Δευτέρα, Μαΐου 08, 2017

Μετουσία...




Ο κεχρισμένος που δεν βολεύεται παρά με την απόλυτη προσήλωση, την άνευ όρων αποδοχή… την απροϋπόθετη, την αδιαπραγμάτευτη προσοχή… έτσι είναι… σε όρους προσωπικής ενδιάθετης δράσης αλλά και σε όρους αναστοχασμού… Και ο μυημένος που απεργάζεται πάντα, εσαεί, το έργο, ωσάν αυτό να μην έχει προ-οικονομηθεί, ωσάν να υφίσταται εν δυνάμει… πάντα εν δυνάμει… Ο κεχρισμένος που επιδομεί εαυτόν σε μια διαρκή και εργώδη προσπάθεια να πείσει σε όσα εκείνος δεν έχει πειστεί… και ο μυημένος που με μια του κίνηση φιλοτεχνεί κάθε φορά κι ένα καινούργιο σύμπαν…
Εκείνος που σε εκδικείται κάθε αφιλόξενη μέρα δεν είναι ο ακέραιος εαυτός… εκείνος που σε παρηγορεί τις νύχτες δεν είναι ο φύλακας της πύλης… εκείνος που σε διδάσκει κάθε ξημέρωμα τα σύμβολα του ζην δεν είναι ο απολωλός αδερφός σου… εκείνος που σε καμαρώνει για την επιμονή σου να επιβιώνεις δεν είναι ο ηγαπημένος…
Και από το μηδέν αν δεν άρχιζες κάποτε να μετράς, θα το περιείχες στο ρίγος της απώλειας… κάθε απώλειας, κάθε στιγμής…
Και στο άπειρο αν δεν φιλοδοξούσες να αρτιωθεί κάποτε ο στοχασμός σου, η μελαγχολία της ειμαρμένης θα σε αποκαθιστούσε κάθε φορά που θα την άφηνες αφρόντιστη… μέσα σου… καθώς ολόγυρα οργώνει αέναα το χωράφι της…
Ο κεχρισμένος, σαν μικρό παιδί, παραπονείται για τη μοναξιά που δεν του επιστρέφει το κόσμημα-χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμορφο πρόσωπο…
Ο μυημένος λεπτολογεί στο θρήνο του καταστάσεις που δεν άδραξε και παραθέτει εικόνες από τον πνιγηρό βίο της τελευτότητας. Όλα τα ανέχτηκε ο μυημένος όμως την απώλεια της καθημέριας ραστώνης δεν μπόρεσε να την αντέξει…
Στη μνήμη έρχονται ξανά και ξανά οι λέξεις, τα πρόσωπα, τα νεύματα, οι υποσχέσεις… ζεις για τη στιγμή της αθανάτισης όλων… πως κάποτε θα έχεις εποπτεία… ψέματα… πως τούτη κι αν την είχες θα την εγκατέλειπες… φτάνει να μην σε παραμελούσε τόσο το ονειρικό τοπίο… να μην σε πρόδιδε ο διαμορφωμένος, ο ναρκισσικός σου αρμοστής… εκείνο που τάχθηκες να υπηρετείς και πάντα σου δεσπότη είχες…
Ο κεχρισμένος θα λάμπει, θα τραγουδά, θα υφαιρεί απ’το θάνατο το χυδαία απόλυτο…
Ο μυημένος θα διέρχεται τις διαστάσεις ανώλεθρος και μόνος…
Μετουσία του είναι και απόστατη δόξα… αν έτσι κλείνομαι, ας είμαι έτσι…

Όταν θα με συναντώ ξανά και ξανά…  


Δευτέρα, Μαΐου 01, 2017

Η φυσιολογικότητα ως δι-ελιγμός επιβίωσης…




Η φαντασίωση της ‘φυσιολογικότητας’ δεν είναι μια ακόμα κατασκευή, ένα ‘πρότζεκτ’ ή μια δράση του εαυτού δίκην οχυρωματικού υπερ-έργου για την προστασία του από τον εξωτερικό ‘εχθρό’. Είναι βεβαίως και αυτά. Αλλά είναι κάτι περισσότερο. Η φυσιολογικότητα είναι η απόλυτη δια-φαντασιωτική δράση που, στην ουσία, επαν-αρχετυπώνει όλες τις προσληφθείσες ‘πραγματικότητες’ και τις ενοποιεί σε μία. Αυτή η μία πραγματικότητα αρκεί και αποτελεί τον μόνο εξωτερικό εχθρό για τον οποίο οργανώνεται σε όλη του τη ζωή ο εαυτός.

Πρόκειται για τον ύστατο και μεγαλειώδη ελιγμό επιβίωσης του εαυτού. Ένας δι-ελιγμός. Δηλαδή μια εσωτερική και διαδραστική οργάνωση με όλα τα συστήματα και υποσυστήματα του εαυτού αλλά και με το υπό όρους, δηλαδή εμπροϋπόθετα Άγνωστο που ενδέχεται να γίνει γνωστό.

Πιστεύω πως αυτή η εκπληκτική υπερ-κατασκευή που αγνοώ πότε εκκινεί αλλά είμαι βέβαιος πως δεν ολοκληρώνεται ποτέ –αλλιώς θα είχε επιτευχθεί η βιολογική αθανάτιση όλων των συστημάτων που φθείρονται και θνήσκουν- είναι και ο λόγος που ο άνθρωπος αφομοιώνεται τελικά στην εργώδη προσπάθειά του να μην αφανιστεί και αγνοεί όλα τα υπόλοιπα που επισυμβαίνουν στο στερέωμα της ύπαρξης αλλά και κάτω από τα πόδια του, στον ‘μέλαινα ποταμό’ της ύπαρξης. Ο άνθρωπος από την αρχή ως το τέλος επιδίδεται σε μια αγωνιώδη και αγχωτική οικοδομική δραστηριότητα όλου αυτού του οχυρωματικού υπερ-έργου και όταν, κάποτε, αποκαμωμένος σταματά, επέρχεται η αλήθεια του θανάτου.

