Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026

Ποια ετοιμότητα;

Sleepwalker
hardibudi
  
Κ
άθε φορά που καταπιάνομαι με τούτο το θέμα, το αγαπημένο μου μπορείς να πεις, (εδώμου έρχεται στο νου, θέλω δεν θέλω, εκείνη η ‘επιστράτευση’ του Καζαντζάκη… τι είναι η ζωή, λέει, ρώτησαν κάποτε έναν σπουδαίο και μεγάλο… με μια λέξη απάντησε, ‘επιστράτευση’… το μνημονεύει τούτο ο ιδιόρρυθμος συλλέκτης διαμαντιών και μεγάλος διανοητής (πέρα από τα υπόλοιπα) και το υιοθετεί… γιατί και η δική του ζωή δεν στάθηκε τίποτε άλλο από μια διαρκής επιστράτευση… και δεν νοείται εγρήγορος νους δίχως την ‘ετοιμότητα’ που με απασχολεί τώρα εμένα… γιατί το να κάθεσαι βαρύς και νωχελικός πάνω στα σκεπάσματα και στα απαλά μετάξια σημαίνει ότι βαρέθηκες να παλεύεις και αναμένεις… τι; την ‘αρπαγή’ που αναφέρει κάπου ο Παύλος; όχι… την μαγική μετουσίωση σε ‘κάτι άλλο’, σε ‘κάποιον άλλο’; ούτε… αναμένεις απλά να σαπίσεις και να σε ανακαλύψουν απ’την αποφορά σου…
Έτσι θυμώνει ο παράξενος εκείνος Ναζωραίος που αγναντεύει με το βλέμμα Του ολόγυρα και δεν μπορεί να σταθεί ούτε στιγμή… ολόγυρα οι κοπροσκυλιασμένοι, οι ‘θεραπευμένοι’ τεμπελχανάδες, οι ζηλωτές της συμφοράς και οι ‘εκλεκτοί’ που ως και ο Άβραμ που έγινε κάποτε Αβραάμ θα έφτυνε καταγής αν τους έβλεπε. Γυρνάει το βλέμμα Του ο Ραβί και αντί να δει καρδιές που φτερουγίζουν και πνευμόνια που θέλουν να σπάσουν τους θώρακες και να πεταχτούν έξω, αντί να δει μάτια που καίνε και ανάσες που φλέγονται, συναντάει μυαλά σάπια, αναστήματα μικρά, χθαμαλές σκιές και φρόνημα ουραίο… όλοι δειλοί, όλοι απόστατοι, όλοι ζητιάνοι, όλοι χαμένοι… 
Ποια ετοιμότητα να δώσεις το ένα σου χέρι, ή το ένα σου μάτι, ή το ένα σου νεφρό για να αξιωθείς μια θέση στη λαμπρή Δεξίωση, το Μυστικό Γάμο, το Δείπνο της Αιωνίωσης;
Ποια ετοιμότητα να πετάξεις τη σάρκα σου στα σκουλήκια για να ουρανωθείς και να λογίζεσαι κι εσύ άνθρωπος στο πλευρό του Ανθρώπου;
Ποια ετοιμότητα να πάψεις να μονολογείς, να τραυλίζεις, να ανασαίνεις τα αδιέξοδα για να κληθείς επιτέλους στη συντροφιά των παλαιών πολεμιστών, στην ωραία ομήγυρη των αρίστων, στην εκλεκτή συντροφιά των ουρανόφτερων ψυχών;
Τη μόνη ετοιμότητα που αξιώνεσαι είναι αυτή που κέρδισες με χρόνια μόχθου και απληστίας… του ύπνου… 
Κοιμάσαι και λογίζεσαι ξυπνητός… έτσι νομίζεις… έτσι πιστεύεις… κοιμάσαι και όταν έρχεται Εκείνος που σου απλώνει το χέρι χασμουριέσαι και αρνείσαι το διάλογο με το Υπέρλογο… εσύ και ο Λάζαρος ο ‘τετραήμερος’ δεν έχετε καμιά διαφορά… όζει το σάβανο εκείνου, όζει ο στοχασμός ο δικός σου…
Και ο Διδάσκαλος δεν συλλέγει ψυχές… συλλέγει στοχασμούς… και ελεύθερους ανθρώπους
Ποια ετοιμότητα πάει να πει;
Μέσα στο κέλυφος χώρεσες μια χαρά… και ας χτίζουν ό,τι θέλουν αυτοί απ’έξω…

