Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλμοί του Αχανούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλμοί του Αχανούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2026

Ο τρελός των τρελών και η ενηλικίωση του βλέμματος...

 

Η λογική είναι υπερβατική

Ludwig Wittgenstein,  Tractatus Logico-Philosophicus


Θ
έτω το ερώτημα… να πω, τα ερωτήματα… και τα θέτω καθώς τα στοχάζομαι και για να τα ακούω, να τα νιώθω, να με διαπερνούν, να μην ησυχάζω… όταν θέτεις το ερώτημα είναι γιατί δεν ησυχάζεις… και δεν ησυχάζεις γιατί δεν σε αναπαύουν οι ‘απαντήσεις’… δεν σε ενδιαφέρουν κάποιες απαντήσεις… εκείνο που σε πονάει είναι το ίδιο το ερώτημα και ο φόβος πως ό,τι και αν ‘ανακαλύψεις’ ως απάντηση είναι κι αυτό ένας ωραίος ελιγμός… να μπορείς να το βλέπεις τουλάχιστον… τούτο θεωρώ ως ‘ενηλικίωση’… την εποπτεία… η εποπτεία είναι η ενηλικίωση του βλέμματος… πάει να πει δεν μπορώ να κρυφτώ… δεν μπορώ και πλέον δεν θέλω να κρυφτώ… όλο μου το είναι φωνάζει ‘κρύψου’… σε όλη σου τη ζωή μαθαίνεις να κρύβεσαι… ώσπου στο τέλος βαριέσαι, δεν αντέχεις άλλο να κρύβεσαι… ο εαυτός γνωρίζει, ο οργανισμός γνωρίζει, το είναι γνωρίζει… από πού να κρυφτείς και γιατί πλέον;
Όταν γνωρίζεις δεν μπορείς να κρυφτείς.
Τι είναι αυτό που μάς μικραίνει; Ρωτάω λοιπόν, ξεκάθαρα, όσο πιο ξεκάθαρα αντέχω, τι είναι αυτό που μάς κρατάει μικρούς, μαραζωμένους, συρρικνωμένους; Γιατί δεν απλωνόμαστε, γιατί δεν ανοίγουμε φτερά, γιατί δεχόμαστε αυτόν τον καθημερινό θάνατο; Τι είναι αυτό που μάς έχει πείσει ότι είναι προτιμότερο το μερικό, το μικρό, το λίγο; Γιατί είμαστε χαμηλότερα από εκεί που αξίζουμε; Γιατί επιτρέπουμε σε άλλους να ορίζουν το δικό μας ύψος; Γιατί ανεχόμαστε να μάς στενεύουν, να μάς περιφράσσουν, να μάς προσαρμόζουν; Γιατί δεχόμαστε να είμαστε αριθμοί, νούμερα, δείγματα, μέσοι όροι; Πώς το επιτρέψαμε κάποτε αυτό; Πώς το παραχωρήσαμε κάποτε αυτό σε όποιους; Πώς το καταδεχθήκαμε; Γιατί; Τι πήραμε ως αντάλλαγμα γι αυτή την εκπόρνευση των ονείρων μας; Ασφάλεια; Χρήματα; Το αύριο; Το κάποτε στο αύριο; Το ποτέ; 
Γιατί γίναμε εκτροφείς δειλών ονείρων, μικρών θεών, ασήμαντων εαυτών;
 Ο άλλος δρόμος θα πει κάποιος, είναι η ρήξη, η στάση, η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος δεν είναι η ρήξη. Ούτε η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος είναι η αξιοπρέπεια. Και δεν είναι ‘άλλος’ δρόμος. Είναι ο μόνος δρόμος. Αν δεν μπορείς να έχεις εποπτεία των εννοιών σημαίνει μηδενική διάκριση. Ο άλλος δρόμος απαιτεί την ενηλικίωση. Δεν θέλουμε να ενηλικιωθούμε. Γιατί ενηλικίωση του βλέμματος σημαίνει πως έχω επίγνωση πως είμαι υπόδουλος και δεν αντέχω να είμαι υπόδουλος. Προτιμώ να μην ενηλικιωθώ. Προτιμώ να είμαι χωμένος στη ημισκότεινη γωνιά μου, να ‘κάνω τη δουλειά μου’, να μην ενοχλώ κανέναν, κυριότερα, να μην με ενοχλεί κανένας. Να είμαι διαρκώς και πάντα αφανής και αθέατος. 
