Τρίτη, Απριλίου 17, 2018

Σύμβολο


Στο τέλος, έτσι ή αλλιώς, όλα θα γίνουν ένα σύμβολο...
Τούτος είναι ο προορισμός τους...
Ως και η ίδια η ζωή σου... 
Είναι η κεκρυμμένη εντελέχεια του είναι...
Ως κι εσύ ο ίδιος...
Κανείς δεν μπορεί να αποδράσει
κανείς δεν τολμά να εξαιρεθεί
κανείς δεν επιθυμεί να το ανατρέψει
Και τότε... δεν θα μπορεί να σε αγγίξει κανείς..
Και τότε δεν θα μπορεί να σε προσβάλλει κανείς...
Και πρώτιστα ο ίδιος ο εαυτός σου...

Κυριακή, Απριλίου 08, 2018

Ξεκούτης



Κάποτε συνάντησα εκείνο τον αμαρτωλό ξεκούτη
καθισμένο στον κορμό ενός πανάρχαιου δέντρου
να καθαρίζει ένα μήλο
μόλις με είδε να πλησιάζω
έκανε νεύμα με την παλάμη του
να σταματήσω
χαμογέλασε νομίζω
και μου είπε
«είμαι ένας αμαρτωλός ξεκούτης
ταξιδευτή
και βγήκα απ’το σπίτι μου
για να σε ανταμώσω…»

είπε και ξαφνικά
το μήλο ήταν πια στην εντέλεια καθαρισμένο

«…σ’εξορκίζω
μη δένεσαι πολύ με τους ανθρώπους
όταν αγαπάς πολύ
είναι σα να ρίχνεις μια θεόρατη άγκυρα στη πιο βαθιά θάλασσα
μονάχα που είναι η αλυσίδα της
δεμένη στο λαιμό σου»
μου είπε ο άθλιος και στύλωσε το βλέμμα του
στο πουθενά
το μήλο του έπεσε απ’τα χέρια
κι ύστερα από λίγο
έπεσε και το κεφάλι του
κι άρχισε να κυλάει προς τα μένα!

μονάχα
που το στόμα του δεν έλεγε να κλείσει

«να εμπιστεύεσαι μονάχα
ό,τι μπορεί να σε κάνει να θυμώσεις
να αποφεύγεις όλα εκείνα
που υπόσχονται την ακεραιότητα
και πιο πολύ, αληθινά στο λέω
πάρε το βλέμμα σου απ'το Άπειρο
ό,τι χωράει στη χούφτα σου
τούτο σου αρκεί
κι ό,τι καλπάζει στα όνειρά σου
να μην το επικαλείσαι»

και να, πως έγινε
που το κεφάλι γύρισε προς τα πίσω
ανέβηκε ξανά στο σώμα
κάθισε στη θέση του

το βλέμμα έφυγε απ΄το Απέραντο
και γύρισε σε μένα

«που είναι το μήλο μου;»
με ρώτησε ο Ξεκούτης

έσκυψα παγωμένος
το έπιασα
και του το έδωσα…

τα μάτια του γέμισαν συμπόνια
και μου είπε
«πάρε την καρδιά σου απ'το Ανεκδήλωτο
αδελφέ μου
και μην σηκώνεσαι τις νύχτες ρημαγμένος
όσο έχεις ακόμα ένα δάκρυ
για το Μάταιο
να ελπίζεις
πιο ακριβό από τούτον τον καρπό
δεν αξιώθηκα να γευτώ ποτέ
πιο σπάνιο
 ακόμη και οι λέξεις
ναι
ακόμη και οι λέξεις
δεν έχουν την αιώνια θλίψη
αλλά αν ακούς τη μουσική μου μέσα τους
αυτό αρκεί…»

