Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

Αγαπημένα ονόματα

 


Ο

ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.

Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.

Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.

Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.

Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.

Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.

Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.

Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.

Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.

Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.

Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…

Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.

Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.

Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.

Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.

Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: