Τρίτη, Αυγούστου 15, 2017

Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;



Θέτω το ερώτημα όμως γνωρίζω πως πρόκειται στην ουσία για κάτι άλλο. πρόκειται για αίνιγμα.
Το αίνιγμα έχει θαυμαστές ομοιότητες με έναν κώδικα. Έναν κώδικα όμως ξεχωριστό που κανείς ή δεν μπορεί ή δεν θέλει να σπάσει. Η παραβίαση του κώδικα ισοδυναμεί με λύση του αινίγματος αλλά και με κάτι ακόμη. Το πρόβλημα της μεταγραφής του νοήματός του.
Τούτο σημαίνει ευθύνη. Και βούληση για αληθινή δράση.
Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;
Αν δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο το ερώτημα δεν συνιστά αίνιγμα. Είναι απλά ένα περιττό φορτίο και με ευχαρίστηση αποβάλλεται.
Αν ο ποιητής ανήκει σε αυτόν τον κόσμο το αίνιγμα διαλάμπει, έχει ζωή, ανασαίνει. Και αναμένει το λύτη.
Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;
Η ιστορία δεν διευκολύνει τον ποιητή.
Ο χρόνος είναι εχθρός του ποιητή κι ακόμα εχθρός του είναι ο ορίζοντας. Οποιοσδήποτε ορίζοντας.
Οι αφηγήσεις δεν διευκολύνουν τον ποιητή.
Οι ιστορήσεις, τα λογοτεχνήματα, οι θεωρήσεις.
Οτιδήποτε προβάλλει τον εαυτό του ή οτιδήποτε κραυγάζει την κατασκευή ενός εαυτού.
Ο εαυτός δεν διευκολύνει τον ποιητή.
Συνεπώς, ακόμη κι αν απαντηθεί το ερώτημα, κανείς δεν μπορεί να το μεταγράψει. Αν το δούμε διαφορετικά, πιο εξυπηρετικά με μια έννοια, η μεταγραφή του νοήματος έχει ήδη αποβληθεί από τον κόσμο.
Ο κόσμος 'δεν έχει ανάγκη' τον ποιητή.
Αλλά λιμοκτονεί για την ποίηση.
Εκείνο που πυργώνεται με συμπαγή βεβαιότητα εμπρός μου είναι η αλήθεια του ποιητή. Χωρίς αυτόν ο κόσμος δεν μπορεί να μοιράσει τον εαυτό του. Χωρίς αυτόν ο κόσμος μοιάζει με έναν τυφλό που προσποιείται ότι βλέπει ώσπου να πέσει στο χαντάκι. Δεν είναι η ντροπή της πτώσης. Είναι το όνειδος της αποκάλυψης.
Η αλήθεια του ποιητή, λοιπόν, τι παράδοξο, μεταγράφεται.
Έχει ρυθμό και δόνηση, έχει αίμα και ρίγος.
Χωρίς το ρίγος της κάθε στιγμής δεν αρδεύεται η αιωνιότητα.
Ο ποιητής γεννιέται με το ρίγος και το μεταδίδει αφειδώλευτα. Πάντα, για όσο ζει, για όσο αναπνέει. Ακόμα κι όταν δεν ζει. Όταν μνημονεύεται ή όταν καταδικάζεται.
Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;
Το αίνιγμα επιστρέφει σε κείνον που το έθεσε.
Κάθε φορά που ακυρώνεις τον ποιητή μέσα σου, χλευάζεις το αιώνιο στο αίμα σου.
Κάθε φορά που σκοτώνεις τον ποιητή, κλείνεις το στόμα και τη μύτη σου για να μην ανασαίνεις.
Κάθε φορά που αρνείσαι το βλέμμα στον ποιητή, το στρέφεις στον εαυτό σου.


Τι είσαι εσύ για τον κόσμο;


Jamie Poole

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2017

Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος.



Η δυστυχία έχει πολλά πράγματα να σου δώσει, που δεν μπορεί να σου τα δώσει η ευτυχία. Η ευτυχία σου παίρνει πολλά πράγματα. Η ευτυχία παίρνει όλα όσα είχες ποτέ, όλα όσα ήσουν ποτέ. Η ευτυχία σε καταστρέφει! Η δυστυχία θρέφει το εγώ σου και η ευτυχία είναι βασικά μια κατάσταση χωρίς εγώ.
Αυτό είναι το πρόβλημα, το επίκεντρο του προβλήματος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γι’ αυτό, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αποφασίσει να ζουν μίζερα και δυστυχισμένα. Αυτό σου δίνει ένα πάρα πολύ αποκρυσταλλωμένο εγώ. Όταν είσαι δυστυχισμένος, υπάρχεις. Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν υπάρχεις. Μέσα στη δυστυχία αποκρυσταλλώνεσαι, μέσα στην ευτυχία σκορπίζεσαι.
Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.
Η δυστυχία σε κάνει ιδιαίτερο. Η ευτυχία είναι ένα συμπαντικό φαινόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σ’ αυτήν.
Τα δέντρα είναι ευτυχισμένα και τα ζώα είναι ευτυχισμένα και τα πουλιά είναι ευτυχισμένα. Ολόκληρη η ύπαρξη είναι ευτυχισμένη, εκτός από τον άνθρωπο. Με το να είναι δυστυχισμένος, ο άνθρωπος γίνεται πολύ ιδιαίτερος, ξεχωριστός.

