Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2026

Η αλήθεια και το ξίφος...

Mikko Lagerstedt,  Stranger

 

Όταν  γυμνάσει κανείς τη συνείδησή του,

αυτή τον φιλάει την ίδια στιγμή που τον δαγκώνει

Φρ. Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό


Ώ

στε αυτό σημαίνει να διέρχεσαι την μεγάλη, παγωμένη νύχτα. Σα να βρίσκεσαι ξαφνικά, άγνωστο πώς, καταμεσής σε ένα αρχαίο, απολιθωμένο δάσος που έχει πια από αναρίθμητους αιώνες εγκαταλειφτεί από χλωρίδα και πανίδα και κατοικείται μονάχα από σκιές. Σκιές και φαντάσματα ειναιικά και χλoμές, παράξενες ανταύγειες από συνειδήσεις που υφέρπουν σε σχηματισμούς του εδάφους, κρύβονται κι εμφανίζονται ξανά και νομίζεις πως ακολουθούν το κάθε σου βήμα.

Όχι, σκέφτεσαι με φρίκη, δεν ακολουθούν, μιμούνται το κάθε μου βήμα.

Και τώρα… τι γίνεται τώρα; Πώς βγαίνει κανείς από αυτό τον αφιλόξενο κόσμο;

Γρήγορα, ακούς τη λαχανιασμένη σου σκέψη, γρήγορα γιατί κάθε λεπτό που περνά σε πλημμυρίζει η λήθη.

Ο βασιλιάς από όλους τους ριγώδεις εφιάλτες που έχει κάθε έλλογο ον, πως ξυπνά μια μέρα και δεν θυμάται τίποτα. Και τούτο το εγκατιαίο ρίγος δεν σταματά στα αντικείμενα ή στα βιώματα. Η λήθη σαν καρκινική εξαλλαγή έχει κάνει μετάσταση στον ίδιο τον πυρήνα του είναι σου. 

Χάνεις τον εαυτό σου… χάνεσαι… αφανίζεσαι… 

Ο κρύος ιδρώτας είναι το πρώτο αλλά όχι και το χειρότερο από όσα σωματοποιούνται στην συνειδητοποίηση αυτής της φρικαλέας συνθήκης.

Πώς είναι άραγε να είσαι χωρίς… εαυτό; 

Κι αρχίζεις να τρέχεις…

Η νύχτα προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μέρας και την αυγή μιας επόμενης. 

Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, υπήρχε αλώβητη η ετερότητα.

Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, το Εν δεν ενοχλείτο από την μετουσίωση του φθαρτού σε άφθαρτο ούτε του έγχρονου σε άχρονο. 

Κάποτε, πριν τη μεγάλη παγωμένη νύχτα, ο φορέας του ψεύδους είχε ρωγμές και τραύματα, είχε πληγές που το αίμα δεν στέγνωνε και το ίδιο το κορμί του φλεγόταν από τη φανέρωση και την αποκάλυψη.

Μα τώρα, ο λαιμοδέτης χρόνος σε περισφίγγει τόσο που κόβεται η αρχέγονη ανάσα. 

Τώρα που δεν μοιράζεσαι πια ανάμεσα στο δυνάμει και στο ενεργεία, εκμηδενίζονται οι ελπίδες σου για τον ενικό εαυτό που θα πυργωνόταν πάνω  απ’τη φθορά. 

Τώρα η συνείδηση δεν είναι το γλυκό χαμόγελο της ημέρας που θέρμαινε τα σωθικά σου αλλά το σκληρό δάγκωμα της οχιάς στο λαιμό σου.

Τώρα δεν γεύεσαι πια πώς είναι να ζεις ανάμεσα στους Πρεσβύτερους αλλά αναλώνεις το είναι σου και πεθαίνεις. 

Τώρα έχεις εγκαταλειφτεί και τρέχεις

Στον ίδιο απελπισμένο τόνο που χτυπά ο χρόνος τα δευτερόλεπτα, χτυπά και η καρδιά του μοναχικού πολεμιστή. Του ριγμένου στο πεδίο, του αφημένου, του απαρηγόρητου, του πρίγκιπα της μοναξιάς.

Δεν έχει πια νόημα να τρέχεις. Σταματάς. Η καρδιά σφυροκοπάει μέσα στο στήθος, η ανάσα παλεύει να βρει ένα ρυθμό κανονικότητας. Όλος ο οργανισμός ανασυντάσσεται.

Ολόγυρα ανασαίνει ο εφιαλτότοπος. Μέσα στον πολεμιστή αναδεύονται οι ριπές του μνημονικού υλικού που έχει ορθώσει ανάστημα και διεκδικεί το απόλυτο. Τα χέρια χώνονται στη γη, τα χείλη στεγνώνουν, τα μάτια κλείνουν. Καμιά κραυγή δεν αναδύεται από τα βάθη του είναι. Η σιγή του ερημότοπου αυτού γίνεται σταδιακά σιωπή εσωτερική και δηλητηριάζει όλα τα επίπεδα της ύπαρξης. Φτάνει βαθιά, ως το αρχέγονο, το αρχιγέννητο, το πρώτο δευτερόλεπτο που η ύπαρξη στερεώθηκε σε σώμα και ψυχή κι αντίκρισε τον εξώχωρο.

Δεν είναι πια λόγος να κινείσαι. 

Δεν έχει στερέωμα ελπίδας πάνω απ’το κεφάλι σου.

Όλο το νόημα έχει ρουφηχτεί απ’το παράλογο. 

Κι αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. 

Υπάρχει αυτό που έμελλε να είναι.

Ένα διάνυσμα με αρχή την πνοή του Ενός και τέλος το Αχανές.

Ένα βέλος που βλέπει πάντα προς το Αχανές.

Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, δεν υπήρχε απ’την αρχή. 

Όλα όσα προστέθηκαν αργότερα τώρα έχουν αφανιστεί.

Παραμένει το γυμνό άνυσμα.

Η τελευταία ελπίδα. 

Μπορεί κανείς να ελπίζει όσο μπορεί να προσανατολίζεται. 

Το να μπορείς να προσανατολίζεσαι είναι ίσως το μόνο που απέμεινε στον  μεταπτωτικό άνθρωπο και αποτελεί ακριβό παράγωγο εκείνης της θαυμαστής ενδοδομής που αποκαλώ συνεχές του εαυτού.

Μετά την πτώση ο άνθρωπος περιέπεσε στην κατάσταση του ονειρέματος αλλά διατήρησε ελάχιστες ιδιότητες από το συνεχές. Όπως την ικανότητα να προσανατολίζεται οργανισμικά, δηλαδή ψυχο-πνευματο-σωματικά κάτω από οιαδήποτε περίσταση.

Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι σημαίνει πως διατηρείς ακέραιες τις όποιες ελπίδες σου να δεις την αυγή μιας νέας ημέρας. 

Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι πιο συγκεκριμένα, σημαίνει πως έχεις ακόμα στην οργανισμική σου σκευή το νου σου καθαρό και αμόλυντο, τη ψυχή σου σε εγρήγορση και το σώμα σου σε ετοιμότητα.

Όμως όλα τούτα δοκιμάζονται πολύ έντονα όσο βρίσκεσαι σε τούτον εδώ τον αλλό-τοπο. Γιατί η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα είναι ο κόσμος όπου ο πολεμιστής εγκαταλείπεται από τις παραστάσεις του Γνωστού και βυθίζεται σε μια ημί-ρευστη κατάσταση αντιληπτικής μέθης. 

Και η μέθη αυτή είναι το έσχατο πεδίο πριν τον αφανισμό. 

Ποια είναι η απάντηση; Ποια είναι η λύση; Υπάρχει έξοδος από αυτή τη φρίκη; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αν υπάρχει μια έξοδος αυτή περνά μέσα από την ανασυγκρότηση του εαυτού. Και αυτή η ανα-συγκρότηση σημαίνει πως είμαι στο σημείο μηδέν και πασχίζω να κατακτήσω το ένα. Κι έπειτα το δύο κ.ο.κ. Και η μετάβαση από το ένα στάδιο στο επόμενο είναι κοπιαστική και αμφίβολη. 
Και συγκρότηση του εαυτού σημαίνει πως θα πρέπει να ομολογήσω ξανά τον εαυτό μου. Και μάλιστα ολόκληρο τον εαυτό μου. Πάει να πει να τον θυμηθώ και να τον αφηγηθώ με όσες λεπτομέρειες περισσότερες μπορώ. Τούτη η διαδικασία είναι σύνθετη και επώδυνη όμως αποδεικνύεται σωτήρια. Γιατί με τη σταδιακή ανασυγκρότηση του εαυτού, όλα αρχίζουν να αποκτούν τις διαστάσεις τους. Αυτές που είχαν και αυτές που έχουν αλλά εγώ δεν μπορώ πια να τις αντιληφθώ και να τις ψηλαφήσω.

Ο πολεμιστής δεν είναι μόνος του σε αυτή την άχαρη αλλά εξαιρετικά σημαντική εργασία. Έχει μαζί του όλες τις δημιουργικές μονάδες του σύμπαντος, έχει μαζί του την ψυχή του κόσμου κι έχει μαζί του όλες τις αναφορές του από τότε που ήταν παιδί ως την ενηλικίωσή του. Οι αναφορές αυτές ενεργοποιούνται ξανά, μία προς μία καθώς ο πολεμιστής εκτελεί το έργο της αφήγησης και ανασυγκρότησης του εαυτού. Όλα όσα κάποτε αγάπησε και όσα κάποτε τον ενέπνευσαν να εισέλθει στην ατραπό, είναι εκεί και τον στηρίζουν με την ενέργειά τους και την αλήθεια τους. 

Ο πολεμιστής έχει ανάγκη την αλήθεια για να μπορέσει να ολοκληρώσει το μεγάλο του έργο και να εξέλθει της ‘κοιλάδας των δακρύων’. Η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακόμη υπερ-διάσταση που μπορεί να υπερβαθεί.  

Η αλήθεια και το ξίφος είναι όσα χρειάζεται ο πολεμιστής για να περάσει τον σκοτεινό αυτό κόσμο και να εξέλθει νικητής και ακέραιος, σωσμένος δηλαδή, στο φως.
 
Η αλήθεια, με την οποία ο πολεμιστής διαλύει εντός του όλες τις νοσηρές εξαλλαγές των παραισθήσεων που είχε επισωρεύσει στη συνείδηση το ψεύδος και η άγνοια.

Το ξίφος, πάει να πει η αρετή της διάκρισης με την οποία ο πολεμιστής αποφεύγει όλες τις παγίδες και κόβει από τη ρίζα όλα τα μυθεύματα που σχηματοποιούνται από τη Νύχτα την κάθε στιγμή για να τον παραπλανήσουν. 

Και στενή ατραπός της εξόδου είναι πλέον ανοιχτή…

 

 

***

Πέμπτη, Ιανουαρίου 01, 2026

Το δώρο


 

Ε

ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.

 

Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.

 

Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές,  κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτηβεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.

 

Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!

 

Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.

 

Αυτό; Αυτό είναι;

Όχι.  Αυτή είναι μονάχα η αρχή.

