Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

Η ζωή είναι για τους ανυπάκουους τολμητίες...



Πράγματι λοιπόν η διαφορά μεταξύ συγκέντρωσης και προσοχής είναι ανάλογη με αυτήν μεταξύ δραστηριότητας και δράσης… Και η σημασία στο περιεχόμενο των λέξεων δεν προκύπτει από απλή ιδιοτροπία – αν και αυτή μάλλον έχει το ρόλο της επίσης – αλλά από το γεγονός της ίδιας της αυτοπαρατήρησης και της διαρκούς ενδοσκόπησης… τα αποτελέσματα είναι πάντοτε θεαματικά και ενίοτε σοκαριστικά… διότι όπου υπάρχει η δράση και η προσοχή είσαι παρών… όπου υπάρχει η δραστηριότητα και η συγκέντρωση, ένα μέρος από σένα είναι παρόν και όλος ο υπόλοιπος δραματικά απών… 

Και μετά τρέχεις να συμμαζέψεις τα ασυμμάζευτα…

Διότι συγκέντρωση, για να δοθεί ένα παράδειγμα, είναι να κρατάς ένα μικρό φακό στο χέρι και να εστιάζεις στη μικρή γωνιά του πίνακα που θέλεις να σου αποκαλυφθεί… προσοχή είναι να έχει φωτιστεί όλος ο χώρος και να απολαμβάνεις το κάθε τι με απόλυτη διαύγεια… τέτοια και τόση που να σε πιάνει… πονοκέφαλος…

Και δραστηριότητα είναι να έχεις προπονηθεί αρκετά και επίπονα για να καταφέρεις να ολοκληρώσεις μια μηχανιστικά επαναλαμβανόμενη δουλειά την οποία τελικά κάποτε, θα κάνεις στην εντέλεια… έτσι ώστε όλοι θα σε θαυμάζουν για την αρτιότητα της εργασίας σου… κι όμως, στον παραμικρό αιφνιδιασμό βρίσκεσαι ξανά στο μηδέν σαν πρωτάρης ανόητος και πασχίζεις να καταλάβεις τι πήγε στραβά… δεν πήγε κάτι στραβά, απλά πήγε κάτι αλλού, πήγε αλλιώς κι εσύ δεν είσαι έτοιμος για το αλλιώς… αυτό βρίσκεται στην περιοχή της δράσης… 

Όμως, για να λέμε και την αλήθεια, το να βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση πλήρους προσοχής είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο και τρομακτικά κοπιαστικό… έτσι προπαγανδίζει ο νους τουλάχιστον που είναι μεν εργατικός και φιλόπονος αλλά μονάχα στις περιοχές όπου αναγνωρίζει και αποδέχεται… διαφορετικά αρνείται να συνεργαστεί και επιστρατεύει το μεγαλύτερο όπλο του για να σε σταματήσει από το άλμα… το φόβο

Το να είσαι διαρκώς σε κατάσταση προσοχής σημαίνει ότι είσαι διαρκώς ερωτικός… σε ερωτική σχέση με κάθε τι, με όλα, κάθε στιγμή… πάλλεσαι και ακτινοβολείς καθώς είσαι πλήρης ενέργειας και η επίγνωσή σου ‘χτυπάει κόκκινο’… ο μέσος ‘καθημερινός’ άνθρωπος μπορεί να το αντέξει για λίγες ώρες ή λίγες μέρες… μερικοί για λίγους μήνες… ποιος μπορεί να το αντέξει για πάντα;

Αυτός άλλωστε θα ήταν ο ορισμός της αθανασίας σε ποιοτικό επίπεδο… μια ημέρα σε κατάσταση απόλυτης προσοχής ισοδυναμεί με μερικά χρόνια συμβατικής και ‘νορμάλ’ κατάστασης σαν αυτή που ζούμε… όταν έχεις εισέλθει στην διάσταση αυτή, ο χρόνος παύει, η σκέψη παύει, όλα ακυρώνονται και συνεπώς δεν είσαι νέος ή γέρος, παιδί ή ενήλικας, σοφός ή ανόητος, γνώστης ή βλαξ… είσαι και αυτό αρκεί… ως και η γλώσσα ακυρώνεται και κανείς δεν μπορεί να σου ‘μεταφράσει’ το βίωμα… ένα υπέροχο δράμα!