είπε

και το μεγάλο δέντρο
άνοιξε την αρχαία του αγκαλιά
και τον έκλεισε μέσα του…

Παρασκευή, Απριλίου 06, 2018

Η ΕΚΡΗΞΗ




Τ
ον κοίταξε καθώς ανασήκωνε την κανάτα με το δροσερό νερό. Ήταν όρθιος πίσω από το μεγάλο τζάμι. Το βλέμμα του ανίχνευε κάτι στον έξω κόσμο.
Τον ρώτησε γεμίζοντας ακόμη ένα ποτήρι νερό.
«Πότε συνέβη όλο τούτο;»
Δεν γύρισε το κεφάλι του αμέσως. Γύρισε πρώτα ολόκληρο το σώμα του. Ήρθε με ήρεμα βήματα και κάθισε ξανά στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα του λες και χρειαζόταν χρόνος για να κυοφορήσει την απάντηση.
«Ποιο;», είπε απλά.
«Όλο τούτο… με τα πτώματα… με ό,τι πεθαίνει… με την άρνηση της αποσύνθεσης… την αναστροφή της αποσύνθεσης… δεν ξέρω, πες το όπως νομίζεις… την ακύρωση μιας διαδικασίας που κανείς δεν φανταζόταν πως θα μπορούσε να οδηγήσει τη Γη σε αφανισμό»
Έγειρε το κεφάλι του στην πολυθρόνα. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος.
«Κανείς δεν ξέρει. Άρχισε… απλά άρχισε κάποια στιγμή… πριν από χρόνια… πριν γεννηθείς…»
«Ναι, αυτό το ξέρω»
«…έχεις δίκιο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα αφανιζόμασταν από κάτι τόσο… παράλογο… όμως συνέβη… κι εμείς εδώ καθόμαστε ήρεμα και συζητάμε…»
Ήπιε όλο το περιεχόμενο του ποτηριού κι έδειχνε να το απολαμβάνει. Είχε στοχαστική διάθεση.
«Μου ήρθε στο νου μια φράση τώρα… νομίζω του Καζαντζάκη… δεν ξέρω πως αναδύθηκε στο κεφάλι μου… είμαι ήρεμος… είμαι ήρεμος γιατί είμαι απελπισμένος… το τρελό είναι πως τώρα κατανοώ απολύτως τι ήθελε να πει»
Τον είδε να γελάσει στην ίδια στάση. Με το κεφάλι ξαπλωμένο στην πολυθρόνα και τα χέρια σταυρωμένα πάνω απ’το στομάχι του.
«Γιατί γελάς;»
«Ο Καζαντζάκης ξέρεις…», άρχισε να λέει όμως το μετάνιωσε ξαφνικά και εγκατέλειψε τη στάση του. Έφερε το σώμα του μπροστά. Σα να ήθελε να επιτεθεί με τις λέξεις. Κάποια πράγματα αποδυναμώνονται όταν τα ξεστομίζεις ξαπλωμένος, σκέφτηκε καθώς δρόσιζε τα χείλη του.
«Ο Καζαντζάκης μιλούσε για κάτι άλλο…»
Πήρε την κανάτα με το ένα του χέρι και με το άλλο την άγγιξε εξωτερικά.
«Ζεστάθηκε το νερό», είπε και έκανε να σηκωθεί.
«Μην κάνεις τον κόπο να πας στο ψυγείο. Δεν έχουμε ηλεκτρικό από το πρωί. Οι διακοπές έχουν πληθύνει πλέον. Έχω ρεύμα δυο ή τρεις ώρες ημερησίως. Νομίζω πριν το τέλος της εβδομάδας θα έχει κοπεί εντελώς»
Κάθισε ξανά στην καρέκλα του μελαγχολικά.
«Πες μου για τον Καζαντζάκη», απαίτησε.
«Ο Καζαντζάκης έβλεπε την απελπισία ως γέφυρα»
«Ως γέφυρα για ποιο πράγμα;»
«Η απελπισία μπορεί να είναι μια δυσφορική κατάσταση, σύμφωνοι. Μπορεί όμως να είναι και μια γέφυρα. Όταν ο πολεμιστής έχει απαρνηθεί και το τελευταίο του πρόσχημα, είναι πλέον απόλυτα ελεύθερος. Η ελπίδα βλέπεις, δημιουργεί κάποιες έσχατες προσκυρώσεις»
Έβαλε από το χλιαρό πλέον νερό στο ποτήρι του και το ήπιε μονορούφι. Τον κοίταξε απρόθυμα στα μάτια. Σε λίγες μέρες θα είχαν τελειώσει όλα, θα είχαν αφανιστεί όλα κι εκείνοι συζητούσαν για έναν παλαιό και ξεχασμένο συγγραφέα που δεν διάβαζε πλέον κανείς. Όμως αυτή η διαφυγή ήταν τούτη τη στιγμή λυτρωτική. Την είχε ανάγκη. Όπως και το νερό.
«Προσκυρώσεις… τι θέλεις να πεις;»
Τον είδε να ξαπλώνει και πάλι στην αναπαυτική του στάση. Τώρα πλέον δεν χρειαζόταν να εξαπολύσει καμιά λέξη – σφαίρα.
«Θέλω να πω ότι ο άνθρωπος που έχει ακόμα ελπίδα δεν είναι ελεύθερος. Και αφού δεν είναι ελεύθερος δεν μπορεί να κάνει το ύστατο βήμα…»
«Να πετάξει;»
«Ναι… στην Άβυσσο»
Ένιωσε τη λέξη να κατεβαίνει σαν παγάκι στη ράχη του. Σε λίγες ημέρες η Άβυσσος θα ήταν η κατοικία όλων στον πλανήτη…
Βυθίστηκαν για λίγο και οι δυο στη σιωπή.
«Όμως και ο ευφυέστερος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να οργανώσει μια τόσο εκλεπτυσμένη φαντασιακή διαφυγή, σωστά;», ρώτησε ξαφνικά.
«Να επινοήσει ένα τόσο σουρεαλιστικό τέλος; Ίσως…»
Σηκώθηκε και περπάτησε προς το παράθυρο. Άφησε το βλέμμα του να αλητέψει λίγο στην πόλη. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Όμως σε λίγες μέρες θα γέμιζε με την αποφορά και τα τοξικά παράγωγα της μεγάλης έκρηξης.
