμάτωτο’ του εγώ του… φυσικά, ο άνθρωπος πεθαίνει χωρίς όλα τούτα… όμως κι αυτά τον σκοτώνουν αλλά με άλλο τρόπο… η εύρεση της ισορροπίας αποτελούσε ανέκαθεν για τους φιλοσόφους ένα ζητούμενο… μάλλον κάτι άπιαστο… οι περισσότεροι μεγάλοι στοχαστές τι ήταν; Μονήρεις άνθρωποι, απομονωμένοι, μελαγχολικοί και καταθλιπτικοί διανοητές… ήξεραν ότι η τριβή με τους άλλους, ο συγχρωτισμός, η σχέση, η διύπαρξη είναι και ευλογία και θάνατος… εν δυνάμει απειλές… οι περισσότεροι διάλεξαν τη μόνωση όχι γιατί ήταν ‘γρουσούζηδες’ και ‘παλιάνθρωποι’, αντικοινωνικοί και τα σχετικά… αν και κάποιοι ίσως να ήταν… διάλεξαν τη μόνωση ως προστασία από το να τους καταπιεί όλο αυτό που είναι η ζωή, η δράση, η σχέση… κάθε είδους σχέση είναι μια φοβερή δοκιμασία για έναν εκλεπτυσμένο νου με πρωτόγονα συναισθήματα… τα συναισθήματα, αυτό τον αρχαίο κόσμο τον έτρεμαν οι φιλόσοφοι, ανέκαθεν… φλυαρώ όμως…»
«Και καλά κάνεις δάσκαλε… μου αρέσουν όσα ακούω»
«Ρώτησες στην αρχή… γιατί είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί ο άνθρωπος… ή κάτι τέτοιο…»
«Ναι…»
«Το πιο φοβερό είναι το επόμενο στάδιο…»
«Δηλαδή;»
«Τι κάνεις όταν έχεις κατανοήσει… τι κάνεις μ’αυτή τη γνώση… τι κάνεις γνωρίζοντας ότι είσαι θνητός, επί παραδείγματι… όχι θεωρητικά, ακαδημαϊκά το ξέρουμε όλοι… τι κάνεις όταν βιώσεις ως τα έγκατα του είναι σου αυτή την τρομακτική αλήθεια; Η κατανόηση κάποιων μηχανισμών είναι σχετικώς εύκολη… όχι ανώδυνη αλλά πάντως εφικτή… συμπεριφορικά τουλάχιστον μια αλλαγή προς το καλύτερο είναι εφικτή… τι γίνεται πυρηνικά όμως; Παραμένεις άγνωστος…»
«Άγνωστος ως το τέλος, όπως κάποτε είχες πει;»
«Ακριβώς… αυτή είναι μια ακόμη μελαγχολική διαπίστωση… Παραμένουμε άγνωστοι… ως το τέλος… από την άλλη, όλο τούτο είναι και μια… απελευθέρωση…»
«Δηλαδή;»
«Εφόσον δεν υπάρχει τέλος στη διαδρομή κι εφόσον δεν μπορείς να κάνεις τίποτε γι αυτό, μπορείς να δρας ενστιγματικά…
«Τι είναι αυτό πάλι;»
«Δηλαδή ειναιικά, με τη μέγιστη αυθορμησία που σου επιτρέπει ο εαυτός σου… μπορείς να είσαι και όπου υπάρχεις και όπου δεν υπάρχεις… να είσαι ακόμα κι αν δεν υπάρχεις…»
«Τώρα σ’έχασα…»
«Δεν με έχασες… εδώ είμαι… Να είσαι όταν υπάρχεις αλλά να είσαι ακόμα κι όταν δεν υπάρχεις… Κράτησέ τη αυτή τη φράση ως ένα κώδικα κι επίτρεψέ της να… σουλατσάρει για λίγες μέρες μέσα σου… κάποιος ή κάτι θα την σταματήσει, θα την ανιχνεύσει και θα την ξεκλειδώσει…»
«Τελειώσαμε;»
«Για σήμερα… γιατί τίποτε δεν τελειώνει… δεν το είπαμε;»

