Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στοχασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στοχασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2026

Ο τρελός των τρελών και η ενηλικίωση του βλέμματος...

 

Η λογική είναι υπερβατική

Ludwig Wittgenstein,  Tractatus Logico-Philosophicus


Θ
έτω το ερώτημα… να πω, τα ερωτήματα… και τα θέτω καθώς τα στοχάζομαι και για να τα ακούω, να τα νιώθω, να με διαπερνούν, να μην ησυχάζω… όταν θέτεις το ερώτημα είναι γιατί δεν ησυχάζεις… και δεν ησυχάζεις γιατί δεν σε αναπαύουν οι ‘απαντήσεις’… δεν σε ενδιαφέρουν κάποιες απαντήσεις… εκείνο που σε πονάει είναι το ίδιο το ερώτημα και ο φόβος πως ό,τι και αν ‘ανακαλύψεις’ ως απάντηση είναι κι αυτό ένας ωραίος ελιγμός… να μπορείς να το βλέπεις τουλάχιστον… τούτο θεωρώ ως ‘ενηλικίωση’… την εποπτεία… η εποπτεία είναι η ενηλικίωση του βλέμματος… πάει να πει δεν μπορώ να κρυφτώ… δεν μπορώ και πλέον δεν θέλω να κρυφτώ… όλο μου το είναι φωνάζει ‘κρύψου’… σε όλη σου τη ζωή μαθαίνεις να κρύβεσαι… ώσπου στο τέλος βαριέσαι, δεν αντέχεις άλλο να κρύβεσαι… ο εαυτός γνωρίζει, ο οργανισμός γνωρίζει, το είναι γνωρίζει… από πού να κρυφτείς και γιατί πλέον;
Όταν γνωρίζεις δεν μπορείς να κρυφτείς.
Τι είναι αυτό που μάς μικραίνει; Ρωτάω λοιπόν, ξεκάθαρα, όσο πιο ξεκάθαρα αντέχω, τι είναι αυτό που μάς κρατάει μικρούς, μαραζωμένους, συρρικνωμένους; Γιατί δεν απλωνόμαστε, γιατί δεν ανοίγουμε φτερά, γιατί δεχόμαστε αυτόν τον καθημερινό θάνατο; Τι είναι αυτό που μάς έχει πείσει ότι είναι προτιμότερο το μερικό, το μικρό, το λίγο; Γιατί είμαστε χαμηλότερα από εκεί που αξίζουμε; Γιατί επιτρέπουμε σε άλλους να ορίζουν το δικό μας ύψος; Γιατί ανεχόμαστε να μάς στενεύουν, να μάς περιφράσσουν, να μάς προσαρμόζουν; Γιατί δεχόμαστε να είμαστε αριθμοί, νούμερα, δείγματα, μέσοι όροι; Πώς το επιτρέψαμε κάποτε αυτό; Πώς το παραχωρήσαμε κάποτε αυτό σε όποιους; Πώς το καταδεχθήκαμε; Γιατί; Τι πήραμε ως αντάλλαγμα γι αυτή την εκπόρνευση των ονείρων μας; Ασφάλεια; Χρήματα; Το αύριο; Το κάποτε στο αύριο; Το ποτέ; 
Γιατί γίναμε εκτροφείς δειλών ονείρων, μικρών θεών, ασήμαντων εαυτών;
 Ο άλλος δρόμος θα πει κάποιος, είναι η ρήξη, η στάση, η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος δεν είναι η ρήξη. Ούτε η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος είναι η αξιοπρέπεια. Και δεν είναι ‘άλλος’ δρόμος. Είναι ο μόνος δρόμος. Αν δεν μπορείς να έχεις εποπτεία των εννοιών σημαίνει μηδενική διάκριση. Ο άλλος δρόμος απαιτεί την ενηλικίωση. Δεν θέλουμε να ενηλικιωθούμε. Γιατί ενηλικίωση του βλέμματος σημαίνει πως έχω επίγνωση πως είμαι υπόδουλος και δεν αντέχω να είμαι υπόδουλος. Προτιμώ να μην ενηλικιωθώ. Προτιμώ να είμαι χωμένος στη ημισκότεινη γωνιά μου, να ‘κάνω τη δουλειά μου’, να μην ενοχλώ κανέναν, κυριότερα, να μην με ενοχλεί κανένας. Να είμαι διαρκώς και πάντα αφανής και αθέατος. 
Θα πει κάποιος υπάρχει και το ‘λάθε βιώσας’… ‘έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά’… τούτο είναι μια ‘στάση’… το γνωρίζω… το δοξολογώ κι εγώ και το λιβανίζω… μα τα οχυρωματικά έργα απέναντι στον άλλο δεν σημαίνει να πεθάνεις οχυρωμένος… η στάση αυτή αφορά τη θωράκιση απέναντι στη χυδαιότητα, την ευτέλεια, τη φτήνια. Λάθε βιώσας αν σημαίνει την απόδραση από τη ζωή για να μην ‘μολυνθείς’ απ’τη ζωή τότε αυτό δεν είναι στάση… είναι θάνατος. Πάει και τέλειωσε. Πες καλύτερα ότι θέλεις να πεθάνεις. Είναι πιο τίμιο. 
Όμως, επιμένω, γιατί το κάνουμε; Γιατί έχουμε γίνει τόσο ‘εύκολοι’, τόσο ‘διαχειρίσιμοι’, τόσο δειλοί; Δεν με πείθει καμιά εύκολη απάντηση, καμιά διαφυγή στο πεπερασμένο των επιλογών ή στην αφοσίωση στο εγώ που καταπίνει σαν μαύρη τρύπα και την εσχάτη ικμάδα αντίστασης. Ο έχων εποπτεία δεν μπορεί να εξαγοράζεται τόσο εύκολα από τέτοια ‘καθρεφτάκια’ και ‘χαντρούλες’ που έδιναν κάποτε οι ελεεινοί κονκισταδόρες στους αφελείς ιθαγενείς των νέων κόσμων που ‘ανακάλυπταν’. 
Και πώς καταδέχεσαι να εξαγοράζεσαι από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε νόμισμα;