Κάποιες ελάχιστες φορές όλο τούτο το επισκεπτόμαστε… ή μάλλον μας επισκέπτεται… και όπως έναν συναρπαστικό επισκέπτη ο νους κάποιες φορές φροντίζει να τον κακολογήσει όταν αυτός φύγει από το σπίτι και να μας επαναφέρει ‘στην τάξη’, έτσι συμβαίνει και με ό,τι μας έδωσε ή μας έδειξε το αληθινό περιεχόμενο της ζωής… θα συκοφαντηθεί τόσο πολύ μετά από τον εισαγγελέα δίωξης βιωμάτων αλήθειας ώστε θα βρεθούμε… απολογούμενοι… γιατί ανοίξαμε στον αντιπαθητικό επισκέπτη την πόρτα; Γιατί αφεθήκαμε να μας ταξιδέψει σε άλλες πραγματικότητες; Δεν καταλάβαμε ότι ήταν ένας μεταμφιεσμένος τρομοκράτης; Γιατί δεν ακούμε το νου που πάντα μας προστατεύει και μας προφυλάσσει από τους παρείσακτους με τα αγγελικά πρόσωπα αλλά τις βόμβες κάτω απ’τη μασχάλη;

Για τους... νομιμόφρονες είναι ο βίος το λοιπόν…

Η ζωή είναι για τους ‘ανυπάκουους’ τολμητίες… επαναστάτες, ανατροπείς, 'τρομοκράτες'… δεν θα τα χαλάσουμε εκεί… από λέξεις είμεθα εν αφθονία…

Altamash Urooj

Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2017

Ζητητής του όντος...



Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.
Δημήτρης Λιαντίνης



Εκείνο που πραγματώνεται μες στο παράδοξό του… η απουσία και περισσότερο ο πόνος από την απουσία… κρίνεις λογικά μα σε προδίδει το θυμικό. Έχεις βασίλεια απέραντα μέσα σου… έχεις ανθρώπους, φωνές, βλέμματα… έχεις χρόνο…

Παραδίδεις στην πυρά του χθες όσα σε πλήγωσαν όμως δεν σου αρμόζει… κρίνεις με τη διάνοια πράγματα που ανήκουν σε άλλες περιοχές… στριμώχνεις μέσα σε λέξεις όσα είναι αρχαιότερα απ’τις λέξεις… έργο Σισύφειο, αδιέξοδο, μάταιο… και σε όλη σου τη ζωή… αν αξιώθηκες από το βίο να σηκωθείς λιγάκι στη ζωή… αν…

Παραδίδεις στη λήθη των ερχόμενων εκείνα που ούτε ο ίδιος εσύ δεν αγάπησες… άξια η μεταχείρισή τους από τους αποθέτες του αύριο… κανένα χτες δεν πρόγνωσε ποτέ κανένα αύριο… μάντης κακός σε αρχαίο ναό που εγκατέλειψε ως και η σκόνη… τι αναζητάς κοιτώντας ολόγυρα τους λερούς κίονες; Τι αδειάζει από σένα για να γεμίσει το έξω από σένα; Ξέχασες; Ποτέ το έξω δεν σε κάνει ευτυχισμένο… απλά γεμίζει το κενό… και πάλι στο επόμενο βήμα αδειάζει και μένεις ασυγχώρητος…

Παραδίδεις στο σήμερα το φιλοσοφείν που μακέλεψε ο ποιητής και το ποιείν που φαλκίδευσε ο φιλόσοφος… κρίνεις το σύμπαν μέσα από το φακό του Γαλιλαίου αλλά ο ποιητής ανασαίνει με πρωινά φωτός και δειλινά ομίχλης… παρθένα και τα δυο… όσα αναγνωρίζεις στο διαμέτρημα του στερεώματος είναι το χτες που σε εξαπατά… άσε την παρθενία για τον ικέτη του ίμερου, για τον προσκυνητή του ωραίου…

