Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2019

Μαυσωλείο




Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…




Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2019

Εξορία...

  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω ξανά και ξανά στη μαύρη αιωνιότητα
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες αρκεί που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ και το απέραντο αύριο σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου και το πρωί τα ίδια πάλι μέσα στο Στόμα
Μα και το Στόμα είσαι εσύ
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρεις… Φτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από μέλαινα βροχή Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.

Και την απάντηση την ξέρεις

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2019

Τα τρία κλειστά συστήματα της ανθρώπινης συνθήκης


[απόσπασμα]

Ι
σχυρίζομαι πως τρία είναι τα κλειστά συστήματα της ανθρώπινης συνθήκης: Η προσευχή, ο πόθος και η τρέλα. Και το μοναδικό υπερσύνολο που τα εμπεριέχει όλα είναι το θρησκευτικό. Το γεγονός του θρησκεύειν. Και για τούτο είναι το μόνο αυτάρκες, το μόνο πλήρες και το μόνο απολύτως λειτουργικό. Με υγιή ή νοσηρό τρόπο, με κάθε τρόπο. Όλα τούτα ίσως χρήζουν ανάλυσης.
Λέγοντας πως ένα σύστημα είναι κλειστό, έχω την εξής εικόνα που μπορώ να δώσω για να βοηθήσω την προσέγγιση κάθε καλόπιστου αναγνώστη. Ας φανταστούμε ένα μυστικό, κλειστό δωμάτιο. Ο άνθρωπος εισέρχεται, η πόρτα πίσω του κλείνει, δεν έχει καμιά διάδραση, καμιά ανταλλαγή πληροφοριών με τον ‘εξώχωρο’. Όμως ακόμα κι αν έχει, δεν είναι απαραίτητη, δεν αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για να δράσει, να καταναλώσει και να καταναλωθεί, να αναπτύξει και αναπτυχθεί εντός του δωματίου. Το σύστημα είναι κλειστό επειδή δεν έχει ανάγκη άλλων υποστηρίξεων. Πρόκειται για ένα αυτάρκες, αυτόκρατο και ασφαλές σύστημα. Και απολύτως λειτουργικό. Και σε οιαδήποτε εντατική κατάσταση του ‘φορέα’ του. Χαμηλή, μέση, υψηλή. Και σε οιαδήποτε ενεργειακή στάθμη. Μάλιστα ο άνθρωπος μπορεί να περατώσει το υπόλοιπο του βίου του εντός του δωματίου. Με την όποια και οποιαδήποτε διαμόρφωση και μορφή.
Εάν κάποιος δυσφορεί με τη λέξη ‘προσευχή’, ας τη θεωρήσει με την ευρύτερη έννοια του πνευματικού προσανατολισμού σε κάτι. Μην εγκλωβιζόμαστε από γνωστές ή λιγότερο γνωστές θρησκείες, λατρείες και δόγματα. Χρησιμοποιώ εντούτοις την κωδική λέξη ‘προσευχή’ γιατί αποδίδει καλύτερα αυτό που εμπεριέχει.
Εάν σε κάποιον ξενίζει η λέξη ‘πόθος’ και θέλει να την αντικαταστήσει με την σφοδρή επιθυμία, την λαγνεία, την βούληση ή την δίψα, ας το κάνει. Προσωπικά θεωρώ πως η κωδική λέξη ‘πόθος’ με ικανοποιεί. Ο πόθος είναι σκοτεινότερος από την επιθυμία και φωτεινότερος από τη λαγνεία. Είναι διαφορετικής τάξεως από τη δίψα και εν τέλει δεν έχει καμιά σχέση με τη βούληση. Και δεν αφορά φυσικά μόνον το σαρκικό-ερωτικό ενδοσύμπαν. Αφορά οτιδήποτε σχετίζεται με τον πόθο. Ακόμη και τον πόθο για το θάνατο. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, ιδιαίτατα με το θάνατο.