 

Γιατί το δώρο αυτό δεν το έχουμε ‘ξετυλίξει’ ακόμη…  

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2025

Γιατί πέφτουμε για ύπνο όμορφοι και ξυπνάμε άσχημοι;

 (Περί συναισθηματικού μιθριδατισμού)



Θ

α μπορούσα να ξεκινήσω κάπως έτσι:

Υπάρχει ένας και μόνος τρόπος να αντισταθείς -όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει και αντίσταση δεν έλεγε ο Φουκώ;- στη νωχελικά ολοένα και περισσότερο εκτατικά απλωνόμενη εντός σου αίσθηση της… μη – αίσθησης. Αυτό το τεμπέλικο φίδι της απάθειας, της νωχελικής απόσυρσης στο ‘κανείς’ και στο ‘όλα και τίποτε’, αυτής της μελαγχολικής συριχτής φωνής που αναδύεται από τα έγκατα, που αργοκυλάει μέσα όπως φλέβες της ύπαρξής σου και αν το θέλεις μπορείς να αφεθείς, να στήσεις το αυτί και ν’ακούσεις το μαυλιστικό σκοπό της που δεν παύει να δονεί, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό όλα τα κύτταρα του είναι σου… κι αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από το να συνθλίψεις τούτο το ελεεινό ερπετό, να το λιώσεις, να το κάνεις να σιγήσει επιτέλους, να ελευθερωθείς!

Όμως…

Θα μπορούσα όπως να ξεκινήσω εναλλακτικά ως εξής:

Αυτό που πλημμύρισε με ηδύτητα άφατη τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, που τον έκανε να αψηφήσει ό,τι ιερό και όσιο κρύβεται στο μεγάλο σύμπαν της φιλίας και της φιλότητας, αυτό που τον νανούρισε μεθυστικά και τον κοίμισε γλυκά κι ανάλαφρα σαν μωρό, ήταν ένας απροσδόκητος σύμμαχος: η απάθεια. Όχι όμως με την ωραία φιλοσοφική θεώρηση των στωικών και των επικούρειων -ως αταραξία και απεμπλοκή του ανθρώπου από όσα δεν ορίζει και δεν είναι στο χέρι του- αλλά με το ελεεινό της κακέκτυπο: τη φυγή από το σχετίζεσθαι, την απόδραση στην ασφάλεια της μόνωσηε, την εξαφάνιση, την απουσία. Τούτο το ριγώδες βίωμα που ναρκώνει συνειδήσεις και εξαγοράζει πολύ φτηνά τις όποιες ενοχές χάιδεψε τρυφερά τον επίδοξο προδότη πείθοντάς τον πως αυτός ήταν πιο σημαντικός από τον Διδάσκαλο στο έργο της θείας οικονομίας. Απλώς, δεν ήταν δυνατόν να το δει κανείς ολοκάθαρα τώρα. Θα το έβλεπε αργότερα. Όταν θα αποκαλυπτόταν η σπουδαιότητα και το μεγαλείο της δήθεν προδοσίας του.

Και ο Ιούδας κοιμήθηκε γλυκά ως μαθητής του Απείρου και ξύπνησε τρισάθλιος ιππότης της μολυσμένης του ψυχής.

 

Κοιμήθηκε όμορφος και ξύπνησε άσχημος… αλλά ήταν πια αργά…

 

Τελικά, προτιμώ να μπω κατευθείαν -τρόπος του λέγειν- στο θέμα:

Ό,τι πιο ύπουλο και ΄σατανικά’ επινοημένο είναι αυτό που αποκαλώ: συναισθηματικός μιθριδατισμός. Με μια εύρυνση του όρου θα μπορούσα να μιλήσω για πνευματικό μιθριδατισμό που στην ουσία εμπεριέχει ή και υπερ-καλύπτει την διανοητική ακηδία και την συνολική οργανισμική απάθεια, μια κατάσταση ανάλογη με την περίφημη πραλάγια των Ινδουιστών σε κοσμολογικό επίπεδο.

Όμως το οξύ σύμπτωμα είναι ο συναισθηματικός μιθριδατισμός που προσωπικά εκτιμώ πώς είναι –μαζί με τον κοντινό του εξάδελφο, τον κυνισμό- για το πνεύμα ό,τι ο καρκίνος για το σώμα. Και ‘χτυπάει’ αδιακρίτως και οριζόντια. Όπως σαρώνει και διαλύει άμυνες και συστήματα αιώνων! Δεν γνωρίζει φύλα και ηλικίες, δεν αναχαιτίζεται από συνθηματολογίες και αφορισμούς.

Και τούτο είναι που παρατηρεί εύκολα ο οποιοσδήποτε έχει τις κεραίες του ανορθωμένες και βιώνει ξυπνητός και όχι κοιμώμενος και ονειρευόμενος, τα όσα γίνονται και φαίνονται αλλά περισσότερο αντιλαμβάνεται όσα κάποιοι απεργάζονται και δεν φαίνονται. Όψις αδήλων τα φαινόμενα, για να μνημονεύσω τον μεγάλο Αναξαγόρα. 

Εκείνο δηλαδή που για εκείνον που έχει ζήσει αρκετά χρόνια κι έχει αξιωθεί να δει τους κροτάφους του να γκριζάρουν, είναι κατάδηλο: ο βαθμός συναισθηματικής αναισθησίας έχει αυξηθεί ανησυχητικά. Οι άνθρωποι ψυχικώς απομακρύνονται, κλείνονται στην ατομική τους φούσκα, αυτο-ρικνώνονται και εμφανίζουν συμπτώματα αυτισμού σε υπερθετικό βαθμό. Και όλο τούτο μοιάζει σχεδόν ‘φυσιολογικό’ και δεν ενοχλεί σχεδόν κανέναν. Γιατί κατά τα άλλα οι άνθρωποι εξακολουθούν να υπηρετούν το ‘διανόημα της ζωής’. Οι άνθρωποι σπουδάζουν, πιάνουν δουλειά, παντρεύονται, κάνουν καριέρα, κάνουν παιδιά, κάνουν κίβδηλα προφίλ στα σόσιαλ, εξαπατούν με θαυμαστή επινοητικότητα τον εαυτό τους, γερνούν και πεθαίνουν. Συνήθως καταθλιπτικοί ή βουλιαγμένοι σε μια πελώρια αμηχανία για το αν έζησαν και τι έζησαν…

 

[Σε μια παλιότερη ανάρτησή μου με τον τίτλο ‘Ο φόβος της αληθινής ζωής’ αν θέλει ο καλός αναγνώστης μπορεί να βρει νύξεις και σκέψεις γύρω από την… αναπηρία του σύγχρονου ανθρώπου να διυπάρξει… μιας και το θυμήθηκα και σχετίζεται με τα όσα αναπτύσσω σε αυτή την ανάρτηση, είπα να τη μνημονεύσω]

 

Και βαφτίζω το τέρας που ταΐζει όλη τούτη τη χυδαία μηχανή ‘συναισθηματικό μιθριδατισμό’ γιατί, κανείς δεν γεννιέται με όλη αυτή τη νοσηρή ακηδία, αυτή τη δολοφονική απόσυρση από όλους και όλα. Κανείς δεν γεννιέται ‘Μιθριδάτης’, thank God! Μα, τι σημασία έχει; Το αποτέλεσμα μετράει, καθώς λέει και η γνωστή διαφήμιση.

