Σάββατο, Αυγούστου 01, 2026

Τραγουδώντας...


Prayer  Beppe02

 

Έτσι λοιπόν…

όλα μου τα πήρες

με αφάνισες

και τώρα με διδάσκεις

τάχα

μέσα απ’τη σιωπή

 

κι όμως

δεν ενδίδω

σκύβω για λίγο

το κεφάλι

να περάσει άλλη μια θύελλα

κρύβομαι καλά

μετράω αντίστροφα

κι επιστρέφω λίγο λίγο

σε όσα άφησα στη μέση

 

ναι

μου τα πήρες όλα

με απογύμνωσες

και τώρα 

τάχα

με διδάσκεις

μέσα απ’το αυτεξούσιο

της ερημίας

και το αυτοδικαίωτο

του ανέλπιδου

 

όμως ξέρω καλά

όλες τις λέξεις

κι όλες τις φράσεις

που περιέχουν την αγάπη

αυτές δεν μπορείς να μου τις κλέψεις

 

τις ψιθυρίζω

μυστικά

σαν προσευχή

και κάθε βράδυ

περιμένω

 

κάθε βράδυ

 

κάποτε θα έλθεις

περιμένω

 

τραγουδώντας…

Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2026

Η Ύπαρξη δεν διαλέγεται

  

Αυτός είναι ο φονιάς

Ο σφοδρός άνεμος, το θυελλικό παιδί, αυτός είναι

Με το ματωμένο βλέμμα

Και τους μαζεμένους ώμους

Μοιάζει μικρός μα δεν είναι

Κι αν είναι, μεγαλώνει γοργά

Και μια μέρα

Θα έχει στη χούφτα του έναν ωκεανό μίσους

Και στην καρδιά του

Έναν ωκεανό αγάπης

 

Αυτός είναι ο φονιάς

Αυτός που αρχίζει τη μέρα του ελευθερώνοντας τα σύννεφα

Αυτός που τελειώνει τη μέρα του προσευχόμενος στο Αείποτε

Αυτός είναι ο θεριστής. Αυτός ο ολετήρας

Αυτός είναι ο θεραπευτής. Αυτός ο σαμάνος

Αυτός είναι ο φονιάς

 

Και δεν το ξέρει…

 

Είχε κάποτε

Εκείνος που τον γέννησε

Αμέτρητες αιωνιότητες πριν

Όλη την Ύπαρξη

Είχε όλη την Ύπαρξη

Χιλιετηρίδες πριν

Μέσα στα μάτια του

Εκεί φώλιαζε ο χρόνος μαζί με τον χώρο

 

Είχε κάποτε

Αυτός που τον γέννησε

Μέσα στα σπλάχνα του

Να κουρνιάζει όλη η Ύπαρξη…

 

Ποια έβρισκες

Μικρή χαρά

Να με αποπαίρνεις;

Κάθε που κοιτούσα την ανατολή

Γυρνούσες το βλέμμα μου στη δύση

Ποια έβρισκες

Πικρή χαρά

Να με αποπαίρνεις;

 

Αυτός είναι

Γυρνάει την πλάτη του στο φως

Γυρνάει το στομάχι του

Τα μέσα έξω

Θέλει να εμέσει

Όλο τούτο τον ωκεανό αγάπης

Θέλει να ελευθερωθεί

Θέλει να απλωθεί, να υπάρξει

Επιτέλους, να υπάρξει!

Και δεν μπορεί…

 

Είχε κάποτε

Εκείνος που τον έσπειρε

Όλη την Ύπαρξη μέσα του

Και αυτή όπως η οχιά

Κουλουριασμένη στα σπλάχνα του

Περίμενε την κατάλληλη στιγμή

Να τον δαγκώσει

Να τον σκοτώσει

Και να χυθεί ελεύθερη παντού

Έτσι, ακατέργαστη

Έτσι, αμείλικτη…

 

Ποια δύναμη και ποια ηδονή

Σου έδινε όταν με τυραννούσες;

Πόση γλυκύτητα είχαν τα λόγια σου

Όταν μιλούσες για το παρελθόν…

Κι όταν αναπαυόμουν 

Νωχελικά κοντά σου

Έβρισκες την ευκαιρία να με πληγώσεις

Με κείνες τις λέξεις που στέκονταν τόσο πρόθυμα στα χείλη.

