Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2023

Ο Οίκος

 


Ο
ποιητής σήκωσε το βλέμμα και το προσανατόλισε στην είσοδο του Οίκου. Ρίγησε. Όλο του το είναι σκίρτησε. Η ατραπός τελειώνει εδώ, συλλογίστηκε και τα μάτια του υγράνθηκαν. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο ηλιακό του πλέγμα. Έβγαλε με μια ήρεμη κίνηση αυτό που κρατούσε καλά κρυμμένο και αθέατο κατάσαρκα στο στήθος. Το χάιδεψε απαλά, με άφατη τρυφερότητα. Το κράτησε με το δεξί του χέρι και κοίταξε ξανά μπροστά. Πρέπει να κάνω το βήμα, μονολόγησε. Γι αυτό βρίσκομαι εδώ… πήρε μια βαθιάν ανάσα, έδιωξε τις σκέψεις της τελευταίας στιγμής και προχώρησε.
 
Έφτασε λίγο πριν το Κατώφλι, ανάμεσα στους δυο μεγάλους κίονες όταν ο πόνος στο στήθος έγινε οξύτερος. Τα γόνατά του έτρεμαν, όλο του το είναι βρισκόταν σε συναγερμό. Πρέπει να στηριχτώ, πρέπει να κλείσω την ατραπό, ενθάρρυνε τον εαυτό του και μονομιάς ένιωσε να στυλώνεται ξανά στα πόδια του. Πέρασε τη νοητή γραμμή που συνέδεε τους δυο επιβλητικούς κίονες και έφτασε στο Κατώφλι. Στάθηκε και έκλεισε τα μάτια. Γνώριζε καλά την προσευχή. Όλη του τη ζωή την επαναλάμβανε σαν μαγική επωδό. Οι λέξεις ανέβηκαν αβίαστα απ’την ψυχή στα χείλη. Τα δάκρυα έτρεξαν καυτά, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Πόσο μεγάλη είναι τούτη η στιγμή, σκέφτηκε σαν ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα. Και πέρασε το κατώφλι.
 
Ο Οίκος ήταν σκοτεινός, ζεστός και γεμάτος μια πανάρχαια ενέργεια που τον 'χτύπησε' από το πρώτο του βήμα στο εσωτερικό. Δεν υπήρχε τίποτα ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν σκοτεινοί, γεμάτοι σκαλίσματα, παραστάσεις ακατάληπτες και λαξευμένες αράδες από προσευχές προσκυνητών σε άγνωστες, ξεχασμένες πια γλώσσες. Μπροστά του, στο κέντρο του Οίκου ήταν ο βωμός. Τον χώριζαν μονάχα λίγα βήματα.
 
Ξαφνικά, εκείνο που κρατούσε στο δεξί του χέρι σα να ζωντάνεψε… μια θερμότητα τον διαπέρασε αρχικά κι από το χέρι απλώθηκε γοργά σε όλο του το σώμα. Δύσπνοια. Το οξυγόνο ήταν λιγοστό εδώ μέσα και ένιωθε πως πνιγόταν. Να βιαστώ, είπε δυνατά και πλησίασε θαρρετά τον οκταγωνικό βωμό. 
 
Τα βήματά του ήταν δύσκολα, όλο και πιο δύσκολα. Ένιωθε μια τεράστια πίεση να τον πιέζει στους ώμους λες και ολόκληρος ο Οίκος, ο κόσμος όλος έπεφτε πάνω του. Πήρε μια γενναία ανάσα και έφτασε μπροστά στο βωμό. Γονάτισε με ευλάβεια και έφερε το αντικείμενο μπροστά του. Είχε μια άλλη όψη και άλλη υφή τώρα. Έμοιαζε με διάπυρο ξίφος που άστραφτε μέσα στο σκοτεινό, πανάρχαιο Οίκο. Μια κίνηση έμεινε, σκέφτηκε κι αισθάνθηκε πόνο σε όλα του τα μέλη, ως τα κατάβαθα του είναι του. Εκείνος δεν θέλει να το κάνω, είπε και ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει απ’το μέτωπό του. Εκείνος παλεύει να με σταματήσει, είπε ξανά και τέντωσε το χέρι του για να αποθέσει το αντικείμενο που σα να είχε φλογιστεί πια ολόκληρο, σα να είχε πυρποληθεί από μια τρομερή ενέργεια και δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει. Όλα είχαν φτάσει πια στο πιο κρίσιμο σημείο. Ολόκληρη η ύπαρξή του δονείτο… ένιωθε σαν αρχαίος βράχος που άρχιζε να ρηγματώνεται παντού και έφτανε στα όρια να σπάσει σε αναρίθμητα κομμάτια. Προσπάθησε να ψελλίσει κάτι και δεν έβγαινε η φωνή του… ως και η σκέψη του είχε παύσει, ως και η ανάσα της αθάνατης ψυχής του τρεμόσβηνε μέσα του… άνοιξε τα δάχτυλά του και το έμπυρο αντικείμενο έπεσε μέσα στο βωμό…
 
