Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

Αγαπημένα ονόματα

 


Ο

ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.

Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.

Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.

Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.

Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.

Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.

Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.

Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.

Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.

Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.

Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…

Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.

Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.

Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.

Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.

Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…

 

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2026

Η αλήθεια και το ξίφος...

Mikko Lagerstedt,  Stranger

 

Όταν  γυμνάσει κανείς τη συνείδησή του,

αυτή τον φιλάει την ίδια στιγμή που τον δαγκώνει

Φρ. Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό


Ώ

στε αυτό σημαίνει να διέρχεσαι την μεγάλη, παγωμένη νύχτα. Σα να βρίσκεσαι ξαφνικά, άγνωστο πώς, καταμεσής σε ένα αρχαίο, απολιθωμένο δάσος που έχει πια από αναρίθμητους αιώνες εγκαταλειφτεί από χλωρίδα και πανίδα και κατοικείται μονάχα από σκιές. Σκιές και φαντάσματα ειναιικά και χλoμές, παράξενες ανταύγειες από συνειδήσεις που υφέρπουν σε σχηματισμούς του εδάφους, κρύβονται κι εμφανίζονται ξανά και νομίζεις πως ακολουθούν το κάθε σου βήμα.

Όχι, σκέφτεσαι με φρίκη, δεν ακολουθούν, μιμούνται το κάθε μου βήμα.

Και τώρα… τι γίνεται τώρα; Πώς βγαίνει κανείς από αυτό τον αφιλόξενο κόσμο;

Γρήγορα, ακούς τη λαχανιασμένη σου σκέψη, γρήγορα γιατί κάθε λεπτό που περνά σε πλημμυρίζει η λήθη.

Ο βασιλιάς από όλους τους ριγώδεις εφιάλτες που έχει κάθε έλλογο ον, πως ξυπνά μια μέρα και δεν θυμάται τίποτα. Και τούτο το εγκατιαίο ρίγος δεν σταματά στα αντικείμενα ή στα βιώματα. Η λήθη σαν καρκινική εξαλλαγή έχει κάνει μετάσταση στον ίδιο τον πυρήνα του είναι σου. 

Χάνεις τον εαυτό σου… χάνεσαι… αφανίζεσαι… 

Ο κρύος ιδρώτας είναι το πρώτο αλλά όχι και το χειρότερο από όσα σωματοποιούνται στην συνειδητοποίηση αυτής της φρικαλέας συνθήκης.

Πώς είναι άραγε να είσαι χωρίς… εαυτό; 

Κι αρχίζεις να τρέχεις…

Η νύχτα προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μέρας και την αυγή μιας επόμενης. 

Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, υπήρχε αλώβητη η ετερότητα.

Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, το Εν δεν ενοχλείτο από την μετουσίωση του φθαρτού σε άφθαρτο ούτε του έγχρονου σε άχρονο. 

Κάποτε, πριν τη μεγάλη παγωμένη νύχτα, ο φορέας του ψεύδους είχε ρωγμές και τραύματα, είχε πληγές που το αίμα δεν στέγνωνε και το ίδιο το κορμί του φλεγόταν από τη φανέρωση και την αποκάλυψη.

Μα τώρα, ο λαιμοδέτης χρόνος σε περισφίγγει τόσο που κόβεται η αρχέγονη ανάσα. 

Τώρα που δεν μοιράζεσαι πια ανάμεσα στο δυνάμει και στο ενεργεία, εκμηδενίζονται οι ελπίδες σου για τον ενικό εαυτό που θα πυργωνόταν πάνω  απ’τη φθορά. 

Τώρα η συνείδηση δεν είναι το γλυκό χαμόγελο της ημέρας που θέρμαινε τα σωθικά σου αλλά το σκληρό δάγκωμα της οχιάς στο λαιμό σου.

Τώρα δεν γεύεσαι πια πώς είναι να ζεις ανάμεσα στους Πρεσβύτερους αλλά αναλώνεις το είναι σου και πεθαίνεις. 

Τώρα έχεις εγκαταλειφτεί και τρέχεις

Στον ίδιο απελπισμένο τόνο που χτυπά ο χρόνος τα δευτερόλεπτα, χτυπά και η καρδιά του μοναχικού πολεμιστή. Του ριγμένου στο πεδίο, του αφημένου, του απαρηγόρητου, του πρίγκιπα της μοναξιάς.