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2026

Να φυλάς τα ιερά σου


Να φυλάς τα ιερά σου
Να φροντίζεις μέσα στην άγονη σκόνη 
εσύ να μένεις καθαρός 
Να επιμένεις 
Οι μέρες που σου έλειψαν 
να ξέρεις 
έρχονται πάλι 

Να παραφυλάς τις ασέληνες νύχτες 

για τον εχθρό στο σκοτάδι 
όμως όταν τελικά τον ανταμώσεις 
δώστου το χώρο που ζητάει 
δώστου αφηγήσεις 
και ιλίγγους από ηρωικούς ανέμους 
ως και την παρηγοριά της λήθης 
αν το μπορείς 

Όμως 

μακριά απ'τα ιερά σου! 
τα κρύφια δώματα 
τις αίθουσες με τα ακριβά σου 

Κι όταν θα φεύγει 

Πρόσεξε! 
μην τον κοιτάξεις 
το χέρι μην του δώσεις 
Μην ξεχαστείς! 
Το βλέμμα του 
με κάθε κόστος ν'αποφύγεις 

Όχι γιατι το Άγνωστο θα σε σαρώσει 

Μα εκείνο που θ'αντικρίσεις 
με τη γλυκύτητα του οικείου 
θα σου ζεστάνει την καρδιά τόσο πολύ 
που την αποστολή σου αρνείσαι 
και αφήνεσαι νωχελικά 
να ευεργετηθείς 
με το μαυλιστικό ταξίδι στο Αχανές 

Και μουδιασμένος 

ως τα έγκατα 
απ'τη θέρμη της καρδιάς σου 
αναχωρείς 
και αφύλαχτα μένουν τα ιερά σου 
Κι εσυ απ'το ταξίδι αυτό 
απρόσωπος θα επιστρέψεις... 

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 09, 2026

Το Έργο




Ό
λες οι δράσεις του ανθρώπου, στην ουσία, δεν είναι παρά συγκλίσεις σε μια ‘ηρωική έξοδο’… αυτό εξυπηρετούν και οι προσωρινές διαφυγές, οι πρόσκαιρες αποδράσεις, οι κοπιώδεις προσπάθειες, οι πυρετικές δραστηριότητες, οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει προσομοίωση του Έργου.

Εάν στο μυητικό μονοπάτι, το Έργο νοείται ως η συστηματική εσωτερική εργασία για την οριστική μετάβαση στην ‘άλλη όχθη’ με τον μέγιστο δυνατό βαθμό επίγνωσης, στην καθημερινότητα όλα τα επιμέρους έργα αποσκοπούν στην εξασφάλιση ‘σταθμών’ μετεπιβίβασης… η μια δραστηριότητα τελειώνει και οφείλουμε να έχουμε έτοιμη την επόμενη… εάν μείνουμε αργοί, η υπενθύμιση της θνητότητας και του παραλόγου του βίου μας βαραίνει, μας συνθλίβει, μας μουδιάζει. Μοιάζουμε με τον αθλητή που βάζει συνεχώς τον επόμενο στόχο του… σπάει το ένα ρεκόρ και πάει για το επόμενο… δεν έχει τέλος αυτός ο δρόμος… αλλά χωρίς τις ενδιάμεσες στάσεις, η στατικότητα θα επιφέρει την κατάθλιψη και το θάνατο. Ο αθλητής, έπαιζε ακριβώς αυτό το ρόλο στους αρχαίους γυμνικούς αγώνες (όχι μόνο σ’αυτούς της Ολυμπίας). Θύμιζε την υποχρέωση όλων στην διαρκή δράση, στην υπέρβαση των ορίων και την μέγιστη σημασία του ίδιου του έργου. Ο αθλητής ήταν ένας πολεμιστής που δεν σταματούσε σε καμιά επίτευξη καθώς ήταν ενταγμένος στη Ροή και η ροή είναι ατελεύτητη… Οι αγώνες άλλωστε, αποτελούσαν και προβολές των άθλων του Ηρακλή… ενός Ήρωα που επέτυχε την έξοδό του και σε μυθικό επίπεδο γεφύρωσε τα ‘μικρά έργα’ (τους άθλους) με το Μεγάλο Έργο (την συνάντηση με τον εαυτό του, την μυητική του ολοκλήρωση).