Δεν κατάφερε να δει όσα ακολούθησαν… τον πίδακα φωτιάς που όρμησε από το βωμό και έγλειψε την οροφή του Οίκου… τα έγγλυφα στους τοίχους ολόγυρα να πυρώνονται και να εκπέμπουν το αρχαιώνιο φως του είναι τόσων και τόσων προσκυνητών πριν απ’αυτόν… ένιωσε όμως να του δροσίζει τα φλεγόμενα μάγουλά του μια πρωτόγνωρη ανάσα… η πίεση αφαιρέθηκε από τα μέλη του, η ψυχή του ανάσανε, το μυαλό του αναπαύτηκε… προσπάθησε να σηκώσει το ταλαιπωρημένο του σώμα αλλά δεν τα κατάφερε… και τότε άκουσε, ένιωσε περισσότερο εκείνη την παράξενη μελωδία… την εξέπνεε θα’λεγες ο Οίκος… διέρρεε από τους πόρους του, πλημμύρισε το χώρο και την ύπαρξη του ποιητή που ένιωσε το βάρος της απόφασής του και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ήξερε τι σήμαινε αυτή η πένθιμη μελωδία που απλωνόταν σα φίδι με χίλια κεφάλια στα έγκατά του και τον άλωνε… πάλεψε ξανά να σηκωθεί, να σταθεί όρθιος… τα κατάφερε και αναθαρρημένος έκανε μεταβολή… Αν φτάσω ως την έξοδο… ψέλλισε κοιτάζοντας το φως που έμπαινε από την είσοδο του Οίκου… Δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα… έπεσε στα δυο του γόνατα εξοντωμένος από την υπερπροσπάθεια και έγειρε το σώμα του με το κεφάλι προς τα πίσω συμφιλιωμένος με το αναπόδραστο. Η μυσταγωγική μελωδία δυνάμωσε. Οι τοίχοι του Οίκου τον ζύγωναν. Η φωτιά στο βωμό είχε σβήσει. 
 
Και τότε, ακριβώς τη στιγμή που η μουσική είχε γεμίσει το είναι του και είχε μεθύσει τις αισθήσεις του, ένιωσε κι έπειτα είδε τη μεγάλη ρομφαία να τον διαπερνά και να προβάλλει από την εκτεθειμένη του κοιλιά. Άνοιξε το στόμα του, ρούφηξε τις τελευταίες ριπές οξυγόνου που του αναλογούσαν, έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον εξώχωρο και παραδόθηκε…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2023

 


Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…




Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2023

Και την απάντηση την ξέρεις…

  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω ξανά και ξανά στη μαύρη αιωνιότητα… 
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες αρκεί  που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ και το απέραντο αύριο σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου και το πρωί τα ίδια πάλι μέσα στο Στόμα
Μα και το Στόμα είσαι εσύ
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρεις… Φτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από κόκκινη βροχή Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.

Και την απάντηση την ξέρεις

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2023

Γενέθλιες σκέψεις...

 


Μοιάζει να στέκομαι πάνω σ’ένα σημείο… η προβολή μου δεν είναι ούτε σκιά ούτε γραμμή ούτε σκέψη… το ίδιο το σημείο είναι αυτή η προβολή μου, ο σημειακός εαυτός μου που δεν έχει την αλαζονεία του τρισδιάστατου άλλου που στέκει ορθός πάνω του… ο σημειακός εαυτός μου που δεν χρειάζεται να τρέχει σε ένα δρόμο χωρίς τέλος μη τολμώντας να κοιτάξει πίσω, σε ένα άπειρο παρελθόν, σε ένα ανύπαρκτο χτες αφού χτες δεν υπάρχει… ψέματα... σε ένα υπαρκτό χτες αφού το κουβαλάω μέσα μου...