Θέτω τα ερωτήματα και ιχνεύω απαντήσεις… αναδύονται κάποιες, μού είναι φτηνές και φτενές δικαιολογίες, δεν τις δέχομαι, τις πετάω στα σκουπίδια.
Είναι ζήτημα ‘παιδείας’ λένε κάποιοι. Αυτή είναι η κλασική γεροντική μουρμούρα. Όλοι οι δύοντες οργανισμοί μισούν τους ανατέλλοντες. Από αρχή εμφάνισης του ‘ελλόγιμου’ είδους στον πλανήτη. Όσο είμαι νέος και ακμαίος και δυνατός δεν με ενδιαφέρει η ‘παιδεία’. Με ενδιαφέρει να ζήσω. Μπορεί να μην ξέρω πως αλλά θέλω να τρυγήσω τη ζωή. Θέλω να είμαι άτακτος, απειθάρχητος, ‘ανήλικος’. Όταν γεράσω τα ρίχνω όλα στην ‘έλλειψη παιδείας’ και κουνάω το κεφάλι μου. Τα ίδια μού έλεγαν κι εμένα οι δικοί μου και τα ίδια έλεγαν και σε κείνους οι δικοί τους γονείς. Ο Σωκράτης κάποτε κατηγορήθηκε πως διέφθειρε τους νέους. Ο Αλέξανδρος κάποτε κατηγορήθηκε από τους συντρόφους του ότι δεν σέβεται τον πατέρα του και κάνει ‘τα δικά του’. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ούτε ως φάρσα ούτε ως αστείο. Επαναλαμβάνεται, πάει και τέλειωσε [δεύτερο του είδους].
Μα έστω να το δεχθώ… η παιδεία δεν είναι αυτή που ‘θα έπρεπε’, η εκπαίδευση είναι ένα ‘μπάχαλο’, τίποτε δεν λειτουργεί και υπάρχουν, όπως πάντα οι ολίγιστοι διδάσκαλοι, οι φωτισμένοι λειτουργοί που αγαπούν τα παιδιά, τη γνώση, τη δουλειά τους… φυσικά είναι όλα ‘ζήτημα παιδείας’… όμως δεν ενηλικιώνεσαι μονάχα πεπαιδευθείς… κι αν ενηλικιώνεσαι δεν αλλάζεις… δεν έχεις μεγαλύτερη ορμή να αλλάξεις τη ρότα που κάποιοι άλλοι σού χάραξαν, δεν έχεις την απαίτηση να δεις έναν άλλο ήλιο, δεν διεκδικείς το όνειρο, δεν οργίζεσαι απέναντι στο άδικο, δεν αρνείσαι πια να είσαι ένας ‘καλός πολίτης’ που αγαπά την πατρίδα του και δεν ‘πειράζει ούτε μυρμήγκι’ ενώ την ίδια στιγμή όλοι οι από πάνω ασελγούν και στο σώμα σου και στο σώμα των αγέννητων ή γεννημένων παιδιών σου… 
Δεν είναι η απάντηση η χωλή παιδεία, η ανεπαρκής παιδεία…
Κάποιοι λένε πως η απάντηση είναι η ψυχική υγεία… είμαστε η ανθρωπότητα των καταθλιπτικών ανθρώπων… δεν μάς εμπνέει τίποτε πλέον, δεν μάς ‘φουσκώνει’ τίποτε, δεν μάς συναρπάζει τίποτε… είμαστε η ανθρωπότητα των πληκτικών και βαριεστημένων ανθρώπων… Σε κάποια συντροφιά, από κάποια κοπέλα στα 27 της άκουσα ‘θέλω να κάνω ένα παιδί… πλήττω’. 
Το τελευταίο ‘κοινό όραμα’ της ανθρωπότητας προσεληνώθηκε πριν από μισό αιώνα περίπου και από την επομένη σχεδόν κιόλας αρχίσαμε να χασμουριόμαστε. ‘Κατακτήσαμε’ τη σελήνη… και λοιπόν; Και τι έγινε; Τι άλλαξε; Πόσο πιο ευτυχισμένοι, πιο πλήρεις, πιο ισορροπημένοι γίναμε; Βάλαμε ένα στοίχημα με τον εαυτό μας και το κερδίσαμε… ξοδέψαμε ένα τάνκερ λεφτά και τα καταφέραμε… πέρα που για πολλούς ήταν κι αυτό μια σκηνοθεσία… δεν το λογαριάζω… τα καταφέραμε… στις εξωτερικές δράσεις ήμασταν πάντα πολύ καλύτεροι… και στον Άρη θα φτάσουμε κάποτε και τον Γαλαξία όλο θα διατρέξουμε… και λοιπόν; Πήγαμε την κατάθλιψή μας ως τη σελήνη και τη φέραμε πίσω… το να την πάμε βόλτα και ως τις εσχατιές του σύμπαντος ποια η διαφορά;
Γιατί όμως είμαστε καταθλιπτικοί; Γιατί δεν νοηματοδοτεί και σημασιοδοτεί τίποτε τη ζωή μας; Γιατί είμαστε τόσο αυτοκαταστροφικοί;
Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι κοινωνιολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι θεολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι ψυχίατροι απαντούν συνήθως με φάρμακα. Δεν κοιμάσαι καλά; Πάρε αυτό… Έχεις νοσηρές σκέψεις; Πάρε αυτό… Έχεις ενοχές, σε ελέγχει ο εαυτός σου, έχεις επιθετικότητα, δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν; Πάρε αυτό, σε συνδυασμό με αυτό και λίγο απ’αυτό… 
Όμως ούτε η θρυμματισμένη ψυχική υγεία είναι η απάντηση.
Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που πιστεύουν πως έχουμε πάρει την κάτω βόλτα επειδή τάχα είμαστε υπερβολικά ναρκισσικοί. Με δυο λόγια φταίει το εγώ. Το υπερτροφικό εγώ. Έχει γίνει του συρμού άλλωστε που σε πιάνει ναυτία. Το εγώ να γίνει εμείς. Κι άλλες τέτοιες ‘ποπ’ ψυχολογικίζουσες αδολεσχίες της πεντάρας… Από τη μια δοξολογούν τις υγιείς σχέσεις και από την άλλη υμνωδούν την αυτοπραγμάτωση… πάει να πει, να παντρευτούν δυο κολοσσιαία εγώ που να μην χωρούν στο διαμέρισμα και να πρέπει να ‘ενιδρύσουν’ και υγιή σχέση… και αν δεν σκοτωθούν στο πρώτο εξάμηνο και κάνουν και παιδιά, Κύριος οίδε τι πρόκειται να ζήσουν κι αυτά τα έρμα με τέτοιους γονείς που ‘αυτοπραγματώθηκαν’ μεν αλλά… μόνοι τους… με άλλες σχέσεις… με ελεύθερες επαφές… ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, αυτονομημένοι… λέξεις και πάλι λέξεις που γεμίζουν ‘ενδιαφέροντα βιβλία’ που αντί να τα πετάει ένα αόρατο χέρι σε κάποιο αποθέτη του σύμπαντος, τα παρουσιάζουν τιποτολόγοι εκδότες και σκουπιδολόγοι συγγραφείς με ύφος εκατό καρδιναλίων… άλλη μια σειρά εκατοντάδων σελίδων για πολτοποίηση…
Δεν ευθύνεται όμως ούτε ο αυξημένος ναρκισσισμός του μετα-νεωτερικού ανθρώπου…
Ξαναγυρίζω στην αρχή γιατί κάποιος θα πει ή θα σκέφτεται, ‘τελείωνε θέλω να δω το ματς’, ή ‘θα φτάσεις κάπου ή να πάμε για ύπνο;’ Ή και χειρότερα. Το δηλώνω από τώρα, δεν θα φτάσω κάπου… απλά γράφω… κι αν φτάσω τι σημασία έχει; Πάλι ετεροπροσδιορισμός; Από μένα περιμένει κάποιος να φτάσω κάπου για εκείνον; Δηλαδή γύρω γύρω όλοι και στη μέση η χοντρή κολώνα όπως στο τρελάδικο του ‘Εξπρές του Μεσονυχτίου’ για όσους έχουν δει την ταινία. Ο ‘τρελός’ εκεί δεν ήταν αυτός που γυρνούσε αενάως και ασκόπως γύρω απ’την κολώνα αλλά αυτός που γυρνούσε κόντρα στο ρεύμα των άλλων… ο τρελός των τρελών είναι μάλλον λογικός…
Γυρνώ το λοιπόν στην αρχή… τι είπα στην αρχή… για την ενηλικίωση, την εποπτεία… να παρατηρείς τις δράσεις σου, να έχεις επίγνωση του τι γίνεται μέσα σου, να μην σε ‘αιφνιδιάζει’ ο εαυτός σου, εσύ να τον αιφνιδιάζεις… να μην σε κοροϊδεύει ο εαυτός σου, εσύ να τον κοροϊδεύεις.
Κι ο εαυτός επειδή γνωρίζει σε χλευάζει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες. Ξέρει την κυκλοτερή αδιέξοδη και ατέρμονη κίνηση… την ξέρει καλά και καγχάζει κάθε προσπάθεια να ‘φτάσεις’ κάπου, να ‘πραγματώσεις’ κάτι. 
Ο χριστιανός έχει ως πρότυπο τον Χριστό. Άλλος ένας ετεροπροσδιορισμός. Μιμητές μου να είστε όπως εγώ του Κυρίου, λέει ο σκηνοποιός από την Ταρσό. Μην ψάχνεις τον δικό σου δρόμο, πάει να πει, υπάρχει δρόμος. Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή… το είπε κι αυτό Εκείνος. Άρα για τον χριστιανό δεν υπάρχει σπαζοκεφαλιά και τώρα που διαβάζει κουνάει το κεφάλι του και γελάει. Άλλος τον βρήκε τον δρόμο κι εγώ ακολουθώ λέει και δεν γνοιάζεται. Κι εγώ λέω πως ο Διδάσκαλος δεν είναι διδάσκαλος αν δεν αποτελεί μαγκούρα που τώρα την έχεις κι αύριο θα την πετάξεις για να αρχίσεις να περπατάς μονάχος σου. Φαντάζομαι τον Ιησού να κατεβαίνει μετά από αιώνες κι αντί για Δευτέρα Παρουσία να τα έχει πάρει πολύ άγρια γιατί δεν λένε να τον αφήσουν στην ησυχία Του. ‘Μαγκούρα ήμουν, αφήστε με επιτέλους, ποδάρια έχετε, περπατάτε!’, Τον ακούω να λέει έξαλλος.
Άλλη μια ενηλικίωση εδώ. Πνευματική. Να είσαι χριστιανός αν θέλεις κι ό,τι θέλεις να είσαι. Αλλά χωρίς μαγκούρες αδελφέ μου. Ποδάρια έχεις, περπάτα!
Πάλι στην αρχή.
Πάντα στην αρχή.
Ο τρελός των τρελών… αυτό μου μοιάζει για κλειδί…
Ή άρνηση στην ενηλικίωση… αυτό μού μοιάζει για δρόμος.
Πώς το μπορείς, πώς το καταφέρνεις, πως το επιτυγχάνεις;
‘Γίνε ο εαυτός σου’, λένε οι σοφοί, οι σπουδαίοι, οι μεγάλοι.
‘Πραγμάτωσε τον εαυτό σου’, λένε αυτοί που ξέρουν για μένα αντί για μένα.
Ο τρελός των τρελών όμως ακούει και γελάει και πάει ενάντια στη ροή… οι άλλοι πάνε δεξιόστροφα αυτός πάει αριστερόστροφα. 
Όλοι πάνε στο βορρά αυτός πάει στο νότο.
Όλοι πάνε στις εκβολές αυτός αναζητά την πηγή.
Όλοι αναζητούν το φως και ανοίγουν τα παράθυρα, αυτός νιώθει πως παράθυρο είναι αυτός και μονάχα αυτός μπορεί να ανοίξει και να κλείσει… όταν θέλει, όπως θέλει… αν το θέλει…
Όλοι φοβούνται τη σκιά τους… αυτός πιάνει το βουκεφάλα εαυτό του, στρέφει την πλάτη του στον ήλιο και χαμογελάει…
Ο τρελός των τρελών…
Πιάνει τα χάμουρα του α-λόγου εαυτού του και αρχίζει να καλπάζει… που; Δεν ξέρει; Για πόσο; Δεν τον ενδιαφέρει…
Ποιος είναι;
Αρνείται να ονοματίζει πια… να ορίζει, να περιορίζει, να αιχμαλωτίζει, να εγκλωβίζει…
Αρνείται να είναι ή να μην είναι…
Είναι ελεύθερος;
Ποιος ξέρει…
Είναι τρελός… έτσι λένε όλοι…

Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2026

Γραώδεις μύθοι


 

Ε

ΚΕΙΝΗ Η ΘΥΜΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΟΤΕ. Που επιμένει να είναι θολή και απόμακρη. Που ζυγώνει για λίγο, όσο να νιώσει κανείς την αύρα κάποιας άλλης διάστασης, τόσο μακρινής και τόσο οικείας κι έπειτα, χάνεται. Εξατμίζεται. Δεν ‘αποσύρεται’ όπως το κύμα από την ακρογιαλιά αφήνοντας το ίχνος του στα βότσαλα. Απλά διαλύεται και είναι σα να μην υπήρξε ποτέ! 

Κι όμως υπήρξε!

Αυτός τούτος ο μεγαλοπρεπής αφανισμός της είναι η απόδειξη της ύπαρξής της. Μιας ύπαρξης ωστόσο που ενσωματώνει αίφνης όλες τις μικρο-προσεγγίσεις του νου για το τι είναι και τι δεν είναι, τι είναι όν και τι μη-ον και αν αυτό που είναι απαγορεύει μονομιάς την ταυτόχρονη -φιλοσοφικά θεωρημένη- ύπαρξη του μη-είναι και αν αυτό το εμετικό παιχνίδι μπορεί να αιωνίζεται με αυξανόμενη ενόχληση και δυσφορία!

Τούτη η παράξενη θύμηση είναι η αφορμή να υιοθετήσει κανείς τις πιο ‘διεσταλμένες’ ερμηνείες για την κόπωση της ανάκλησης όσων γεγονότων δεν κατασκευάστηκαν αλλά υπήρξαν, αυθεντικά, γνήσια και μέσα στην κερδισμένη χρόνωσή τους. 

Τούτη η… νεκροζώντανη θύμηση είναι η απόδειξη πως ο Παρμενίδης δεν είχε δίκιο. Μπορείς μια χαρά να μιλήσεις και για ‘ό,τι δεν είναι’ αφού αλλάξεις τα σημεία αρχής και τέλους ή τις εστίες μιας έλλειψης πασχίζοντας -επί ματαίω- να μην αλλάξεις τα μήκη των αξόνων, του μεγάλου και του μικρού… Μπορείς μια χαρά όχι απλά να μιλήσεις για το ‘μη είναι’ όταν έχεις τη βιωματική απάτη του είναι. 

Και τούτη η αλλοιωμένη, σκιώδης και δύσμορφη θύμηση όπως οι γραώδεις μύθοι σε ταλαιπωρεί μόνο και μόνο για να το πάρεις απόφαση και να ξεκινήσεις επιτέλους τη Μεγάλη Αρχειοθέτηση του Εαυτού. Πάει να πει να τοποθετήσεις, μια και καλή, οριστικά και αμετάκλητα το κάθε τι στη θέση του. Κι αυτή η θέση δεν αλλάζει όπως οι εστίες μιας έλλειψης ή η ακτίνα ενός κύκλου. Δεν μεταβάλλεται όπως η ένταση του ανέμου ή οι διαστάσεις ενός στερεού.

Αυτή η θέση υπήρχε πάντα γιατί αυτή η θέση είναι [εδώ ο σοφός Ελεάτης ίσως να μειδιά με νόημα].

Αυτή η κίνηση, της τρισκατάρατης θύμησης που αναστατώνει με την προβολή της στα φιλοσοφικά παράδοξα ή στις ‘αντινομίες’ του Καντ, έχει την ικανότητα να… μεταμφιέζεται, να μετασχηματίζεται, να μεταμορφώνεται, να διεκδικεί όση έκταση και όση χρονικότητα μπορεί να αποσπάσει από το Αχανές προκειμένου να παροχετευθεί σε κάποιο νέο στερεό με νέο όγκο και πολλαπλούς… μπελάδες. Και αυτός ο αέναος μετασχηματισμός και οι απειράριθμές μεταμορφώσεις δεν της στερούν την αλήθεια και το ψεύδος της, την ουσία και την απουσία της, τη δεσποτική της φύση και το τρομοκρατικό της ‘ταπεραμέντο’. 

 

Κι έρχεται κάποτε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

 

Να ξεκινήσεις την εργασία της αρχειοθέτησης για να χωρίσεις τους αμνούς από τα ερίφια και την ήρα από το σιτάρι όλου του χαώδους μνημονικού υλικού. Αυθεντικού και κίβδηλου. Τα παιγνίδια πρέπει να σταματήσουν και ο εαυτός να πάψει να κλυδωνίζεται και να τρίζει συθέμελα πριν καταρρεύσει.