Αν είχε δίκιο ο Πλάτων -και σε πολλά θεωρώ είχε- τότε ο άνθρωπος είναι ‘ζώον άπτερον, δίπουν, πλατυώνυχον. ό μόνον των όντων επιστήμης της κατά λόγους δεκτικόν έστι’. Όχι πως χρειάζεται μετάφραση αλλά για λόγους… ροϊκής ανάγνωσης (πάει να πει ξεκούραστης), ο άνθρωπος λοιπόν είναι ‘ζώο άπτερο, δίποδο, με πλατιά νύχια. το μόνο ανάμεσα στα όντα που είναι ικανό να αποκτήσει γνώση με βάση συλλογισμούς’ (Πλάτωνος ορισμοί, μτφ. Γ. Αραμπατζή, Ελληνικά Γράμματα 1997). Μάλιστα. Μα έλα που εγώ θα ορθώσω πνεύμα αντιλογίας και θα ισχυριστώ πως ο άνθρωπος γεννιέται με φτερά και όχι άπτερος. Μονάχα που είναι φτερά στο πνεύμα. Κι αν μου αντιλέξει κάποιος πως δεν πρωτοτυπώ γιατί αυτά λέει κι ο Σωκράτης στον Φαίδρο, τότε θα πω πως είναι καλά διαβασμένος!

Ο άνθρωπος λοιπόν έχει φτερά… μονάχα που δεν φαίνονται. Και παρότι σε όλο του το βίο -δυστυχώς- σπάνια χρειάζεται να τα ενεργοποιήσει, αυτά υπάρχουν. Με τα χρόνια ατροφούν βέβαια. Όσο είναι μικρός τα φτερά του είναι δυνατά και όμορφα. Κάνει πολλές ‘πτήσεις’, εξερευνά σύμπαντα, χτίζει κόσμους, πετάει πάνω απ’τη μιζέρια, την αθλιότητα και την ασχήμια των ‘μεγάλων’. Μα όσο περνά ο καιρός, όσο μεγαλώνει και οδεύει προς το να γίνει ‘ακαδημαϊκός πολίτης’ και να υπερηφανεύεται και να κορδώνεται γι’αυτό, όλοι φροντίζουν να του ψαλιδίζουν τα φτερά του. Η οικογένεια, το σχολείο, οι παρέες, η κοινωνία εν γένει. Κι έπειτα γίνεται το φοβερό: Πιάνει ο ίδιος το ψαλίδι! Κι αρχίζει να ψαλιδίζει ο ίδιος τα φτερά του με αυτοκτονική μανία! Και τι συμβαίνει; Ό,τι δεν χρησιμοποιείται ατροφεί καθώς είπαμε, τελικώς… πεθαίνει. Ο άνθρωπος, λέει ο μέγας Ρουσσώ, παντού γεννιέται ελεύθερος και κάποια στιγμή τον βρίσκουν με αλυσίδες. Ορατές και αόρατες. Στο λαιμό, στα χέρια, στα πόδια. Και, ας το ξαναπώ, φτάνει να πεθαίνει πολλές φορές ως αξιοσέβαστος γέρων αναρωτώμενος όμως, τι έζησε, αν έζησε και γιατί… δεν έζησε αλλιώς!

 Η απάντηση δεν είναι εύκολη γιατί ωραίο να θέτεις τα ερωτήματα -έργο των φιλοσόφων όλων των εποχών- αλλά το ζόρι είναι οι απαντήσεις. Και εννοώ απαντήσεις αληθινές κι όχι… ελιγμοί διαφυγής και ελιγμοί επιβίωσης.

 Γιατί συναισθηματικός μιθριδατισμός λοιπόν; Πώς συμβαίνει όλο τούτο και γιατί από νέοι ασκούμαστε στο να ‘βιώνουμε’ πολλά αλλά να νιώθουμε ελάχιστα ή καθόλου; Γιατί από νέοι κρυβόμαστε από τη ζωή, την αληθινή ζωή; Τι είναι αυτό που μας τρομοκρατεί, μας λυγίζει, μας ωθεί στο να προδώσουμε την ιερή αποστολή μας -που εν συντομία θεωρώ πως είναι η αυτό-πραγμάτωσή μας-, μας σπρώχνει να προδώσουμε τον εαυτό μας, τα όνειρά μας, τα φτερά μας;

Γιατί πέφτουμε για ύπνο όμορφοι και ξυπνάμε άσχημοι, όπως ο Ιούδας;

Η μαγική λέξη ίσως να είναι η επιβίωση! Όμως τούτη την προσέγγιση -και για τους δι-ελιγμούς επιβίωσης έχω αναφερθεί θεωρώ αρκετά επιτυχημένα στην ανάρτησή μου με τίτλο «Η παραμυθία της ‘φυσιολογικότητας’…»- την έχω ήδη εξετάσει. Και επιμένω πως είναι μια προσέγγιση που ασφαλώς δεν εξαντλεί το όλο θέμα.

Γιατί το θέμα είμαστε εμείς και η ζωή μας.

Εμείς και η αλήθεια μας.