Μοιάζει να στέκομαι ορθός πάνω σε τούτο το σημείο της αδιάστατης όψης, του βλέμματος που δεν ορίζεται από τίποτε, δεν περιορίζεται από τις βιολογικές του ατέλειες, τις σαρκικές αστοχίες… έτοιμος να πέσω ή να συνεχίσω το βηματισμό μου… στατικός αλλά όχι στάσιμος… ακίνητος αλλά όχι ακινητοποιημένος… σιγηλός αλλά όχι εν σιωπή… σε διαρκή εγρήγορση… διεκδικώντας την πολυτέλεια να απολαύσω τούτο το δώρο της στάσης… της αιώνιας στιγμιαίας στάσης… διεκδικώντας όλη την ωκεάνια απεραντοσύνη της στιγμής πριν το βέλος του χρόνου γεννήσει ένα καινούργιο διάνυσμα προς το πέρας… πάντα μπροστά, θέλοντας και μη…

Μοιάζει

μια γενέθλια ώρα

να στέκομαι ορθός, στητός, ελεύθερος προς ‘στιγμήν’ (τι ειρωνεία) από όλες τις στιγμές που πέρασα(ν) και με ζηλόφθονο βλέμμα να προσδοκώ το φίδι αυτό που απλώνεται εμπρός μου και ολοένα στενεύει, να είναι πράγματι οφθαλμαπάτη, να μην στενεύει, να είναι αιώνιο, απρόσβλητο από στιγμές, σημεία, σημειακούς εαυτούς, την ίδια την αιωνίωση των στιγμών και των σημείων… κι εκεί ακριβώς που ο στοχασμός ενεργοποιεί εκείνες τις μυστικές δυνάμεις που κινούν τα μέλη και τις αισθήσεις… να έχω το θάρρος να κοιτάξω πίσω… εν ριπή οφθαλμού… σαν από σφάλμα, σαν από λάθος…

Για να πιστοποιήσω πως αληθινά υπήρξα…

κι όλο αυτό το δρόμο τον διάνυσα… ως την επόμενη συνάντηση με το κλείσιμο του κύκλου… άγνωστος ο τότε που θα συνομιλεί με τον άγνωστο τώρα… και αυτός που θα τους περιέχει θα είμαι εγώ…
 

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2023

Γιατί είμαστε πολλοί και όχι ένας;

  

ἐτεῇ δ’ οὐδὲν ἴδμεν. ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀλήθεια
Δημόκριτος