Θα πει κάποιος υπάρχει και το ‘λάθε βιώσας’… ‘έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά’… τούτο είναι μια ‘στάση’… το γνωρίζω… το δοξολογώ κι εγώ και το λιβανίζω… μα τα οχυρωματικά έργα απέναντι στον άλλο δεν σημαίνει να πεθάνεις οχυρωμένος… η στάση αυτή αφορά τη θωράκιση απέναντι στη χυδαιότητα, την ευτέλεια, τη φτήνια. Λάθε βιώσας αν σημαίνει την απόδραση από τη ζωή για να μην ‘μολυνθείς’ απ’τη ζωή τότε αυτό δεν είναι στάση… είναι θάνατος. Πάει και τέλειωσε. Πες καλύτερα ότι θέλεις να πεθάνεις. Είναι πιο τίμιο. 
Όμως, επιμένω, γιατί το κάνουμε; Γιατί έχουμε γίνει τόσο ‘εύκολοι’, τόσο ‘διαχειρίσιμοι’, τόσο δειλοί; Δεν με πείθει καμιά εύκολη απάντηση, καμιά διαφυγή στο πεπερασμένο των επιλογών ή στην αφοσίωση στο εγώ που καταπίνει σαν μαύρη τρύπα και την εσχάτη ικμάδα αντίστασης. Ο έχων εποπτεία δεν μπορεί να εξαγοράζεται τόσο εύκολα από τέτοια ‘καθρεφτάκια’ και ‘χαντρούλες’ που έδιναν κάποτε οι ελεεινοί κονκισταδόρες στους αφελείς ιθαγενείς των νέων κόσμων που ‘ανακάλυπταν’. 
Και πώς καταδέχεσαι να εξαγοράζεσαι από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε νόμισμα;
Θέτω τα ερωτήματα και ιχνεύω απαντήσεις… αναδύονται κάποιες, μού είναι φτηνές και φτενές δικαιολογίες, δεν τις δέχομαι, τις πετάω στα σκουπίδια.
Είναι ζήτημα ‘παιδείας’ λένε κάποιοι. Αυτή είναι η κλασική γεροντική μουρμούρα. Όλοι οι δύοντες οργανισμοί μισούν τους ανατέλλοντες. Από αρχή εμφάνισης του ‘ελλόγιμου’ είδους στον πλανήτη. Όσο είμαι νέος και ακμαίος και δυνατός δεν με ενδιαφέρει η ‘παιδεία’. Με ενδιαφέρει να ζήσω. Μπορεί να μην ξέρω πως αλλά θέλω να τρυγήσω τη ζωή. Θέλω να είμαι άτακτος, απειθάρχητος, ‘ανήλικος’. Όταν γεράσω τα ρίχνω όλα στην ‘έλλειψη παιδείας’ και κουνάω το κεφάλι μου. Τα ίδια μού έλεγαν κι εμένα οι δικοί μου και τα ίδια έλεγαν και σε κείνους οι δικοί τους γονείς. Ο Σωκράτης κάποτε κατηγορήθηκε πως διέφθειρε τους νέους. Ο Αλέξανδρος κάποτε κατηγορήθηκε από τους συντρόφους του ότι δεν σέβεται τον πατέρα του και κάνει ‘τα δικά του’. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ούτε ως φάρσα ούτε ως αστείο. Επαναλαμβάνεται, πάει και τέλειωσε [δεύτερο του είδους].
Μα έστω να το δεχθώ… η παιδεία δεν είναι αυτή που ‘θα έπρεπε’, η εκπαίδευση είναι ένα ‘μπάχαλο’, τίποτε δεν λειτουργεί και υπάρχουν, όπως πάντα οι ολίγιστοι διδάσκαλοι, οι φωτισμένοι λειτουργοί που αγαπούν τα παιδιά, τη γνώση, τη δουλειά τους… φυσικά είναι όλα ‘ζήτημα παιδείας’… όμως δεν ενηλικιώνεσαι μονάχα πεπαιδευθείς… κι αν ενηλικιώνεσαι δεν αλλάζεις… δεν έχεις μεγαλύτερη ορμή να αλλάξεις τη ρότα που κάποιοι άλλοι σού χάραξαν, δεν έχεις την απαίτηση να δεις έναν άλλο ήλιο, δεν διεκδικείς το όνειρο, δεν οργίζεσαι απέναντι στο άδικο, δεν αρνείσαι πια να είσαι ένας ‘καλός πολίτης’ που αγαπά την πατρίδα του και δεν ‘πειράζει ούτε μυρμήγκι’ ενώ την ίδια στιγμή όλοι οι από πάνω ασελγούν και στο σώμα σου και στο σώμα των αγέννητων ή γεννημένων παιδιών σου… 
Δεν είναι η απάντηση η χωλή παιδεία, η ανεπαρκής παιδεία…
Κάποιοι λένε πως η απάντηση είναι η ψυχική υγεία… είμαστε η ανθρωπότητα των καταθλιπτικών ανθρώπων… δεν μάς εμπνέει τίποτε πλέον, δεν μάς ‘φουσκώνει’ τίποτε, δεν μάς συναρπάζει τίποτε… είμαστε η ανθρωπότητα των πληκτικών και βαριεστημένων ανθρώπων… Σε κάποια συντροφιά, από κάποια κοπέλα στα 27 της άκουσα ‘θέλω να κάνω ένα παιδί… πλήττω’. 