«Γιατί δεν αυτοκτονούμε;»
Η ερώτηση σχηματίστηκε τόσο φυσικά στα χείλη του που σχεδόν απόρησε γιατί δεν την είχε εκστομίσει νωρίτερα. Πριν από μέρες. Όταν ο αφανισμός ανακοινώθηκε επίσημα από τις τηλεοράσεις και το νετ. Όταν οι εκρήξεις αποφασίστηκαν ως η μόνη λύση.
Πήρε λίγο χρόνο η απάντηση.
«Ξέρεις, υπάρχει μια θεωρία για το φόβο. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι ο φόβος δεν ήταν μια πνευματική κατάσταση. Πίστευαν πως είναι σωματική. Το σώμα φοβάται. Το σώμα…»
«Έχει νοημοσύνη…»
«Ακριβώς. Αυτό που γνωρίζουμε πλέον εμείς σήμερα εκείνοι το ήξεραν 2600 χρόνια πριν. Να γιατί ασκούντο από νέοι ως τα βαθιά γεράματα. Να γιατί ήταν μια κοινωνία πολεμιστών. Όχι για να κυριαρχήσουν στους άλλους. Αλλά για να κυριαρχήσουν στο φόβο. Στο φόβο του θανάτου…»
«Αν το σώμα πάψει να φοβάται τότε και ο νους ακολουθεί…», συμπλήρωσε κοιτάζοντας ακόμα έξω από το παράθυρο.
«Ακριβώς»
«Άρα δεν αυτοκτονούμε γιατί ο οργανισμός, η βιολογική μηχανή δεν δίνει την εντολή της αυτό-ακύρωσης. Ενώ πνευματικά μπορεί να είμαστε έτοιμοι»
«Κάπως έτσι»
«Βέβαια… πολλοί έχουν κιόλας αυτοκτονήσει…»
«Πάρα πολλοί»
Άφησε τις λέξεις να κατακαθίσουν μέσα του κι επεξεργάστηκε όσα είχε ακούσει για την αρχαία Σπάρτη. Δεν την πίστεψε αυτή τη θεωρία. Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν ιδέα για τη νοημοσύνη του σώματος. Εγκατέλειψε τη στάση του δίπλα στο μεγάλο υαλοπίνακα και ξαναγύρισε στην καρέκλα του μπροστά από το γραφείο. Κοίταξε την κανάτα με το ζεστό πλέον νερό. Διψούσε ακόμη αλλά έγλειψε τα χείλη του για να ξεγελάσει το αίσθημα.
Τον κοίταξε ξανά. Ήταν ξαπλωμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του και χαμένος στις σκέψεις του. Ίσως απλά χαμένος στο τίποτα.
«Ποιο είναι το ποσοστό εκείνων που θα επιβιώσουν;»
Τώρα γύρισε και τον κοίταξε με ένα μελαγχολικό ύφος.
«Κάτω από μισό τοις εκατό. Έτσι είπαν. Κι όσοι επιβιώσουν της έκρηξης δεν θα αργήσουν να πεθάνουν από τη ραδιενέργεια ή την πείνα στις πρώτες δυο τρεις εβδομάδες»
Η απάντηση είχε ολοκληρωθεί κι έγειρε ξανά στην ύπτια θέση του.
«Νομίζω πως ξέρω γιατί δεν αυτοκτονούμε», είπε.
Δεν πήρε καμιά αντίδραση.
«Όσες φορές έγινε κάποια παγκόσμια καταστροφή επιβίωσαν οι χειρότεροι. Οι πιο ματαιόδοξοι και πιο κενόδοξοι. Τα πιο ελεεινά καθάρματα. Αυτό πιστεύω πως έγινε και με την Ατλαντίδα»
Τούτη τη φορά τον είδε να ανασηκώνεται και να φέρνει το σώμα του μπροστά.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Κάθε φορά μετά από μια μεγάλη πλανητική καταστροφή το επίπεδο των επιζησάντων ήταν όλο και χαμηλότερο. Όσοι οργάνωναν τις νέες κοινότητες ήταν όλοι αυτοί που αποτελούσαν το περιθώριο των προηγούμενων κοινωνιών. Οι εγκληματίες, οι παραβάτες, οι μισάνθρωποι. Αυτοί είχαν τα κότσια και την αναγκαία σκληρότητα για να περάσουν στην επόμενη φάση»
«Οι πιο ευαίσθητοι, οι καλύτεροι χάνονταν…», τον είδε να μονολογεί ακολουθώντας το στοχασμό του.
«Φυσικά. Οι καλύτεροι χάθηκαν… και θα χαθούν ξανά… Θα χάνονται πάντοτε. Κι όσοι ελάχιστοι επιβιώσουν, αυτοί που θα ξεκινήσουν μια νέα αυγή του κόσμου θα είναι όσοι ποτέ δεν πίστεψαν σε τίποτε. Οι κενοί, οι άδειοι… οι τυχοδιώκτες… όσοι ήταν πρόθυμοι να ζήσουν κι όχι για να πεθάνουν…»
Άφησε τη σιωπή να φιλοξενήσει το έντονο χτυποκάρδι του. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.
«Δεν αυτοκτονούμε γιατί δεν πιστέψαμε ποτέ σε τίποτε. Γιατί είμαστε άδειοι από ζωή. Όχι γιατί δεν επιθυμούμε να σκοτώσουμε κάτι που αξίζει. Δεν έχουμε ιδέα για το τι αξίζει και τι όχι. Δεν γνωρίζουμε τι θα σκοτώσουμε, δεν επαναστατεί τίποτε εντός μας. Δεν αυτοκτονούμε επειδή δεν έχουμε τίποτε να σκοτώσουμε…»
Κοίταξε εμπρός του. Τον κοίταξε ολόισια στα μάτια. Πήρε στα χέρια του το τάμπλετ, άνοιξε την εφαρμογή και πίεσε το κατάλληλο πλήκτρο.
Το είδωλο απενεργοποιήθηκε… Η πολυθρόνα πίσω από γραφείο έμεινε κενή…
Απέμεινε μόνος… περιμένοντας…


