Κ |
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026
Ποια ετοιμότητα;
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2026
Να φυλάς τα ιερά σου
Να φυλάς τα ιερά σου
Να φροντίζεις μέσα στην άγονη σκόνη
εσύ να μένεις καθαρός
Να επιμένεις
Οι μέρες που σου έλειψαν
να ξέρεις
έρχονται πάλι
Να παραφυλάς τις ασέληνες νύχτες
για τον εχθρό στο σκοτάδι
όμως όταν τελικά τον ανταμώσεις
δώστου το χώρο που ζητάει
δώστου αφηγήσεις
και ιλίγγους από ηρωικούς ανέμους
ως και την παρηγοριά της λήθης
αν το μπορείς
Όμως
μακριά απ'τα ιερά σου!
τα κρύφια δώματα
τις αίθουσες με τα ακριβά σου
Κι όταν θα φεύγει
Πρόσεξε!
μην τον κοιτάξεις
το χέρι μην του δώσεις
Μην ξεχαστείς!
Το βλέμμα του
με κάθε κόστος ν'αποφύγεις
Όχι γιατι το Άγνωστο θα σε σαρώσει
Μα εκείνο που θ'αντικρίσεις
με τη γλυκύτητα του οικείου
θα σου ζεστάνει την καρδιά τόσο πολύ
που την αποστολή σου αρνείσαι
και αφήνεσαι νωχελικά
να ευεργετηθείς
με το μαυλιστικό ταξίδι στο Αχανές
Και μουδιασμένος
ως τα έγκατα
απ'τη θέρμη της καρδιάς σου
αναχωρείς
και αφύλαχτα μένουν τα ιερά σου
Κι εσυ απ'το ταξίδι αυτό
απρόσωπος θα επιστρέψεις...
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 09, 2026
Το Έργο
Ό |
Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2026
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει...
Τι έχει συμβεί;
Ποιον έχουμε συνέχεια στο κατόπι;
Ποιον κοροϊδεύουμε;
Και τι νομίζουμε πως μάθαμε ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια;
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει
Παρά μονάχα όταν ο κίνδυνος γίνει η ανάσα του
Και όταν το λυγρό σκοτάδι
γίνει ο ήλιος της ζωής του
Η λέπρα
Η σύφιλη και η χολέρα
Ο τύφος και η πανούκλα
Οργώσουν το σώμα και το πνεύμα του
Σβήσουν το φως από τα μάτια του
Σκοτώσουν τις λέξεις των ποιητών
Και αφανίσουν τα ρόδα απ’τις μετώπες των ναών
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει
Από τα βάσανα του χθες
Από τις αφηγήσεις των παλαιών
Από σελίδες ιστορίας που σάπισαν
Στις βιβλιοθήκες
Μαθαίνει μονάχα με το μαχαίρι στα δόντια
Με το χτυποκάρδι στο σεντόνι
Με το άγγιγμα του θανάτου στο αίμα
Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει
Για να μπορεί να επιβιώνει
Για να μπορεί να λησμονεί
Για να μπορεί να μεγαλώνει
Για να μπορεί να ψεύδεται
Για να μπορεί να ερωτεύεται
Για να μπορεί να υπάρχει
Εκείνος που έμαθε και δεν ξεχνά
Τριγυρνά σαν τον Εφέσιο ανάμεσα στους ερειπιώνες
Και περιμένει αδέσποτα σκυλιά
Να τον σπλαχνιστούν
Να τον κατασπαράξουν…
Τι έχει συμβεί;
Τι υπήρξε κάποτε;
Τι ξημερώνει;
Λες δεν το αρνούμαι
όμως δεν είμαι πια τυφλός
παρά μονάχα για τα όνειρά μου
και βοηθάς τον ήλιο να σηκωθεί
άλλη μια μέρα…
Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2026
Όσο ακόμα βλέπεις!
Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2026
Γραώδεις μύθοι
Ε |
ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ!
Κι όμως υπήρξε!
Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!
Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους.
Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι.
Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.
Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].
Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’.
Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.
Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.
Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.
Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!
Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.
Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.
Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!
Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…
Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…
Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2026
Ντεσπεράντος...
Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026
Αγαπημένα ονόματα
|
Ο |
ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.
Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.
Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.
Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.
Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.
Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.
Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.
Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.
Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.
Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.
Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…
Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.
Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.
Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.
Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.
Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…