Ο φιλόσοφος σε εξαπάτησε γιατί σε γέμισε με ωραία λόγια…

Ο ποιητής σε μαύλισε γιατί στα χάραξε στο είναι…

Fly away with me
Yvette Depaepe

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Ανακίμ




Στα γιγάντια μπράτσα σου
κράτησέ με
σήκωσέ με απ’το τώρα
που χωμάτινο φέρετρο γίνεται
κι ανύψωσέ με στο Αεί
που λαχταρά η ψυχή μου να εισέλθει
αιώνες τώρα
όχι μόνη
ούτε άφιλη
με τον Άνθρωπο του Κλεισμένου Χρόνου
συντροφιά
τον αδελφό του ληστή
τον πατέρα του προδότη
την οικογένεια του κρεμασμένου


έχουμε δώσει τα χέρια
όλοι εμείς
που στο αίμα μας σταλάζει σαν σκουριά
το μάταιο


και βαδίζουμε αντάμα…


Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017

Εκείνο που αναπτύσσεται ενώ όλα γύρω εξελίσσονται…



Κάθονταν στο αγαπημένο τους σημείο και άκουγαν τη νύχτα καθώς ανάσαινε γύρω τους. Τα φώτα της πόλης στην απέναντι ακτή έμοιαζαν με εκατομμύρια μάτια παράξενων όντων μέσα στην ομορφιά του σκοτεινού στερεώματος.
Μιλούσαν για πολλά, όπως πάντα. Χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία, χωρίς πρωτόκολλα. Μονάχα όπως γεννιόνταν μέσα τους.
Κοιτούσαν την απέναντι ακτή και απολάμβαναν την ιερότητα της κάθε στιγμής.
Εκείνος πήρε στα χέρια του λίγη άμμο και την άφησε να χυθεί ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Η βαθιά εμπειρία της μοναχικότητας σε ενηλικιώνει. Όμως όχι μέσα στη ζωή. Αλλά στο θάνατο.
Ζούμε με το μύθο του ανθρώπου ως ‘κοινωνικού όντος’ και από τα μικράτα μας μαθαίνουμε να αλληλεπιδρούμε με τους άλλους όπως όλα τα δίποδα θηλαστικά στις αγέλες. Δεχόμαστε απριορικά την κυριαρχική ύπαρξη ενός Άλφα, ενός ηγέτη, και τη δική μας θέση μέσα στο σύνολο. Ανεξάρτητα με το αν η θέση αυτή που ετεροπροσδιορίζεται μας ταιριάζει ή μας αρμόζει, είμαστε υποχρεωμένοι να την αποδεχθούμε γιατί είμαστε τάχα ‘κοινωνικά’ όντα αλλιώς υποβαθμιζόμαστε στην κατηγορία των ‘θηρίων’ και των απόβλητων περιθωριακών.
Ο μύθος αυτός μας δηλητηριάζει τη σκέψη και το είναι μας κραυγάζει. Είμαστε προικισμένοι με το μεγαλείο της μοναχικής ανάπτυξης εντός ενός ευρύτερου συνόλου που ‘πάσχει’ από αδήριτη εξέλιξη αλλά καταντάμε κοινωνικοποιημένοι μεν –βίαια και τραυματικά- και απαθλιωμένοι… ‘μόνοι κι έρημοι’.
Αυτό συμβαίνει γιατί ζούμε μια εμπειρία αρνητικής ανάπτυξης ή στατικότητας ή έστω αργής και βασανιστικής ανάπτυξης ενώ όλα γύρω εξελίσσονται.
Την λεγόμενη ‘εξέλιξη’ αν και εφόσον συμβαίνει δεν μπορούμε ούτε να την αντιληφθούμε ούτε –αλίμονο – να την επηρεάσουμε.
Είναι περίπου σα να πιστεύεις πως με ένα κουπί θα αλλάξεις τους κυματισμούς σε έναν ωκεανό. Ένα κουπί διαθέτεις και τίποτε άλλο.
Λέμε συχνά την ανοησία ότι εκείνο το περιβάλλον βοήθησε στην εξέλιξή μου ή το άλλο την εμπόδισε, κλπ. Δεν αντιλαμβανόμαστε τα μεγέθη και ανοητολογούμε.
Την μόνη εμπειρία που δυνητικά έχουμε είναι αυτή της εσωτερικής ανάπτυξης και πιθανώς, οι ελάχιστοι εξ ημών, της πνευματικής ολοκλήρωσης. Καμιά εξέλιξη δεν εμποδίζει εμάς να αναπτυχθούμε. Αν περιμένουμε να συμβαδίσουμε την εξέλιξη είναι σα να περιμένουμε τα άστρα να γίνουν μαύρες τρύπες για να αναπτύξουμε διαστημική τεχνολογία. Όλα γύρω εξελίσσονται. Βουβά και αργά. Ας το δεχθούμε κι ας μην γνωρίζουμε την αιτία ή την Αρχή.
Τι γίνεται όμως με τη δική μας ανάπτυξη;»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Εκείνη κρατούσε στο χέρι της ένα μικρό βότσαλο και όταν έγινε η παύση το πέταξε στη μαύρη θάλασσα που γυάλιζε υπέροχα εμπρός τους.
«Μέσα στο θορυβώδη, πολύβουο κόσμο, εμείς οφείλουμε να αναπτυχθούμε σιωπηρά, σιγηλά και σχεδόν συνωμοτικά. Δηλαδή μοναχικά. Αν αρνηθούμε την πολυτέλεια της μοναχικότητας στον εαυτό μας –τη μοναδική που δεν πρέπει να του στερήσουμε ποτέ- είναι σαν να απαιτούμε χωρίς φιάλες οξυγόνου να τοπογραφήσουμε τους σκοτεινούς βυθούς των θαλασσών. Δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κι άλλωστε δεν έχει συμβεί ακόμα.
Είμαστε στα σπάργανα.
Και προχωράμε βασανιστικά και εξοργιστικά αργά.
Στην ουσία φοβόμαστε τη μοναχικότητα γιατί φοβόμαστε την εσωτερική ανάπτυξη.
Όσο χανόμαστε μέσα στους άλλους όλα είναι πιο εύκολα. Ως και η λήθη.
Μέσα στον εαυτό μας δεν μπορούμε να χαθούμε.
Όπου κι αν πάμε θα είμαστε πάλι εμείς.
Η κοινωνικοποίηση σε βοηθά να αντιμετωπίσεις τη ζωή.
Η πνευματική ολοκλήρωση σε βοηθά να αντιμετωπίσεις το θάνατο…»
Δεν ήθελε να της μιλήσει άλλο… έμειναν σιωπηλοί να κοιτούν την ακίνητη θάλασσα.