Ποια ηδονή και ποιο κουράγιο

Έπαιρνες όταν με τυραννούσες;

 

Αυτός

Που δεν ακούει πια σε φωνή άλλη

Απ’το ουρλιαχτό του ανέμου

Που δεν έχει άλλες εικόνες 

Παρά τα συντρίμματα των ιαχών του

Αυτός είναι ο φονιάς

Και δεν το ξέρει…

 

Μα ξέρω πια γιατί

Μαντεύω καλέ μου το γιατί

Πόνεσες πολύ και άδειασες

Από στοργή κι ευθύνη

Από συμπόνια και ανοχή

Πόνεσες τόσο

Που θέλησες να γίνει η ματιά σου ένα στερέωμα φωτιάς

Που θα αναλώσει όλα όσα έζησες

κι όλους όσους έζησες μαζί τους

έστω και για μια στιγμή

το ξέρω τώρα

ξέρω τι σου έκλεψε το βλέμμα

τι σου πήρε το φως από τα μάτια

ξέρω τι σε σκοτείνιασε καλέ μου

και ένιωθες καλά μόνο σαν χάιδευες μέσα στην παλάμη σου

εκείνο το μαχαίρι…

 

Αυτός

Είναι το στερνό πρωινό

Το καταραμένο βράδυ

Αυτός

Είναι η ανάσα και το χάδι

Αυτός

Είναι η ένδεια του ήλιου

Η μαύρη καλοσύνη της νύχτας

Αυτός

Είναι η Ύπαρξη

Και δεν μιλά

Ούτε σωπαίνει

Και δεν αργεί

Ούτε προφταίνει

 

Είναι η Ύπαρξη

Κι αυτή μονάχα


Είναι…



Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

Υπόγειος ποταμός...




της κράτησε το χέρι
και άρχισε να της μιλά

"πολλές είναι οι φορές που στάθηκα αναποφάσιστος
διλημματικός
στον κόμβο ενός Υ
και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ακολουθήσω το δεξί
ή το αριστερό σκέλος...

είχα βλέμμα και για τα δυο
είχα ενέργεια
είχα 'παύση' αρνήσεων
καμιά εσωτερική αντιπολίτευση...

αναρωτιόμουν
πώς επιλέγει κανείς;

πώς 'διαλέγει';

ή ποιος τον διαλέγει

ποιος επιλέγει για λογαριασμό μας;

ήρθε η μέρα που
άκουσα και κάτι... καινούργιο
κάτι παράξενο, κάτι πρωτόφαντο
έναν... παφλασμό...
κάτω απ'τα πόδια μου...

λες και το έδαφος έβραζε
λες και η γη ετοιμαζόταν να υγροποιηθεί
να γίνει μια ρευστή απεικόνιση της αντίληψης...
μια ποιητική απόδοση της πραγματικότητας...
φοβήθηκα...

κι ύστερα
σαν από κάποιο μεγα-προβολικό μηχάνημα

τον... είδα

έτρεχε, υπέροχα αφρισμένος
μπροστά μου
κάτω μου...

ένας ποταμός!

από πού ερχόταν;
πού πήγαινε;

το συναίσθημα δεν ήταν απλά λυτρωτικό
ήταν μια διάνοιξη όλης της ύπαρξης
μέθεξη!

λες και υπήρχαν χιλιάδες μικροσκοπικά άλογα
που οι χαίτες τους ανέμιζαν
τα νερά του κάλπαζαν μπροστά...

και ακολουθούσαν την πορεία
που θα έπαιρνα

έτσι κι αλλιώς!"