Η δυστυχία σου δίνει την ικανότητα να προσελκύεις την προσοχή των ανθρώπων. Όποτε είσαι δυστυχισμένος, σε προσέχουν, σε συμπαθούν, σ’ αγαπούν. Οι πάντες αρχίζουν να σε φροντίζουν. Ποιος θέλει να πληγώσει έναν άνθρωπο δυστυχισμένο;

Αν η σύζυγος δεν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος έχει απλώς την τάση να την ξεχνάει. Αν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αν ο σύζυγος είναι δυστυχισμένος, ολόκληρη η οικογένεια –η σύζυγος, τα παιδιά– βρίσκονται γύρω του και τον νοιάζονται. Αυτό του δίνει μεγάλη παρηγοριά. Νιώθει κανείς ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει οικογένεια, φίλους.
Όταν είσαι άρρωστος, όταν νιώθεις κατάθλιψη, οι φίλοι έρχονται να σε επισκεφθούν για να σε παρηγορήσουν. Όταν είσαι ευτυχισμένος, οι ίδιοι φίλοι ε ζηλεύουν. Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, θα βρεις ολόκληρο τον κόσμο να έχει στραφεί εναντίον σου.
Σε κανέναν δεν αρέσει ο ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή ο ευτυχισμένος άνθρωπος πληγώνει το εγώ των άλλων. Οι άλλοι αρχίζουν να νιώθουν: «Ώστε εσύ είσαι ευτυχισμένος κι εμείς εξακολουθούμε να σερνόμαστε μέσα στο σκοτάδι, τη μιζέρια και την κόλαση. Πως τολμάς εσύ να είσαι ευτυχισμένος, όταν όλοι εμείς βρισκόμαστε μέσα σε τόση δυστυχία;»

Και ασφαλώς ο κόσμος αποτελείται από δυστυχισμένους και μίζερους ανθρώπους και κανένας δεν έχει αρκετό θάρρος, για να αφήσει ολόκληρο τον κόσμο να στραφεί εναντίον του. Αυτό είναι υπερβολικά επικίνδυνο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι προτιμότερο να είσαι προσκολλημένος στη δυστυχία. Αυτό σε κάνει μέρος του πλήθους —του ινδουϊστικού, του μουσουλμανικού, του ινδικού, του αραβικού, του ιαπωνικού.
Ευτυχία; Ξέρεις τί είναι η ευτυχία; Είναι ινδουϊστική, είναι χριστιανική, είναι μουσουλμανική; Η ευτυχία είναι απλώς ευτυχία. Μεταφέρεται κανείς σε έναν άλλο κόσμο. Δεν είναι πια μέρος του κόσμου που έχει δημιουργήσει ο νους του ανθρώπου. Δεν είναι πια μέρος του παρελθόντος, της άσχημης ιστορίας. Δεν είναι πια μέρος του χρόνου.
Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, ευδαιμονικός, ο χρόνος εξαφανίζεται, ο χώρος εξαφανίζεται...


...Όταν είσαι δυστυχισμένος, η κοινωνία σ’ αγαπάει, οι άνθρωποι σε σέβονται τόσο, που μπορείς να γίνεις ακόμη και άγιος. Γι’ αυτό και οι άγιοί σου είναι όλοι δυστυχισμένοι. Η δυστυχία είναι γραμμένη φαρδιά-πλατιά πάνω στο πρόσωπο και τα μάτια τους. Επειδή είναι δυστυχισμένοι, εναντιώνονται σε κάθε είδους χαρά. Επικρίνουν κάθε είδους χαρά ως ηδονισμό. Είναι δυστυχισμένοι και ήθελαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο δυστυχισμένο. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν άγιοι. Σε έναν ευτυχισμένο κόσμο, θα τους νοσήλευαν, θα τους έκαναν θεραπεία. Αυτοί είναι παθολογικοί άνθρωποι.
Έχω δει πολλούς αγίους κι έχω κοιτάξει και τις ζωές των αγίων σου. Οι ενενήντα εννέα στους εκατό είναι απλώς ανώμαλοι —νευρωτικοί ή ακόμα και ψυχωτικοί. Οι άνθρωποι όμως τους σέβονται. Και να θυμάσαι, τους σέβονται εξαιτίας της δυστυχίας τους.