***



Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2018

Σιγή…



Ημέρα γενέθλια, σιωπηλή
μάρτυρας τεμαχισμών στο διηνεκές
μάρτυρας κράματος ονείρων
και όψεων ερέβους
μάρτυρας τάφρων πρωινών
και νύχτιων λάμψεων
οδύνης
μόνο
γεννιέμαι ξανά
όμως αλλιώς
κάτω από έναν αστέρα φίλιο
μελαγχολικό
σαν αίνιγμα
εκτός απ’το δρεπάνι που συλλογίζομαι
εσύ
εκτός από τον Αύγουστο που πάντα
σκοτεινός θα είναι
εκτός από το ωραίο σου βλέμμα
που γενναιόδωρα ζεσταίνει
ό,τι ο Νόμος αφαιρεί
ώρα την ώρα
ως τη Μεγάλη που έρχεται Σιγή…

4 Νοε 2018



Two Butterflies

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2018

Ο Οίκος



Ο
ποιητής σήκωσε το βλέμμα και το προσανατόλισε στην είσοδο του Οίκου. Ρίγησε. Όλο του το είναι σκίρτησε. Η ατραπός τελειώνει εδώ, συλλογίστηκε και τα μάτια του υγράνθηκαν. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο ηλιακό του πλέγμα. Έβγαλε με μια ήρεμη κίνηση αυτό που κρατούσε καλά κρυμμένο και αθέατο κατάσαρκα στο στήθος. Το χάιδεψε απαλά, με άφατη τρυφερότητα. Το κράτησε με το δεξί του χέρι και κοίταξε ξανά μπροστά. Πρέπει να κάνω το βήμα, μονολόγησε. Γι αυτό βρίσκομαι εδώ… πήρε μια βαθιάν ανάσα, έδιωξε τις σκέψεις της τελευταίας στιγμής και προχώρησε.
Έφτασε λίγο πριν το Κατώφλι, ανάμεσα στους δυο μεγάλους κίονες όταν ο πόνος στο στήθος έγινε οξύτερος. Τα γόνατά του έτρεμαν, όλο του το είναι βρισκόταν σε συναγερμό. Πρέπει να στηριχτώ, πρέπει να κλείσω την ατραπό, ενθάρρυνε τον εαυτό του και μονομιάς ένιωσε να στυλώνεται ξανά στα πόδια του. Πέρασε τη νοητή γραμμή που συνέδεε τους δυο επιβλητικούς κίονες και έφτασε στο Κατώφλι. Στάθηκε και έκλεισε τα μάτια. Γνώριζε καλά την προσευχή. Όλη του τη ζωή την επαναλάμβανε σαν μαγική επωδό. Οι λέξεις ανέβηκαν αβίαστα απ’την ψυχή στα χείλη. Τα δάκρυα έτρεξαν καυτά, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Πόσο μεγάλη είναι τούτη η στιγμή, σκέφτηκε σαν ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα. Και πέρασε το κατώφλι.
Ο Οίκος ήταν σκοτεινός, ζεστός και γεμάτος μια πανάρχαια ενέργεια που τον χτύπησε από το πρώτο του βήμα στο εσωτερικό. Δεν υπήρχε τίποτα ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν σκοτεινοί, γεμάτοι σκαλίσματα, παραστάσεις ακατάληπτες και λαξευμένες αράδες από προσευχές προσκυνητών σε άγνωστες, ξεχασμένες πια γλώσσες. Μπροστά του, στο κέντρο του Οίκου ήταν ο βωμός. Τον χώριζαν μονάχα λίγα βήματα.
Ξαφνικά, εκείνο που κρατούσε στο δεξί του χέρι σα να ζωντάνεψε… μια θερμότητα τον διαπέρασε αρχικά κι από το χέρι απλώθηκε γοργά σε όλο του το σώμα. Δύσπνοια. Το οξυγόνο ήταν λιγοστό εδώ μέσα και ένιωθε πως πνιγόταν. Να βιαστώ, είπε δυνατά και πλησίασε θαρρετά τον οκταγωνικό βωμό.