Και η αρχειοθέτηση θα πετάξει στη ‘γέεννα του πυρός’ όλα εκείνα που με τόσο μόχθο και ιδρώτα κατασκεύαζες επί δεκαετίες ως μηχανικός δόκιμος για να αξιωθούν κάποτε να μετενδυθούν τη γνησιότητα και το αληθές αφήνοντας, αλίμονο, μονάχα τα αυθεντικά και γνήσια παιδιά της εμπειρίας, του βιώματος και της αμαρτίας.

 

Μα τούτο το έργο πρέπει να γίνει και αναβολή δεν μπορεί να παίρνει για πάντα!

 

Γιατί ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το αληθές. Όσο οδυνηρό και ενοχλητικό, βαρύ και έμφορτο λαθών, αστοχιών και ‘αμαρτιών’ κι αν είναι τούτο το περιεχόμενο.

 

Ο Εαυτός αληθεύει μονάχα όταν φιλοξενεί το γνήσιο και το αληθές επειδή ο εαυτός -ή ό,τι μάθαμε από τον Πλάτωνα κι έπειτα να ονομάζουμε ψυχή- δεν έχει αναφορές στο μικρο-σύμπαν της ετεροίωσης και της ετερονομίας. Αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στις αρχέγονες και πρώτες του ρίζες και μόνο αυτές αναγνωρίζει. Όσες χιλιάδες μεταμορφώσεις κι αν έχουν γίνει στα βιώματα, στις εμπειρίες και στις αμαρτίες για να αποκτήσουν εκείνα τα πρόσωπα κι εκείνα τα ισοδύναμα όψης που να μας βολεύουν.

 

Ο Εαυτός αληθεύει όταν γραώδεις μύθοι μεταμφιεσμένοι σε άρπυιες θύμησες έχουν πάψει πια να υπερίπτανται στο ένδον σύμπαν και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος από το ίδιον φως του είναι!

 

Και τότε, ίσως, κάτι νέο γεννιέται… μια ολωσδιόλου νέα υπερ-αντίληψη… Μια αντίληψη που έχει δονήσεις και χρώματα και…

 

Μα αυτό ας το μελετήσουμε σε μελλοντικό χρόνο…

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2026

Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες...

 

 
 

Π

ΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ –ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΑΓΜΑΤΟΣ, ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα σε μια δυναμική σύνθεση που δεν γνωρίζει χρόνο κι έτσι το πριν χρόνια πες πως είναι πριν δέκα λεπτά και δεν θα έχεις πέσει έξω- είχα κάνει μια ανάρτηση με τίτλο Άγνωστοι ως το τέλος. Τη διαβάζει όποιος έχει το κέφι και προσανατολίζεται. Δεν την διαβάζει και πάλι το ίδιο είναι. 

Έρχονται το λοιπόν τα πράγματα κάποιες φορές έτσι που δεν θέλεις να δικαιώνεται καμιά από τις ΜΜΑ (Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες) που η ίδια η ζωή και το καθημερινό βίωμα μέσα από τις Συμπληγάδες σου διδάσκει –δεν το ξέρουμε αλλά κάθε πρωί που ξυπνάμε στην από δω πλευρά του ποταμού, έχουμε περάσει για μια ακόμη φορά με επιτυχία, έστω και στο ‘τσακ’ από τις Συμπληγάδες… και τούτο κάθε μέρα, χωρίς σταματημό, χωρίς έλεος… ώσπου να έρθει εκείνη η μέρα που… μα, δεν είναι το θέμα μου αυτό… 

Και λες, δεν θα ήθελα να δικαιωθώ για έναν άνθρωπο που πορευόμαστε μαζί, χρόνια τώρα αμέτρητα και αναρίθμητα μα εδώ και πάλι έρχεται κάποιος να σε αγριοκοιτάξει σα να σε ρωτάει: ‘Μαζί; Πότε κάνατε αληθινά μαζί έστω και εκατό μέτρα από τα αμέτρητα χιλιόμετρα του βίου;’ 

Να είναι έτσι λοιπόν και όχι αλλιώς αλλά και πάλι λέω, οφείλει να είναι κανείς επιεικής με τον άνθρωπο, τι διάολο, ακούω τον διδάσκαλο από μια μεριά με την ωραία και ζεστή φωνή που την ακούς και η ψυχή θέλει να βγει απ’το σώμα, ο ‘άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα στο σύμπαν’. Μην τον δικάζεις τον καλό σου φίλο, μην δικάζεις κανέναν, μην κρίνεις γιατί όπως μετράς τους άλλους θα αντιμετρηθείς… ναι, λόγια του Ενός που πάτησε στη γη και τα ίχνη Του ακόμα μοσχολβολάνε αιωνιότητα και φως… και για να μην ξεχνάμε το ελεεινό μας μέγεθος, Τον σταυρώνουμε κάθε μέρα, με σαδισμό και ηδονή για να μάθει να μην δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους και προσωπικότητες… εμείς για άλλα πράγματα μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ και άλλα μας δώσατε… εμείς να φάμε θέλαμε και έναν αφέντη να προσκυνάμε και ο νέος ιδιοκτήτης της αλυσίδας μας ανακοίνωσε ότι μας θέλει ελεύθερους και ωραίους. Ε, τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις; 

Κι έρχομαι ξανά στο θέμα μου μετά την παρεκβασούλα αυτή που είχε ολίγον άρωμα από Φίοντορ… 