Δεν έχει πια νόημα να τρέχεις. Σταματάς. Η καρδιά σφυροκοπάει μέσα στο στήθος, η ανάσα παλεύει να βρει ένα ρυθμό κανονικότητας. Όλος ο οργανισμός ανασυντάσσεται.

Ολόγυρα ανασαίνει ο εφιαλτότοπος. Μέσα στον πολεμιστή αναδεύονται οι ριπές του μνημονικού υλικού που έχει ορθώσει ανάστημα και διεκδικεί το απόλυτο. Τα χέρια χώνονται στη γη, τα χείλη στεγνώνουν, τα μάτια κλείνουν. Καμιά κραυγή δεν αναδύεται από τα βάθη του είναι. Η σιγή του ερημότοπου αυτού γίνεται σταδιακά σιωπή εσωτερική και δηλητηριάζει όλα τα επίπεδα της ύπαρξης. Φτάνει βαθιά, ως το αρχέγονο, το αρχιγέννητο, το πρώτο δευτερόλεπτο που η ύπαρξη στερεώθηκε σε σώμα και ψυχή κι αντίκρισε τον εξώχωρο.

Δεν είναι πια λόγος να κινείσαι. 

Δεν έχει στερέωμα ελπίδας πάνω απ’το κεφάλι σου.

Όλο το νόημα έχει ρουφηχτεί απ’το παράλογο. 

Κι αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. 

Υπάρχει αυτό που έμελλε να είναι.

Ένα διάνυσμα με αρχή την πνοή του Ενός και τέλος το Αχανές.

Ένα βέλος που βλέπει πάντα προς το Αχανές.

Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, δεν υπήρχε απ’την αρχή. 

Όλα όσα προστέθηκαν αργότερα τώρα έχουν αφανιστεί.

Παραμένει το γυμνό άνυσμα.

Η τελευταία ελπίδα. 

Μπορεί κανείς να ελπίζει όσο μπορεί να προσανατολίζεται. 

Το να μπορείς να προσανατολίζεσαι είναι ίσως το μόνο που απέμεινε στον  μεταπτωτικό άνθρωπο και αποτελεί ακριβό παράγωγο εκείνης της θαυμαστής ενδοδομής που αποκαλώ συνεχές του εαυτού.

Μετά την πτώση ο άνθρωπος περιέπεσε στην κατάσταση του ονειρέματος αλλά διατήρησε ελάχιστες ιδιότητες από το συνεχές. Όπως την ικανότητα να προσανατολίζεται οργανισμικά, δηλαδή ψυχο-πνευματο-σωματικά κάτω από οιαδήποτε περίσταση.

Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι σημαίνει πως διατηρείς ακέραιες τις όποιες ελπίδες σου να δεις την αυγή μιας νέας ημέρας. 

Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι πιο συγκεκριμένα, σημαίνει πως έχεις ακόμα στην οργανισμική σου σκευή το νου σου καθαρό και αμόλυντο, τη ψυχή σου σε εγρήγορση και το σώμα σου σε ετοιμότητα.

Όμως όλα τούτα δοκιμάζονται πολύ έντονα όσο βρίσκεσαι σε τούτον εδώ τον αλλό-τοπο. Γιατί η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα είναι ο κόσμος όπου ο πολεμιστής εγκαταλείπεται από τις παραστάσεις του Γνωστού και βυθίζεται σε μια ημί-ρευστη κατάσταση αντιληπτικής μέθης. 

Και η μέθη αυτή είναι το έσχατο πεδίο πριν τον αφανισμό. 