Π
ερπατήσανε αρκετή ώρα κάτω από τον μελαγχολικό, φθινοπωριάτικο ήλιο του απογεύματος. Η δροσιά γινόταν ψύχρα. Αναζήτησαν ένα ήσυχο καφέ για να μπορέσουν να ανταλλάξουν κάποιες σκέψεις. Δεν άργησαν να βρουν ένα και να καθίσουν κάπου απόμερα. Ο κόσμος λιγοστός τούτη την ώρα.
«Όμορφα είναι εδώ», είπε ο νεότερος απ’τους δυο που ανυπομονούσε να εκθέσει στον πρεσβύτερο κάποιες σκέψεις, κάποιους προβληματισμούς του.
«Ναι… πράγματι είναι ιδανικά… εδώ μπορούμε να απολαύσουμε ένα ζεστό καφεδάκι και να συζητήσουμε»
Ήρθαν δυο αχνιστές κούπες με καφέ. Έμειναν ικανοποιημένοι κι από τη μυρωδιά και από τη γεύση.
«Θέλω να συζητήσουμε ένα θέμα που με απασχολεί έντονα τελευταία καθώς μελετώ κείμενα ψυχολογίας αλλά και αποσπάσματα από αρχαίους φιλοσόφους. Κάνω μια εργασία σχετικά με τη σχέση αυτών των δυο», άνοιξε τη συζήτηση ο νεαρός.
«Ενδιαφέρον το θέμα. Και αρκετά δύσκολο»
«Ναι… πολύ… Όμως αυτή η εργασία είναι η αφορμή… μέσα από τις αναζητήσεις μου σε κείμενα και βιβλία, γεννήθηκαν άλλα ερωτήματα… ας πούμε πιο βαθιά… έχουμε κάνεις συζητήσεις και παλιότερα…»
«Ωραία λοιπόν, σε ακούω»
«Να… ένα βασικό μου ερώτημα είναι… πώς γίνεται… ή μάλλον, γιατί είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί ο εαυτός; Θέλω να πω, γιατί γεννώνται οι αμφιβολίες; Παίρνουμε μιαν απόφαση να κάνουμε εκείνο ή το άλλο… γιατί μετά την αμφισβητούμε; Αφού πήραμε την απόφαση, ποιος την αντιμάχεται; Ποιος τη σαμποτάρει; Γιατί δεν είμαστε… πώς να το θέσω…»
«Ενιαίοι;»
«Ναι… αυτό… γιατί δεν έχουμε έναν φορέα που να σκέφτεται, να δρα και να τελειώνουμε εκεί… διαρκώς αμφιβάλλουμε, διαρκώς… ζοριζόμαστε, ας το πω έτσι απλά… Γράφουμε κάτι και το διορθώνουμε… ξανά και ξανά… λέμε κάτι και μετά σκεφτόμαστε ‘δεν έπρεπε να το πω αυτό’ ή ‘έπρεπε να το διατυπώσω διαφορετικά’…»
«Μάλιστα»
«Σου φαίνεται ανόητο ή σαχλό το θέμα που με απασχολεί;»
«Να, μόλις το ξανάκανες»
«Ποιο;»
«Αυτό που είναι ο πυρήνας του ερωτήματός σου… έθεσες το θέμα και αμέσως μετά το υπονόμευσες… εσύ, όχι εγώ. Εγώ δεν μίλησα, δεν σχολίασα… ένα μέρος του εαυτού σου το έχει υπονομεύσει εξ αρχής… το μεγαλύτερο μέρος προβληματίζεται έντονα… υπάρχει όμως και μια ισχυρή αντιπολίτευση…»
«Ναι… με συγχωρείς που μίλησα έτσι πριν… είμαι κάπως άγαρμπος στις εκφράσεις μου…»
«Και φιλύποπτος… έκανες μια προβολή πάνω μου δικών σου σκέψεων… αλλά ας μην μείνουμε σ’αυτό… ας πάμε στην ουσία…»
«Ναι… σ’ευχαριστώ…»
«Το βασικό θέμα θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: Γιατί είμαστε πολλοί και όχι ένας;»
«Ναι, σωστά»
«Το ερώτημα είναι απολύτως πρακτικό από μια άλλη άποψη. Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε… ένας φορέας μας είναι αφοσιωμένος στη συζήτηση… ταυτόχρονα περνούν και κάποιες άλλες σκέψεις… τι θα κάνω μετά;, τι φαγητό έχω στο σπίτι;, τι θα κάνω με τα χρήματα που μου τελειώνουν;… χίλιες δυο σκέψεις… ταυτόχρονα, το σώμα επίσης σκέφτεται…»