Σπουδαίοι άγιοι, που έκαναν μεγάλες νηστείες, απλώς βασάνιζαν τον εαυτό τους. Αυτό δεν χρειάζεται και πολλή ευφυΐα. Τις πρώτες μέρες είναι δύσκολο —την πρώτη εβδομάδα. Η δεύτερη βδομάδα είναι εύκολη. Την τρίτη εβδομάδα, δεν μπορείς να φας. Την τέταρτη βδομάδα το έχεις ξεχάσει τελείως. Το σώμα απολαμβάνει να τρώει τον εαυτό του, αισθάνεται λιγότερο βαρύ και προφανώς δεν έχει προβλήματα με τη χώνεψη. Και όλη η ενέργεια που προηγουμένως πήγαινε στη χώνεψη, τώρα πηγαίνει στο κεφάλι. Μπορείς να σκέφτεσαι περισσότερο, μπορείς να είσαι περισσότερο συγκεντρωμένος, μπορείς να ξεχάσεις το σώμα και τις ανάγκες του.
Αυτά τα πράγματα όμως δημιουργούν δυστυχισμένους ανθρώπους και δυστυχισμένη κοινωνία. Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις ότι σου δίνει πολλά πράγματα: Οι άνθρωποι σε σέβονται. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο φιλικά απέναντί σου. Θα έχεις περισσότερους φίλους αν είσαι δυστυχισμένος. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι σ’ αυτόν είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Γίνε όμως ευτυχισμένος και οι άνθρωποι θα σε ζηλεύουν. Δεν θα είναι πια φιλικοί μαζί σου. Νιώθουν ότι τους κοροϊδεύεις. Έχεις κάτι που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. «Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος;» Έτσι, εδώ και αιώνες, έχουμε μάθει το μηχανισμό: Καταπιέζουμε την ευτυχία και εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

Πρέπει να εγκαταλείψεις όλον αυτό τον μηχανισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι ευτυχισμένος και πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και πρέπει να μάθεις να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους.
Να το θυμάσαι αυτό. Αυτή είναι μια μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα. Μη δείχνεις οίκτο στους δυστυχισμένους ανθρώπους. Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις οίκτο. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την κουβαλάει. Άφησέ τον να μάθει ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, είναι απλώς επειδή το έχεις ανάγκη.» Και δεν κάνεις τίποτα με το να προσπαθήσεις να μπεις μέσα στη δυστυχία του άλλου ανθρώπου για να τον βγάλεις από εκεί, επειδή η δυστυχία είναι άσχημη. Άφησε τον άνθρωπο να νιώσει ότι η δυστυχία είναι άσχημη, ότι το να είναι δυστυχισμένος δεν είναι προσφορά στην ανθρωπότητα.
Να είσαι ευτυχισμένος, να σέβεσαι την ευτυχία και βοήθα τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η ευτυχία είναι ο σκοπός της ζωής —σαττσινανάντ. Οι μύστες της Ανατολής έχουν πει ότι ο Θεός έχει τρεις ποιότητες. Είναι σατ –αλήθεια–, τσιτ –συνειδητότητα– και άναντ —ευδαιμονία.
Όπου υπάρχει ευδαιμονία, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος. Κι όποτε αισθάνεσαι ότι μια συνάθροιση ανθρώπων είναι γεμάτη ευδαιμονία, θεώρησέ την ιερό χώρο.


OSHO  Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής
Εκδόσεις: Ρέμπελ

επιλεγμένα αποσπάσματα από την ανάρτηση  Η επιλογή της δυστυχίας από το εξαιρετικό ιστολόγιο του Γιάννη Αυγουστάτου OSHO-LAND

Δευτέρα, Ιουλίου 31, 2017

Ομίχλη



Θυμάσαι εκείνη την όμορφη εποχή;
Την εποχή της καθαρότητας; Της λιακάδας; Της ευδίας;
Θυμάσαι τον ήλιο της σχέσης μας;
Ήταν λαμπερός, θαλερός, παλλόμενος… σχεδόν θρασύς…
Εγώ θυμάμαι την ομίχλη…
Την ομίχλη που μας σκότωσε… την ομίχλη που μας τα πήρε όλα…
Αυτή θυμάμαι εγώ… και το ότι κάποια στιγμή… άγνωστο πως και γιατί, έπαψα να σε βλέπω…
Έπαψες κι εσύ να βλέπεις εμένα… αυτός που κοίταζες δεν ήμουν εγώ, αυτή που κοίταζα δεν ήσουν εσύ…
Προκειμένου να οικειωθούμε το μεταξύ μας, γίναμε ξένοι στον εαυτό μας…
Αναζητώντας προσκύρωση στο έμπεδο, χάσαμε το ροϊκό…
Ψηλαφώντας τις διαστάσεις του εαυτού, αρνηθήκαμε το εν τω αυτώ…
Δεν μας εκδικήθηκε το αύριο ούτε το χτες…
Μας αφάνισε το τώρα που πρώτοι εμείς περιφρονήσαμε…

Κι έπειτα
Κάποια μέρα
Δεν ξέρω το πώς και το γιατί…
Γεννήθηκε η ομίχλη…
Τα σκέπασε όλα, τα κατάπιε όλα…

Κι όταν την ανασάναμε τόσο ώστε να γίνουμε ένα μ’αυτήν…
Μας εγκατέλειψε…

Και πήρε μαζί της τα πρόσωπα
Τις ιαχές
Τις γεωμετρίες
Τα πιθανώς
Τα επιπλέον
Τα ενδεχομένως…
Ακόμα κι αυτά...