Ποια είναι η απάντηση; Ποια είναι η λύση; Υπάρχει έξοδος από αυτή τη φρίκη; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αν υπάρχει μια έξοδος αυτή περνά μέσα από την ανασυγκρότηση του εαυτού. Και αυτή η ανα-συγκρότηση σημαίνει πως είμαι στο σημείο μηδέν και πασχίζω να κατακτήσω το ένα. Κι έπειτα το δύο κ.ο.κ. Και η μετάβαση από το ένα στάδιο στο επόμενο είναι κοπιαστική και αμφίβολη. 
Και συγκρότηση του εαυτού σημαίνει πως θα πρέπει να ομολογήσω ξανά τον εαυτό μου. Και μάλιστα ολόκληρο τον εαυτό μου. Πάει να πει να τον θυμηθώ και να τον αφηγηθώ με όσες λεπτομέρειες περισσότερες μπορώ. Τούτη η διαδικασία είναι σύνθετη και επώδυνη όμως αποδεικνύεται σωτήρια. Γιατί με τη σταδιακή ανασυγκρότηση του εαυτού, όλα αρχίζουν να αποκτούν τις διαστάσεις τους. Αυτές που είχαν και αυτές που έχουν αλλά εγώ δεν μπορώ πια να τις αντιληφθώ και να τις ψηλαφήσω.

Ο πολεμιστής δεν είναι μόνος του σε αυτή την άχαρη αλλά εξαιρετικά σημαντική εργασία. Έχει μαζί του όλες τις δημιουργικές μονάδες του σύμπαντος, έχει μαζί του την ψυχή του κόσμου κι έχει μαζί του όλες τις αναφορές του από τότε που ήταν παιδί ως την ενηλικίωσή του. Οι αναφορές αυτές ενεργοποιούνται ξανά, μία προς μία καθώς ο πολεμιστής εκτελεί το έργο της αφήγησης και ανασυγκρότησης του εαυτού. Όλα όσα κάποτε αγάπησε και όσα κάποτε τον ενέπνευσαν να εισέλθει στην ατραπό, είναι εκεί και τον στηρίζουν με την ενέργειά τους και την αλήθεια τους. 

Ο πολεμιστής έχει ανάγκη την αλήθεια για να μπορέσει να ολοκληρώσει το μεγάλο του έργο και να εξέλθει της ‘κοιλάδας των δακρύων’. Η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακόμη υπερ-διάσταση που μπορεί να υπερβαθεί.  

Η αλήθεια και το ξίφος είναι όσα χρειάζεται ο πολεμιστής για να περάσει τον σκοτεινό αυτό κόσμο και να εξέλθει νικητής και ακέραιος, σωσμένος δηλαδή, στο φως.
 
Η αλήθεια, με την οποία ο πολεμιστής διαλύει εντός του όλες τις νοσηρές εξαλλαγές των παραισθήσεων που είχε επισωρεύσει στη συνείδηση το ψεύδος και η άγνοια.

Το ξίφος, πάει να πει η αρετή της διάκρισης με την οποία ο πολεμιστής αποφεύγει όλες τις παγίδες και κόβει από τη ρίζα όλα τα μυθεύματα που σχηματοποιούνται από τη Νύχτα την κάθε στιγμή για να τον παραπλανήσουν. 

Και στενή ατραπός της εξόδου είναι πλέον ανοιχτή…

 

 

***

Πέμπτη, Ιανουαρίου 01, 2026

Το δώρο


 

Ε

ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.

 

Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.

 

Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές,  κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτηβεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.

 

Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!

 

Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.

 

Αυτό; Αυτό είναι;

Όχι.  Αυτή είναι μονάχα η αρχή.

 

Γιατί το δώρο αυτό δεν το έχουμε ‘ξετυλίξει’ ακόμη…  

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2025

Γιατί πέφτουμε για ύπνο όμορφοι και ξυπνάμε άσχημοι;

 (Περί συναισθηματικού μιθριδατισμού)



Θ

α μπορούσα να ξεκινήσω κάπως έτσι:

Υπάρχει ένας και μόνος τρόπος να αντισταθείς -όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει και αντίσταση δεν έλεγε ο Φουκώ;- στη νωχελικά ολοένα και περισσότερο εκτατικά απλωνόμενη εντός σου αίσθηση της… μη – αίσθησης. Αυτό το τεμπέλικο φίδι της απάθειας, της νωχελικής απόσυρσης στο ‘κανείς’ και στο ‘όλα και τίποτε’, αυτής της μελαγχολικής συριχτής φωνής που αναδύεται από τα έγκατα, που αργοκυλάει μέσα όπως φλέβες της ύπαρξής σου και αν το θέλεις μπορείς να αφεθείς, να στήσεις το αυτί και ν’ακούσεις το μαυλιστικό σκοπό της που δεν παύει να δονεί, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό όλα τα κύτταρα του είναι σου… κι αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από το να συνθλίψεις τούτο το ελεεινό ερπετό, να το λιώσεις, να το κάνεις να σιγήσει επιτέλους, να ελευθερωθείς!