Απρ2018  

Ο θεός που έκρυψε το πρόσωπό του...




Για τα περισσότερα ή πιθανώς για όλα όσα συμβαίνουν μπορεί κανείς να αποφανθεί πως επικρατεί αχλή αβεβαιότητος και σιωπή αμηχανίας. Και αναφέρομαι σε όσα κυριολεκτικώς συμβαίνουν. Πέρα δηλαδή και έξω από τη θέληση, τη βούληση ή την επιθυμία μας. Μερικά έχουν οπωσδήποτε ιχνευθεί κι ερευνηθεί ακόμη επιστημονικώς. Σημειώνουμε πρόοδο μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, αιώνα τον αιώνα. Αλίμονο, δεν είμαστε στη νηπιώδη ηλικία όπου ξύναμε τη κεφαλή μας και γουρλώναμε τα μάτια μας εμπρός στα φαινόμενα της λυχνίας πυρακτώσεως ή της φωτογραφικής μηχανής. Έχουμε κάνει 'βήματα', έχουμε περάσει το ποτάμι της θολερής άγνοιας και εξερευνούμε λίγο λίγο το Άγνωστο που πρόκειται να γίνει Γνωστό

Ο εξωτερικός κόσμος, με μια έννοια, είναι εύκολο πεδίο. Συναρπαστικό, ενίοτε επικίνδυνο αλλά τελικά ‘κατακτήσιμο’. Θέλει δε θέλει η φύση που ‘κρύπτεσθαι φιλεί’ θα γίνει εν τέλει κάποτε ολοκληρωτικά ‘δική μας’. Είναι μια δύστροπη ερωμένη, γοητευτική και άγρια αλλά που θα πάει, στο τέλος θα λυγίσει. Θα ‘πέσει’ κατά το κοινώς λεγόμενο. Θα υποκύψει. Ακόμη δεν λέει να το δεχτεί ολοκληρωτικά και σε κάποια πεδία παραμένει απροσκύνητη και ξεροκέφαλα περήφανη. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι ούτε γορίλας, ούτε μαϊμού ούτε γατόπαρδος. Ο άνθρωπος είναι ο βασιλεύς της κτήσης, είναι ο κληρονόμος, είναι αυτός που… δικαιωματικά έχει και πρέπει να έχει πρόσβαση παντού. Στα ύψη των ορέων και στα βάθη των ωκεανών. Στις τροπικές ζούγκλες ως και στις άνυδρες ερήμους. Ούτε χιλιοστό αυτού του πλανήτη δεν πρέπει να μείνει απάτητο, αχαρτογράφητο, αναφές κι απρόσιτο. Ακόμη κι αν χρειαστούν κάποιες… θυσίες. Θυσίες ανθρώπων που ανθίστανται, ζώων που εκπλήττονται, εκτάσεων που αποψιλώνονται. Θυσίες ‘πρωτόγονων’ που βλακωδώς αντιστέκονται στην επέλαση των πολιτισμένων, θυσίες ‘αγρίων’ που δεν νοούν να αναγνωρίσουν την υπεροχή των ‘ευγενών’… Αλλά και άλλες θυσίες. Θυσίες χρόνου και χρήματος ας πούμε. Αυτές είναι τελικά, πιο σοβαρές, ψηλαφητές και επώδυνες. Αυτές, ναι, τις καταλαβαίνουμε απολύτως. Θέλει θυσίες για να κατακτήσεις το ‘διάστημα’. Μερικά εκατομμύρια παιδιών που αφανίζονται από την πείνα και τις αρρώστιες ας πούμε. Όμως το Διάστημα απαιτεί θυσίες. «Αλλά το διαλέξαμε», είπε στον περίφημο και συγκινητικό λόγο του κάποτε ο JFK… πριν γίνει μακαρίτης βεβαίως… «όχι γιατί είναι εύκολο, αλλά γιατί είναι δύσκολο»…

Προσωπικώς διαφωνώ πάντως με το διάσημο πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ. Ναι, τολμώ να διαφωνήσω παρότι τον εξετέλεσαν ακροδεξιά ή ακροαριστερά καθάρματα και πέρασε στην αθανασία ως ο ‘αδικοχαμένος’ dead Kennedy… Κι έγινε και συγκρότημα… και βιβλία και ταινίες και εσχάτως και τηλεοπτική μίνι σειρά (‘11.22.1963’). 

Και επιμένω στην αρχική μου πρόταση που υπενθυμίζω. Το εξωτερικό δεν είναι δύσκολο. Μοιάζει δύσκολο αλλά δεν είναι. Πολλά πράγματα ομοιάζουν άλλα ενώ στην ουσία τους δεν είναι… είναι αυτά που είναι και όχι αυτά που ομοιάζουν… και το εξωτερικό Τζον Φιτζέραλντ είναι εύκολο.
Γιατί είναι η τέλεια διαφυγή.

Κάθε τι έξω που γίνεται εκτός και όχι εντός είναι εύκολο. Μπορεί να το βαφτίζουν κάποιοι δύσκολο, επίτευγμα, achievement, άθλο, Έβερεστ και άλλα γραφικά. Δεν είναι. Ό,τι είναι έξω δεν έχει κορυφές. Γιατί το βλέμμα μας είναι πάντα από ψηλά. Και όταν είσαι εσύ ψηλότερα, όταν έχεις τοποθετήσει εαυτόν ψηλότερα από οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχουν κορυφές. Υπάρχουν απλά κάποιες ‘αποστολές’. Κάποια ‘καθήκοντα’. Κάποια ‘έργα’.

Και ο άνθρωπος είναι συνηθισμένος να εκτελεί περίφημα όλα τα εξωτερικά έργα. Έργα που δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ μέτοχοι του εντός. Έργα που ανήκουν στο Άγνωστο που πρόκειται να γίνει Γνωστό

Όμως… υπάρχει και ο θεός που έκρυψε το πρόσωπό του.
Υπάρχει και ο θεός που δεν γράφεται με θήτα κεφαλαίο αλλά μικρό.
Υπάρχει και ο θεός που σε περιφρονεί όταν τον πλησιάζεις ως προσκυνητής ενώ κρύβεις στην πλάτη το μαχαίρι του ασσασίνου.
Αυτός ο θεός δεν σε κοιτάζει. Δεν σε γνωρίζει. Σε απαρέσκεται. Σε αγνοεί.
Και φυσικά, δεν σε σκοτώνει.
Έχεις μάθει ό,τι μισείς να το σκοτώνεις ή να σε σκοτώνει.
Όμως ο θεός αυτός δεν μάχεται για τη ζωή του ή για το αίμα το δικό σου. Δεν θέλει αίμα, σπέρμα ή πνεύμα.
Αυτός ο θεός έκρυψε για πάντα κάποτε το πρόσωπό του.
Γιατί δεν έχει τίποτε έξω από αυτόν που να μην το περιέχει.
Γιατί όλα όσα βρίσκονται εκτός ήταν πάντοτε εντός και τίποτε δεν τον θέλγει, δεν τον γητεύει, δεν τον κλονίζει.
Η αθλιότητα, η αγριότητα, ο κυνισμός, η βαρβαρότητα.
Ο πόνος, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, η αδικία, το ψεύδος, η πλαστότητα…
Το μίσος, η τρέλα, ο κανιβαλισμός.
Η φενάκη, το κίβδηλο, το λερό, το ασήμαντο…