Εμείς και τα αναρίθμητα ‘οχυρωματικά έργα’ -δηλαδή τα ψεύδη- που ορθώνουμε ως άριστοι μηχανικοί για να μην διανοηθεί καν να μας εγγίσει το αληθές.

Άριστοι μηχανικοί και κατασκευαστές θαυμαστών οχυρωματικών έργων εξαιρετικής αποτελεσματικότητας ώστε το… δολοφονικό αληθές να μην τολμήσει να μας… μολύνει!

Άριστοι μηχανικοί και κίβδηλοι άνθρωποι!

 

Μα, νομίζω πως τούτο, καλά το σκέφτονται ίσως όσοι με γνωρίζουν τόσα χρόνια -στις αρχές Γενάρη κλείνω 17 χρόνια ως blogger!!!- τούτο λοιπόν είναι το θέμα που με απασχολεί, με τριγυρίζει σαν τον καρχαρία και σε ησυχία δεν με αφήνει άρα κι εγώ σε ησυχία δεν μένω και θα επανέλθω – Θεού θέλοντος- με νέα ανάρτηση και νέες προσεγγίσεις!

 

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2025

Το αληθινό...


Ο
ΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕΙ ως αληθινό θα πρέπει πριν, συνθήκη αναγκαία και ικανή της ‘μετάβασης’, να έχει διέλθει από τη σφαίρα του μυθικού. Τούτο δεν συμβαίνει με το περίφημο και υπερ-εκτιμημένο πραγματικό. Τουναντίον. Ως πραγματικό μπορεί να θεωρηθεί οτιδήποτε οι αισθήσεις αιχμαλωτίζουν είτε δύνανται είτε όχι να το μεθερμηνεύσουν. Το γνωστό, υπό μία έννοια, είναι εξόχως πραγματικό αλλά δεν μπορεί κανείς να το αναγνωρίσει ως αληθινό. Το άγνωστο δεν μπορεί έμφρων άνθρωπος να χαρακτηρίσει ως πραγματικό. Και είναι το ‘αληθινότερο’ όλων…

Πάνω σε τούτα εδράζεται όλη η εικοτολογία της ‘πραγματικής ζωής’ σε διάσταση με τη ενδο-θέαση της ‘αληθινής ζωής’. Όποιος ενδιαφέρεται να αποκτήσει γνώση και επίγνωση, πάει να πει βαθιά εποπτεία, θα πρέπει σταδιακά να εγκαταλείπει τα δόγματα του πραγματικού και να εισέρχεται ψηλαφώντας και νυκτοπατώντας στα άδυτα και ημι-σκότεινα δώματα του αληθινού. 

Γιατί να το πράξει όμως αυτό κάποιος; Γιατί να ‘μπει σ’αυτήν την περιπέτεια;’ Τούτο αναρωτιέται ο ράθυμος και νωθρός νους ο οποίος, εξησφαλισμένος από τη θωράκιση –απατηλή βεβαίως- της ‘φυσικής’, πάει να πει εμπειρικής και εμπειρωσιακής πραγματικότητας, απορρίπτει εύκολα οιαδήποτε αναδίφηση και εμβύθιση στους υποθαλασσίους και άχρονους κόσμους του μη-περατού. Ο νωθρός και ακηδής άνθρωπος εθριάμβευσε και στο δικό του κόσμο ζούμε όλοι μας, εξωτερικά τουλάχιστον. Αιώνες τώρα. Είμαστε αιχμάλωτοι του τροπαιοφόρου και παιανίζοντος επιστήμονα που γνωρίζει κάλλιστα να τεμαχίζει και ελάχιστα να συνθέτει. Πέταξε κάποτε στα σκουπίδια τον ‘παλαιό κόσμο των μύθων’ ο ‘καρτεσιανός’ άνθρωπος για να εισέλθει στο ‘νέο και πραγματικό κόσμο των αισθήσεων’… και των παραισθήσεων βεβαίως. 

Θέλουμε να γνωρίσουμε… θέλουμε να δούμε… δεν θέλουμε πλέον να ονειρευόμαστε τον κόσμο, στην ουσία ούτε να τον ζήσουμε θέλουμε… θέλουμε να τον ψηλαφήσουμε, να τον μετρήσουμε, να τον κόψουμε και να τον αναλύσουμε… θέλουμε, σαν τα μικρά παιδιά, να τον χαλάσουμε και να δούμε τι ‘έχει μέσα’… Και ο κόσμος δεν αρκεί, η Γη δεν αρκεί, το ηλιακό μας σύστημα δεν αρκεί, ο υποατομικός κόσμος δεν αρκεί, ο άνθρωπος δεν αρκεί… έχουμε έναν πυρετικό και αδίψαστο ζήλο να κόβουμε σε τεμάχια μικρότερα ως και το ελάχιστο… καμιά ακεραιότητα δεν είναι αληθινή. Έτσι διακηρύξαμε κάποτε, έτσι συνεχίζουμε να μεγαλαυχούμε… εμείς που τα διαλύσαμε, εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε… όμως… 

Όμως ενώ το πραγματικό διαλυόμενο στα εξ ων συνετέθη ίσως δύναται κάποτε να επανέλθει, έστω και ‘χαρβαλωμένο’ στην προτέρα του ομοσχημία, το αληθινό, αρνείται πεισματικά να ξαπλώσει στο κρεβάτι του προκρούστη νου και να τεμαχιστεί από τον Μένγκελε φιλοπερίεργο δόκτορα ο οποίος αφού κορέσει, προς στιγμήν την εγκατιαία του πείνα για κατασφαγή και διαμελισμό, θα απέλθει αφήνοντας το σώμα στην αναξιοπρεπή κατάσταση που βρέθηκε το ‘τέρας’ του δόκτορος Φρανκεστάιν. Έμπνουν είδωλον, αν έχει την δυστυχία να αναπνέει ακόμα, αποκρουστικό εργαστηριακό πειραματόζωο που θανατώθηκε προς δόξαν της ‘επιστήμης’ στις περισσότερες περιπτώσεις…