Το Μεγάλο Έργο (Magnum Opus όπως το γνώριζαν οι αδελφοί του Μεσαιώνος) είναι μάλλον απρόσιτο για τον μέσο άνθρωπο, τον ‘απλό’ άνθρωπο, πάει να πει τον οποιονδήποτε είναι ριγμένος με τα μούτρα στη βιοτή, στις μέριμνες του βίου. Γίνεται αντιληπτό μονάχα σε στιγμές, μικρές εκλάμψεις υπερ-αντιληπτικής θεώρησης, ανοίγματος των σφαλισμένων πόρων. Όταν αντικρίζει κανείς ένα εκπληκτικό έργο τέχνης, όταν ακούει μια θεία μουσική, όταν του ‘επιτεθεί’ ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Η Τέχνη, θεωρώ, έχει αυτό το συγκλονιστικό όπλο: σε ακινητοποιεί, σε αποστομώνει, σε γυμνώνει, σε υποχρεώνει σε παύση, σε αφήνει αθωράκιστο… για λίγο όμως… σύντομα οι πόροι κλείνουν… πρέπει να προστατευτείς, πρέπει να γυρίσεις στη μηχανικότητα της επανάληψης, πρέπει να… επιβιώσεις. Αν δεν είσαι ‘έτοιμος’, αν δεν είσαι ‘συντονισμένος’, αν δεν είσαι μυημένος δηλαδή, η παρατεταμένη έκθεση στην Αλήθεια θα σε συντρίψει ανάλογα με την τύφλωση που θα υποστείς αν επιμένεις να αντικρίζεις τον ήλιο χωρίς γυαλιά.

Τα μικρά έργα έχουν την ταπεινή τους εισφορά αλλά το καύσιμό τους είναι λίγο, εξαντλείται γρήγορα. Μια επίτευξη διαρκεί περίπου όσο και οι έπαινοί της και συνεπώς πρέπει να αναμένει η επόμενη. Μια σισύφεια, διηνεκής προσπάθεια να περάσεις επιτέλους το βράχο από το φρύδι του πρανούς, να τον ακινητοποιήσεις σε κάποιο σημείο… να επιτύχεις την αποστολή σου… δεν θα συμβεί ποτέ, ευτυχώς… διότι η απέραντη μοναξιά που ακολουθεί δεν καλύπτεται με τίποτα… ο βράχος θα κατρακυλά ισοβίως ώσπου οι δυνάμεις σου να σε εγκαταλείψουν και να αναφωνήσεις φιλοσοφώντας μελαγχολικά ‘έδωσα τον καλό αγώνα’ και να περάσεις κι εσύ στα μυστικά δώματα του απείρου… Η ηρωική σου έξοδος μπορεί να μην επετεύχθη όπως ίσως νόμιζες αλλά ‘δικαιώθηκε’ μέσα από το ίδιο το έργο. Μπορεί να μην το αντιλαμβάνεσαι αλλά έχει συμβεί.