«Ναι… αυτό είναι επίσης τρελό… υφίσταται όμως πράγματι και βιολογική σκέψη;»
«Έτσι λέγεται… Μάλιστα υπάρχει και η γνωστή παραλλαγή της Καρτεσιανής ρήσης ‘σκέφτομαι άρα υπάρχω’… ‘είμαι αντικείμενο σκέψης άρα υπάρχω’»
«Αρκετά δυσνόητο»
«Γιατί τελικά το σώμα δεν είναι μόνον αντικείμενο στοχασμού… είναι και υποκείμενο… αυτό όμως ξέρεις, έχουμε βάσιμες υποψίες ότι το είχαν αντιληφθεί πρώτοι οι Λακεδαίμονες!»
«Αλήθεια;»
«Ναι… υπάρχει μια άποψη που λέει πως οι Σπαρτιάτες εστίαζαν όλη τους την Αγωγή στην καθυπόταξη όχι του ψυχικού αλλά του βιολογικού φόβου… Για να στο πω αλλιώς, αυτό που φοβάται στη μάχη δεν είναι η αθάνατη ψυχή αλλά το θνητό σώμα… η ψυχή τι να φοβάται αφού είναι αθάνατη; Αντί λοιπόν να εκπαιδεύσεις κάποιον ψυχολογικά, τον κάνεις ατρόμητο σωματικά… δια της αγωγής… πάει να πει με πολλές ταλαιπωρίες βέβαια, στερήσεις… μια στρατιωτική ασκητική, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι…»
«Ενδιαφέρον! Αυτό παραλληλίζεται με τη χριστιανική ασκητική;»
«Πρόσεξε… οι παραλληλισμοί, να ξέρεις πάντα, είναι οι παγίδες όχι του θηράματος αλλά του θηρευτή»
Ο νεαρός χαμογέλασε.
«Δηλαδή;»
«Μην ενδίδεις στους παραλληλισμούς επειδή αναφύονται ή αναδύονται από τη γνωσιακή σου βιβλιοθήκη παρά μονάχα αφού τους περάσεις από την ιερά εξέταση της κρίσης… αλλιώς κινδυνεύεις να πέσεις σε μεγάλες πλάνες… κατ’αρχάς, εδώ ξεκινάμε να οικοδομήσουμε σε έδαφος υδαρές… δεν ξέρουμε αν όντως ισχύει αυτό που είπαμε για τη Σπαρτιατική Αγωγή… είναι μια εικασία… ενδιαφέρουσα και γοητευτική αλλά εικασία… εσύ τώρα πάς να ρίξεις και όροφο πάνω από το ισόγειο που ήδη δεν έχει βαθιά θεμέλια…»
«Ναι… νιώθω τι μου λες… όμως, εκεί με πήγε ο συνειρμός»
«Ακριβώς, εκεί οδηγήθηκες συνειρμικά αλλά όχι συναφειακά. Διακρίνεις τη διαφορά;»
«Χμμμ… κάθε φορά μαζί σου από αλλού ξεκινάμε και αλλού πάμε…»
«Γι αυτό και δεν βαριόμαστε… απάντησε στο ερώτημα, μην αγνοείς τα ερωτήματα…»
«Ναι, συγνώμη… δεν ξέρω αν… όχι, δεν είμαι βέβαιος για τη διαφορά…»
«Ο συνειρμός –που τον μάθαμε όλοι οι ‘μοδέρνοι’ από τους περίφημους ‘ελεύθερους συνειρμούς’ -free associations- του Σιγιμούνδου…»
«Φρόυντ;»
«Ναι… ο συνειρμός λοιπόν τι είναι; Είπα τη λέξη ασκητική και ο νους τσίμπησε… τι είναι συνδεδεμένο με την λέξη αυτή ως περιεχόμενο, βίωμα, κλπ;»
«Οι μοναχοί»
«Και μάλιστα οι χριστιανοί μοναχοί… έτσι κάνω μια συνειρμική διασύνδεση της Σπάρτης με τον Χριστιανικό μοναχισμό… μπορεί να έχω πέσει μέσα μπορεί όμως και να έχω κάνει τη γκάφα του αιώνος… ειδικά σε εργασία… κατάλαβες;»
«Ναι… ενώ συναφειακά;»
«Εκεί έχουμε... contextual διασύνδεση που θα έλεγαν και στο… χωριό μου, θεματική και ουσιαστική. Οπότε, πρώτο δίδαγμα του απογεύματος νεαρέ… επιδόσου στον έκλυτο βίο των συνειρμών όσο θέλεις… οι ηδονές αφθονούν… πρόσεξε τι θα γράψεις όμως, αν πρόκειται για εργασία επιστημονική βέβαια ή τέλος πάντων ένα κείμενο που θα εξεταστεί και θα κριθεί για τη στερεότητα των συλλογισμών του»