Μα δεν μπορώ να μην γυρνώ γύρω γύρω από τον πάσσαλο και να μην αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο κακόμοιρους και μικρομπακάληδες της γειτονιάς –που δεν υπάρχουν πλέον-, τι μας συρρικνώνει τόσο που εξαφανιζόμαστε πίσω από μικροπολιτικές συμπεριφορές και μικρο-υπολογισμούς ενώ κάποτε κάναμε γενναίες πτήσεις στα στερεώματα της φιλίας και της ανοιχτοσύνης;…

Δεν γράφω για να δικάσω κανέναν ούτε για να ξεφορτωθώ τις σκέψεις μου, καθώς θα έλεγε και ο Φρειδερίκος, αλλά για να δω πως ‘ακούγονται’ και πώς ‘διαβάζονται’ αυτές οι σκληρές λέξεις, αυτές οι Μελαγχολικές Αλήθειες… και τι γεύση έχουν… τι μένει στον οισοφάγο της ύπαρξης και στον ουρανίσκο του είναι… κάτι που δεν έχει διάρκεια θα πει κανείς, μάζευτα και δρόμο, λέω και πάλι εγώ, ό,τι ποτίζεται με το ιερό αίμα μιας φιλίας μιας ολόκληρης ζωής δεν έχει απλά μια γεύση στον ουρανίσκο… είναι ολόκληρη βόμβα που σκάει στο είναι μας και δεν σε αφήνει ήσυχο να κοιμηθείς… 

Και λέω έτσι όπως τα διαβάζω αυτά που γράφω, όχι, δικαστής εγώ κανενός δεν πρόκειται να γίνω και μακριά από μένα και ουστ και όξω! 

Μα, ένα παράπονο, σαν νυχτερινό τραγούδι ακούω από τα μέσα μου που με καλεί κάθε φορά στις πρωτοπηγές της Ύπαρξης… 

‘Amor Fati!’… αυτό μου γνέφει ο διδάσκαλος Φρ. που είχε μέσα του ένα ολόκληρο σύμπαν και χιλιάδες στερεώματα και όμως κάποτε έκλεισαν όλα και σκοτείνιασαν και βυθίστηκε η ωραία αυτή ψυχή στη σιωπή…‘Πότε θα μάθεις; Όλοι μας, οι άνθρωποι, όλοι μας… δεν είμαστε μια αδελφότητα ζωής, είμαστε αδελφότητα θανάτου… πώς μπορείς να το λησμονείς;’ 

Κι έπειτα κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω σε κείνες τις εποχές της νιότης μου που δεν υπήρχε παρά μονάχα μια άπληστη δίψα για γνώση, για εξερεύνηση, για να βρούμε εκείνο που ‘κρύπτεται φιλεί’… και δεν το βρήκαμε βέβαια… ευτυχώς… μονάχα καταλάβαμε πως αυτό που ψάχναμε εκεί έξω, βρισκόταν μέσα μας… μέσα βαθιά και περίμενε τον τολμητία να του χτυπήσει τη θύρα… Κι όσο κατεβαίναμε στα έγκατα, τόσο πιο βαθιά εκείνο αποσυρόταν, τόσο πιο μακριά μας χανόταν… ως πότε θα ρωτήσεις; Ως πότε θα το κάνουμε αυτό; 

Κάποιος ωραίος διδάσκαλος από την Κρήτη που είχε μεθύσει κι αυτος από ύπαρξη και δεν ξεμέθυσε ποτέ, θα μου έλεγε, μην καταδέχεσαι να ρωτάς μονάχα σκάβε… 

Άλλωστε, άγνωστοι είμαστε… άγνωστοι ως το τέλος…

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2026

Σχίσμα...



Τούτη τη φορά το βλέμμα της ήταν αυστηρό. Ελεγκτικό, σχεδόν θυμωμένο. Και τα χέρια της παγωμένα.

«Νομίζω πως είναι πολύ δυσάρεστο. Θα πρέπει να είναι», είπε με σκληρό τόνο.

Δεν της μίλησε. Την περίμενε. Άκουγε όμως προσεκτικά. Άκουγε με όλο του το είναι.

«Εννοώ να γίνει κάποιος με τα χρόνια πικρός. Να γίνει ένας πικρός άνθρωπος. Ναι… είναι δυσάρεστο… κι όχι μόνο για τον ίδιο…»

Έπεσε ξαφνικά ανάμεσά τους εκείνο το πέπλο της σιωπής που κανείς δεν τολμά εύκολα να αγγίξει. Ένα βαρύ πέπλο φορτισμένης σιωπής.

Πέρασε ώρα ώσπου να μιλήσει εκείνη ξανά.

«Πιστεύω πως όταν ένας άνθρωπος γίνεται πικρός σημαίνει πως είναι πια εντελώς άδειος… δεν ξέρω… κενός… υπάρχει ένα κενό εκεί… και πρέπει να γεμίσει…», συμπλήρωσε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. 

Δεν την ακολούθησε. Την άκουγε σιωπηλός. Σε ένταση.

«Η πίκρα δεν είναι κραυγή ούτε έκκληση για βοήθεια όπως λένε κάποιοι. Είναι απλώς αυτό που είναι. Μια μουτζούρα στη ψυχή του ανθρώπου. Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ακούς, πως έπαψες να συνομιλείς, πως έπαψες πια να βλέπεις. Μάλλον σημαίνει πως… πως είσαι πια νεκρός»

Εκείνος κάθισε σε ένα παγκάκι που λίγο πριν φιλοξενούσε ένα ζευγάρι. Έσκυψε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του. Μετά από λίγο εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα του. Χωρίς να τον κοιτάζει.

«Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ψηλαφείς, να αναζητάς, να λυπάσαι… ακόμα και να φοβάσαι… η πίκρα τα σκεπάζει όλα, τα δηώνει όλα, τα καταναλώνει… κι ίσως έτσι να γεμίζει το τεράστιο κενό…», είπε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά.

Έβγαλε από το παλτό της ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε ένα. Φύσηξε με δύναμη τον καπνό μπροστά της.