Το τελευταίο ‘κοινό όραμα’ της ανθρωπότητας προσεληνώθηκε πριν από μισό αιώνα περίπου και από την επομένη σχεδόν κιόλας αρχίσαμε να χασμουριόμαστε. ‘Κατακτήσαμε’ τη σελήνη… και λοιπόν; Και τι έγινε; Τι άλλαξε; Πόσο πιο ευτυχισμένοι, πιο πλήρεις, πιο ισορροπημένοι γίναμε; Βάλαμε ένα στοίχημα με τον εαυτό μας και το κερδίσαμε… ξοδέψαμε ένα τάνκερ λεφτά και τα καταφέραμε… πέρα που για πολλούς ήταν κι αυτό μια σκηνοθεσία… δεν το λογαριάζω… τα καταφέραμε… στις εξωτερικές δράσεις ήμασταν πάντα πολύ καλύτεροι… και στον Άρη θα φτάσουμε κάποτε και τον Γαλαξία όλο θα διατρέξουμε… και λοιπόν; Πήγαμε την κατάθλιψή μας ως τη σελήνη και τη φέραμε πίσω… το να την πάμε βόλτα και ως τις εσχατιές του σύμπαντος ποια η διαφορά;
Γιατί όμως είμαστε καταθλιπτικοί; Γιατί δεν νοηματοδοτεί και σημασιοδοτεί τίποτε τη ζωή μας; Γιατί είμαστε τόσο αυτοκαταστροφικοί;
Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι κοινωνιολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι θεολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι ψυχίατροι απαντούν συνήθως με φάρμακα. Δεν κοιμάσαι καλά; Πάρε αυτό… Έχεις νοσηρές σκέψεις; Πάρε αυτό… Έχεις ενοχές, σε ελέγχει ο εαυτός σου, έχεις επιθετικότητα, δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν; Πάρε αυτό, σε συνδυασμό με αυτό και λίγο απ’αυτό… 
Όμως ούτε η θρυμματισμένη ψυχική υγεία είναι η απάντηση.
Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που πιστεύουν πως έχουμε πάρει την κάτω βόλτα επειδή τάχα είμαστε υπερβολικά ναρκισσικοί. Με δυο λόγια φταίει το εγώ. Το υπερτροφικό εγώ. Έχει γίνει του συρμού άλλωστε που σε πιάνει ναυτία. Το εγώ να γίνει εμείς. Κι άλλες τέτοιες ‘ποπ’ ψυχολογικίζουσες αδολεσχίες της πεντάρας… Από τη μια δοξολογούν τις υγιείς σχέσεις και από την άλλη υμνωδούν την αυτοπραγμάτωση… πάει να πει, να παντρευτούν δυο κολοσσιαία εγώ που να μην χωρούν στο διαμέρισμα και να πρέπει να ‘ενιδρύσουν’ και υγιή σχέση… και αν δεν σκοτωθούν στο πρώτο εξάμηνο και κάνουν και παιδιά, Κύριος οίδε τι πρόκειται να ζήσουν κι αυτά τα έρμα με τέτοιους γονείς που ‘αυτοπραγματώθηκαν’ μεν αλλά… μόνοι τους… με άλλες σχέσεις… με ελεύθερες επαφές… ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, αυτονομημένοι… λέξεις και πάλι λέξεις που γεμίζουν ‘ενδιαφέροντα βιβλία’ που αντί να τα πετάει ένα αόρατο χέρι σε κάποιο αποθέτη του σύμπαντος, τα παρουσιάζουν τιποτολόγοι εκδότες και σκουπιδολόγοι συγγραφείς με ύφος εκατό καρδιναλίων… άλλη μια σειρά εκατοντάδων σελίδων για πολτοποίηση…
Δεν ευθύνεται όμως ούτε ο αυξημένος ναρκισσισμός του μετα-νεωτερικού ανθρώπου…
Ξαναγυρίζω στην αρχή γιατί κάποιος θα πει ή θα σκέφτεται, ‘τελείωνε θέλω να δω το ματς’, ή ‘θα φτάσεις κάπου ή να πάμε για ύπνο;’ Ή και χειρότερα. Το δηλώνω από τώρα, δεν θα φτάσω κάπου… απλά γράφω… κι αν φτάσω τι σημασία έχει; Πάλι ετεροπροσδιορισμός; Από μένα περιμένει κάποιος να φτάσω κάπου για εκείνον; Δηλαδή γύρω γύρω όλοι και στη μέση η χοντρή κολώνα όπως στο τρελάδικο του ‘Εξπρές του Μεσονυχτίου’ για όσους έχουν δει την ταινία. Ο ‘τρελός’ εκεί δεν ήταν αυτός που γυρνούσε αενάως και ασκόπως γύρω απ’την κολώνα αλλά αυτός που γυρνούσε κόντρα στο ρεύμα των άλλων… ο τρελός των τρελών είναι μάλλον λογικός…