Όλα τα εκτός είναι εντός και στην ενότητα δεν χρειάζεται ούτε το πρόσωπο, ούτε καν το βλέμμα…

Δεν απορεί λοιπόν κανείς που τούτος ο θεός είναι παντελώς άγνωστος. Σε όλους… ή σχεδόν σε όλους…

Γιατί πρόσφατα για να πω την αλήθεια, είχα την σπάνια ευκαιρία ν’ανταμωθώ με τούτο το θεό…

Χαμογέλασα πλατιά σε ένα άγνωστο παιδί κι εκείνο έσκυψε το βλέμμα…

Τρίτη, Απριλίου 03, 2018

ζητητής του όντος...



Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.
Δημήτρης Λιαντίνης



Εκείνο που πραγματώνεται μες στο παράδοξό του… η απουσία και περισσότερο ο πόνος από την απουσία… κρίνεις λογικά μα σε προδίδει το θυμικό. Έχεις βασίλεια απέραντα μέσα σου… έχεις ανθρώπους, φωνές, βλέμματα… έχεις χρόνο…

Παραδίδεις στην πυρά του χθες όσα σε πλήγωσαν όμως δεν σου αρμόζει… κρίνεις με τη διάνοια πράγματα που ανήκουν σε άλλες περιοχές… στριμώχνεις μέσα σε λέξεις όσα είναι αρχαιότερα απ’τις λέξεις… έργο Σισύφειο, αδιέξοδο, μάταιο… και σε όλη σου τη ζωή… αν αξιώθηκες από το βίο να σηκωθείς λιγάκι στη ζωή… αν…

Παραδίδεις στη λήθη των ερχόμενων εκείνα που ούτε ο ίδιος εσύ δεν αγάπησες… άξια η μεταχείρισή τους από τους αποθέτες του αύριο… κανένα χτες δεν πρόγνωσε ποτέ κανένα αύριο… μάντης κακός σε αρχαίο ναό που εγκατέλειψε ως και η σκόνη… τι αναζητάς κοιτώντας ολόγυρα τους λερούς κίονες; Τι αδειάζει από σένα για να γεμίσει το έξω από σένα; Ξέχασες; Ποτέ το έξω δεν σε κάνει ευτυχισμένο… απλά γεμίζει το κενό… και πάλι στο επόμενο βήμα αδειάζει και μένεις ασυγχώρητος…

Παραδίδεις στο σήμερα το φιλοσοφείν που μακέλεψε ο ποιητής και το ποιείν που φαλκίδευσε ο φιλόσοφος… κρίνεις το σύμπαν μέσα από το φακό του Γαλιλαίου αλλά ο ποιητής ανασαίνει με πρωινά φωτός και δειλινά ομίχλης… παρθένα και τα δυο… όσα αναγνωρίζεις στο διαμέτρημα του στερεώματος είναι το χτες που σε εξαπατά… άσε την παρθενία για τον ικέτη του ίμερου, για τον προσκυνητή του ωραίου…

Ο φιλόσοφος σε εξαπάτησε γιατί σε γέμισε με ωραία λόγια…

Ο ποιητής σε μαύλισε γιατί στα χάραξε στο είναι…


Fly away with me
Yvette Depaepe

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2018

τὸ ἅλας τῆς γῆς...



Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων…
(Η επί του Όρους ΟμιλίαΜατθ. 5-13)