Ως και ο άνεμος είχε σιγήσει…


On the edge of the empty bookshelf

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2017


  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω ξανά και ξανά στη μαύρη αιωνιότητα
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες αρκεί που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ και το απέραντο αύριο σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου και το πρωί τα ίδια πάλι μέσα στο Στόμα
Μα και το Στόμα είσαι εσύ
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρειςΦτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από μέλαινα βροχή Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.
Και την απάντηση την ξέρεις

Τετάρτη, Ιουνίου 14, 2017



Ήταν λοιπόν η ώρα

που άστραφτε στο χώμα
η αντανάκλαση του απείρου
μπορούσες αν ήθελες
να δεις
να σχηματίζονται
γλώσσες φωτιές
απ’τις σπονδές της σάρκας
εξαλλαγμένοι όγκοι
απ’το συκώτι τ’ουρανού
και φλύκταινες
απ’το αρχαίο δέρμα της καρδιάς

που δεν χτυπούσε πια
τόσο δυνατά
μα ούτε κι έπαυε
δεν σώπαινε
και δεν τολμούσες
το αόριστο να βάλεις στη θέση
της σκιάς σου…

αλλά περίμενες
όλο τούτο που αγρίευε από ζωή
πάνω στο ξερό χώμα
να ποτιστεί με κάποια δάκρυα αίματος
να γίνει σώμα ακέραιο
σωστό

ανθρώπινο

να ξεκινήσει κάτι
που να σε θηλάσει όνειρο
να σε αναστήσει

για να ακουστεί ξανά
η κραυγή σου στο στερέωμα
το απέραντο


που περιέχεις…


 Fiery

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Ο Νάρκισσος των Αγρών...