Όμως…

Θα μπορούσα όπως να ξεκινήσω εναλλακτικά ως εξής:

Αυτό που πλημμύρισε με ηδύτητα άφατη τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, που τον έκανε να αψηφήσει ό,τι ιερό και όσιο κρύβεται στο μεγάλο σύμπαν της φιλίας και της φιλότητας, αυτό που τον νανούρισε μεθυστικά και τον κοίμισε γλυκά κι ανάλαφρα σαν μωρό, ήταν ένας απροσδόκητος σύμμαχος: η απάθεια. Όχι όμως με την ωραία φιλοσοφική θεώρηση των στωικών και των επικούρειων -ως αταραξία και απεμπλοκή του ανθρώπου από όσα δεν ορίζει και δεν είναι στο χέρι του- αλλά με το ελεεινό της κακέκτυπο: τη φυγή από το σχετίζεσθαι, την απόδραση στην ασφάλεια της μόνωσηε, την εξαφάνιση, την απουσία. Τούτο το ριγώδες βίωμα που ναρκώνει συνειδήσεις και εξαγοράζει πολύ φτηνά τις όποιες ενοχές χάιδεψε τρυφερά τον επίδοξο προδότη πείθοντάς τον πως αυτός ήταν πιο σημαντικός από τον Διδάσκαλο στο έργο της θείας οικονομίας. Απλώς, δεν ήταν δυνατόν να το δει κανείς ολοκάθαρα τώρα. Θα το έβλεπε αργότερα. Όταν θα αποκαλυπτόταν η σπουδαιότητα και το μεγαλείο της δήθεν προδοσίας του.

Και ο Ιούδας κοιμήθηκε γλυκά ως μαθητής του Απείρου και ξύπνησε τρισάθλιος ιππότης της μολυσμένης του ψυχής.

 

Κοιμήθηκε όμορφος και ξύπνησε άσχημος… αλλά ήταν πια αργά…

 

Τελικά, προτιμώ να μπω κατευθείαν -τρόπος του λέγειν- στο θέμα:

Ό,τι πιο ύπουλο και ΄σατανικά’ επινοημένο είναι αυτό που αποκαλώ: συναισθηματικός μιθριδατισμός. Με μια εύρυνση του όρου θα μπορούσα να μιλήσω για πνευματικό μιθριδατισμό που στην ουσία εμπεριέχει ή και υπερ-καλύπτει την διανοητική ακηδία και την συνολική οργανισμική απάθεια, μια κατάσταση ανάλογη με την περίφημη πραλάγια των Ινδουιστών σε κοσμολογικό επίπεδο.

Όμως το οξύ σύμπτωμα είναι ο συναισθηματικός μιθριδατισμός που προσωπικά εκτιμώ πώς είναι –μαζί με τον κοντινό του εξάδελφο, τον κυνισμό- για το πνεύμα ό,τι ο καρκίνος για το σώμα. Και ‘χτυπάει’ αδιακρίτως και οριζόντια. Όπως σαρώνει και διαλύει άμυνες και συστήματα αιώνων! Δεν γνωρίζει φύλα και ηλικίες, δεν αναχαιτίζεται από συνθηματολογίες και αφορισμούς.

Και τούτο είναι που παρατηρεί εύκολα ο οποιοσδήποτε έχει τις κεραίες του ανορθωμένες και βιώνει ξυπνητός και όχι κοιμώμενος και ονειρευόμενος, τα όσα γίνονται και φαίνονται αλλά περισσότερο αντιλαμβάνεται όσα κάποιοι απεργάζονται και δεν φαίνονται. Όψις αδήλων τα φαινόμενα, για να μνημονεύσω τον μεγάλο Αναξαγόρα. 