Στην ερημία που άφησε πίσω της
Ο χρόνος γενναιόδωρα
Και πάντα μοχθηρά
Σου προσφέρει την προίκα της επίγνωσης…

Κι έτσι προχωράς…



Ιουλ2017

Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2017

Εντελέχεια



«…ὡς μὲν οὖν ἡ τμῆσις καὶ ἡ ὅρασις, οὕτω καὶ ἡ ἐγρήγορσις ἐντελέχεια, ὡς δ' ἡ ὄψις καὶ ἡ δύναμις τοῦ ὀργάνου, ἡ ψυχή· …»

«…όπως λοιπόν η τμήσις (το να κόπτη) είναι εντελέχεια του πελέκεως και η δράσις είναι η εντελέχεια του οφθαλμού, ούτω και η εγρήγορσις είναι η εντελέχεια του σώματος, η δε ψυχή είναι προς το σώμα, ως η όψις και η δύναμις προς το όργανον…»

Αριστοτέλης, Περί Ψυχής
(μετ. Παύλου Γρατσιάτου)


Περπατούσαν και συζητούσαν. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα πια και οι περαστικοί είχαν λιγοστέψει. Αποφάσισαν να καθίσουν σε κείνο το παγκάκι που της είχε δείξει στην πρώτη τους συνάντηση. 
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί απολαμβάνοντας τη βραδινή καλοκαιρινή δροσιά. Ξαφνικά τον ρώτησε κάτι παράξενο.

«Αν έπρεπε οπωσδήποτε να κάνεις τατουάζ μια λέξη πάνω στο σώμα σου, ποια θα ήταν; Και γιατί;»

Γύρισε και την κοίταξε χαμογελώντας.

«Εντελέχεια», της είπε σχεδόν αμέσως και η απόκρισή του την εξέπληξε.
«Και γιατί;», τον ρώτησε αφού πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής.
«Εγώ πρώτα θα βεβαιωνόμουν ότι ξέρω τι σημαίνει η λέξη», της είπε περιπαικτικά.
«Ξέρω τι σημαίνει…», του αντιγύρισε όταν συνειδητοποίησε πως στην πραγματικότητα δεν ήξερε.
«Λοιπόν, μετά θα ρωτούσα που θα την ‘χτυπούσα’ τη λέξη. Κι από αυτή την πληροφορία μονάχα θα είχες την απάντηση στο ερώτημά σου. Το γιατί εννοώ»
«Μα, δεν ήταν ερώτηση περιέργειας ‘δάσκαλε’…», συνέχισε να τον πειράζει. «Λοιπόν… που θα τη χτυπούσες τη λέξη;»
«Δεν θα μου πεις πρώτα τι σημαίνει;»
«Δεν τον συμπάθησα ποτέ τον Αριστοτέλη… δεν θυμάμαι τώρα… οι ουσίες, οι ενέργειες, τα σώματα… δεν θυμάμαι… με μπέρδευε πάντα…»
«Ε, μπορείς να ‘γκουγκλάρεις’ στο κινητό σου… σου δίνω πέντε λεπτά…»
«Με κοροϊδεύεις;»
«Όχι, γι αυτό βγήκαν τα ‘έξυπνα’ τηλέφωνα… για χαζούς χρήστες», της είπε και προκάλεσε την παιχνιδιάρικη ‘πάλη’ που ακολούθησε.
«Δεν έχεις σκοπό να μου πεις λοιπόν…», του είπε ξανά αφού σταμάτησαν να παίζουν.
«Τι πράγμα;»
«Σε ποιο σημείο του σώματος θα έκανες το τατουάζ…»
«Στην πραγματικότητα δεν θα έκανα ποτέ τατουάζ… δεν μου αρέσει καθόλου ένα μουτζουρωμένο σώμα… εξαιρείται ο Ποπάυ ίσως…»
«Ούτε εμένα μου αρέσει ιδιαίτερα αλλά… κάτι σημαίνει για να το κάνει κάποιος…»
«Μονάχα υπό έναν όρο… μια μυητική σήμανση… ίσως μονάχα τότε… αλλά αναρωτιέμαι και πάλι, χρειάζεσαι μια στάμπα στο δέρμα για να… ‘θυμάσαι’;»
«Μπήκαμε σε άλλη συζήτηση…», ξεφύσησε εκείνη.
«Ξέχασες το ‘δάσκαλε’…»
«Δεν έχεις σκοπό να σοβαρευτείς απόψε. Εντάξει, τα παρατάω», του είπε κι έμεινε σιωπηλή δίπλα του.

Για λίγο μόνο.