Το μόνο ταλέντο που αληθινά έχουμε καλλιεργήσει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες, είναι να προσαρμοζόμαστε στο κακό… και τούτο δεν υπόκειται σε καμιά τελεολογική συνθήκη αποδρομής… είναι κάτι όπως είναι… παραδόθηκε από τους ανιόντες και θα κληροδοτηθεί στους κατιόντες… το ξέρουμε βαθιά και το ξέρουμε όλοι… το κακό μας έμαθε να προσαρμοζόμαστε στο κακό… γίναμε οι καθρέφτες του και το κατοπτρίζουμε στην εναργή του εντέλεια…
Αν όντως μπορεί κάτι να αποδράσει από τούτο το στενόχωρο νόμο, δεν είναι η ανθρωπότητα αλλά ίσως να είναι ο άνθρωπος… συνεχίζει να έρπει αλλά με το κεφάλι ψηλά… ενίοτε, τυχηματικά, σπασμωδικά, σαν σπάραγμα ενός ταλαντούχου ποιητή που δεν τολμά να ολοκληρώσει τίποτε… όχι απλά γιατί δεν έχει νόημα… γιατί δεν τολμά να εγκαταλείψει τον ασφαλή βιότοπό του…
Το κακό οργανώνει το βιότοπο με θαυμαστή λεπτομέρεια… στο κάθε τι… στο κάθε σήμερα… οργανώνει και σπέρνει… ο άνθρωπος θερίζει και απλώνεται στο Αχανές… τεντώνει τα μέλη του, υμνεί με τα σπλάχνα του, ακρωτηριάζει τα παιδιά του… η αέναη προσαρμογή τον έχει διδάξει την επανάληψη και η επανάληψη διδάσκει πάντα με ακρίβεια… το κακό παρέδωσε από την απαρχή του χρόνου τα πρωτόκολλα και ο άνθρωπος ιεροποίησε την πράξη παραλαβής και παράδοσης… οι ύμνοι έρχονται από τα έγκατα και ναρκώνουν όλες τις αισθήσεις…
Στο χωράφι αυτό συναντάς το επόμενο και δεν το αναγνωρίζεις… στο χωράφι αυτό αλυχτάς και δεν ακούγεσαι… στο χωράφι αυτό αναμένεις και δεν τίποτε δεν έρχεται… δεν είσαι μόνος… και αυτό σε στοιχειώνει ως το τέλος των λιγοστών ημερών σου…
Αν θα μπορούσες να μάθεις να προσαρμόζεσαι στο άλλο εκείνο… όμως είναι μια ονειρική αφήγηση… δεν είναι αλήθεια… είναι η μοναχική εκσπερμάτιση του Αυνάν… δεν είναι σχέση, είναι το κάλεσμα από κάπου που δεν γνωρίζεις… θέλεις να ανήκεις και αυτό σε κάνει προαπαιτούμενο της βρώσης…
Θα ταϊστείς κι ύστερα θα γίνεις δείπνο για κάτι που δεν μπορείς να ορίσεις…
Στα χωράφια αυτά αν ακουμπήσεις την παλάμη θα νιώσεις την αρχαία ανάσα του Όντος… αν το σκεφτείς θα υλοποιηθεί αμέσως…
Αν το κοιτάξεις θα πάψεις να είσαι…

Ο Νάρκισσος των Αγρών… αυτό είσαι…

Δευτέρα, Μαΐου 29, 2017

όταν ένας άνθρωπος μάθει να β λ έ π ε ι...