"και...  τι έγινε μετά;" τον ρώτησε

"δεν κράτησε πολύ τούτη η εμπειρία
κράτησε ίσως όσο μπορούσα να την αντέξω...

κατάλαβα...

αντιλήφθηκα...

τούτη είναι η αληθινή μύηση
να δεις κάποτε
να αξιωθείς να δεις
τον δικό σου υπόγειο ποταμό
να τον ακούσεις
να τον υποδεχτείς
να μην τον φοβηθείς!

εκεί
το Μέγα Αρσενικό που βρυχάται την διαιώνιση
εκεί
το Αιώνιο Θηλυκό που γονιμοποιεί το Άπειρο
εκεί όλες οι πρωτοπηγές του παραδείσου
εκεί όλες οι Υγρές Φωτιές της κόλασης
εκεί όλο το διανόημα του γνωστού
και τα κατηγορήματα της σκέψης

εκεί ο μελαγχολικός στοχασμός του φιλοσόφου
η ανάσα του ποιητή
καθώς αφουγκράζεται το είναι του
εκεί
η περιπέτεια του ασκητή
στο απειροδιάστατο κελί του
εκεί
και το μοναχικό τραγούδι των αδελφών μας βάρδων
που κανείς ποτέ
δεν συγκρίθηκε μαζί τους
στην αποκοτιά
να προκαλούν το Απρόσιτο...

εκεί ο έρωτας
εκεί το λάθος
εκεί το πρώτο σου φιλί
εκεί ο ρόγχος του τέλους"

σταμάτησε για λίγο
κι ύστερα πάλι είπε...

"ναι...
να τον ακούσεις
να τον δεις!
κι ίσως
ίσως λέω
κάποια μέρα
να έχεις τα κότσια
ολόγυμνος
να βουτήξεις μέσα του
ολόκληρος!"

"κι αν αυτό... αν αυτό σημαίνει..."

"θάνατο;
όχι, δεν έχει τη φορεσιά του θανάτου
όλο αυτό το γιορτάσι...
ζωή
που όλα τα περιέχει
αλλά απαιτεί
το άλμα..."

έτσι της είπε
και έμειναν ώρα σιωπηλοί...





"Raging Rush"

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2026

έλλειψη οξυγόνου…


έλλειψη οξυγόνου…

ήταν πολύ δύσκολο εκείνο το πρωινό
κάποιος ή κάτι 
μου είχε ρουφήξει όλη την ενέργεια
για την ακρίβεια, αισθανόμουν ότι θα λιποθυμήσω
κάθισα σ’ένα παγκάκι
και αμέσως ένιωσα μια τρομερή σκοτοδίνη να με αρπάζει
οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν παράξενες καρικατούρες
ο κόσμος
ορμούσε πάνω μου
μέσα μου
οι εικόνες
τα πρόσωπα
ακόμα και ο χρόνος
χανόμουν
έβαλα 'ασυναίσθητα' το χέρι μου στη τσέπη
ψηλάφισα μερικά αντικείμενα
ίδρωνα
κρύωνα
φοβόμουν

…ο αναπτήρας
τα κλειδιά
καραμέλες
χαπάκια
ο αναπτήρας ξανά…
κάτι άλλο αναζητούσε κάποιος μέσα μου
κάτι άλλο...

δεν ξέρω αν πέρασε ένα λεπτό ή μια ώρα
τα δάχτυλα χάιδεψαν το διπλωμένο φάκελο
αυτόν που έχω πάντα μαζί μου
αυτόν που γράφει με κεφαλαία το όνομά σου
και με το γραφικό σου χαρακτήρα
το δικό μου

έσφιξα το φάκελο με απληστία
σα να ήταν ο μοναδικός τροφοδότης οξυγόνου στο σύμπαν
και ήταν...