«Σ’ ευχαριστώ… το πρώτο μάθημα ήταν ήδη πολύτιμο…»
«Τριάντα ευρώ…»
«Πώς!»
«Εδώ δεν ισχύει το δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε…»
«Μα, δεν έχω πάνω μου τριάντα ευρώ δάσκαλε… ένας φτωχός φοιτητής είμαι»
«Ένας τσέλα… εντάξει…»
«Τσέλα; Τι είναι πάλι τούτο;»
«Και είσαι απένταρος και θέλεις να τα μαθαίνεις όλα… άστο για άλλο μάθημα αυτό…»
«Να το σημειώσω να το γκουγκλάρω τουλάχιστον;»
«Εντάξει…»
«Ευχαριστώ. Να πάμε όμως στο αρχικό μου θέμα;»
«Ας πιούμε μια γουλιά καφέ πρώτα… Ποιο ήταν το αρχικό θέμα;»
«Το ξέχασες;»
«Όχι βέβαια… εσένα ρωτάω όμως… επανατοποθέτησέ το…»
«Ναι… α, θυμήθηκα τη δική σου φράση… είμαστε πολλοί και όχι ένας…»
«Ακριβώς…»
«Και λέγαμε ότι και τώρα, αυτή τη στιγμή, ο εαυτός… μάλλον, ο οργανισμός, κάνει παράλληλα πολλές λειτουργίες… σε πρώτο επίπεδο συζητάμε, σε άλλο επίπεδο σκεφτόμαστε πολλά άσχετα και το σώμα έχει τις δικές του ανάγκες…»
«Και όχι μόνον αυτό… το σώμα μου επίσης σκέφτεται… αλλά μην μπούμε σε αυτό το πεδίο, είναι απέραντο… το ερώτημα είναι, γιατί υπάρχει αυτή η πολυδιάσπαση; Αυτός ο τεμαχισμός; Αυτός ο κερματισμός; Αν ήμουν ενιαίος δεν θα είχα αμφιβολίες όταν θα έπαιρνα μια απόφαση… π.χ. ας δώσουμε ένα παράδειγμα που μας το προσφέρουν οι ψυχαναλυτές…»
«Α, ωραία…»
«Παίρνει μια κοπέλα απόφαση να παντρευτεί… είναι μια απόφαση σοβαρή… θέλει να παντρευτεί… έτσι τουλάχιστον διαλαλεί παντού… και δεν εμφανίζεται στην εκκλησία… την ημέρα του γάμου της εμφανίζει μια άρνηση και είναι τόσο καθηλωτική αυτή η άρνηση που την ακινητοποιεί… ενώ έχει πάρει την απόφαση, έχει δεσμευτεί, τελικά την ημέρα του γάμου δεν εμφανίζεται στο γάμο της και, φυσικά, όσα επακολουθούν είναι εύκολο να τα φανταστεί κανείς…»
«Χαμός!»
«Η γυναίκα αυτή εισέρχεται στην ψυχοθεραπεία και εκεί αποκαλύπτεται πως το θέμα της δεν είναι απλό. Δεν πρόκειται για μια μη σοβαρή προσωπικότητα, μια επιφανειακή και ρηχή προσωπικότητα. Απλώς, έχουμε το γνωστό φαινόμενο της εσωτερικής ρήξης… ή σύγκρουσης των διεστώτων για να θυμηθώ μια παλαιική έκφραση… στην ουσία δηλαδή έχουμε, λένε οι αναλυτές, ένα σχίσμα… δυο εαυτούς… ο ένας πολύ σοβαρά και υπεύθυνα αποφασίζει το γάμο, ο άλλος τρέμει τη δέσμευση και την ευθύνη του γάμου…»
«Ναι…»
«Έχουμε έναν διχασμένο άνθρωπο εδώ; Προφανώς… όχι με την ψυχοπαθολογική έννοια του όρου… είναι κάτι πολύ συνηθισμένο… ίσως όχι να μην εμφανίζονται οι νύφες στις εκκλησίες αλλά να εμφανίζονται οπωσδήποτε διχασμένες με αποτέλεσμα, ένα χρόνο μετά… το διαζύγιο…»
«Άρα η μη εμφάνιση της νύφης, από μια άποψη, είναι και μια έντιμη στάση…»
«Βεβαίως… αλλά φυσικά ο γαμβρός δεν μπορεί, με το δίκιο του να κάνει αυτή την ανάλυση εκείνη τη στιγμή αφού έχει γίνει ρεντίκολο σε πεθερικά, φίλους, γνωστούς, αδέλφια και ξαδέλφια…»
«Μα, μπορούμε να μην πάμε διχασμένοι στο γάμο μας;»
«Εξαιρετικό ερώτημα… μόλις πήρες τα τριάντα ευρώ σου πίσω…»
«Α, ωραία…»