«…‘μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε πάνω στο κάθε τι’, είπε, ‘και κατόπι μαθαίνουμε τα μάτια μας να κοιτάζουν όπως σκεφτόμαστε πάνω στα πράγματα που κοιτάζουμε. Κοιτάζουμε τον εαυτό μας σκεφτόμενοι ήδη πως είμαστε σημαντικοί. Κατά συνέπεια έχουμε υποχρέωση να νιώθουμε σημαντικοί! Όταν όμως ένας άνθρωπος μάθει να βλέπει, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να σκέφτεται πάνω στα πράγματα που κοιτάζει, κα αν δεν μπορεί να σκέφτεται ό,τι κοιτάζει, τότε όλα γίνονται ασήμαντα’…»

«…’Έμαθα να βλέπω και σου λέω πως τίποτα πραγματικά δεν έχει σημασία. Τώρα είναι η σειρά σου. Ίσως κάποια μέρα να δεις κι εσύ και τότε θα μάθεις αν τα πράγματα έχουν σημασία ή όχι. Για μένα τίποτα δεν έχει σημασία αλλά για σένα μπορεί να έχουν όλα. Θα πρέπει να γνωρίζεις από τώρα ότι ο σοφός άνθρωπος ζει δρώντας και όχι σκεφτόμενος πάνω στη δράση, ούτε στοχαζόμενος αυτό που θα σκεφτεί όταν θα έχει τελειώσει τη πράξη. Ο σοφός άνθρωπος εκλέγει μια κατεύθυνση με την καρδιά και την ακολουθεί. Και κατόπι κοιτάζει και χαίρεται και γελά. Και κατόπι βλέπει και γνωρίζει. Γνωρίζει ότι η ζωή του θα τελειώσει πολύ γρήγορα. Γνωρίζει ότι τόσο αυτός όσο και κάθε άλλος δεν πηγαίνει πουθενά (μετά το θάνατο). Γνωρίζει επειδή βλέπει ότι τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από ένα άλλο. Μ’άλλα λόγια, ένας σοφός άνθρωπος, δεν έχει τιμή, αξιοπρέπεια, οικογένεια, όνομα, χώρα, αλλά μονάχα μια ζωή για να τη ζήσει και κάτω απ’αυτές τις συνθήκες το μόνο που τον δένει με τους συνανθρώπους του είναι η ελεγχόμενη τρέλα του. Έτσι, ο σοφός άνθρωπος αγωνίζεται, ιδρώνει, λαχανιάζει κι όταν τον βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι τους φαίνεται σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Η μόνη διαφορά του είναι ότι ελέγχει τη τρέλα της ζωής του’…»

Κάρλος Καστανέντα: ‘Μια ξεχωριστή πραγματικότητα’

Τρίτη, Μαΐου 23, 2017





Ο παλαιστής όρθιος.
Ο Σίσυφος όρθιος.

Βλέπω στο βράχο που ανασαίνει μπροστά μου
είδωλα και εικόνες
όλη την ανθρωπότητα αγγίζω
στο βρώμικο αυτό ανάγλυφο
και το βάρος ελαφραίνει
κάθε φορά
που μπορώ να κοιτάξω
έναν μονάχα
χωρίς ντροπή

το κοινό καθιστό
με κομμένη την ανάσα
όσο ο ήρωας απαγγέλλει

βλέπω στον βράχο τις θάλασσες
τα πρωτοβρόχια
και τις ήρεμες Κυριακές της άνοιξης
κάποια απογεύματα
ευλογημένης ανίας
και κάποιες νύχτες που ο φόνος
έκανε τα δάχτυλά μου
να μυρμηγκιάζουν
και ήθελα τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντούσα
να τον αφανίσω
και ύστερα χώνευα το θυμό μου
μαζί με το φριχτό μαρτύριο της ήττας
και σε όλα τούτα που βλέπω μπροστά μου
δεν ανήκω
λέω με έπαρση

και σε όλα αυτά που δεν βλέπω
ξέρω πως ανήκω

ο παλαιστής όρθιος
ο Σίσυφος όρθιος
οι θεατές καθιστοί

και η ανάσα ακόμα ηχεί παράταιρη

βλέπω στο βάθος του ορίζοντα
ένα κορίτσι
δεν έρχεται για μένα
θα με προσπεράσει
έχει αλλάξει τόσο η μορφή μου
που δεν με αναγνωρίζει
ούτε η βροχή
ούτε ο ήλιος
κι εγώ με βία καταφέρνω
να ψελλίσω δυο λόγια συμπόνιας

κι εγώ αρνούμαι άλλο να μιλήσω
με λόγια συμπόνιας

και ο παλαιστής αφήνει το βράχο
και ο Σίσυφος αφήνεται στο βράχο

και ο βράχος συνθλίβει τον παλαιστή
και ο βράχος αθανατίζει τον Σίσυφο

όρθιο το κοινό χειροκροτεί
και αλαλάζει...


