Η λογική είναι υπερβατική
Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus
Θ |
Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…
Η λογική είναι υπερβατική
Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus
Θ |
Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…
Ε |
ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ!
Κι όμως υπήρξε!
Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!
Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους.
Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι.
Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.
Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].
Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’.
Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.
Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.
Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.
Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!
Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.
Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.
Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!
Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…
Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…
Π |
ΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ –ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΑΓΜΑΤΟΣ, ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα σε μια δυναμική σύνθεση που δεν γνωρίζει χρόνο κι έτσι το πριν χρόνια πες πως είναι πριν δέκα λεπτά και δεν θα έχεις πέσει έξω- είχα κάνει μια ανάρτηση με τίτλο Άγνωστοι ως το τέλος. Τη διαβάζει όποιος έχει το κέφι και προσανατολίζεται. Δεν την διαβάζει και πάλι το ίδιο είναι.
Έρχονται το λοιπόν τα πράγματα κάποιες φορές έτσι που δεν θέλεις να δικαιώνεται καμιά από τις ΜΜΑ (Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες) που η ίδια η ζωή και το καθημερινό βίωμα μέσα από τις Συμπληγάδες σου διδάσκει –δεν το ξέρουμε αλλά κάθε πρωί που ξυπνάμε στην από δω πλευρά του ποταμού, έχουμε περάσει για μια ακόμη φορά με επιτυχία, έστω και στο ‘τσακ’ από τις Συμπληγάδες… και τούτο κάθε μέρα, χωρίς σταματημό, χωρίς έλεος… ώσπου να έρθει εκείνη η μέρα που… μα, δεν είναι το θέμα μου αυτό…
Και λες, δεν θα ήθελα να δικαιωθώ για έναν άνθρωπο που πορευόμαστε μαζί, χρόνια τώρα αμέτρητα και αναρίθμητα μα εδώ και πάλι έρχεται κάποιος να σε αγριοκοιτάξει σα να σε ρωτάει: ‘Μαζί; Πότε κάνατε αληθινά μαζί έστω και εκατό μέτρα από τα αμέτρητα χιλιόμετρα του βίου;’
Να είναι έτσι λοιπόν και όχι αλλιώς αλλά και πάλι λέω, οφείλει να είναι κανείς επιεικής με τον άνθρωπο, τι διάολο, ακούω τον διδάσκαλο από μια μεριά με την ωραία και ζεστή φωνή που την ακούς και η ψυχή θέλει να βγει απ’το σώμα, ο ‘άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα στο σύμπαν’. Μην τον δικάζεις τον καλό σου φίλο, μην δικάζεις κανέναν, μην κρίνεις γιατί όπως μετράς τους άλλους θα αντιμετρηθείς… ναι, λόγια του Ενός που πάτησε στη γη και τα ίχνη Του ακόμα μοσχολβολάνε αιωνιότητα και φως… και για να μην ξεχνάμε το ελεεινό μας μέγεθος, Τον σταυρώνουμε κάθε μέρα, με σαδισμό και ηδονή για να μάθει να μην δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους και προσωπικότητες… εμείς για άλλα πράγματα μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ και άλλα μας δώσατε… εμείς να φάμε θέλαμε και έναν αφέντη να προσκυνάμε και ο νέος ιδιοκτήτης της αλυσίδας μας ανακοίνωσε ότι μας θέλει ελεύθερους και ωραίους. Ε, τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις;
Κι έρχομαι ξανά στο θέμα μου μετά την παρεκβασούλα αυτή που είχε ολίγον άρωμα από Φίοντορ…
Μα δεν μπορώ να μην γυρνώ γύρω γύρω από τον πάσσαλο και να μην αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο κακόμοιρους και μικρομπακάληδες της γειτονιάς –που δεν υπάρχουν πλέον-, τι μας συρρικνώνει τόσο που εξαφανιζόμαστε πίσω από μικροπολιτικές συμπεριφορές και μικρο-υπολογισμούς ενώ κάποτε κάναμε γενναίες πτήσεις στα στερεώματα της φιλίας και της ανοιχτοσύνης;…
Δεν γράφω για να δικάσω κανέναν ούτε για να ξεφορτωθώ τις σκέψεις μου, καθώς θα έλεγε και ο Φρειδερίκος, αλλά για να δω πως ‘ακούγονται’ και πώς ‘διαβάζονται’ αυτές οι σκληρές λέξεις, αυτές οι Μελαγχολικές Αλήθειες… και τι γεύση έχουν… τι μένει στον οισοφάγο της ύπαρξης και στον ουρανίσκο του είναι… κάτι που δεν έχει διάρκεια θα πει κανείς, μάζευτα και δρόμο, λέω και πάλι εγώ, ό,τι ποτίζεται με το ιερό αίμα μιας φιλίας μιας ολόκληρης ζωής δεν έχει απλά μια γεύση στον ουρανίσκο… είναι ολόκληρη βόμβα που σκάει στο είναι μας και δεν σε αφήνει ήσυχο να κοιμηθείς…
Και λέω έτσι όπως τα διαβάζω αυτά που γράφω, όχι, δικαστής εγώ κανενός δεν πρόκειται να γίνω και μακριά από μένα και ουστ και όξω!