Εκείνο δηλαδή που για εκείνον που έχει ζήσει αρκετά χρόνια κι έχει αξιωθεί να δει τους κροτάφους του να γκριζάρουν, είναι κατάδηλο: ο βαθμός συναισθηματικής αναισθησίας έχει αυξηθεί ανησυχητικά. Οι άνθρωποι ψυχικώς απομακρύνονται, κλείνονται στην ατομική τους φούσκα, αυτο-ρικνώνονται και εμφανίζουν συμπτώματα αυτισμού σε υπερθετικό βαθμό. Και όλο τούτο μοιάζει σχεδόν ‘φυσιολογικό’ και δεν ενοχλεί σχεδόν κανέναν. Γιατί κατά τα άλλα οι άνθρωποι εξακολουθούν να υπηρετούν το ‘διανόημα της ζωής’. Οι άνθρωποι σπουδάζουν, πιάνουν δουλειά, παντρεύονται, κάνουν καριέρα, κάνουν παιδιά, κάνουν κίβδηλα προφίλ στα σόσιαλ, εξαπατούν με θαυμαστή επινοητικότητα τον εαυτό τους, γερνούν και πεθαίνουν. Συνήθως καταθλιπτικοί ή βουλιαγμένοι σε μια πελώρια αμηχανία για το αν έζησαν και τι έζησαν…

 

[Σε μια παλιότερη ανάρτησή μου με τον τίτλο ‘Ο φόβος της αληθινής ζωής’ αν θέλει ο καλός αναγνώστης μπορεί να βρει νύξεις και σκέψεις γύρω από την… αναπηρία του σύγχρονου ανθρώπου να διυπάρξει… μιας και το θυμήθηκα και σχετίζεται με τα όσα αναπτύσσω σε αυτή την ανάρτηση, είπα να τη μνημονεύσω]

 

Και βαφτίζω το τέρας που ταΐζει όλη τούτη τη χυδαία μηχανή ‘συναισθηματικό μιθριδατισμό’ γιατί, κανείς δεν γεννιέται με όλη αυτή τη νοσηρή ακηδία, αυτή τη δολοφονική απόσυρση από όλους και όλα. Κανείς δεν γεννιέται ‘Μιθριδάτης’, thank God! Μα, τι σημασία έχει; Το αποτέλεσμα μετράει, καθώς λέει και η γνωστή διαφήμιση.

Αν είχε δίκιο ο Πλάτων -και σε πολλά θεωρώ είχε- τότε ο άνθρωπος είναι ‘ζώον άπτερον, δίπουν, πλατυώνυχον. ό μόνον των όντων επιστήμης της κατά λόγους δεκτικόν έστι’. Όχι πως χρειάζεται μετάφραση αλλά για λόγους… ροϊκής ανάγνωσης (πάει να πει ξεκούραστης), ο άνθρωπος λοιπόν είναι ‘ζώο άπτερο, δίποδο, με πλατιά νύχια. το μόνο ανάμεσα στα όντα που είναι ικανό να αποκτήσει γνώση με βάση συλλογισμούς’ (Πλάτωνος ορισμοί, μτφ. Γ. Αραμπατζή, Ελληνικά Γράμματα 1997). Μάλιστα. Μα έλα που εγώ θα ορθώσω πνεύμα αντιλογίας και θα ισχυριστώ πως ο άνθρωπος γεννιέται με φτερά και όχι άπτερος. Μονάχα που είναι φτερά στο πνεύμα. Κι αν μου αντιλέξει κάποιος πως δεν πρωτοτυπώ γιατί αυτά λέει κι ο Σωκράτης στον Φαίδρο, τότε θα πω πως είναι καλά διαβασμένος!