Υπάρχει απόγνωση και θλίψη σε όλο αυτό; Προφανώς αν και τελικά, αρκεί να στρέψεις τον εσωτερικό φακό σε μια άλλη στόχευση για να διαπιστώσεις ότι το περίφημο ‘ταξίδι στην Ιθάκη’ δεν έχει μονάχα μια διάσταση αλλά σχεδόν μορφοποιεί τον αρχέγονο συμβολισμό της μινωικής λάβρυος, του περίφημου διπλού πέλεκυ που κόβει και προς τα έξω όσο και προς τα μέσα. Είναι γνωστό ότι η λάβρυς υπήρξε μαγικό σύμβολο και έμβλημα μυητικών ταγμάτων από τις πρώτες εποχές. Το Έργο είναι πάντα και εξωτερικό όσο είναι και εσωτερικό. (Στοχασμός και πολιτική δράση, για παράδειγμα). Άλλο αν έχουμε πλέον απομείνει με τον απλό πέλεκυ της μιας κόψης, της εξωτερικής αγνοώντας πως ο ακατέργαστος εαυτός δεν μπορεί να οικοδομήσει ούτε καν να συμμετάσχει στο εξωτερικό ολοκληρωμένο έργο. Επανερχόμενος στον Ηρακλή, καταλαβαίνει κανείς πώς ‘δένουν’ όλα στον αρχαίο συμβολισμό. Η διπλή δράση του μεγάλου ήρωα (σε επίπεδο άθλων και σε εσωτερικό επίπεδο) υπενθυμίζεται διαρκώς στη διδασκαλία των μυστηρίων.

Είτε το αποδέχεται κανείς, είτε όχι, βρίσκεται έτσι κι αλλιώς ενταγμένος στη Ροή από την εκκίνησή του ως την περαίωση της πορείας του. Δεν είναι μόνος στο Μεγάλο Έργο αλλά απομένει μόνος αν αποκόψει κάθε σύνδεσμο μ’αυτό και δώσει όλη του την ενέργεια, όλες του τις δυνάμεις στις επιτεύξεις των μικρών έργων. Η βαρύτητα της ύλης όμως είναι τόσο ισχυρή που δύσκολα μπορεί να ξεφύγει. Κι αυτό εύκολα το καταλαβαίνει κανείς.

Σε όλη αυτή την αφήγηση, θα έπρεπε να εξετάσει κανείς διεξοδικά όλες τις άλλες παραμέτρους ως ζεύγη αντιθέτων που επηρεάζουν αποφασιστικά. Το βλέμμα (και την τυφλότητα), τη Ροή (και τη στατικότητα), την Δράση (και τη δραστηριότητα), το Εν (και την πολλαπλότητα)… και αρκετά άλλα…

…κι είναι πολλά να ειπωθούν ακόμα…


Reborn #2

Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2026

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει...


Τι έχει συμβεί;

Ποιον έχουμε συνέχεια στο κατόπι;

Ποιον κοροϊδεύουμε;

Και τι νομίζουμε πως μάθαμε ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια;

 

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει

Παρά μονάχα όταν ο κίνδυνος γίνει η ανάσα του

Και όταν το λυγρό σκοτάδι 

γίνει ο ήλιος της ζωής του

Η λέπρα

Η σύφιλη και η χολέρα

Ο τύφος και η πανούκλα

Οργώσουν το σώμα και το πνεύμα του

Σβήσουν το φως από τα μάτια του

Σκοτώσουν τις λέξεις των ποιητών

Και αφανίσουν τα ρόδα απ’τις μετώπες των ναών

 

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει

Από τα βάσανα του χθες

Από τις αφηγήσεις των παλαιών

Από σελίδες ιστορίας που σάπισαν 

Στις βιβλιοθήκες

 

Μαθαίνει μονάχα με το μαχαίρι στα δόντια

Με το χτυποκάρδι στο σεντόνι

Με το άγγιγμα του θανάτου στο αίμα

 

Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει

 

Για να μπορεί να επιβιώνει

Για να μπορεί να λησμονεί

Για να μπορεί να μεγαλώνει

 

Για να μπορεί να ψεύδεται

Για να μπορεί να ερωτεύεται

Για να μπορεί να υπάρχει

 

Εκείνος που έμαθε και δεν ξεχνά

Τριγυρνά σαν τον Εφέσιο ανάμεσα στους ερειπιώνες

Και περιμένει αδέσποτα σκυλιά

Να τον σπλαχνιστούν

Να τον κατασπαράξουν…

 

Τι έχει συμβεί;

Τι υπήρξε κάποτε;

Τι ξημερώνει;

 

Λες δεν το αρνούμαι

όμως δεν είμαι πια τυφλός

παρά μονάχα για τα όνειρά μου

 

και βοηθάς τον ήλιο να σηκωθεί 

άλλη μια μέρα…



Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2026

Όσο ακόμα βλέπεις!