«Μπορούμε να μην είμαστε διχασμένοι λοιπόν; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Όχι!»
«Όχι ε;»
«Δυστυχώς… ή ευτυχώς… Ένα άλλο παράδειγμα που μας προσφέρει η ψυχαναλυτική εργογραφία απαντάει σε αυτό… έμμεσα μεν αλλά απαντάει…»
«Ναι…»
«Κάποιος πολύ γνωστός ψυχαναλυτής έλεγε πως η μητέρα του αργούσε πάντοτε στα ραντεβού της μαζί του. Ενώ ήταν ακριβέστατη σε όλα της τα ραντεβού με άλλους, όταν έπρεπε να έρθει να τον παραλάβει από το αεροδρόμιο, επί παραδείγματι, όταν επέστρεφε από τη σχολή του στο σπίτι του, πάντοτε αργούσε…»
«Και η εξήγηση;»
«Η ερμηνεία του ψυχαναλυτή ήταν πως η μητέρα του έτσι εξέφραζε το θυμό της απέναντί του»
«Πώς!;»
«Όταν είμαι θυμωμένος για κάποιον λόγο ή λόγους μαζί σου και δεν τους εκδηλώνω, φροντίζω να σε ‘τιμωρώ’ έμμεσα»
«Α, χα… μάλιστα»
«Δηλαδή, ενώ μου είσαι πράγματι αγαπητός και επ’αυτού δεν χωρεί καμιά αμφιβολία, ταυτόχρονα σου είμαι και θυμωμένος… γιατί; Γιατί μας παράτησες και πήγες να σπουδάσεις σε μια άλλη πόλη… μας λείπεις… αναγνωρίζω ως γονιός ότι είναι παράλογο να σού είμαι θυμωμένος επειδή λείπεις για σπουδές αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είμαι θυμωμένος… πώς σε τιμωρώ λοιπόν;»
«Με το να σε στήνω μια ώρα στο αεροδρόμιο!»
«Έτσι… τέτοιου τύπου εσωτερικές εναντιοδρομίες έχουμε πολλές… ταυτόχρονα συμβαίνουν και έχουν ισχύ… ταυτόχρονα… δεν τελειώνει η μια και αρχίζει η άλλη… αντιπαλεύουν…»
«Που σημαίνει ότι αν μου περάσει ο θυμός, θα έρχομαι στην ώρα μου»
«Φυσικά…»
«Ωραίο… όμως…»
«Τι σχέση έχει με το θέμα μας;»
«Ναι… δηλαδή βλέπω μια σχέση δάσκαλε αλλά…»
«Το ερώτημά σου, η διερώτησή σου μάλλον είναι γιατί δεν είμαστε ένας φορέας;… ένας να αποφασίζει, ένας να εκτελεί… δηλαδή, νομοθετική και εκτελεστική εξουσία ένα πράγμα…»
«Βασικά και δικαστική»
«Α, και οι τρεις εξουσίες σε έναν φορέα»
«Ναι… κάπως σαν τον Δικαστή Ντρεντ… ξέρεις… το κόμικ…»
«Θυμάμαι μια ταινία του Σταλόνε… συνελάμβανε τον κακοποιό και επιτόπου τον δίκαζε και εκτελούσε και την απόφαση… αυτό είναι;»
«Ναι, μπράβο!»
«Τρία πουλάκια κάθονταν, μπράβο! Πάλι στην υποκουλτούρα με έσυρες…»
«Μα, την έχεις δει την ταινία!»
«Σωστά, το δίκιο σου βουνό, που λέει κι ένας φίλος… μόλις κέρδισες τριάντα ευρώ…»
«Από -30 έπιασα τα +30… τέλεια…»
«Αν τα δεις ποτέ…»
«Πάντως, ομολογώ, πάντα περνάω ωραία μαζί σου δάσκαλε…»
«Έτσι ε; Αυτό χρήζει εξέτασης… αλλά το εκλαμβάνω ως φιλοφρόνηση και προχωράμε…»
«Μμμ… Βγαίνει ένα μελαγχολικό συμπέρασμα δάσκαλε…»
«Ποιο είναι αυτό;»
«Ότι είμαστε πολύπλοκοι τόσο που κάνουμε ένα βήμα μπρος…»
«Και δύο πίσω…»
«Ναι… κάπως έτσι…»
«Δεν μπορώ να μην συμφωνήσω μαζί σου στο μελαγχολικό σου συμπέρασμα… από την άλλη… ο άνθρωπος έχει, όπως καλά ξέρεις, πάρα πολλούς προστατευτικούς μηχανισμούς… η ίδια η ζωή, από την πρώτη στιγμή είναι κίνδυνος… μια διαρκής έκθεση σε ένα συνεχές μακελειό… αναρίθμητες απειλές από παντού… η ίδια η οικογένεια αποτελεί εν δυνάμει απειλητικό περιβάλλον… τα πρώτα τραύματα εκεί δεν γεννιώνται;»