Γυρνώ το λοιπόν στην αρχή… τι είπα στην αρχή… για την ενηλικίωση, την εποπτεία… να παρατηρείς τις δράσεις σου, να έχεις επίγνωση του τι γίνεται μέσα σου, να μην σε ‘αιφνιδιάζει’ ο εαυτός σου, εσύ να τον αιφνιδιάζεις… να μην σε κοροϊδεύει ο εαυτός σου, εσύ να τον κοροϊδεύεις.
Κι ο εαυτός επειδή γνωρίζει σε χλευάζει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες. Ξέρει την κυκλοτερή αδιέξοδη και ατέρμονη κίνηση… την ξέρει καλά και καγχάζει κάθε προσπάθεια να ‘φτάσεις’ κάπου, να ‘πραγματώσεις’ κάτι. 
Ο χριστιανός έχει ως πρότυπο τον Χριστό. Άλλος ένας ετεροπροσδιορισμός. Μιμητές μου να είστε όπως εγώ του Κυρίου, λέει ο σκηνοποιός από την Ταρσό. Μην ψάχνεις τον δικό σου δρόμο, πάει να πει, υπάρχει δρόμος. Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή… το είπε κι αυτό Εκείνος. Άρα για τον χριστιανό δεν υπάρχει σπαζοκεφαλιά και τώρα που διαβάζει κουνάει το κεφάλι του και γελάει. Άλλος τον βρήκε τον δρόμο κι εγώ ακολουθώ λέει και δεν γνοιάζεται. Κι εγώ λέω πως ο Διδάσκαλος δεν είναι διδάσκαλος αν δεν αποτελεί μαγκούρα που τώρα την έχεις κι αύριο θα την πετάξεις για να αρχίσεις να περπατάς μονάχος σου. Φαντάζομαι τον Ιησού να κατεβαίνει μετά από αιώνες κι αντί για Δευτέρα Παρουσία να τα έχει πάρει πολύ άγρια γιατί δεν λένε να τον αφήσουν στην ησυχία Του. ‘Μαγκούρα ήμουν, αφήστε με επιτέλους, ποδάρια έχετε, περπατάτε!’, Τον ακούω να λέει έξαλλος.
Άλλη μια ενηλικίωση εδώ. Πνευματική. Να είσαι χριστιανός αν θέλεις κι ό,τι θέλεις να είσαι. Αλλά χωρίς μαγκούρες αδελφέ μου. Ποδάρια έχεις, περπάτα!
Πάλι στην αρχή.
Πάντα στην αρχή.
Ο τρελός των τρελών… αυτό μου μοιάζει για κλειδί…
Ή άρνηση στην ενηλικίωση… αυτό μού μοιάζει για δρόμος.
Πώς το μπορείς, πώς το καταφέρνεις, πως το επιτυγχάνεις;
‘Γίνε ο εαυτός σου’, λένε οι σοφοί, οι σπουδαίοι, οι μεγάλοι.
‘Πραγμάτωσε τον εαυτό σου’, λένε αυτοί που ξέρουν για μένα αντί για μένα.
Ο τρελός των τρελών όμως ακούει και γελάει και πάει ενάντια στη ροή… οι άλλοι πάνε δεξιόστροφα αυτός πάει αριστερόστροφα. 
Όλοι πάνε στο βορρά αυτός πάει στο νότο.
Όλοι πάνε στις εκβολές αυτός αναζητά την πηγή.
Όλοι αναζητούν το φως και ανοίγουν τα παράθυρα, αυτός νιώθει πως παράθυρο είναι αυτός και μονάχα αυτός μπορεί να ανοίξει και να κλείσει… όταν θέλει, όπως θέλει… αν το θέλει…
Όλοι φοβούνται τη σκιά τους… αυτός πιάνει το βουκεφάλα εαυτό του, στρέφει την πλάτη του στον ήλιο και χαμογελάει…
Ο τρελός των τρελών…
Πιάνει τα χάμουρα του α-λόγου εαυτού του και αρχίζει να καλπάζει… που; Δεν ξέρει; Για πόσο; Δεν τον ενδιαφέρει…
Ποιος είναι;
Αρνείται να ονοματίζει πια… να ορίζει, να περιορίζει, να αιχμαλωτίζει, να εγκλωβίζει…
Αρνείται να είναι ή να μην είναι…
Είναι ελεύθερος;
Ποιος ξέρει…
Είναι τρελός… έτσι λένε όλοι…

Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2026

Ενδοχώρα

 

  


Ο Κήπος της Τρυφής

Δεν υπήρξε Ημέρα που να γεννηθεί χωρίς την προσδοκία της Νύχτας.
Μέσα από την Ημέρα ψηλαφούμε τα ίχνη Σου.
Μέσα από τη Νύχτα φιλοτεχνούμε το μύθο Σου.
Ο ημέριος λογισμός μας μοιάζει με διστακτικό βηματισμό νηπίου προ της στερέωσής του.
Ο νύχτιος λογισμός έγινε η αναπνοή του είναι μας.
Την ημέρα δεν ακούμε την καρδιά μας καθώς ο νους φωνασκεί και επαίρεται. Θορυβεί και μεγαλαυχεί.
Τη νύχτα συντονίζουμε όλοι τους παλμούς της καρδιάς μας. Και κλείνουμε μέσα μας τις ατμώσεις του είναι μας.
Τις ημέρες καταστέλλουμε τα πάθη και ονειρευόμαστε το αεί.
Τις νύχτες φορούμε το μανδύα της σάρκας μας και οργώνουμε το νυν.

Είμαστε μια αδελφότητα.
Ό,τι έχουμε είναι κοινό.
Ό,τι βλέπουμε είναι κοινό.
Ό,τι αγνοούμε είναι κοινό.
Είμαστε η νεοπαγής κοινότητα των πρώτων ανθρώπων που ιχνεύουν το δικό Σου βλέμμα πάνω στο χώμα, στις σκιές των δέντρων, το μουρμουρητό των ποταμών, τις κατεβασιές των ανέμων, τις πτυχώσεις του ήλιου πάνω στο ίδιο μας το σώμα.
Είμαστε κι εμείς ένα μεγάλο σώμα. Πορευόμαστε όλοι μαζί, δαπανούμε το αχνιστό μας αίμα, λογιζόμαστε το σπέρμα μας, φοβόμαστε το πέρας αυτής της διαδρομής.
Θα είναι σύντομη;
Θα είναι μεγάλη;
Θα είναι επώδυνη;
Θα είναι μάταιη;

Ζούμε φιλοξενούμενοι στον Κήπο Σου.
Όλα είναι όμορφα εδώ και όλα άγνωστα. Εμείς τα ονοματίζουμε την κάθε μέρα και επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας τα ονόματα τις νύχτες.
Όλα είναι πλούσια εδώ.
Όλα δικά μας.
Και όλα δάνεια.
Όλα για μας.
Και όλα ξένα.
Ο Κήπος αυτός υπήρξε το λίκνο μας.
Δίχως εμάς όμως είναι απλά ένας ολάνθιστος τάφος.