Όσον αφορά την ‘τρέλα’, εδώ εγκυμονούν πολλοί κίνδυνοι. Και απαιτείται από τον μελετητή προσοχή μεγίστη και ‘βήματα γαλής’. Κι αυτό γιατί βεβαίως η ίδια η λέξη ‘τρέλα’ αποτελεί ένα αχανές σύμπαν που εμπεριέχει ορισμούς και ορίσματα, κατηγορήματα, έννοιες, κλινικούς όρους, ιατρικές συνδηλώσεις και συνεκδοχές και βεβαίως την απολύτως υποκειμενική θεώρηση της τρέλας. Το τι σημαίνει τελικώς ‘τρέλα’ για τον καθένα είναι περίπου αχαρτογράφητο. Αν κάποιος ερωτηθεί στο δρόμο ‘τι είναι η τρέλα;’ ίσως δυσκολευτεί πολύ να απαντήσει. Είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται σαν καραμέλα απ’όλους –όπως η άλλη λέξη-σύμπαν ‘Θεός’- αλλά όταν καλείσαι να γίνεις συγκεκριμένος αναγκάζεσαι να αντλήσεις από τις προσωπικές σου εμπειρίες και μόνον. Κι αυτό σού αφήνει μια πικρή γεύση εκκρεμότητας και αμηχανίας στα χείλη. Έτσι λοιπόν, εδώ αναγκάζομαι να ορίσω την ‘τρέλα’ ως μια γενικότερη πνευματική αλλά και βιο-οργανική διάσταση όπου όλες οι συνήθεις ορίζουσες και όλες οι συμπαγείς έννοιες που η παράδοση και ‘τα συνήθεια’ του βίου έχουν παραδώσει στο άτομο βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση ‘ρευστότητας’. Τίποτα δεν είναι αμιγές, ατόφιο, καθαρό, διάφανο και φωταυγές. Τίποτα δεν είναι βέβαιο, έμπεδο, ακλόνητο, διαρκές, συνεχές, περίφρακτο. Σε αυτή την αέναη ροϊκότητα όλος ο οργανισμός, πασχίζει να επιβιώσει μέσα από μια ονειρώδη, γνοφώδη, σκοτεινή ή ημισκότεινη ‘πραγματικότητα’ εν μέσω πολλών άλλων ‘πραγματικοτήτων’. Κάθε έννοια διάδρασης με οτιδήποτε έχει περίπου ακυρωθεί και κάθε έννοια επικοινωνίας ακόμη και με απλούς όρους με οτιδήποτε έξω από το μυστικό δωμάτιο καταλήγει σε παταγώδη αποτυχία. Ο ‘τρελός’ εδώ λοιπόν ομοιούται με τον άνθρωπο εκείνο που βρίσκεται σε έναν άγνωστο πλανήτη ανάμεσα σε άγνωστες οντότητες που ομιλούν μια άγνωστη γλώσσα. Πασχίζει να γεωδαιτήσει εαυτόν, να σχηματίσει στην ουσία εκ νέου έναν συνεκτικό εαυτό με αλλότρια υλικά και νέα δεδομένα. Ο αγών είναι τρομερός, ενεργοβόρος και άνισος.
Ανέφερα κιόλας από την πρώτη παράγραφο πως το μοναδικό υπερσύνολο που ως ομπρέλα αμφιλαφώς σκέπει και στεγάζει τούτα τα κλειστά συστήματα είναι το λεγόμενο θρησκευτικό γεγονός. Το γεγονός του θρησκεύειν. Η ίδια η θρησκευτικότητα ως εγγενής δράση του ανθρωπίνου είναι. Διαφορετικά θα μπορούσε να το προσεγγίσει κανείς με μερική επιτυχία ως εκζήτηση του ιερού. Η εκζήτηση του ιερού είναι μια μεγάλη, πολυδιάστατη θεώρηση που δεν ταυτίζεται όμως απολύτως με τη θρησκευτικότητα. Κι αυτό γιατί η εκζήτηση του ιερού είναι μια εγγενώς ενεργητική δράση του πνεύματος ενώ η θρησκευτικότητα πολλές φορές αναπαύεται στον εκστατικό προσευχητικό μονόλογο του είναι. Η θρησκευτικότητα στην ακραία της εκδοχή αποτελεί ένα μυστικιστικό γεγονός και ο μυστικός εαυτός ποθεί την εκστατική αναρπαγή και την μεταρσίωση. Θα μπορούσε να εικονίσει ενδεχομένως κάποιος τον εκζητητή του ιερού με έναν πολεμιστή του φωτός και τον θρησκεύοντα με έναν ασκητή που έχει αναχωρήσει και εγκατοικεί στο μονήρες κελί του.



Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2019

Ιερό ίχνος…



Το μεγάλο ψεύδος που συνοδεύει τους ποιητές μέσα στους θολούς αιώνες είναι η μεγάλη θεώρηση, η εποπτεία… το καθαρό βλέμμα στο Κεκρυμμένο και στο Επέκεινα… ναι, ακόμα και στο επέκεινα… γιατί χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής είναι ένας κρεμασμένος βλάσφημος από το καταραμένο δέντρο… χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής απλώς αντιγράφει, δεν αφηγείται… στην καλύτερη περίπτωση μεταγράφει όμως δεν ποιεί… δεν μπορεί να δομήσει ένα άρτιο σύμπαν… και ποιητής χωρίς άρτιο σύμπαν είναι ένας σβηστός ήλιος, μια μέλαινα οπή στο μαύρο του στερεώματος… ένα περιττό ίσως, και τα ίσως το Αχανές τα ξεβράζει στους αποθέτες του χρόνου…

Όμως κι αυτός ακόμα ο αρχαίος άνεμος που φυσάει πάντα όταν γεννιέται ένας μεγάλος ποιητής, ακόμα κι αυτός είναι ένα μεγάλο ψεύδος… υπάρχει αλλά δεν είναι. Ο ποιητής που θα πιστέψει πως αυτός ο κόσμος είναι έχει υπογράψει την οριστική συνθηκολόγησή του με το θάνατο. Και ο ποιητής γεννιέται για να περάσει στην αθανασία, αλλιώς είναι ένας ‘κοινός’ θνητός… ένας ακόμα που δεν τόλμησε να ξεμυτίσει απ’τη Σπηλιά… οπότε, ό,τι γράφει δεν έχει και τόση σημασία… όσο τυφλοί είναι όλοι είναι κι εκείνος, όσο νεκροί είναι όλοι είναι κι εκείνος… νομίζει πως βλέπει όμως όλα είναι γεννήματα, κατασκευές… ένας ευφυής προγραμματισμός, μέσα, πάντοτε μέσα στη Σπηλιά…

Ο ποιητής νιώθει τον άνεμο του παρελθόντος, ακούει τις φωνές των παλαιών διδασκάλων, των νεκρών αδελφών και μπορεί να ιχνηλατήσει κάποιες λίγες γιάρδες στην ατραπό του μέλλοντος… από τούτη την άποψη η παραμυθία του μεγάλου ψεύδους προσφέρει σε όλους μας… όμως όσο είναι σύσκηνος και ισοϋψής με το χτες και το φθαρτό όσα προσφέρει είναι μαζί όνειρα και φαντασία, πυρετός και έρωτας, αυτισμός και αυτόματη γραφή, γλωσολαλιά και τρέμενς… το βλέμμα του ποιητή μπορεί να υψωθεί μονάχα αν συνδεθεί απευθείας με το Αχανές σε μια τραυματική και οδυνηρή σχέση που θα τον ματώσει, θα τον σκοτώσει και θα τον αθανατίσει… και οφείλουμε όλοι να τον συνδράμουμε σ’αυτό!

Όμως το κόστος είναι μεγάλο όσο και ο πόνος έξω από τα ανθρώπινα.

Τούτο τον έσχατο και οριακό πόνο ένιωσε κάποτε ο Άνθρωπος επάνω στον σταυρό ενώ πίσω του ο χρόνος ούρλιαζε, πάνω του το Αχανές γεννούσε άπειρα μορφώματα και δυνατότητες, κάτω του το έδαφος της θλίψης ήταν γεμάτο στόματα που έχασκαν για να υποδεχθούν τα περιττώματα του φθόνου…

Σημείο συνάντησης, σημείο τομής… η οδός που ανοίχτηκε προσφέρθηκε για όλους όμως δεν ήταν όλοι έτοιμοι. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είναι έτοιμη όλη η ανθρωπότητα. Έτοιμη για την έξοδο. Έτοιμη για το αλλιώς. Και δεν ήταν σχεδόν κανείς.

Γιατί μεγάλος ποιητής χωρίς την αλληλεγγύη της ανθρωπότητας δεν υφίσταται. Μονάχα που είναι η πλήρης αναστροφή της συνήθους διαδικασίας. Εδώ οι άνθρωποι συμβάλλουν στη θανάτωση του ποιητή για να έχει ελπίδες αθανασίας. Και όχι επιβίωσης μέσα στη λάσπη του τώρα. 

Ο ποιητής έτσι μεταρσιώνεται, μεθίσταται, υπερβαίνει το ψεύδος και περνάει στον αληθινό κόσμο… ακόμη και στη ιερή σιγή του ανασαίνει κάτι απ’αυτόν και ό,τι μιλά είναι σύμβολο. 

Και η ανθρωπότητα βαδίζει συντροφιά με τα σύμβολα. Ώσπου να μετοικήσει ολόκληρη στο αληθές… κι ολόκληρη θα πει ακέραια… κι ακέραια θα πει αρηγμάτωτη, σωσμένη, φυλαγμένη … κάποτε στον χρόνο… κάπου στο άπειρο…

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η ανθρωπότητα αναγνώρισε τον ποιητή και τον βοήθησε στην έξοδο από τη σπηλιά θαυμαστά πράγματα συνέβησαν. Τα φέρουμε όλοι μας. Τα νιώθουμε και τα ψελλίζουμε όλοι. Είναι η παρακαταθήκη μας, η ακριβή κληρονομιά μας. Θα τα έχουμε μαζί μας για πάντα. Θα τα περάσουμε κι εμείς σαν ιερά σύμβολα... λέξεις, ανάσες, προσευχές, τραγούδια, παραμύθια, μορφές, αγγίγματα, έρωτες, θάνατοι, αφηγήσεις, όνειρα… θα τα κληροδοτήσουμε στους επόμενους κι ας μην ξέρουμε τι είναι, πως ήρθαν ως εμάς, γιατί πάλλονται από το αιώνιο…

Το ιερό ίχνος του ποιητή…

Ο καθένας από εμάς το έχει, το φορά, μας μιλά, μας συντροφεύει…

Και κάθε που χαμογελάμε στον ήλιο που σηκώνεται κάθε αυγή πάνω απ’τη θάλασσα, τούτο πάλλεται και ορθώνεται και μας πονά…