«Είσαι κακός!», του πέταξε ξαφνικά.
«Έτσι πρέπει. Ο δάσκαλος στην ατραπό είναι κακός. Όπως ο αληθινός φίλος είναι σαν το σκληρό στρώμα και όχι το πουπουλένιο»
«Το’χεις κλέψει αυτό»
«Σωστά, από το Νίτσε», της είπε με θαυμασμό.
«Έχουμε διαβάσει κι εμείς πέντε πράγματα φίλε», του είπε δήθεν πληγωμένη.
«Ναι, πέντε πράγματα έχεις διαβάσει, δεν αμφιβάλλω», της απάντησε αμέσως αλλά είχε αποφασίσει να της μιλήσει αγνοώντας τις μπουνιές που δεχόταν στο μπράτσο του από τη μικρή γροθιά της.
«Λοιπόν θα σου πω… αν έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω αυτό το τατουάζ… κι αν έπρεπε να είναι μονάχα μια λέξη, θα ήταν η εντελέχεια… και θα την έκανα στα νεφρά…»
Η σιωπή είχε διαφορετική υφή αυτή τη φορά.
«Στα νεφρά; Χαμηλά εδώ δηλαδή;», έκανε εκείνη και τον χάιδεψε απαλά στη μέση.
«Ναι αλλά χωρίς χάδια σεξουαλικού περιεχομένου», την σταμάτησε.
«Γιατί;»
«Γιατί είμαι καζαντζακικός, δεν το έχουμε πει; Η μεγάλη αλήθεια δεν είναι του κεφαλιού ή της καρδιάς… είναι νεφρική και… όταν μια τέτοια αλήθεια σε πλημμυρίσει ολοκληρωτικά, δεν έχεις πονοκέφαλο, ζαλάδα ούτε χτυπάει η καρδιά σου αλλόκοτα πρώτα… νιώθεις τα νεφρά σου να πονάνε και τη μέση σου να κόβεται στα δυο… Κάτι που αιώνες αναρίθμητους κοιμάται εκεί και που σηκώνεται μονάχα από τη σεξουαλική διέγερση, για λίγο όμως, αυτό θα σου πει αν αυτό που ζεις είναι αληθινό ή όχι…»
«Μα… ο νους;»
«Ο νους κατασκευάζει αλήθειες ανά πάσα στιγμή και τις καταβροχθίζει την επομένη. Εντελώς αναξιόπιστος όπως κάθε έξυπνος απατεώνας που μπορεί να σε γελάσει στο δρόμο»
«Και η καρδιά;»

Γύρισε και την κοίταξε κάπως μελαγχολικά. Κάπως σκοτεινά.

«Η καρδιά έχει την αλήθεια που σε πλημμυρίζει σαν άκτιστο φως αλλά δεν μπορεί να σε πάει ούτε βήμα παρά πέρα αν δεν έχει σηκωθεί το αρχαίο φίδι και δεν της έχει δώσει τις ποιότητες της ενέργειας που εκείνη δεν ορίζει. Όπως και μια μεγάλη και απόλυτη και αληθινή αγάπη… ακόμα κι αυτή από μόνη της δεν το μπορεί να σε μεταμορφώσει… γιατί η μεταμόρφωση είναι επικίνδυνη… είναι αλλοίωση… και αυτό σημαίνει ότι θα ξυπνήσεις σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο απ’αυτόν που κοιμήθηκες…»
«Δεν… δεν ξέρω αν καταλαβαίνω…»
«Είναι τόσο σπάνιο να μας συμβεί αυτό που χάνεται στις αφηγήσεις των παλαιών αδελφών, μέσα στους αιώνες, ως την αρχή του κόσμου…»
«Και η εντελέχεια;», επέμεινε εκείνη.
«Θυμάσαι την ιστορία με την κιβωτό του Νώε;»
«Ναι!», είπε εκείνη κι έλαμψαν τα μάτια της. Επιτέλους, ένα γνωστό πεδίο.
«Αν σε ρωτούσε κάποιος, τι απ’όλα αυτά που ξέρουμε στην ιστορία είναι η εντελέχεια, τι θα του έλεγες; Ο Νώε; Τα ζώα; Ο κατακλυσμός;»

Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα που η σιωπή σα να είχε γίνει ξαφνικά πυκνή και ηλεκτρισμένη.

«Δεν… δεν ξέρω…», του είπε τελικά.
«Η κιβωτός», της απάντησε. «αυτό είναι η εντελέχεια» και δεν θέλησε να πει τίποτα άλλο…

Σηκώθηκαν και σιωπηλοί περπάτησαν πάλι στη νύχτα…



Soulmade

Πέμπτη, Ιουλίου 27, 2017

Τόποι δύναμης


Persepolis, Iran
Photograph by James Blair



Ancient Troy
Photograph by James Stanfield



Angkor Wat (Cambodia)
Photograph by Robert Clark



Gothic gargoyles
Notre Dame Cathedral's North Tower
Photograph by Catherine Karnow



Stonehenge dusk
Photograph by Richard Nowitz



Valley of the Kings, Egypt
Photograph by Kenneth Garrett



Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017

Υπάρχουν κάποιες νάρκες που επιλέγεις να μην δεις...