Μα, ένα παράπονο, σαν νυχτερινό τραγούδι ακούω από τα μέσα μου που με καλεί κάθε φορά στις πρωτοπηγές της Ύπαρξης…
‘Amor Fati!’… αυτό μου γνέφει ο διδάσκαλος Φρ. που είχε μέσα του ένα ολόκληρο σύμπαν και χιλιάδες στερεώματα και όμως κάποτε έκλεισαν όλα και σκοτείνιασαν και βυθίστηκε η ωραία αυτή ψυχή στη σιωπή…‘Πότε θα μάθεις; Όλοι μας, οι άνθρωποι, όλοι μας… δεν είμαστε μια αδελφότητα ζωής, είμαστε αδελφότητα θανάτου… πώς μπορείς να το λησμονείς;’
Κι έπειτα κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω σε κείνες τις εποχές της νιότης μου που δεν υπήρχε παρά μονάχα μια άπληστη δίψα για γνώση, για εξερεύνηση, για να βρούμε εκείνο που ‘κρύπτεται φιλεί’… και δεν το βρήκαμε βέβαια… ευτυχώς… μονάχα καταλάβαμε πως αυτό που ψάχναμε εκεί έξω, βρισκόταν μέσα μας… μέσα βαθιά και περίμενε τον τολμητία να του χτυπήσει τη θύρα… Κι όσο κατεβαίναμε στα έγκατα, τόσο πιο βαθιά εκείνο αποσυρόταν, τόσο πιο μακριά μας χανόταν… ως πότε θα ρωτήσεις; Ως πότε θα το κάνουμε αυτό;
Κάποιος ωραίος διδάσκαλος από την Κρήτη που είχε μεθύσει κι αυτος από ύπαρξη και δεν ξεμέθυσε ποτέ, θα μου έλεγε, μην καταδέχεσαι να ρωτάς μονάχα σκάβε…
Άλλωστε, άγνωστοι είμαστε… άγνωστοι ως το τέλος…
Ε |
ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.
Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.
Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές, κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.
Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!
Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.
Αυτό; Αυτό είναι;
Όχι. Αυτή είναι μονάχα η αρχή.