Η
μυητική διδασκαλία επιφυλάσσει πάντοτε εκπλήξεις… πάντοτε… θυμάμαι ήταν η εποχή της περίφημης ‘κάθαρσης’, κάπου εκεί στο ‘βρόμικο ‘89’… ολόκληρη η Ελλάδα συνταρασσόταν από τα όσα τρομερά και ευτράπελα μαζί γίνονταν τότε… όσοι τα έζησαν και τα θυμούνται σίγουρα μειδιούν αυτή τη στιγμή… ένα ανοιξιάτικο απόγευμα ήταν, σε κάποια καφετέρια στην Κυψέλη… μια συντροφιά φίλων και μαζί μας ήταν ένας παλιός αδελφός και αγαπημένος δάσκαλος μαζί…. συζητούσαμε… λογομαχούσαμε μάλλον… Οι πολιτικές συζητήσεις ως γνωστόν εξάπτουν τα πάθη και ιδιαίτερα στους λαούς της Μεσογείου. Οι απόψεις έδιναν κι έπαιρναν, ανταλλάσσονταν επιχειρήματα που απλώνονταν σε όλη τη βεντάλια των συναισθημάτων και των σκέψεων… από τα πλέον ψύχραιμα και ήπια έως εκείνα της ριζικής ανατροπής, της αλλαγής όλων, της απόλυτης κάθαρσης… να καούν όλα και στη θέση τους…
Ο παλιός αδελφός καθόταν σιωπηλός και μας κοιτούσε με ενδιαφέρον και τρυφερότητα θα έλεγα. Ήμασταν ένα πολύβουο μελίσσι νέων κι εκείνος κάπου στα 50 του πια μπορούσε να έχει την απαιτούμενη ‘απόσταση ελέγχου’. Άκουγε προσεκτικά αλλά δεν μιλούσε.
Κάποια στιγμή, ένας από εμάς τον ρώτησε: «Κι εσύ Κ… δεν θα μας πεις την άποψή σου; Τι πιστεύεις; Τι πρέπει να γίνει;»
Όλοι σιώπησαν αμέσως και περίμεναν με ενδιαφέρον τον μεγαλύτερό μας σε ηλικία και αρχαιότερο στην ατραπό να πει κάτι.
«Θυμάσαι στην επί του Όρους ομιλία Γ…; θυμάσαι που κάποια στιγμή ο Ιησούς τους λέει: Εσείς είστε το αλάτι της γης…»
Ο Γ… γύρισε και με κοίταξε απορημένος. Ξέρω τι σκέφτηκε… ‘κάποια παγίδα υπάρχει εδώ’.
«Ναι, το θυμάμαι», απάντησε ήρεμα εκείνος.
«Και συνεχίζει ο Ιησούς… Αν όμως το αλάτι αλλοιωθεί (αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Προτεστάντες το έχουν μεταφράσει tasteless), με τι θα ξαναγίνει αλμυρό; Σε τίποτα δεν αξίζει πια παρά μόνο, αφού πεταχτεί έξω, να καταπατιέται από τους ανθρώπους… Αυτή είναι μια καλή μετάφραση νομίζω… το θυμάστε όλοι;», ρώτησε κοιτάζοντάς μας τώρα έναν έναν.
«Ωχ!», είπε μια φίλη που καθόταν δίπλα μου όσο πιο σιγανά για να μην ακουστεί. «Ξέρω ποια είναι η επόμενη ερώτηση».
«Γιατί άραγε τους λέει ότι είναι ‘το άλας της γης’;», ρώτησε όλους μας και η σιωπή έγινε ακόμα βαθύτερη.
«Τό’ξερα», είπε η φίλη και φρόντισε να συρρικνωθεί στην καρέκλα της μπας και γίνει… αόρατη, ανεπιτυχώς βέβαια.
«Σκεφτείτε διαφορετικά… μην ξεχνάτε τις μυητικές ορίζουσες που πάντα μας ενδιαφέρουν… χωρίς αυτές δεν έχουμε παρά το επιμέρους όχι το ουσιώδες…», είπε και ενθάρρυνε όλους να μιλήσουν ελεύθερα.
Ακούστηκαν διάφορες απόψεις αλλά καμιά δεν ικανοποίησε τον αδελφό μας. Τελικά αποφάσισα να δώσω κι εγώ τη δική μου.
«Γιατί το αλάτι και το κρύο νερό είναι απαραίτητα για να καθαρίσουν το αίμα», του είπα ξαφνικά και τον είδα να σμίγει τα φρύδια του. Και μετά να χαμογελάει πλατιά. Οι υπόλοιποι γύρω μου είχαν μείνει σκεφτικοί και βουβοί.
«Το αίμα;», ρώτησε αμέσως απευθυνόμενος πια μόνον σε μένα. «Ποιο αίμα;»
«Το βρόμικο αίμα»
«Δηλαδή;»
«Το αίμα του πρώτου φονικού… του Κάιν στον Άβελ… τελικά το αίμα όλων των φόνων, των πολέμων…»
Ο δάσκαλος άρχισε να γελάει δυνατά… με την καρδιά του.
«Συνέχισε αδελφέ μου…»
«Το άλας της γης είναι στην ουσία η νέα ανθρωπότητα, οι καινούργιοι άνθρωποι, οι ανακαινισμένοι, οι ‘καθαροί’… αυτοί που θα χρησιμοποιήσει ο Κύριος για να καθαρίσει τη βρομιά του παλαιού κόσμου…», συνέχισα με ένταση. «Και όσο θα παραμένει αμόλυντο θα μπορεί να ξεπλένει το αίμα… αν όμως μολυνθεί ή αλλοιωθεί είναι άχρηστο και το παλαιό θα απορροφήσει το νέο και το έργο του Θεού ακυρώνεται…»
Η φίλη δίπλα μου με κοιτούσε έκπληκτη.
«Αμόλυντο…», ψιθύρισε σχεδόν.
«Και γιατί νερό και άλας;», συνέχισε αμείλικτος ο δάσκαλος.
Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα.
«Χυμικός γάμος!... Ρόζενκρόιτς!», φώναξα ξαφνικά.
«Αλχημεία!, συμπλήρωσε ένας φίλος από τη συντροφιά. Οι παλμοί είχαν ανέβει.
«Γη-ψυχή-πνεύμα… άλας–θείο–υδράργυρος… αλλά σε προγενέστερες παραδόσεις, της εποχής του Ιησού, πνεύμα-άνθρωπος, ψυχή–νερό και άλας το πυκνό αιθερικό… ή το πράνα… ύλη…σάρκα…», συνέχισε ο φίλος.
«Τριάδες… παντού τριάδες…» μονολόγησα δυνατά.
«Στην ουσία δηλαδή ο Ιησούς μιλούσε…», τόλμησε να ψελλίσει η κοπέλα που καθόταν δίπλα μου.
«Μην διστάζεις», της είπα. «Για την Φιλοσοφική Λίθο… σε πνευματικό επίπεδο βέβαια…»
Για πολύ λίγο έπεσε μια κουβέρτα σιωπής που ήταν γεμάτη ένταση, ηλεκτρισμό και πυρετικές σκέψεις.
«Ναι», είπε κάποια στιγμή πάλι εκείνη, «και όλο αυτό πώς δένει με όσα συζητούσαμε πριν;»
«Για κάθαρση δεν συζητούσατε;», ρώτησε ο παλαιός αδελφός μας. Και συνέχισε. «Και το ερώτημα είναι φίλοι μου… ποιοι; Ποιοι είναι αυτοί που θα καθαρίσουν όλο αυτό το αίμα ολόγυρά μας; Ποιοι θα είναι εκείνοι που θα αποτελέσουν το άλας πλέον; Καταλάβατε τώρα γιατί οι μυημένοι όλων των εποχών δρούσαν σε αδελφότητες μυστικές και προστάτευαν την ταυτότητά τους, τις ιερές διδασκαλίες και το μαγικό έργο;»
«Για να μην αλλοιωθεί το άλας;», ρώτησε ένας από την συντροφιά.
«Και να μην απορροφήσει το παλαιό το νέο…», συμπλήρωσε ένας ακόμη.
Ειπώθηκαν κι άλλα… πολλά… Ήταν μια από τις βραδιές εκείνες που όλοι αποχαιρετιστήκαμε γεμάτοι δυνατές και γόνιμες σκέψεις. Θα τολμούσα να πω και έναν αυθεντικό ενθουσιασμό.