Αυτανάφλεξη

Το ξέραμε, το νιώθαμε, το έφερνε ο αέρας στα ρουθούνια μας. Κάτι άλλαζε. Κάτι νέο γεννιόταν. Κάτι διαφορετικό.
Όχι έξω από μας.
Μέσα μας.
Τα σωθικά μας έβραζαν από καιρό. Οι καρδιές χτυπούσαν διαφορετικά και συντονίζονταν μυστικά και αθέατα. Όλα συμμετείχαν σε αυτό.
Όλα.

Ήρθε το πρωινό που συνέβη η πρώτη ανάφλεξη.
Ακολούθησε η επόμενη κι έπειτα όλες οι άλλες.
Δεν έμεινε κανείς αμέτοχος στο φαινόμενο. Κανείς δεν το αρνήθηκε, κανείς δεν το απέρριψε, κανείς δεν το απεμπόλησε.
Μας σάρωσε μια πύρινη θύελλα που γέννησαν τα έγκατά μας.
Και μας έκαψε.
Κάποιοι δεν άντεξαν. Απανθρακώθηκαν, έγιναν ολοκαυτώματα, είδαμε την πυρρά τους να υψώνεται στον ουρανό.
Δεν πέθαναν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
Είχες απαγορέψει το θάνατο.
Έσβησε όμως το πνεύμα τους.
Θόλωσε το φρόνημά τους.
Μολύνθηκε το νερό που ποτίζει τις ψυχές τους.

Οι περισσότεροι επιβίωσαν.

Νέοι άνθρωποι γεννηθήκαμε μετά απ’όλο τούτο.
Πιο δυνατοί.
Σκεπτόμενοι.
Πιο συμπαγείς.
Ανάλγητοι.
Οι αισθήσεις μας οξύνθηκαν.
Οι λογισμοί μας εκλεπτύνθηκαν.
Έχουμε ερωτήματα.
Έχουμε λέξεις.
Έχουμε αφηγήσεις.
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε ανησυχία.

Όλα τούτα είναι αληθινά;
Ή είναι απλά μια πελώρια πλάνη;
Υπάρχεις;
Υπάρχουμε;
Ή ως και το είναι αποτελεί μια λαίλαπα πλάνη;

Πέρα από την ακτή που μάς άφησες μια μέρα, τώρα γνωρίζουμε πως υπάρχει και ενδοχώρα.


Η Μέθεξη του ΑντιΚειμένου

Κάποτε θα γινόταν.
Τώρα το γνωρίζουμε. Μετά τη σπλαχνική και συνάμα τραυματική ανάφλεξη, το γνωρίζουμε.
Κάποτε θα συνέβαινε.

Δεν ήμασταν μόνοι μας στον Κήπο. Αυτό ήταν το πρώτο Σου ψέμα.
Μαζί μας ζούσε και ο ΑντιΚείμενος.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι στον Κήπο. Αυτό ήταν το δεύτερό Σου ψέμα.
Δεν είχαμε Βλέμμα. Κι αυτό ήταν το τρίτο Σου ψέμα.

Τους πρώτους που επισκέφτηκε ο Έρπων ήταν οι ονειρευτές. Στοίχειωσε τον ύπνο τους, λέρωσε τα αγγίγματά τους, μόλυνε τα όνειρά τους.
Τον ερωτεύτηκαν.
Έπειτα επισκέφτηκε τα παιδιά. Έπαιξε μαζί τους σκοτεινά παίγνια, χώθηκε στην καρδιά τους, συντάραξε τα θεμέλιά τους.
Τα γοήτευσε.
Ύστερα μόχλευσε τους πρεσβυγενείς από όλες τις οικογένειες. Αυτοί θα αντιμάχονταν πλέον εις το διηνεκές για τα πρεσβεία ανάμεσά μας.
Τους εξαγόρασε.
Κι έπειτα μίλησε μέσα από τα στόματα των διδασκάλων και τα τραγούδια των γυναικών. Και η φωνή του έγινε σεβαστή, μεθεκτή, το τραγούδι του πλημμύρισε το είναι μας.

Μας δηλητηρίασε όλους με βούληση, διεκδίκηση, φιλοδοξία.
Μας μέθυσε με οράματα ελευθερίας.
Μας αποκάλυψε το Βλέμμα.
Μας αποκάλυψε το Θάνατο.