«Κι ακόμα… το να είσαι πικρός σημαίνει πως δεν μπορείς πια να αγαπάς. Κι ίσως… δεν ξέρω… ίσως ακόμη χειρότερα, δεν έχεις πια καμιά ανάγκη να αγαπάς… τίποτε… και κανέναν…»

Της ζήτησε ένα τσιγάρο και του προσέφερε. Το έβαλε στο στόμα του αλλά δεν το άναψε.

«Θυμάσαι τι μου είχες πει κάποτε; Πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δεν είναι μια κατάσταση… είναι μια διάσταση. Το θυμάσαι; Κι επίσης πως έχουμε βαθιά ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Διαφορετικά… η ψυχή αφυδατώνεται, ο άνθρωπος συρρικνώνεται, αργοπεθαίνει… τα θυμάσαι; Εγώ τα θυμάμαι όλα… λέξη προς λέξη…»

Σηκώθηκε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. Δεν την ακολούθησε. Την κοιτούσε όμως. 

Γύρισε και ξανακάθισε.

«Έχει μείνει ένας υπέροχος νους και μια δηλητηριασμένη ψυχή. Αυτό συμβαίνει… όπως με τον καρκίνο… το σώμα διαλύεται όσο κι αν πασχίζει το πνεύμα να γραπωθεί στη ζωή… έρχεται ο θάνατος και τελικά τον υποδέχεται με ανακούφιση το σώμα και με κραυγή απελπισίας η ψυχή… ο απόλυτος διχασμός… ο πιο τραυματικός! Ο ένας φορέας λαχταρά να πεθάνει για να λυτρωθεί, ο άλλος λαχταρά να ζήσει… αδιέξοδο… σχίσμα…»

Οι τελευταίες της λέξεις έμοιαζαν με κοτρώνες που έπεφταν με γδούπο στο κεφάλι του. Δεν αντέδρασε. 
Έμεινε σιωπηλός ως το τέλος.

Ως τη στιγμή που την είδε να σηκώνεται και να χάνεται περπατώντας αργά μέσα στην παγωμένη νύχτα…

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

Το δώρο


 

Ε

ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.

 

Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.

 

Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές,  κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.

 

Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!

 

Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.

 

Αυτό; Αυτό είναι;

Όχι.  Αυτή είναι μονάχα η αρχή.

 

Γιατί το δώρο αυτό δεν το έχουμε ‘ξετυλίξει’ ακόμη…  

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2026

Αλεξίζωος…



Ο
 πρώτος κατήγορος στέκεται απέναντί σου. Έχει περίπου το ύψος σου. Είναι σιωπηλός και αμείλικτος. Αντανακλά το φως και απορροφά το χρόνο σαν το σφουγγάρι. Ό,τι δείχνει δεν είναι η αλήθεια, μα είναι η πραγματικότητα. Όταν τον αγγίζεις γίνεται προέκτασή σου… όταν τον χλευάζεις σου επιστρέφει στο ακέραιο την κάθε λέξη… όταν τον κοιτάζεις σου ρουφά το βλέμμα… κι όταν τον αγνοείς απλά περιμένει. Ακόμα κι αν τον σπάσεις, τα θραύσματα σε περιέχουν… σε πολλαπλασιάζει, σε εξουθενώνει με την πολλαπλότητα των εγώ που κωμικά απειρώνονται στο διηνεκές και σε κοιτάζουν… μέσα σου… όχι εντός…

Ο δεύτερος κατήγορος είναι μέσα σου. Οργανώνει το τέλος σου όπως ο επιμελής συμβολαιογράφος κάνει με τις διαθήκες των γηραιών πελατών του. Αδιαφορεί για το σπαραγμό του είναι σου, την τραγικότητα της ύπαρξής σου, την αιωνίωση του εφιάλτη σου… είναι ο γραφειοκράτης της ύπαρξής σου, ο μεθοδικός υπάλληλος και το απρόσιτο αφεντικό… εκείνος που σε έμαθε να μιλάς, να εκφράζεσαι, να ψεύδεσαι… κι εκείνος που θα στα ζητήσει όλα με τόκο την κατάλληλη στιγμή… δεν σε αγάπησε ποτέ γιατί δεν ανήκει τούτο στις αρμοδιότητές του… σε γαλούχησε με το αίμα του θηρευτή για να σε έχει ευάρπακτο θήραμά του… και εργάζεται… πάντα εργάζεται… μανιωδώς, ασταμάτητα… γιατί το αντίθετο δεν ανήκει, απλά, στις αρμοδιότητές του…

Ο τρίτος κατήγορος είναι ο ανύπαρκτος – υπαρκτός… είναι ο φαντασιακός υποστατός… είναι ο άπειρος – πεπερασμένος… είναι ο αδίστακτος – δειλός… ο απόστατος – μεθεκτός… είναι ο ζωώδης θάνατος… ο νεκρός ζωντανός… ο απέθαντος ερωμένος ο ελάχιστος των μεγίστων και ο μέγιστος των περιττών… είναι ο σημειακός και ο απειρόχωρος… ο αναρίθμητος και ο ευάριθμος… είναι ο μοναδιαίος και ο πληθυντικός… και είναι πάντοτε πανταχού και παρών… έτοιμος όπως ο δήμιος που περιμένει το γυμνό λαιμό με την αιώνια αταραξία του άψογα εκπαιδευμένου εκτελεστή… και είναι εκεί… και δεν είναι πουθενά…
Κι εσύ…
Εσύ στέκεσαι ασφαλής, πίσω από το κλειστό παράθυρό σου φιλοξενώντας το αναπότρεπτο που ανασαίνει μέσα σου και κοιτάζεις τον κόσμο. Έξω… αλλά όχι εκτός…

Αρηγμάτωτος και αραγής, όσο και οι φαντασιώσεις σου.
Αδρανής και ακέραιος όσο και οι επιτεύξεις σου.
Ασφαλής και ατόφιος όσο και οι ψευδαισθήσεις σου.