Το βλέμμα εργαζόταν μέσα μας…

Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2018

Η 'φυσιολογικότητα' ως δι-ελιγμός επιβίωσης...




Η
φαντασίωση της ‘φυσιολογικότητας’ δεν είναι μια ακόμα κατασκευή, ένα ‘πρότζεκτ’ ή μια δράση του εαυτού δίκην οχυρωματικού υπερ-έργου για την προστασία του από τον εξωτερικό ‘εχθρό’. Είναι βεβαίως και αυτά. Αλλά είναι κάτι περισσότερο. Η φυσιολογικότητα είναι η απόλυτη δια-φαντασιωτική δράση που, στην ουσία, επαν-αρχετυπώνει όλες τις προσληφθείσες ‘πραγματικότητες’ και τις ενοποιεί σε μία. Αυτή η μία πραγματικότητα αρκεί και αποτελεί τον μόνο εξωτερικό εχθρό για τον οποίο οργανώνεται σε όλη του τη ζωή ο εαυτός.

Πρόκειται για τον ύστατο και μεγαλειώδη ελιγμό επιβίωσης του εαυτού. Ένας δι-ελιγμός. Δηλαδή μια εσωτερική και διαδραστική οργάνωση με όλα τα συστήματα και υποσυστήματα του εαυτού αλλά και με το υπό όρους, δηλαδή εμπροϋπόθετα Άγνωστο που ενδέχεται να γίνει γνωστό.

Πιστεύω πως αυτή η εκπληκτική υπερ-κατασκευή που αγνοώ πότε εκκινεί αλλά είμαι βέβαιος πως δεν ολοκληρώνεται ποτέ –αλλιώς θα είχε επιτευχθεί η βιολογική αθανάτιση όλων των συστημάτων που φθείρονται και θνήσκουν- είναι και ο λόγος που ο άνθρωπος αφομοιώνεται τελικά στην εργώδη προσπάθειά του να μην αφανιστεί και αγνοεί όλα τα υπόλοιπα που επισυμβαίνουν στο στερέωμα της ύπαρξης αλλά και κάτω από τα πόδια του, στον ‘μέλαινα ποταμό’ της ύπαρξης. Ο άνθρωπος από την αρχή ως το τέλος επιδίδεται σε μια αγωνιώδη και αγχωτική οικοδομική δραστηριότητα όλου αυτού του οχυρωματικού υπερ-έργου και όταν, κάποτε, αποκαμωμένος σταματά, επέρχεται η αλήθεια του θανάτου.

Ο θάνατος, υπό μια έννοια του συμβαίνει ακριβώς λόγω της θραύσης της φυσιολογικότητας. Ακριβώς όταν έχει επαν-αρχετυπωθεί ο θάνατος, τότε είναι που συντρίβει τον άνθρωπο σε όλα του τα επίπεδα. Η φυσιολογικότητα δεν ανήκει στο Αχανές και γι αυτό δεν μπορεί να αρχετυπωθεί. Δεν έχει σχέση με αυτά τα πεδία. Η αλήθεια όμως έχει και γι αυτό είναι σχεδόν αδύνατον να βιωθεί.

Ας το θέσω με πιο απλούς όρους.

Ο λόγος που δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να αντιμετωπίσουμε αλλά και να εκφράσουμε την αλήθεια είναι ο ίδιος που μας δυσκολεύει να αποδεχθούμε το θάνατο. Ότι η αλήθεια όπως και ο θάνατος απειλούν τη ‘φυσιολογικότητα’. Όταν βρισκόμαστε σε έναν καταιγισμό ‘φυσιολογικών’ καταστάσεων, ο αιφνιδιασμός της τρομακτικότητας της αλήθειας μας σοκάρει και μας είναι αδύνατον να την αρθρώσουμε. Ο θάνατος, η τρομερότερη αλήθεια από όλες δεν μπορεί να μπει στη ‘φυσιολογικότητα’ που ‘υπάρχει’ γύρω μας. [άσχετο εάν εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες και οι εφαρμοστές μηχανικοί του πρότζεκτ]. Παραμένει μια ποιητική έννοια, μια μεταφορά, ένα μόρφωμα που ‘υπάρχει κάπου εκεί πέρα και με το οποίο θα ασχοληθώ κάποια στιγμή’.