Άκουσα εκείνον που έλεγε
Με νάρκωσε αυτή η αγάπη…
Άκουσα εκείνην
Με εκδικήθηκες με το επίμονο βλέμμα σου… ήμουν γυμνή πάντοτε μπροστά σου…
Άκουσα κάποιον ακόμα
Αυτό που λατρέψαμε στους Ήρωες ήταν ότι κατέκτησαν το δικαίωμα να πεθάνουν… δεν σύρθηκαν ως το κατώφλι του τέλους… ζηλέψαμε ότι εφέλκυσαν το κινδυνώδες του βίου αλλά περισσότερο το ιερό τους διάσημο… αυτό του θανάτου μετά από μια πλήρη ζωή…
Κι ακόμα έναν
Ο χριστιανισμός δεν θα παρακμάσει ποτέ… θα τελειώσει μαζί με τον άνθρωπο… ούτε στιγμή πριν… γιατί ταιριάζει απόλυτα με το ψυχισμό του ανθρώπου… το νοσηρό του ψυχισμού του… το σαδομαζοχιστικό ανάγλυφο και τα έγκατα του απείρου του… ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, πίστη ή φιλοσοφική οδός… είναι Το Υπόγειο… ο Ποταμός... η Ιαχή… το Παραλήρημα του Ερπετού…
Κάποιος είπε
Λιμνάζω μαζί σου…
Ήταν η φωνή της
Με λήστεψες…
Διέκρινα στα λόγια της
Συνεχίζω να ζω από περιέργεια…
Κι εκείνος
Τα ιστορικά δρώμενα δεν έχουν καμιά ουσιαστική αξία. Πριν από μένα δεν υπάρχει τίποτα. Ένα φαντασιακό κράμα, ένα αμάλγαμα από αλήθειες και ψεύδη… ανοησίες που κάποιο έγραψαν κάποτε… δεν με ενδιαφέρει, δεν πρέπει να χάνεις χρόνο μ’ αυτά… κάνε ιστορία αυτό που ζεις… για σένα… το αύριο, μόνο αυτό να σε νοιάζει…
Μίλησε κάπως έτσι
Η μοναξιά χειροτερεύει κάθε φορά που φεύγεις… κάθε φορά είναι βαρύτερη από την προηγούμενη… όταν δεν σε είχα δεν το ένιωθα αυτό… τώρα πονάω… ίσως η συντροφικότητα να είναι κατάρα…
Τα λόγια του ήταν
Είδα ένα παράξενο όνειρο… βρισκόμουν σε ένα παλιό, άδειο, βρώμικο σπίτι… μου ήταν οικείο… και δεν ήταν… κανείς μέσα… κανείς έξω… περιπλανιόμουν στα άδεια δωμάτια, δεν ξέρω γιατί… κάποια στιγμή γύρισα και είδα τον πατέρα μου… δεν ένιωσα καμιά ζεστασιά… μονάχα φρίκη… ήταν γεμάτος αίματα… από το χτύπημα καθώς έπεσε στο πάτωμα… το δεξί μισό του πρόσωπο ήταν κατάμαυρο… ‘την επόμενη φορά’… αυτό ψέλλισε κι εγώ τον προσπέρασα ουρλιάζοντας άηχα και συνέχισα να περιπλανιέμαι στο αχανές σπίτι με τα άπειρα δωμάτια… και δεν έβρισκα την έξοδο…
Του είπε
Το Ερπετό σε γέννησε… μην το περιφρονείς… μην το αρνείσαι…
Κάποιος άλλος είπε
Απ’ όλα φοβάμαι πιο πολύ την άνοια… το ότι θα αρχίσω κάποια στιγμή να ξεχνώ… να μην αναγνωρίζω, να μη θυμάμαι… την απώλεια του εαυτού… τρέμω σε τούτη τη σκέψη…
Ήταν δικά της λόγια
Υπάρχουν νάρκες που δεν σκάνε όταν τις πατάς. Ναι… τώρα το ξέρω… είναι άηχες, αόρατες και θανατηφόρες… μονάχα που δεν βλέπεις το πόδι σου κομμένο, το αίμα να τρέχει, ο πόνος να σε μουδιάζει… δεν βλέπεις τίποτα, δεν νιώθεις τίποτα… τρέχει το δηλητήριο μέσα στις φλέβες σου αργά αργά… είναι σχεδόν ευχάριστο, υπνωτιστικό… μαυλιστικό… ξεχνιέσαι στη ζωή αυτή που είναι θάνατος… ξεχνιέσαι… είναι νάρκες που φέρνουν τη λήθη της ζωής, που σε πλημμυρίζουν με όλες εκείνες τις άθλιες βεβαιότητες για τη ζωή… πόσα ψέματα… πόσα ψέματα…
Τον άκουσα να λέει τα εξής
Για να πετάξει από πάνω του τη θεότητα… γι αυτό σταυρώθηκε ο Ναζωραίος… όπως ένα ρούχο που μισείς… έτσι το πέταξε… δεν έγινε Χριστός ο Ιησούς όταν βαφτίστηκε… έγινε όταν σταυρώθηκε… και απαλλάχθηκε από το φορτίο…
Μιλούσε
Όταν σε πρωτόδα μου κόπηκε η ανάσα… θυμάμαι πως είπα μέσα μου: ‘Τι θα κάνεις τώρα; Σκέψου τι θα κάνεις τώρα!' Τρομοκρατήθηκα… τι δουλειά είχα εγώ με σένα; Ερχόσουν από απέναντι… περνούσες το δρόμο και χαμογελούσες… είχα τρελαθεί από αγωνία… ‘είμαι ζωντανός’… αυτό είπα ένα δευτερόλεπτο πριν σου δώσω για πρώτη φορά το χέρι μου και το βλέμμα σου χωθεί στη ψυχή μου… από τότε σε φιλοξενώ…
Κάποιος ακόμη είπε
Οι εμφύλιοι πόλεμοι οι μόνοι τραγικά ‘αληθινοί’… ως πότε θα επαναλαμβάνουμε το φόνο του Άβελ από τον Κάιν;… ως τη στιγμή που το Εν θα εναρμονίσει τον εαυτό Του με το Όλο και θα αρνηθεί την ίδια του την υπόσταση… από τη στιγμή που το οτιδήποτε αποκτά υπόσταση και συνείδησή της, αρχίζει ο πόλεμος… κάποιος πόλεμος… όπως μέσα έτσι και έξω… ακόμη και ο καρκίνος είναι κάτι τέτοιο… κύτταρα εναντίον κυττάρων… εμείς εναντίον ημών… στο διηνεκές… ακόμα κι αν έμενε ένας πάνω στη Γη, δεν θα πέθαινε από γηρατειά… θα αυτοκτονούσε… κι όχι από θλίψη…
Του είπε
Με χαράζει το βλέμμα σου… μείνε μακριά μου…
Της είπε
Αν πρέπει για να σε νιώσω να μείνω τυφλός, θα το κάνω…
Κάποιος που άκουσα
Η γιαγιά πάνω απ’ το νεκροκρέβατο του άντρα της ήταν θλιμμένη και μαζί χαμογελαστή… έκλαιγε και μειδιούσε… ‘τα’χει χάσει’, είπε κάποιος δίπλα της, ‘ο αφόρητος πόνος’, δογμάτισε κάποιος άλλος… η γιαγιά κάτι ψέλλισε… μια γυναίκα έσκυψε κοντά της να ακούσει… ‘Ελευθερία’, ανακοίνωσε μετά και τα δόντια της προεξείχαν σαν σάπια έμβολα από τα χείλια της. ‘Αυτό λέει η γιαγιά. Ναι γιαγιά, ελευθερώθηκε ο άντρας σου’, είπε η γυναίκα με εκείνο το ελεεινό χαμόγελο της συγκατάβασης. Δεν μιλούσε βέβαια για κείνον η γριά χήρα.
Κάποια που ήθελε να ακουστεί
Αυτά τα ευγενικά σου μάτια… αυτά αγάπησα κι αυτά μίσησα περισσότερο… πώς τολμάς να κοιτάζεις γύρω σου με αυτό το βλέμμα; Πώς να σου αρνηθεί οποιοσδήποτε οτιδήποτε όταν τον ληστεύεις με αυτό το βλέμμα; Πώς να σε μαχηθεί ο άλλος όταν είναι ήδη νικημένος; Πώς περιμένεις αυτό που γοήτευσες να μην διεκδικήσει κάποτε τον εαυτό του, το χώρο του, το οξυγόνο που του στέρησες; Μίσος είναι η αναζήτηση οξυγόνου… με κάθε τρόπο… έστω κι αν αυτό σημαίνει να το στερηθείς εσύ…
Είπε στοχαζόμενος