Αλεξίζωος…

Τρίτη, Ιουνίου 09, 2026

…καλόν γὰρ τὸ ἆθλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγάλη…

Nicolai Abraham Abildgaard| Socrates in Prison 

Nicolai Abraham Abildgaard | Socrates in Prison

 

   …καλόν γὰρ τὸ ἆθλον καὶ ἡ ἐλπὶς μεγάλη… 

(Πλάτων, Φαίδων)

  

Έ

τσι βεβαίωνε κάποτε εκείνος ο ‘φρονιμώτατος και δικαιώτατος’ άνθρωπος που πορευόταν τα έσχατα μέτρα ως την αναχώρησή του από αυτόν τον κόσμο όχι ζητώντας αλλά δίνοντας θάρρος στους περίλυπους φίλους και θρηνούντες μαθητές του. Είναι το λοιπόν καλό το έπαθλο και η ελπίδα μεγάλη… όταν ζήσεις αυτή τη ζωή ως αληθινός φιλόσοφος να προσδοκάς μια καλή, μια εξαιρετική τύχη στην επόμενη… αν έζησες με ‘αγνότητα’ και ‘σύνεση’, αν έζησες ‘ευσεβώς’… αλλά από κει και πέρα αρχίζει ένας ανελέητος υποκειμενισμός, ένας ακαταγώνιστος ψηλομύτικος περσοναλισμός, μια ατομική ερμηνευτική της κάθε λέξης, της κάθε φράσης, της κάθε έννοιας… γιατί τα μέτρα του φιλοσόφου είναι αυστηρά, οι ορίζουσες στενές και οι προϋποθέσεις απαιτητικές… σχεδόν ‘απάνθρωπες’… ο άνθρωπος είναι γραπωμένος από τη σανίδα της επιβίωσης, δεν έχει το ανάστημα ή το κουράγιο να αναζητήσει κορυφές και επιτεύξεις…

Μνημονεύουμε πλέον τους ανθρώπους αυτούς που έτσι ή αλλιώς ήταν ‘εξαιρέσεις’ σε κάθε εποχή λες και πρόκειται για ‘εξωγήινους’ ή ‘υπερανθρώπους’ που έδωσαν έναν τύπο, μια τάξη, ένα ύψος αλλά παραμένουν εξαιρέσεις. Το πρόβλημα δεν είναι στη σημερινή εποχή των ‘βιαστών’ του σκουπιδο-Μπιγκ Μπράδερ ότι θεώνται ως κάτι το ιδιαίτερο και απρόσιτο αυτές οι ‘στάσεις ζωής’ αλλά πως έχουν πλήρως αφανιστεί από τον ‘ορίζοντα των γεγονότων’ μας… Στο λυκόφως του Μεσαίωνα και καθώς αχνοχάραζε η Αναγέννηση, οι άνθρωποι αυτοί χρησίμευσαν ως πρότυπα για έναν άλλο ανθρωπισμό που έμελλε να είναι επαναστατικός, πλούσιος και μεμειγμένος βέβαια με τα αιτήματα των εποχών και των τόπων. Όμως ο ορίζοντας υπήρχε, οι φιλόσοφοι ενέπνεαν, οι μεγάλες σχολές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε σφρίγος και ρώμη καθώς κυλούσε στις φλέβες το πνευματικό αίμα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πλωτίνου, του Αυγουστίνου. 

Θα έπρεπε να το αναφέρω στην αρχή μα δεν πειράζει και τώρα, στέκεται ατόφιο. Μακριά από μένα λόγοι ‘παραινετικοί’, ‘προτρεπτικοί’ ή ‘πομαντικοί’ με δαψίλεια ηθικολογίας και περίσσεια ‘αποστασιοποιημένης’ υποκρισίας κάποιου κοσμικού ‘εγκρατίτη’. Δεν με αφορά το ηθικολογικό έλλειμμα, από αυτό δεν πάσχει κανείς μας. Αποτυπώνω το σχόλιό μου με πόνο καρδιάς… και το κάνω όλο και πιο σπάνια πλέον… η πραγματικότητα μοιάζει με μια θύελλα και η φωνή μου σαν εύθραυστο κλαράκι λυγίζει αλλά δεν σπάει. Ίσως δεν ακούγεται αλλά δεν πέθανε ακόμη. 

Έστω όμως…

«…όσοι φιλοσοφούν σωστά, αποφεύγουν τις επιθυμίες του σώματος και δείχνουν καρτερικότητα και δεν παραδίδουν τον εαυτό τους σ’αυτές. Ούτε φοβούνται καθόλου την κατάρρευση της οικογένειάς τους ή τη φτώχεια, όπως πολλοί και φιλοχρήματοι. Ούτε πάλι φοβούνται την κοινή περιφρόνηση και αδοξία της κοινωνικής θέσεως όπως οι αρχομανείς και οι φιλόδοξοι. Αυτοί αδιαφορούν για τέτοια ζητήματα…»

Να μου συγχωρεί ο Διδάσκαλος που απομόνωσα ένα φραγμέντο από τον ωραιότερο και πιο συγκινητικό ίσως διάλογό του –αν και πολλοί διεκδικούν τούτη την πρωτιά, υποκειμενική είναι η προσέγγιση είπαμε- αλλά το επέβαλλαν οι περιστάσεις, καθώς λένε. Ο μεγάλος Φλωρεντινός Φικίνος (Ficino, 1433–1499) έλεγε πως ‘όποιος διαβάζει σοβαρά τα έργα του Πλάτωνα θα βρεί μέσα σε αυτά τα πάντα’. Δεν χρειαζόμαστε τα πάντα, ψήγματα είναι πια αρκετά.

Κι αυτά όχι δυσεύρετα αλλά ‘καλά θαμμένα’…