«Ναι, σωστά…»
«Στην ουσία μπορούμε να πούμε, με τον κίνδυνο της διολίσθησης στην αμπελοφιλοσοφία, πως ο άνθρωπος σε όλο του το βίο δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αμύνεται και συνεπώς οφείλει να εκπαιδευτεί στο να το κάνει αποτελεσματικά αυτό… όλα του επιτίθενται… ακόμη και η αγάπη, ακόμη και η στοργή ή ο έρωτας μπορούν να μεταγραφούν ως επιθέσεις που απειλούν τη συμπάγειά του, την ακεραιότητά του, το ‘αρηγμάτωτο’ του εγώ του… φυσικά, ο άνθρωπος πεθαίνει χωρίς όλα τούτα… όμως κι αυτά τον σκοτώνουν αλλά με άλλο τρόπο… η εύρεση της ισορροπίας αποτελούσε ανέκαθεν για τους φιλοσόφους ένα ζητούμενο… μάλλον κάτι άπιαστο… οι περισσότεροι μεγάλοι στοχαστές τι ήταν; Μονήρεις άνθρωποι, απομονωμένοι, μελαγχολικοί και καταθλιπτικοί διανοητές… ήξεραν ότι η τριβή με τους άλλους, ο συγχρωτισμός, η σχέση, η διύπαρξη είναι και ευλογία και θάνατος… εν δυνάμει απειλές… οι περισσότεροι διάλεξαν τη μόνωση όχι γιατί ήταν ‘γρουσούζηδες’ και ‘παλιάνθρωποι’, αντικοινωνικοί και τα σχετικά… αν και κάποιοι ίσως να ήταν… διάλεξαν τη μόνωση ως προστασία από το να τους καταπιεί όλο αυτό που είναι η ζωή, η δράση, η σχέση… κάθε είδους σχέση είναι μια φοβερή δοκιμασία για έναν εκλεπτυσμένο νου με πρωτόγονα συναισθήματα… τα συναισθήματα, αυτό τον αρχαίο κόσμο τον έτρεμαν οι φιλόσοφοι, ανέκαθεν… φλυαρώ όμως…»
«Και καλά κάνεις δάσκαλε… μου αρέσουν όσα ακούω»
«Ρώτησες στην αρχή… γιατί είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί ο άνθρωπος… ή κάτι τέτοιο…»
«Ναι…»
«Το πιο φοβερό είναι το επόμενο στάδιο…»
«Δηλαδή;»
«Τι κάνεις όταν έχεις κατανοήσει… τι κάνεις μ’αυτή τη γνώση… τι κάνεις γνωρίζοντας ότι είσαι θνητός, επί παραδείγματι… όχι θεωρητικά, ακαδημαϊκά το ξέρουμε όλοι… τι κάνεις όταν βιώσεις ως τα έγκατα του είναι σου αυτή την τρομακτική αλήθεια; Η κατανόηση κάποιων μηχανισμών είναι σχετικώς εύκολη… όχι ανώδυνη αλλά πάντως εφικτή… συμπεριφορικά τουλάχιστον μια αλλαγή προς το καλύτερο είναι εφικτή… τι γίνεται πυρηνικά όμως; Παραμένεις άγνωστος…»
«Άγνωστος ως το τέλος, όπως κάποτε είχες πει;»
«Ακριβώς… αυτή είναι μια ακόμη μελαγχολική διαπίστωση… Παραμένουμε άγνωστοι… ως το τέλος… από την άλλη, όλο τούτο είναι και μια… απελευθέρωση…»
«Δηλαδή;»
«Εφόσον δεν υπάρχει τέλος στη διαδρομή κι εφόσον δεν μπορείς να κάνεις τίποτε γι αυτό, μπορείς να δρας ενστιγματικά…
«Τι είναι αυτό πάλι;»
«Δηλαδή ειναιικά, με τη μέγιστη αυθορμησία που σου επιτρέπει ο εαυτός σου… μπορείς να είσαι και όπου υπάρχεις και όπου δεν υπάρχεις… να είσαι ακόμα κι αν δεν υπάρχεις…»
«Τώρα σ’έχασα…»
«Δεν με έχασες… εδώ είμαι… Να είσαι όταν υπάρχεις αλλά να είσαι ακόμα κι όταν δεν υπάρχεις… Κράτησέ τη αυτή τη φράση ως ένα κώδικα κι επίτρεψέ της να… σουλατσάρει για λίγες μέρες μέσα σου… κάποιος ή κάτι θα την σταματήσει, θα την ανιχνεύσει και θα την ξεκλειδώσει…»
«Τελειώσαμε;»
«Για σήμερα… γιατί τίποτε δεν τελειώνει… δεν το είπαμε;»