Υπάρχουν κάποιες νάρκες που δεν μπορείς να τις δεις… όμως υπάρχουν κι αυτές που επιλέγεις να μην δεις και να περπατήσεις πάνω τους… είσαι περίεργος… θέλεις να δοκιμάσεις την τύχη σου… θέλεις να γευτείς την αδρεναλίνη στο στόμα σου… θέλεις να ζήσεις εκείνη την αιώνια στιγμή που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο… θέλεις να ζείς όταν θα πεθαίνεις… να αισθανθείς αυτό που θα είναι πια για σένα το αιώνιο… δεν ξέρεις αν η νάρκη θα σε τινάξει στον αέρα ή θα είναι κι αυτή μια υπόσχεση που θα μείνει υπόσχεση… όπως εσύ… μια υπόσχεση ότι θα γίνεις κάτι που δεν έγινες… ότι θα ζήσεις αυτά που δεν έζησες… ότι θα γνωρίσεις αυτούς που δεν γνώρισες, θα ταξιδέψεις εκεί που δεν ταξίδεψες… αν η νάρκη δεν είναι κι αυτή μια υπόσχεση κι αν εκραγεί, τουλάχιστον κάτι στη ζωή σου θα είναι επιτέλους αληθινό… κι ας σε σκοτώσει… αν δεν είναι αληθινή τότε… μπορείς να ελπίζεις πως μπροστά σου απλώνεται ένα απέραντο ναρκοπέδιο…

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

Η ζωή είναι για τους ανυπάκουους τολμητίες...