Το αληθινό δεν αγγίζεται όμως… κι αυτή είναι η μέγιστη δόξα του και το αμιγές και αναφές της φύσης του… το κύδος και το κλέος… αναπνέει στο Γνόφο του Αχανούς και χλευάζει όλους τους μικροσκοπικούς επηρμένους κόκορες με τις λευκές μπλούζες που νομίζουν ότι κάποτε θα το εγκιβωτίσουν σε μια συσκευή και θα μπορούν να το αναπαράγουν κατά το δοκούν… 

Το αληθινό δεν αιχμαλωτίζεται, δεν από-ιεροποιείται, δεν αποσαρθρώνεται, δεν αποδομείται, δεν σήπεται, δεν θνήσκει… 

Η γεύση του πρώτου φιλιού δυο ερωτευμένων, το άγγιγμα της μητέρας στο πρόσωπο του παιδιού, το βλέμμα της αγαπημένης, οι ιερές πρωτανάσες της ζωής που ενσαρκώνεται και δημιουργεί μέσω της χονδροειδούς ύλης λεπτοφυή και υπερφυή θαύματα, οι σιωπές των μελαγχολικών μοναχικών συνανθρώπων μας, η αγιότητα της καρτερίας του ευγενούς όντος, η ενσυναίσθητη προσοχή και προσήλωση στον αναξιοπαθούντα αδελφό μας… όλα τούτα δεν εξαγοράζονται, δεν εκπίπτουν, δεν αποσαρκώνονται…
Μεταρσιώνονται όμως σε όνειρο, ποίηση και δράση… μεταβολίζονται σε γεγονότα αλήθειας… από ρυπαρές πραγματικότητες μεταβαίνουν σε αληθινότητες λάμπουσες… και αθανατίζονται… 

αιωνίζονται κάθε στιγμή… χωρίς να το ξέρουμε…

κάθε φορά που υποδεχόμαστε με αγάπη και ησυχία τον άλλο…
κάθε φορά που ψελλίζουμε την ανάγκη μας για εκείνο που πάντα θα είναι…
κάθε φορά που απογαλακτιζόμαστε από εκείνο που κάποτε ήταν…
κάθε φορά που απλώνουμε το χέρι και το κρατάμε σταθερά προσφέροντας τον εαυτό μας…

Κι όλα αυτά που εμείς κάποτε περιφρονήσαμε ως ‘απλοϊκά’, στοιχειώδη, παιγνιώδη, πρωτογενή, ‘εύκολα’, ευανάγνωστα, πεπαλαιωμένα, άχρηστα, πεπερασμένα, ανούσια, υπερκερασμένα…

Όλα τούτα υπάρχουν και μας αναμένουν…

Στην αλήθεια τους ανασαίνουν το πραγματικό…

Στην ανθοφορία τους πραγματώνουν το αληθές

Και μας χαμογελούν…



Nearing Spring
Jake Olson

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2025

Στέφανος...

 