Ο άνθρωπος λοιπόν έχει φτερά… μονάχα που δεν φαίνονται. Και παρότι σε όλο του το βίο -δυστυχώς- σπάνια χρειάζεται να τα ενεργοποιήσει, αυτά υπάρχουν. Με τα χρόνια ατροφούν βέβαια. Όσο είναι μικρός τα φτερά του είναι δυνατά και όμορφα. Κάνει πολλές ‘πτήσεις’, εξερευνά σύμπαντα, χτίζει κόσμους, πετάει πάνω απ’τη μιζέρια, την αθλιότητα και την ασχήμια των ‘μεγάλων’. Μα όσο περνά ο καιρός, όσο μεγαλώνει και οδεύει προς το να γίνει ‘ακαδημαϊκός πολίτης’ και να υπερηφανεύεται και να κορδώνεται γι’αυτό, όλοι φροντίζουν να του ψαλιδίζουν τα φτερά του. Η οικογένεια, το σχολείο, οι παρέες, η κοινωνία εν γένει. Κι έπειτα γίνεται το φοβερό: Πιάνει ο ίδιος το ψαλίδι! Κι αρχίζει να ψαλιδίζει ο ίδιος τα φτερά του με αυτοκτονική μανία! Και τι συμβαίνει; Ό,τι δεν χρησιμοποιείται ατροφεί καθώς είπαμε, τελικώς… πεθαίνει. Ο άνθρωπος, λέει ο μέγας Ρουσσώ, παντού γεννιέται ελεύθερος και κάποια στιγμή τον βρίσκουν με αλυσίδες. Ορατές και αόρατες. Στο λαιμό, στα χέρια, στα πόδια. Και, ας το ξαναπώ, φτάνει να πεθαίνει πολλές φορές ως αξιοσέβαστος γέρων αναρωτώμενος όμως, τι έζησε, αν έζησε και γιατί… δεν έζησε αλλιώς!

 Η απάντηση δεν είναι εύκολη γιατί ωραίο να θέτεις τα ερωτήματα -έργο των φιλοσόφων όλων των εποχών- αλλά το ζόρι είναι οι απαντήσεις. Και εννοώ απαντήσεις αληθινές κι όχι… ελιγμοί διαφυγής και ελιγμοί επιβίωσης.

 Γιατί συναισθηματικός μιθριδατισμός λοιπόν; Πώς συμβαίνει όλο τούτο και γιατί από νέοι ασκούμαστε στο να ‘βιώνουμε’ πολλά αλλά να νιώθουμε ελάχιστα ή καθόλου; Γιατί από νέοι κρυβόμαστε από τη ζωή, την αληθινή ζωή; Τι είναι αυτό που μας τρομοκρατεί, μας λυγίζει, μας ωθεί στο να προδώσουμε την ιερή αποστολή μας -που εν συντομία θεωρώ πως είναι η αυτό-πραγμάτωσή μας-, μας σπρώχνει να προδώσουμε τον εαυτό μας, τα όνειρά μας, τα φτερά μας;

Γιατί πέφτουμε για ύπνο όμορφοι και ξυπνάμε άσχημοι, όπως ο Ιούδας;

Η μαγική λέξη ίσως να είναι η επιβίωση! Όμως τούτη την προσέγγιση -και για τους δι-ελιγμούς επιβίωσης έχω αναφερθεί θεωρώ αρκετά επιτυχημένα στην ανάρτησή μου με τίτλο «Η παραμυθία της ‘φυσιολογικότητας’…»- την έχω ήδη εξετάσει. Και επιμένω πως είναι μια προσέγγιση που ασφαλώς δεν εξαντλεί το όλο θέμα.

Γιατί το θέμα είμαστε εμείς και η ζωή μας.

Εμείς και η αλήθεια μας.

Εμείς και τα αναρίθμητα ‘οχυρωματικά έργα’ -δηλαδή τα ψεύδη- που ορθώνουμε ως άριστοι μηχανικοί για να μην διανοηθεί καν να μας εγγίσει το αληθές.

Άριστοι μηχανικοί και κατασκευαστές θαυμαστών οχυρωματικών έργων εξαιρετικής αποτελεσματικότητας ώστε το… δολοφονικό αληθές να μην τολμήσει να μας… μολύνει!

Άριστοι μηχανικοί και κίβδηλοι άνθρωποι!

 

Μα, νομίζω πως τούτο, καλά το σκέφτονται ίσως όσοι με γνωρίζουν τόσα χρόνια -στις αρχές Γενάρη κλείνω 17 χρόνια ως blogger!!!- τούτο λοιπόν είναι το θέμα που με απασχολεί, με τριγυρίζει σαν τον καρχαρία και σε ησυχία δεν με αφήνει άρα κι εγώ σε ησυχία δεν μένω και θα επανέλθω – Θεού θέλοντος- με νέα ανάρτηση και νέες προσεγγίσεις!