να μην
φοβάσαι το βρυαρό του αίματος
που πλένει όλες τις νύχτες
τις άδειες από έρωτα

να ικανωθείς
να δεις
και να γευτείς
αντίθετα
απ’όσα σου λέει ο εχθρός
που οικέτης έγινε
στο στήθος

να  μην
ξιπάζεσαι
και το πρωί αρχίζεις τις σκέψεις
με ένα ‘εγώ’
κι όταν οργασμικά οι νύχτες
σε πνίγουν
από τρόμο
ψελλίζεις
‘οι άλλοι’

να μην
στερεώνεις τίποτα στον ουρανό
θα πέσει
θα συντριφτεί στο έωλο
του αρχαίου σου είναι
και ο πόνος
δεν θα είναι στους βολβούς
στα μάτια
στην όραση

ο πόνος
θα είναι η αιώνια τύφλωση
κι αυτό αρνήσου το
όσο ακόμα βλέπεις!




PLANETA MUNDO

 grENDel ART João Martins

Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2026

Γραώδεις μύθοι

 


 

Ε

ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ! 

Κι όμως υπήρξε!

Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!

Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους. 

Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι. 

Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.

Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].

Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’. 

 

Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

 

Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.

Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.

 

Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!

 

Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.

 

Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.

 

Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!

 

Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…

 

Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…

Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2026

Ντεσπεράντος...


Έτσι κι αλλιώς, είμαστε ανολοκλήρωτες ιστορίες… λέξεις σε επικλήσεις βλάσφημες ενός αρχαίου γίγαντα που στέκει φύλακας του Άδειου έξω από την Μεγάλη Μήτρα, την Ιερή Σπηλιά.

Λέξεις είμαστε που δεν έγιναν προτάσεις, που δεν πρόλαβαν να γίνουν Λόγος και αιωρούνται αιώνια στο ατέρμονο, αφιλόξενο σύμπαν…

Έτσι κι αλλιώς είμαστε ξένοι…

Γεννηθήκαμε από τη πρόστυχη ονείρωξη του Όντος να υπάρξει, να εκδηλωθεί, να μοιράσει το λίπος του σε όλες τις διαστάσεις.

Και κάποια στιγμή, στο μισοφαγωμένο κάποτε, τούτη η ονείρωξη μπερδεύτηκε με τον ευγενικό χορό των άστρων… μολυνθήκαμε από ζωή… και δεν ξέραμε πώς είναι να ζει κανείς…

Περιπλανιόμαστε…

Κι έχουμε στο χτες αφημένες χίλιες αιωνιότητες που δεν ξέραμε τους εαυτούς μας…

Κι έχουμε στο σήμερα, εκτάσεις από εγωικές πόρνες λαγνείες για το Χρόνο…

Κι έχουμε στο αύριο ένα κορμί που καίει από τις πυρογραφίες του Ονειρουργού…

Περιπλανιόμαστε και πονάμε…

Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι θα επιβιώσουν από τη ζωή... Ισως κανένας...

Πολύ λιγότεροι όσων θα επιβιώσουν απ το θάνατο...

Αν εξαιρέσεις το θαυματωμένο Απρόσμενο του ερωτικου λυγμού είμαστε πεντάρφανοι...
Ντεσπεράντος στη Γη των Πρώην Εκλεκτών...
Κι όμως, δεν πειράζει
Όσοι απο εμάς τα καταφέρουν θα αφηγηθούν την αρχη του κόσμου στους σπλαχνικούς αιμοδότες των Ονείρων...

Το τέλος του κόσμου όμως δεν πρόκειται να το ψελλίσει κανείς...
Από τον αρχαίο τρόμο... πως ό,τι εκφράζεται, ό,τι ιστορείται, ό,τι μιλιέται ανοιχτά
έχει ήδη γίνει...

Και δεν μας περιέχει πια...

Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

Αγαπημένα ονόματα

 


Ο

ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.

Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.

Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.

Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.

Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.

Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.

Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.

Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.

Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.

Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.

Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…

Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.

Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.

Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.

Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.

Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…