Ο θάνατος, υπό μια έννοια του συμβαίνει ακριβώς λόγω της θραύσης της φυσιολογικότητας. Ακριβώς όταν έχει επαν-αρχετυπωθεί ο θάνατος, τότε είναι που συντρίβει τον άνθρωπο σε όλα του τα επίπεδα. Η φυσιολογικότητα δεν ανήκει στο Αχανές και γι αυτό δεν μπορεί να αρχετυπωθεί. Δεν έχει σχέση με αυτά τα πεδία. Η αλήθεια όμως έχει και γι αυτό είναι σχεδόν αδύνατον να βιωθεί.

Ας το θέσω με πιο απλούς όρους.

Ο λόγος που δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να αντιμετωπίσουμε αλλά και να εκφράσουμε την αλήθεια είναι ο ίδιος που μας δυσκολεύει να αποδεχθούμε το θάνατο. Ότι η αλήθεια όπως και ο θάνατος απειλούν τη φυσιολογικότητα’. Όταν βρισκόμαστε σε έναν καταιγισμόφυσιολογικών’ καταστάσεων, ο αιφνιδιασμός της τρομακτικότητας της αλήθειας μας σοκάρει και μας είναι αδύνατον να την αρθρώσουμε. Ο θάνατος, η τρομερότερη αλήθεια από όλες δεν μπορεί να μπει στη φυσιολογικότητα πουυπάρχει’ γύρω μας [άσχετο εάν εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες και οι εφαρμοστές μηχανικοί του πρότζεκτ]. Παραμένει μια ποιητική έννοια, μια μεταφορά, ένα μόρφωμα που υπάρχει κάπου εκεί πέρα και με το οποίο θα ασχοληθώ κάποια στιγμή.

Ας το δούμε ακόμη πιο οικειωτικά. Βλέπουμε μια αστυνομική ταινία, ας πούμε. Ο ένοχος που έχει κάνει κάτι τρομερό και αδιανόητο για τη δική του φυσιολογικότητα (σπίτι, δουλειά, παιδιά, σύζυγος, διακοπές, Χριστούγεννα, κλπ) δεν μπορεί να εντάξει το φονικό σε αυτήν. Όταν τον ρωτούν δεν μπορεί να το παραδεχθεί, να το ομολογήσει. Πρώτα θα αποκαλυφθεί και μετά θα ομολογήσει. Η βαρύτητα της φυσιολογικότητας είναι τόσο δυνατή που τον παρασέρνει.

Ο Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και Τιμωρία ίσως εμβάθυνε περισσότερο από όλους. Η ίδια η φυσιολογικότητα ανάγκασε το Ρασκόλνικοφ-φονιά να ομολογήσει. Η θράυση της φυσιολογικότητας επέφερε και τη δική του. Η κατάρρευσή του προυπήρχε. Ή φυσιολογικότητα όλων των άλλων μεγέθυνε το έγκλημά του τρομακτικά. Το έκανε να μοιάζει έργο ενός άλλου όντος. Όταν σκότωνε όμως όλα αυτά δεν υπήρχαν μέσα του. Εκεί υπήρχε μια άλλη φυσιολογικότητα.

Φαίνεται σχεδόν κωμικό, ασύμβατο με αυτή τη φυσιολογικότητα πως θα συμβεί κάτι τόσο αμετάκλητο που θα την διακόψει. Ο θάνατος δεν εντάσσεται σε κανένα σύστημακαθημερινής φυσιολογικής ζωής’. Δεν συμβαίνει κάθε λεπτό ολόγυρα, δεν πεθαίνουν στο δρόμο συνεχώς άνθρωποι, δεν εξοικειωνόμαστε μαζί του παρά μονάχα τον αντιμετωπίζουμε όταν ερθει η ώρα ή ως βιο-φιλοσοφικό διανόημα

Τι θα συνέβαινε αν όλη αυτή η φυσιολογικότητα ήταν διαφορετική;

Γιατί δεν είμαστε οι μόνοι ‘μηχανικοί φυσιολογικοτήτων’.

Σε ένα νεκροταφείο όπου φυσιολογικότητα είναι ο θάνατος, δεν είναι κωμικό να ισχυριστείς πως ζεις; Πως έχεις όνειρα, κάνεις έρωτα, σου αρέσει το παγωτό ή πονάει ένα δόντι σου; Δεν είναι κόντρα στην ταφική φυσιολογικότητα όλο αυτό;

Σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποια είναι η φυσιολογικότητα;

Στο ασυνείδητο [αν υφίσταται] ποια είναι;

Μήπως ανάστροφη από αυτή του συνειδητού;

Ο Ρασκόλνικοφ δεν μπόρεσε να εντάξει το δικό του ελιγμό στον μέγα δι-ελιγμό και γι αυτό έμεινε εντελώς μόνος. Ο φονιάς όπως και ο ποιητής, ο τρελός ή ο ξένος –ο ανοικείωτος- βιώνει μια άλλη κατάσταση, στις σκοτεινές περιοχές του Αχανούς. Η ενέργεια εκεί είναι τρομακτική και εύκολα συντρίβεσαι. Όταν το οχυρωματικό σου υπερ-έργο καταρρεύσει από μια αιφνίδια δράση, είσαι καταδικασμένος. Φωτίζεσαι για μια στιγμή και αφανίζεσαι αμέσως…