Π
ερπατούσαμε για αρκετή ώρα στα κατηφορικά δρομάκια της περιοχής. Μας άρεσε κάποτε να κατεβαίνουμε αυτά τα στενά και να εξετάζουμε τα παλαιά, διώροφα με τις ωραίες θύρες, τα ανάγλυφα και τις κοσμήσεις με τους ρόδακες. Έπειτα βγαίναμε στον παραλιακό δρόμο, προσπερνούσαμε τις ταβέρνες και τα φωτεινά καταστήματα που προορίζονται περισσότερο για τους τουρίστες και τους προνομιούχους αυτού του κόσμου και καθόμασταν σε ένα απόμερο καφέ, στο τέλος του δρόμου. Πολλές φορές είχαμε κάνει αυτές τις βόλτες και απολαμβάναμε πάντα τον καφέ μας συζητώντας για χίλια δυο. Απόψε δεν είχαμε το ίδιο κέφι όπως τότε, πολλά χρόνια πριν, όμως δεν βιαστήκαμε να κατέβουμε στον δρόμο της θάλασσας. Είχαμε τόσο καιρό να ανταμώσουμε και θέλαμε να χαρούμε την ευκαιρία σαν γιορτή. Όμως το παλιό μας καφέ δεν το βρήκαμε. Στη θέση του είχε ‘σηκωθεί’ ένα κακάσχημο, ‘μοδέρνο’ κτήριο γραφείων με φιμέ υαλοπίνακες να καλύπτουν όλη του την πρόσοψη από πάνω ως κάτω σαν πένθιμο σάβανο.
‘Υπάρχει ένα άλλο, εδώ κοντά’, είπε ο Στέφανος χαμογελώντας. ‘Το είδα καθώς ερχόμουν’. Έτσι τον θυμόμουν, να μην αποθαρρύνεται ποτέ, να βρίσκει λύσεις σε όλα.
‘Πάμε λοιπόν’, του είπα καθώς επιζητούσα τη ζεστασιά ενός χώρου και τη γεύση ενός καλού καφέ.
Και πράγματι, δεν αργήσαμε να το εντοπίσουμε. Ο φίλος μου με οδήγησε ανάμεσα στα στενά δρομάκια και κάποια στιγμή το είδαμε σε μια γωνιά. Φαινόταν για στέκι φοιτητών. Φοβήθηκα πως θα είχε κόσμο και θόρυβο και δεν θα μπορούσαμε να συζητήσουμε. Τούτη την ώρα όμως ήταν σχεδόν άδειο και τα παιδιά που το λειτουργούσαν μάς καλωσόρισαν με χαμόγελο.
Καθίσαμε σε μια γωνιά και παραγγείλαμε τους καφέδες μας.
‘Να λοιπόν που μετά από πολλά χρόνια ξανανταμώνουμε φίλε’, τού είπα και ένιωθα βαθιά στην καρδιά μου εκείνο το ρίγος μιας εποχής που είχε περάσει πια για πάντα αλλά είχε αφήσει θερμές αναμνήσεις.
Ο Στέφανος χαμογέλασε γλυκά. Ήταν όμορφος τότε με πυκνά, μαύρα μαλλιά και έξυπνο, ανήσυχο βλέμμα. Η φωνή του είχε μια ένταση και ταυτόχρονα μια μουσικότητα που δεν είχα σε άλλον άνθρωπο συναντήσει. Τού έλεγα τότε πως σε κείνον μπορούσε εύκολα κανείς να διδαχθεί τις δασυνόμενες λέξεις και γελούσε. Μα και σήμερα διατηρούσε πολλή από την ομορφιά και την μεγαλοπρέπειά του. Ήμασταν και οι δυο στο κατώφλι των γηρατειών όμως εκείνος φαινόταν να απολαμβάνει κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας από το χρόνο.
Ήρθαν δυο μεγάλες κούπες με αχνιστό καφέ και οι πρώτες γουλιές μάς ζωντάνεψαν.
‘Έλειπα πολλά χρόνια στην Αμέρικα’, μού είπε και άστραφτε το βλέμμα του. ‘Δεν έχω παράπονο, καλά τα πήγαμε… παντρεύτηκα και μια αμερικάνα… τη Λορίν… μια μέρα θα σε καλέσω δάσκαλε να τη γνωρίσεις… τής έχω πει πολλά για μάς τότε…’
Συνήθιζε τότε να με αποκαλεί ‘δάσκαλο’ αστειευόμενος περισσότερο επειδή ήμουν ο επικεφαλής της ολιγομελούς ομάδας. Στην ουσία δεν υπήρχε καμιά διάκριση, κανένας ρόλος, καμιά ιεραρχία έστω και άτυπη. Ήμασταν όλοι ‘αναζητητές τού αόρατου και αψηλάφητου’, όπως συνήθιζα να λέω κι απλώς τύχαινε εγώ να είμαι ο παλιότερος στο μονοπάτι… 
‘Και βέβαια θέλω να γνωρίσω τη Λορίν. Παιδιά;’
‘Δυο… ο γιος σπουδάζει ναυπηγική και η κόρη… είναι η χαϊδεμένη μου… σχολείο ακόμα…’, είπε και έφυγε για λίγο το βλέμμα του… ένιωσα στη φωνή του πάλι εκείνη τη δασεία και το ρίγος της συγκίνησης… ήμουν βέβαιος πως ήταν ένας θαυμάσιος πατέρας.
‘Μού έλειψες… μού έλειψες πολύ δάσκαλε… όλοι σας εδώ μού λείψατε… υπήρχαν μέρες, να ξέρεις, που λίγο ήθελα να τα βροντήξω όλα και να καβαλήσω το πρώτο αεροπλάνο για Ελλάδα… αν δεν υπήρχε η Λορίν και τα παιδιά θα είχα σαλέψει…’
Δεν σχολίασα τον αφορισμό του και δραπέτευσα στον αχνιστό καφέ.
‘Βλέπεις κανέναν από την ομάδα μας;’, με ρώτησε.
‘Πολύ σπάνια πλέον επικοινωνώ με τη Ραχήλ… τη θυμάσαι; Όλοι οι άλλοι εξαφανίστηκαν… εδώ και χρόνια… αγνοείται η τύχη τους’, είπα μελαγχολικά.
Ο Στέφανος κούνησε το κεφάλι του και κάποιες τούφες από τα πυκνά ακόμα μαλλιά του έπεσαν στο μέτωπό του.
‘Πώς δεν τη θυμάμαι τη Ρέιτσελ… το πιο έξυπνο θηλυκό που γνώρισα σε δυο ηπείρους δάσκαλε… μακάρι να την είχα στο μαγαζί εκεί πέρα… θα τους είχα κατατροπώσει όλους…’
Χαμογέλασα. Δεν είχε άδικο. Η Ραχήλ διέθετε μια ιδιαίτερη ευστροφία που κάποιες φορές σε άφηνε έκπληκτο. Και μια δυνατότητα ανάλυσης που δεν είχα συναντήσει ξανά.
‘Καμιά φορά σκέφτομαι… όλα εκείνα… όλα εκείνα που μάς έδιναν ορμή και ενέργεια τότε… ώρες ατελείωτες, θυμάσαι Αντώνη; Ώρες ατελείωτες να συζητάμε για κείνο και το άλλο… για το πνεύμα, την ψυχή, το θείο, το καλό και το κακό και το διαλογισμό και τόσα άλλα… να αναλύουμε… να μιλάς εσύ και να σε ακούμε και μετά να πετάγομαι εγώ σαν εξυπνάκιας να λέω τα δικά μου, ύστερα εκείνος ο οργανοπαίκτης με τα γυαλάκια…’