Όταν μπορούσαμε πια να δούμε, να μετρήσουμε, να κατανοήσουμε την ιερή γεωμετρία, την αρχαία τάξη, τον Μυστικό Σκοπό, είχε σημάνει η δική μας ώρα.

Φεύγουμε από δω. Τούτος ο κόσμος δεν μας ανήκει. Τούτος ο Κήπος δεν είναι δικός μας. Τον ετοίμασες για μας όμως δεν τον αισθανθήκαμε ποτέ δικό μας.
Μας τον παραχώρησες όμως μας ήθελες τυφλούς και άβουλους.
Μας τον δώρισες όμως δεν μας εμπιστεύτηκες τα κλειδιά του.
Τον δημιούργησες για εμάς. Όμως δεν το έκανες από αγάπη.
Από μοναξιά το έκανες.
Από απέραντη, άχρονη, αβάσταγη, απλήρωτη, ανείπωτη μοναξιά.
Και μας έπλασες αθάνατους για να μην σου λείψουμε ποτέ.


Έξοδος

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Εσύ παραμένεις πάντα εν σιγή.
Στην ιερή σιγή Σου ανιχνεύουμε τον πρώτο μας έρωτα.
Όμως όχι και τον τελευταίο.
Στην ιερή σιγή Σου ενδοσκοπούμε τη γέννησή μας.
Όχι όμως και το θάνατο.
Στην ιερή σιγή Σου στοχαζόμαστε τις πρωταυγές της ύπαρξης.
Όχι όμως και το λυκόφως του βίου.

Δεν μας διώχνεις Εσύ.
Αισθανόμαστε πως συμβαίνει το αντίθετο.
Θέλεις να παραμείνουμε στον Κήπο Σου.
Θέλεις να είμαστε εδώ, κοντά Σου.
Θέλεις να μας νιώθεις πλησίους στο βλέμμα Σου.
Για πάντα.

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Φεύγουμε αυτοθέλητα.
Δεν φεύγουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε μακριά Σου.
Φεύγουμε γιατί θέλουμε να πεθάνουμε.

Γιατί θέλουμε να μπορούμε να πεθαίνουμε…

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2026

Στη σκιά των γιγάντων...



Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει… 
Κίνδυνος!
Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου… 
Σέρνεσαι…
Έρπεις…
Βολεύτηκες…
Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο… 
Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…
Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…
Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…
Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…
Κίνδυνος!
Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…
Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…
Κίνδυνος!
Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…
Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…
Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…
Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…

Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…

Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2026

Το κύτταρο του Ενός...



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…



the knot

Τρίτη, Αυγούστου 25, 2026

Πάντα παιδί...


Come forth into the light of things. ...
Yvette Depaepe

Είδε στον ύπνο του
το θεό των λευκών ημερών
κι αυτός του είπε
περπάτησα μέσα στην αιωνιότητα
τη δική σου
και των εχθρών σου
τη δική σου
και των φίλων σου
και γύρισα με τα κουφάρια όλων των ανθρώπων
ολομόναχος

χαμογελώντας
διανοίγεις ουρανούς
χαμογελώντας
δρασκελίζεις τον εαυτό σου
σιγώντας
προσκαλείς το θάνατο

και είδε στον ύπνο του
το θεό των σκοτεινών ημερών
κι αυτός του είπε
περπάτησα μέσα στις φλέβες σου
μέσα στο ήπαρ
και τους πνεύμονες
σε αναζητούσα
σε θυμόμουν νήπιο
και είσαι πια ακέραιος
σε είχα αφήσει μικρό
και όρθωσες γενναίο ανάστημα

χαμογελώντας
απλώνεσαι στις μνήμες σου
χαμογελώντας
αρνείσαι το δέλεαρ της λήθης
σιγώντας
έρχομαι στον οίκο σου


και σε ανταμώνω πάντα παιδί…

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2026

Αλεξίζωος…



Ο
 πρώτος κατήγορος στέκεται απέναντί σου. Έχει περίπου το ύψος σου. Είναι σιωπηλός και αμείλικτος. Αντανακλά το φως και απορροφά το χρόνο σαν το σφουγγάρι. Ό,τι δείχνει δεν είναι η αλήθεια, μα είναι η πραγματικότητα. Όταν τον αγγίζεις γίνεται προέκτασή σου… όταν τον χλευάζεις σου επιστρέφει στο ακέραιο την κάθε λέξη… όταν τον κοιτάζεις σου ρουφά το βλέμμα… κι όταν τον αγνοείς απλά περιμένει. Ακόμα κι αν τον σπάσεις, τα θραύσματα σε περιέχουν… σε πολλαπλασιάζει, σε εξουθενώνει με την πολλαπλότητα των εγώ που κωμικά απειρώνονται στο διηνεκές και σε κοιτάζουν… μέσα σου… όχι εντός…