Ο |
Nicolai Abraham Abildgaard | Socrates in Prison
…καλόν γὰρ τὸ ἆθλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγάλη…
(Πλάτων, Φαίδων)
Έ |
τσι βεβαίωνε κάποτε εκείνος ο ‘φρονιμώτατος και δικαιώτατος’ άνθρωπος που πορευόταν τα έσχατα μέτρα ως την αναχώρησή του από αυτόν τον κόσμο όχι ζητώντας αλλά δίνοντας θάρρος στους περίλυπους φίλους και θρηνούντες μαθητές του. Είναι το λοιπόν καλό το έπαθλο και η ελπίδα μεγάλη… όταν ζήσεις αυτή τη ζωή ως αληθινός φιλόσοφος να προσδοκάς μια καλή, μια εξαιρετική τύχη στην επόμενη… αν έζησες με ‘αγνότητα’ και ‘σύνεση’, αν έζησες ‘ευσεβώς’… αλλά από κει και πέρα αρχίζει ένας ανελέητος υποκειμενισμός, ένας ακαταγώνιστος ψηλομύτικος περσοναλισμός, μια ατομική ερμηνευτική της κάθε λέξης, της κάθε φράσης, της κάθε έννοιας… γιατί τα μέτρα του φιλοσόφου είναι αυστηρά, οι ορίζουσες στενές και οι προϋποθέσεις απαιτητικές… σχεδόν ‘απάνθρωπες’… ο άνθρωπος είναι γραπωμένος από τη σανίδα της επιβίωσης, δεν έχει το ανάστημα ή το κουράγιο να αναζητήσει κορυφές και επιτεύξεις…
Μνημονεύουμε πλέον τους ανθρώπους αυτούς που έτσι ή αλλιώς ήταν ‘εξαιρέσεις’ σε κάθε εποχή λες και πρόκειται για ‘εξωγήινους’ ή ‘υπερανθρώπους’ που έδωσαν έναν τύπο, μια τάξη, ένα ύψος αλλά παραμένουν εξαιρέσεις. Το πρόβλημα δεν είναι στη σημερινή εποχή των ‘βιαστών’ του σκουπιδο-Μπιγκ Μπράδερ ότι θεώνται ως κάτι το ιδιαίτερο και απρόσιτο αυτές οι ‘στάσεις ζωής’ αλλά πως έχουν πλήρως αφανιστεί από τον ‘ορίζοντα των γεγονότων’ μας… Στο λυκόφως του Μεσαίωνα και καθώς αχνοχάραζε η Αναγέννηση, οι άνθρωποι αυτοί χρησίμευσαν ως πρότυπα για έναν άλλο ανθρωπισμό που έμελλε να είναι επαναστατικός, πλούσιος και μεμειγμένος βέβαια με τα αιτήματα των εποχών και των τόπων. Όμως ο ορίζοντας υπήρχε, οι φιλόσοφοι ενέπνεαν, οι μεγάλες σχολές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε σφρίγος και ρώμη καθώς κυλούσε στις φλέβες το πνευματικό αίμα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου, του Αυγουστίνου.
Θα έπρεπε να το αναφέρω στην αρχή μα δεν πειράζει και τώρα, στέκεται ατόφιο. Μακριά από μένα λόγοι ‘παραινετικοί’, ‘προτρεπτικοί’ ή ‘πομαντικοί’ με δαψίλεια ηθικολογίας και περίσσεια ‘αποστασιοποιημένης’ υποκρισίας κάποιου κοσμικού ‘εγκρατίτη’. Δεν με αφορά το ηθικολογικό έλλειμμα, από αυτό δεν πάσχει κανείς μας. Αποτυπώνω το σχόλιό μου με πόνο καρδιάς… και το κάνω όλο και πιο σπάνια πλέον… η πραγματικότητα μοιάζει με μια θύελλα και η φωνή μου σαν εύθραυστο κλαράκι λυγίζει αλλά δεν σπάει. Ίσως δεν ακούγεται αλλά δεν πέθανε ακόμη.
Έστω όμως…
«…όσοι φιλοσοφούν σωστά, αποφεύγουν τις επιθυμίες του σώματος και δείχνουν καρτερικότητα και δεν παραδίδουν τον εαυτό τους σ’αυτές. Ούτε φοβούνται καθόλου την κατάρρευση της οικογένειάς τους ή τη φτώχεια, όπως πολλοί και φιλοχρήματοι. Ούτε πάλι φοβούνται την κοινή περιφρόνηση και αδοξία της κοινωνικής θέσεως όπως οι αρχομανείς και οι φιλόδοξοι. Αυτοί αδιαφορούν για τέτοια ζητήματα…»
Να μου συγχωρεί ο Διδάσκαλος που απομόνωσα ένα φραγμέντο από τον ωραιότερο και πιο συγκινητικό ίσως διάλογό του –αν και πολλοί διεκδικούν τούτη την πρωτιά, υποκειμενική είναι η προσέγγιση είπαμε- αλλά το επέβαλλαν οι περιστάσεις, καθώς λένε. Ο μεγάλος Φλωρεντινός Φικίνος (Ficino, 1433–1499) έλεγε πως ‘όποιος διαβάζει σοβαρά τα έργα του Πλάτωνα θα βρεί μέσα σε αυτά τα πάντα’. Δεν χρειαζόμαστε τα πάντα, ψήγματα είναι πια αρκετά.
Κι αυτά όχι δυσεύρετα αλλά ‘καλά θαμμένα’…