αίμα πλημμύρισε το πρόσωπό μου
εικόνες από το χαμόγελό σου σε μια αμμουδιά
η γεύση από ένα φιλί σου
δρόσισε τα χείλη μου
και όταν ήρθα αντιμέτωπος με το βλέμμα σου
άνοιξα τα μάτια
πήρα μια βαθιά ανάσα
όπως αυτή που παίρνει κάποιος που βγαίνει στην επιφάνεια της
θάλασσας
μετά από ένα μακροβούτι
και άρχισα να νιώθω το βροντοκόπημα της καρδιάς στο λαιμό
μου...

ένα μοναχικό δάκρυ συνάντησε στα χείλη μου
τη δροσιά σου
ένα παράξενο φιλί... δεν ήταν;

έκλεισα πάλι τα μάτια
αυτή τη φορά όχι για να μην πονώ
αλλά για να το απολαύσω...




Ursula Abresch
“lentejuelas”

Τρίτη, Ιουλίου 14, 2026

Σπηλαιώτης…




Κρεμασμένος
ανάποδα
γεννήθηκες
τυφλός
κι ανδρόγυνος

απ’ τα μαστάρια της Κίρκης
βρεφουργήθηκες
και μέσα
στο εντάφιο ήπαρ
ονειρεύεσαι άγρυπνος
και ταξιδεύεις υπνωμένος

το βλέμμα σου διατρέχει
όσα ο νους αρνείται να απογράψει
στερεώματα φωτιάς
και σύμπαντα λεπρά
σταυρωμένων ανάπηρων θεών

κάθε αυγή
απ’των θεών το σπέρμα
οξείδωση
και κάθε βράδυ
απ’το ανθρώπινο αίμα
αποτοξίνωση

ο λαιμός σου
όλος μια φλέβα από γρανίτη
μέσα της ρέει ο ουράνιος αρχαίος πόνος
και αλυχτώντας χύνεται απ’το στόμα σου
ο Αδάμ
κάθε που ανασαίνεις

σπηλαιώτης
ραντισμένος
απ’την κλινική αθανασία
της Νύχτας

ο λυγμός σου
αρμέγει όλο το αμνιακό υγρό
της μέδουσας εταίρας αρπάγης
και σε λερώνει αμαρτία και φθόνο

άπληστος
ηδονισμένος
ρουφάς ως την τελευταία σταγόνα
την προστυχιά  της Ειμαρμένης

κάθε αυγή
απ’των αγέννητων άστρων το τραγούδι
μεθυσμένος
και κάθε νύχτα
η μοναξιά σου
σπηλαιώδης σπαραγμός

κι ο εαυτός σου ξένος…

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026

Ξαναφτιάχνοντας τον εαυτό μου...



Λοιπόν, υπάρχουν και οι μέρες που δεν ‘μού λέει’ τίποτε κανένα κείμενο… κανένας συγγραφέας, ποιητής ή φιλόσοφος… υπάρχουν μέρες που θέλω να τους πετάξω όλους από πάνω μου και από μέσα μου… που λέω ότι κακώς τους κουβαλάω όλους τούτους γιατί με γέμισαν με τα όνειρά τους, τις εμμονές τους, τα ψέματα και τις αλήθειες τους… με γέμισαν και παράγινε το ‘κακό’… με ωφέλησαν, δεν είμαι αχάριστος, δεν ξεχνάω την ‘τάξη’ μου, τη θέση μου, τις δικές μου ορίζουσες πάει να πει… όχι δεν ξεχνώ τίποτε αλλά θα προτιμούσα έναν πνευματικό… αφανισμό εντός μου… μια γενική εκκαθάριση, ένα ‘σκούπισμα’ των πάντων… να μείνω μόνος εγώ με το νιονιό μου… εγώ με τη χαζομάρα μου, την ένδειά μου, την αγνωσία μου… να δω επιτέλους τι σημαίνει να ‘μην ξέρεις τι σου γίνεται’…, τι σημαίνει να μην σε βασανίζει ο καημός της ψυχής του άλλου που έζησε 2500 χρόνια πριν και ακόμα ανασαίνει μέσα σου… και τον φιλοξενείς και τον αντέχεις και τον σηκώνεις αλλά έρχεται η ώρα που όλο αυτό πάει πολύ… θέλεις να μείνεις μόνος… ολομόναχος… έτσι λέω… πώς είναι άραγε να είσαι ολομόναχος στην ατραπό;