‘Ο Μηνάς’
‘Α, ναι… μπράβο… αυτός και μετά πάλι να λες εσύ κι εμείς να ακούμε και να σημειώνουμε και να πιάνουμε τον Πυθαγόρα και τα Χρυσά Έπη και τον Ιάμβλιχο και τον ένα και τον άλλο και να ξημερώνουμε με δαύτα… ξέρεις πως τα θυμάμαι όλα τούτα φίλε; Έχουν ζωντανέψει όλα και έχουν πάρει σάρκα και οστά… μέχρι και μάτια έχουν και με κοιτάνε με παράπονο… γιατί μάς παράτησες;, έτσι με ρωτάνε και δεν έχω απάντηση να δώσω… καταπιάστηκες να ανοίξεις μαγαζί, να κάνεις επιχείρηση, να κάνεις οικογένεια και με μάς… τι γίνεται με μάς; Μάς πρόδωσες… έτσι μού λένε και με κοιτάνε σαν παραπονιάρικα σκυλιά…’
Τον είδα να κοιτάζει την κούπα με τον καφέ του, να την στριφογυρίζει στα χέρια του, να έχει φορτιστεί πολύ… 
‘Μού φαίνεται πως από όλους μας… μονάχα εσύ κράτησες την αξιοπρέπειά σου δάσκαλε… δεν ήταν τυχαίο που ήσουν ο πρώτος ανάμεσά μας… ήσουν ο πιο αφοσιωμένος, ο πιο ζεστός, ο πιο έντιμος… όσο για μένα… ξύστρας… παχιά λόγια και γκομενιλίκια… τα λεφτά σκεφτόμουνα και να σηκωθώ να πάω στο θείο μου στην Αμερική που πέθαινε και θα έμενε το μαγαζί στους αραπάδες… πήγα να σώσω το μαγαζί του θείου μου δήθεν… ψέμα… πήγα να βγάλω ντόλαρς και να ζήσω όπως όλοι οι άλλοι… κι εμείς σπουδάζαμε τα μεγάλα και τα σημαντικά… και τελικά τα φτύσαμε όλα και γίναμε ένα με όσα κοροϊδεύαμε…’
Είχε καρφώσει το βλέμμα του στον καφέ του λες κι αναζητούσε εκεί μια διέξοδο… άνοιγε την καρδιά του κι έκανε τον απολογισμό του… στον εαυτό του, όχι σε μένα…
‘Ξέρεις τι είπα στη Λορίν ένα βράδυ που είχε σχεδόν ένα μέτρο χιόνι στη μεγάλη λεωφόρο και δεν τολμούσες να ξεμυτίσεις; Πως έναν έντιμο πνευματικό άνθρωπο έχω γνωρίσει στη ζωή μου και μια μέρα, στο λέω μια μέρα μάτια μου, θα γυρίσουμε στην Ελλάδα και θα σού τον γνωρίσω… όχι σαν κι εμένα που ήμουν μονάχα λόγια και ουσία μηδέν… θα σού γνωρίσω έναν άνθρωπο που είχα την τιμή να λέω φίλο μου και δάσκαλό μου και…’
Κόμπιασε, δεν είπε άλλα, σιώπησε. Ήπιε μια γουλιά καφέ και ύστερα σήκωσε το υγρό του βλέμμα και με κοίταξε όχι στα μάτια μα κατευθείαν στην καρδιά.
Είχα φορτιστεί κι εγώ ακούγοντάς τον και έμενα σιωπηλός καθώς τέτοιες στιγμές είναι ιερές και την ιερότητα δεν μπορεί να την διαταράσσει κανείς.
‘Από εκείνους δεν μπορώ δάσκαλε να ζητήσω συγνώμη’, είπε.
‘Από ποιους εννοείς;’, τον ρώτησα σμίγοντας τα φρύδια.
‘Από τους δασκάλους… τους παλιούς εννοώ… τους Μεγάλους… τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο… μπορώ να ζητήσω συγνώμη από σένα; Και να μού υποσχεθείς πως θα μεσιτέψεις για μένα; Μπορώ;’
Άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και τον μιμήθηκα. Μού έσφιξε δυνατά την παλάμη. 
‘Θα τούς το πεις για μένα φίλε μου; Θα το κάνεις;’
Τον είδα να χαμογελά ξανά με κείνον τον ιδιαίτερο και γοητευτικό τρόπο που έβρισκαν ακαταμάχητο κάποτε οι κοπέλες. 
‘Στέφανε…’, πήγα να πω όμως δεν σήκωνε αντίλογο. Όχι εκείνη τη βραδιά, όχι στην έντονη συγκίνησή του.
‘Να είμαι ήσυχος δάσκαλε;’
Χαμογέλασα και του ανταπέδωσα το σφίξιμο.
‘Να είσαι ήσυχος φίλε μου’, τού είπα ζεστά και ειλικρινά μέσα απ’την καρδιά μου.
Ο φίλος μου δεν άργησε να ξαναβρεί το ρέον κέφι του και άρχισε να μου διηγείται τη ζωή του στην ξενιτειά, τις χαρές και τις λύπες του, τη συνύπαρξή του με τους αμερικανούς, το πώς αποφάσισε τελικά να γυρίσει στην πατρίδα με την οικογένειά του. Ήθελε να πει πολλά, εγώ δεν μιλούσα, άκουγα. Σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση κι ένιωθε ευλογημένος που τα είχε καταφέρει και επέστρεψε. 
Η ώρα είχε περάσει, αποφασίσαμε να φύγουμε. Βγήκαμε από το καφέ με πολλά και δυνατά συναισθήματα. Είχε βραδιάσει και το κρύο έφτανε στο κόκαλο. 
‘Θα σου τηλεφωνήσω να ανταμώσουμε ξανά δάσκαλε, να γνωρίσεις την οικογένεια. Και θα πάμε σε ένα ρεμπετάδικο να κάνουμε κέφι… να τα πιούμε, να γελάσουμε και να χαρούμε… δεν θα μού αρνηθείς…’
‘Δεν θα σού αρνηθώ Στέφανε’, τού είπα.
Αγκαλιαστήκαμε για ώρα κι έπειτα χωρίσαμε. 
Πήρα τον ανηφορικό δρόμο προς τον επάνω δρόμο για το σπίτι μου γεμάτος σκέψεις, αναμνήσεις και ένα σφίξιμο στην καρδιά.


Ο Στέφανος κράτησε την υπόσχεσή του, εν μέρει όμως. Δεν μου τηλεφώνησε ξανά όμως μού έστειλε μετά από μήνες ένα ηλεκτρονικό μήνυμα… είχε ξαναγυρίσει στην Αμερική… όλα του φαίνονταν ξένα εδώ, έτσι μού έγραφε… η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν αμερικανοί κι εκείνος δεν ήξερε πια τι ήταν… μονόδρομος, σκεφτόμουν… Μού ζητούσε και συγνώμη που δεν κράτησε την υπόσχεσή του… ‘Την επόμενη φορά που θα ξανάρθω, δάσκαλε… θα είναι πριν πεθάνω… να με περιμένεις…’, μού έγραφε στο τέλος και νομίζω πως τον έβλεπα να χαμογελάει με κείνον τον ωραίο, λεβέντικο, γενναιόδωρο τρόπο του.