Τα βήματά του ήταν δύσκολα, όλο και πιο δύσκολα. Ένιωθε μια τεράστια πίεση να τον πιέζει στους ώμους λες και ολόκληρος ο Οίκος, ο κόσμος όλος έπεφτε πάνω του. Πήρε μια γενναία ανάσα και έφτασε μπροστά στο βωμό. Γονάτισε με ευλάβεια και έφερε το αντικείμενο μπροστά του. Είχε μια άλλη όψη και άλλη υφή τώρα. Έμοιαζε με διάπυρο ξίφος που άστραφτε μέσα στο σκοτεινό, πανάρχαιο Οίκο. Μια κίνηση έμεινε, σκέφτηκε κι αισθάνθηκε πόνο σε όλα του τα μέλη, ως τα κατάβαθα του είναι του. Εκείνος δεν θέλει να το κάνω, είπε και ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει απ’το μέτωπό του. Εκείνος παλεύει να με σταματήσει, είπε ξανά και τέντωσε το χέρι του για να αποθέσει το αντικείμενο που σα να είχε φλογιστεί πια ολόκληρο, σα να είχε πυρποληθεί από μια τρομερή ενέργεια και δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει. Όλα είχαν φτάσει πια στο πιο κρίσιμο σημείο. Ολόκληρη η ύπαρξή του δονείτο… ένιωθε σαν αρχαίος βράχος που άρχιζε να ρηγματώνεται παντού και έφτανε στα όρια να σπάσει σε αναρίθμητα κομμάτια. Προσπάθησε να ψελλίσει κάτι και δεν έβγαινε η φωνή του… ως και η σκέψη του είχε παύσει, ως και η ανάσα της αθάνατης ψυχής του τρεμόσβηνε μέσα του… άνοιξε τα δάχτυλά του και το έμπυρο αντικείμενο έπεσε μέσα στο βωμό…
Δεν κατάφερε να δει όσα ακολούθησαν… τον πίδακα φωτιάς που όρμησε από το βωμό και έγλειψε την οροφή του Οίκου… τα έγγλυφα στους τοίχους ολόγυρα να πυρώνονται και να εκπέμπουν το αρχαιώνιο φως του είναι τόσων και τόσων προσκυνητών πριν απ’αυτόν… ένιωσε όμως να του δροσίζει τα φλεγόμενα μάγουλά του μια πρωτόγνωρη ανάσα… η πίεση αφαιρέθηκε από τα μέλη του, η ψυχή του ανάσανε, το μυαλό του αναπαύτηκε… προσπάθησε να σηκώσει το ταλαιπωρημένο του σώμα αλλά δεν τα κατάφερε… και τότε άκουσε, ένιωσε περισσότερο εκείνη την παράξενη μελωδία… την εξέπνεε θα’λεγες ο Οίκος… διέρρεε από τους πόρους του, πλημμύρισε το χώρο και την ύπαρξη του ποιητή που ένιωσε το βάρος της απόφασής του και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ήξερε τι σήμαινε αυτή η πένθιμη μελωδία που απλωνόταν σα φίδι με χίλια κεφάλια στα έγκατά του και τον άλωνε… πάλεψε ξανά να σηκωθεί, να σταθεί όρθιος… τα κατάφερε και αναθαρρημένος έκανε μεταβολή… Αν φτάσω ως την έξοδο… ψέλλισε κοιτάζοντας το φως που έμπαινε από την είσοδο του Οίκου… Δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα… έπεσε στα δυο του γόνατα εξοντωμένος από την υπερπροσπάθεια και έγειρε το σώμα του με το κεφάλι προς τα πίσω συμφιλιωμένος με το αναπόδραστο. Η μυσταγωγική μελωδία δυνάμωσε. Οι τοίχοι του Οίκου τον ζύγωναν. Η φωτιά στο βωμό είχε σβήσει.
Και τότε, ακριβώς τη στιγμή που η μουσική είχε γεμίσει το είναι του και είχε μεθύσει τις αισθήσεις του, ένιωσε κι έπειτα είδε τη μεγάλη ρομφαία να τον διαπερνά και να προβάλλει από την εκτεθειμένη του κοιλιά. Άνοιξε το στόμα του, ρούφηξε τις τελευταίες ριπές οξυγόνου που του αναλογούσαν, έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον εξώχωρο και παραδόθηκε…



Οκτ 2018