Τι κάνει κανείς όταν χαθεί σε μια άγνωστη περιοχή, σε μια άγνωστη πόλη; Ας το πάρω για υπόθεση εργασίας να δω τι θα ξημερώσει… τι κάνει κανείς; Πεθαίνει; Απελπίζεται, αγχώνεται, αναρωτιέται, ξύνει τη κεφαλή του, φοβάται λίγο αλλά υπάρχει και κάτι άλλο… μια ώθηση να ενεργήσει… δεν ξέρει τίποτα για τον τόπο, τους ανθρώπους, τα συνήθειά τους, τις λόξες τους… αλλά δεν πεθαίνει… μια παράξενη εγκατιαία ενέργεια τον ωθεί να… ζήσει… θα σκεφτεί, θα ψάξει, θα αναζητήσει… θα βρει λύσεις, θα μηχανευτεί τρόπους, θα …κατασκευάσει ξανά τον εαυτό του… όσες φορές απέτυχε τόσες φορές θα τον ξαναφτιάξει… Και δεν θα πεθάνει… επειδή δεν έχει πια μαγκούρες θα εμπιστευτεί τα δυο του ποδαράκια… επειδή δεν έχει το δάνειο φως των άλλων, θα εμπιστευτεί το δικό του… τόσο καιρό δεν το ένιωθε, έπεφταν οι προβολείς των ‘μεγάλων’ μέσα του… κι επειδή δεν έχει τη φωνή των άλλων θα εμπιστευτεί τη δική του… πόσες φορές μίλησε με τη δική του φωνή; Μια, δυο, δέκα; Τώρα θα μιλά μονάχα με αυτήν… οι φωνές των άλλων δεν υπάρχουν πλέον… μια υπέροχη ησυχία υπάρχει μέσα του… και την απολαμβάνει…

Τι πάει να πει ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου;

Πάει να πει ότι οτιδήποτε έμαθα, μού φόρτωσαν, με βαραίνει, με πληγώνει ή και με πλουτίζει, το πετάω… το αφήνω, το αρνούμαι… θέλω να δω πως θα είμαι δίχως αυτό… θέλω να νιώσω το ρίγος της ‘εγκατάλειψης’ των άλλων εντός μου… έχω πόδια; Έχω χέρια; Έχω βλέμμα; Έχω φωνή;

Ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου σημαίνει δεν έχω τίποτα για ‘σιγουριά’, ‘ασφάλεια’, ‘αναφορά’… δεν θέλω σημεία αναφοράς, δεν τα καταδέχομαι… σημείο αναφοράς γίνομαι εγώ και ας με πουν εγωιστή και ό,τι άλλο θέλουν οι γύρω μου… είμαι τόσο ‘εγωιστής’ όσο εκείνος που δεν καταδέχεται να μιμείται τη φωνή του άλφα ή του βήτα μεγάλου ερμηνευτή και προτιμά να τραγουδά με τη δική του… μονάχα που φοβόταν σε όλη του τη ζωή κι έκανε μιμήσεις… πώς είναι άραγε να ακούς τη δική σου φωνή και κανενός άλλου;

Ξαναφτιάχνω τον εαυτό μου δεν σημαίνει αρνούμαι οριστικά όλα τα άλλα… σημαίνει κερδίζω ξανά τον εαυτό μου… και τούτο αποτελεί τη μεγαλύτερη επανάσταση που ονειρεύτηκε ποτέ ανθρώπινο πλάσμα…

Και το ρίγος δεν συγκρίνεται με τίποτε…


Kowal / Blacksmith
Art Print by Maciej Przeklasa