Ας το δούμε ακόμη πιο οικειωτικά. Βλέπουμε μια αστυνομική ταινία, ας πούμε. Ο ένοχος που έχει κάνει κάτι τρομερό και αδιανόητο για τη δική του φυσιολογικότητα (σπίτι, δουλειά, παιδιά, σύζυγος, διακοπές, Χριστούγεννα, κλπ) δεν μπορεί να εντάξει το φονικό σε αυτήν. Όταν τον ρωτούν δεν μπορεί να το παραδεχθεί, να το ομολογήσει. Πρώτα θα αποκαλυφθεί και μετά θα ομολογήσει. Η βαρύτητα της φυσιολογικότητας είναι τόσο δυνατή που τον παρασέρνει.

Ο Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και Τιμωρία ίσως εμβάθυνε περισσότερο από όλους. Η ίδια η φυσιολογικότητα ανάγκασε το Ρασκόλνικοφ-φονιά να ομολογήσει. Η θράυση της φυσιολογικότητας επέφερε και τη δική του. Η κατάρρευσή του προυπήρχε. Ή φυσιολογικότητα όλων των άλλων μεγέθυνε το έγκλημά του τρομακτικά. Το έκανε να μοιάζει έργο ενός άλλου όντος. Όταν σκότωνε όμως όλα αυτά δεν υπήρχαν μέσα του. Εκεί υπήρχε μια άλλη φυσιολογικότητα.

Φαίνεται σχεδόν κωμικό, ασύμβατο με αυτή τη φυσιολογικότητα πως θα συμβεί κάτι τόσο αμετάκλητο που θα την διακόψει. Ο θάνατος δεν εντάσσεται σε κανένα σύστημα ‘καθημερινής φυσιολογικής ζωής’. Δεν συμβαίνει κάθε λεπτό ολόγυρα, δεν πεθαίνουν στο δρόμο συνεχώς άνθρωποι, δεν εξοικειωνόμαστε μαζί του παρά μονάχα τον αντιμετωπίζουμε ‘όταν ερθει η ώρα’ ή ως βιο-φιλοσοφικό διανόημα…

Τι θα συνέβαινε αν όλη αυτή η φυσιολογικότητα ήταν διαφορετική;

Γιατί δεν είμαστε οι μόνοι ‘μηχανικοί φυσιολογικοτήτων’.

Σε ένα νεκροταφείο όπου φυσιολογικότητα είναι ο θάνατος, δεν είναι κωμικό να ισχυρισθείς πως ζεις; Πως έχεις όνειρα, κάνεις έρωτα, σου αρέσει το παγωτό ή πονάει ένα δόντι σου; Δεν είναι κόντρα στην… ταφική φυσιολογικότητα όλο αυτό;

Σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποια είναι η φυσιολογικότητα;

Στο ασυνείδητο [αν υφίσταται] ποια είναι;

Μήπως ανάστροφη από αυτή του συνειδητού;

Ο Ρασκόλνικοφ δεν μπόρεσε να εντάξει το δικό του ελιγμό στον μέγα δι-ελιγμό και γι αυτό έμεινε εντελώς μόνος. Ο φονιάς όπως και ο ποιητής, ο τρελός ή ο ξένος –ο ανοικείωτος- βιώνει μια άλλη κατάσταση, στις σκοτεινές περιοχές του Αχανούς. Η ενέργεια εκεί είναι τρομακτική και εύκολα συντρίβεσαι. Όταν το οχυρωματικό σου υπερ-έργο καταρρεύσει από μια αιφνίδια δράση, είσαι καταδικασμένος. Φωτίζεσαι για μια στιγμή και αφανίζεσαι αμέσως…

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2018

Παρουσία...



Ο
πατέρας πάντοτε φεύγει.
Εγώ πάντοτε του φωνάζω και δεν ακούω τη φωνή μου. Έχω την αγωνία της κραυγής μου, την παραμόρφωση στο πρόσωπο, το μορφασμό, το τέντωμα στο στήθος. Ξέρω ότι θα φύγει, όπως κάνει πάντοτε. Όμως, εγώ του φωνάζω.
Θέλω να τον κρατήσω;
Θέλω να τον κάνω να με δει;
Ο πατέρας με ακούει, το ξέρω. Δεν χρειάζεται τον ήχο της φωνής μου. Δεν χρειάζεται κανέναν ήχο, καμιά δόνηση, καμιά ένταση. Με ακούει και δεν μου γυρνά ούτε ένα βλέμμα. Σα να βιάζεται. Πάντοτε βιάζεται και πάντοτε φεύγει.
Είναι όπως όταν αποχωρίζεσαι έναν αγαπημένο φίλο μετά από μια τραυματική συνάντηση. Ειπώθηκαν πολλά κι όμως αρκούσαν πολύ λιγότερα για να σκοτώσει ο ένας τον άλλο. Κι ο αποχωρισμός έχει ανάστημα και σκιά και πόνο. Αλλά έχει και χαρά. Δεν ήθελες πραγματικά να σκοτώσεις κανέναν. Ήθελες απλά να είσαι εκεί. Ορατός, ψηλαφητός, σαρκικός. Όχι με τη σκέψη ή το πνεύμα σου. Καμιά παράξενη ενέργεια, κανένας απροσδιόριστος καημός. Καμιά ανάσα.
Παρουσία…
Είναι όπως όταν αποχωρίζεσαι έναν αγαπημένο μετά από μια αιματηρή συνάντηση.
Ήταν αιματηρή, βέβαια… μα μην ξεχνάς, ήταν συνάντηση
Μη βλέπεις εκείνο που διαλύεται στο τέλος της, κράτα το μεγαλείο της παρουσίας όσο εκείνη υπήρχε…
Κράτα το δώρο κι ας λείπει εκείνος που στο χάρισε…
Το φως που πάλλει κι ας χάθηκε η πηγή του… αλλόκοτο…
Παρουσία…


Μαρ2018