Δευτέρα, Μαΐου 08, 2017

Μετουσία...




Ο κεχρισμένος που δεν βολεύεται παρά με την απόλυτη προσήλωση, την άνευ όρων αποδοχή… την απροϋπόθετη, την αδιαπραγμάτευτη προσοχή… έτσι είναι… σε όρους προσωπικής ενδιάθετης δράσης αλλά και σε όρους αναστοχασμού… Και ο μυημένος που απεργάζεται πάντα, εσαεί, το έργο, ωσάν αυτό να μην έχει προ-οικονομηθεί, ωσάν να υφίσταται εν δυνάμει… πάντα εν δυνάμει… Ο κεχρισμένος που επιδομεί εαυτόν σε μια διαρκή και εργώδη προσπάθεια να πείσει σε όσα εκείνος δεν έχει πειστεί… και ο μυημένος που με μια του κίνηση φιλοτεχνεί κάθε φορά κι ένα καινούργιο σύμπαν…
Εκείνος που σε εκδικείται κάθε αφιλόξενη μέρα δεν είναι ο ακέραιος εαυτός… εκείνος που σε παρηγορεί τις νύχτες δεν είναι ο φύλακας της πύλης… εκείνος που σε διδάσκει κάθε ξημέρωμα τα σύμβολα του ζην δεν είναι ο απολωλός αδερφός σου… εκείνος που σε καμαρώνει για την επιμονή σου να επιβιώνεις δεν είναι ο ηγαπημένος…
Και από το μηδέν αν δεν άρχιζες κάποτε να μετράς, θα το περιείχες στο ρίγος της απώλειας… κάθε απώλειας, κάθε στιγμής…
Και στο άπειρο αν δεν φιλοδοξούσες να αρτιωθεί κάποτε ο στοχασμός σου, η μελαγχολία της ειμαρμένης θα σε αποκαθιστούσε κάθε φορά που θα την άφηνες αφρόντιστη… μέσα σου… καθώς ολόγυρα οργώνει αέναα το χωράφι της…
Ο κεχρισμένος, σαν μικρό παιδί, παραπονείται για τη μοναξιά που δεν του επιστρέφει το κόσμημα-χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμορφο πρόσωπο…
Ο μυημένος λεπτολογεί στο θρήνο του καταστάσεις που δεν άδραξε και παραθέτει εικόνες από τον πνιγηρό βίο της τελευτότητας. Όλα τα ανέχτηκε ο μυημένος όμως την απώλεια της καθημέριας ραστώνης δεν μπόρεσε να την αντέξει…
Στη μνήμη έρχονται ξανά και ξανά οι λέξεις, τα πρόσωπα, τα νεύματα, οι υποσχέσεις… ζεις για τη στιγμή της αθανάτισης όλων… πως κάποτε θα έχεις εποπτεία… ψέματα… πως τούτη κι αν την είχες θα την εγκατέλειπες… φτάνει να μην σε παραμελούσε τόσο το ονειρικό τοπίο… να μην σε πρόδιδε ο διαμορφωμένος, ο ναρκισσικός σου αρμοστής… εκείνο που τάχθηκες να υπηρετείς και πάντα σου δεσπότη είχες…
Ο κεχρισμένος θα λάμπει, θα τραγουδά, θα υφαιρεί απ’το θάνατο το χυδαία απόλυτο…
Ο μυημένος θα διέρχεται τις διαστάσεις ανώλεθρος και μόνος…
Μετουσία του είναι και απόστατη δόξα… αν έτσι κλείνομαι, ας είμαι έτσι…

Όταν θα με συναντώ ξανά και ξανά…