Ο δεύτερος κατήγορος είναι μέσα σου. Οργανώνει το τέλος σου όπως ο επιμελής συμβολαιογράφος κάνει με τις διαθήκες των γηραιών πελατών του. Αδιαφορεί για το σπαραγμό του είναι σου, την τραγικότητα της ύπαρξής σου, την αιωνίωση του εφιάλτη σου… είναι ο γραφειοκράτης της ύπαρξής σου, ο μεθοδικός υπάλληλος και το απρόσιτο αφεντικό… εκείνος που σε έμαθε να μιλάς, να εκφράζεσαι, να ψεύδεσαι… κι εκείνος που θα στα ζητήσει όλα με τόκο την κατάλληλη στιγμή… δεν σε αγάπησε ποτέ γιατί δεν ανήκει τούτο στις αρμοδιότητές του… σε γαλούχησε με το αίμα του θηρευτή για να σε έχει ευάρπακτο θήραμά του… και εργάζεται… πάντα εργάζεται… μανιωδώς, ασταμάτητα… γιατί το αντίθετο δεν ανήκει, απλά, στις αρμοδιότητές του…

Ο τρίτος κατήγορος είναι ο ανύπαρκτος – υπαρκτός… είναι ο φαντασιακός υποστατός… είναι ο άπειρος – πεπερασμένος… είναι ο αδίστακτος – δειλός… ο απόστατος – μεθεκτός… είναι ο ζωώδης θάνατος… ο νεκρός ζωντανός… ο απέθαντος ερωμένος ο ελάχιστος των μεγίστων και ο μέγιστος των περιττών… είναι ο σημειακός και ο απειρόχωρος… ο αναρίθμητος και ο ευάριθμος… είναι ο μοναδιαίος και ο πληθυντικός… και είναι πάντοτε πανταχού και παρών… έτοιμος όπως ο δήμιος που περιμένει το γυμνό λαιμό με την αιώνια αταραξία του άψογα εκπαιδευμένου εκτελεστή… και είναι εκεί… και δεν είναι πουθενά…
Κι εσύ…
Εσύ στέκεσαι ασφαλής, πίσω από το κλειστό παράθυρό σου φιλοξενώντας το αναπότρεπτο που ανασαίνει μέσα σου και κοιτάζεις τον κόσμο. Έξω… αλλά όχι εκτός…

Αρηγμάτωτος και αραγής, όσο και οι φαντασιώσεις σου.
Αδρανής και ακέραιος όσο και οι επιτεύξεις σου.
Ασφαλής και ατόφιος όσο και οι ψευδαισθήσεις σου.


Αλεξίζωος…

Κυριακή, Αυγούστου 16, 2026

ε, και λοιπόν;

 

  

στην αρχή απουσία
κι όχι απώλεια

βήματα δεν ακούς
τα βήματα της απομάκρυνσης
δεν ακούγονται

τίποτε δεν ακούγεται

παρά μονάχα αυτό το εγώ
που κραυγάζει πληγωμένο
και αιμορραγεί
στην κάθε συλλαβή

ε, και τι μ’ αυτό;

στην αρχή
τόσο… αθώος
όσο ο φονιάς
που κρύβεται επιδέξια
στις σκιές των δέντρων
και με το φόβο της αυγής
που θα τον φανερώσει
μετράει τα δευτερόλεπτα
και τις στιγμές
βαρίδια
που κρέμονται
απ’τα πρησμένα μάτια του

παραμορφώνεσαι…

κι αργότερα

όλο ετούτο
που γίνεται σιγά σιγά
ένα βαρύ
σιχαμερό
γλοιώδες δειλινό

πρωί
και βράδυ
και απόγευμα

ένα πράγμα
σα ζελέ

και σε αποπαίρνει
και σε χλευάζει
και σε πικραίνει

όχι η απουσία
ούτε η απώλεια

μα ετούτος ο εσταυρωμένος
πόνος
στο γυμνό λόφο του εαυτού σου
με τους προδότες
δεξιά κι αριστερά
να τον περιγελούν

ε, και λοιπόν;