Πράγματι λοιπόν η διαφορά μεταξύ συγκέντρωσης και προσοχής είναι ανάλογη με αυτήν μεταξύ δραστηριότητας και δράσης… Και η σημασία στο περιεχόμενο των λέξεων δεν προκύπτει από απλή ιδιοτροπία – αν και αυτή μάλλον έχει το ρόλο της επίσης – αλλά από το γεγονός της ίδιας της αυτοπαρατήρησης και της διαρκούς ενδοσκόπησης… τα αποτελέσματα είναι πάντοτε θεαματικά και ενίοτε σοκαριστικά… διότι όπου υπάρχει η δράση και η προσοχή είσαι παρών… όπου υπάρχει η δραστηριότητα και η συγκέντρωση, ένα μέρος από σένα είναι παρόν και όλος ο υπόλοιπος δραματικά απών… 

Και μετά τρέχεις να συμμαζέψεις τα ασυμμάζευτα…

Διότι συγκέντρωση, για να δοθεί ένα παράδειγμα, είναι να κρατάς ένα μικρό φακό στο χέρι και να εστιάζεις στη μικρή γωνιά του πίνακα που θέλεις να σου αποκαλυφθεί… προσοχή είναι να έχει φωτιστεί όλος ο χώρος και να απολαμβάνεις το κάθε τι με απόλυτη διαύγεια… τέτοια και τόση που να σε πιάνει… πονοκέφαλος…

Και δραστηριότητα είναι να έχεις προπονηθεί αρκετά και επίπονα για να καταφέρεις να ολοκληρώσεις μια μηχανιστικά επαναλαμβανόμενη δουλειά την οποία τελικά κάποτε, θα κάνεις στην εντέλεια… έτσι ώστε όλοι θα σε θαυμάζουν για την αρτιότητα της εργασίας σου… κι όμως, στον παραμικρό αιφνιδιασμό βρίσκεσαι ξανά στο μηδέν σαν πρωτάρης ανόητος και πασχίζεις να καταλάβεις τι πήγε στραβά… δεν πήγε κάτι στραβά, απλά πήγε κάτι αλλού, πήγε αλλιώς κι εσύ δεν είσαι έτοιμος για το αλλιώς… αυτό βρίσκεται στην περιοχή της δράσης… 

Όμως, για να λέμε και την αλήθεια, το να βρίσκεσαι συνεχώς σε κατάσταση πλήρους προσοχής είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο και τρομακτικά κοπιαστικό… έτσι προπαγανδίζει ο νους τουλάχιστον που είναι μεν εργατικός και φιλόπονος αλλά μονάχα στις περιοχές όπου αναγνωρίζει και αποδέχεται… διαφορετικά αρνείται να συνεργαστεί και επιστρατεύει το μεγαλύτερο όπλο του για να σε σταματήσει από το άλμα… το φόβο

Το να είσαι διαρκώς σε κατάσταση προσοχής σημαίνει ότι είσαι διαρκώς ερωτικός… σε ερωτική σχέση με κάθε τι, με όλα, κάθε στιγμή… πάλλεσαι και ακτινοβολείς καθώς είσαι πλήρης ενέργειας και η επίγνωσή σου ‘χτυπάει κόκκινο’… ο μέσος ‘καθημερινός’ άνθρωπος μπορεί να το αντέξει για λίγες ώρες ή λίγες μέρες… μερικοί για λίγους μήνες… ποιος μπορεί να το αντέξει για πάντα;

Αυτός άλλωστε θα ήταν ο ορισμός της αθανασίας σε ποιοτικό επίπεδο… μια ημέρα σε κατάσταση απόλυτης προσοχής ισοδυναμεί με μερικά χρόνια συμβατικής και ‘νορμάλ’ κατάστασης σαν αυτή που ζούμε… όταν έχεις εισέλθει στην διάσταση αυτή, ο χρόνος παύει, η σκέψη παύει, όλα ακυρώνονται και συνεπώς δεν είσαι νέος ή γέρος, παιδί ή ενήλικας, σοφός ή ανόητος, γνώστης ή βλαξ… είσαι και αυτό αρκεί… ως και η γλώσσα ακυρώνεται και κανείς δεν μπορεί να σου ‘μεταφράσει’ το βίωμα… ένα υπέροχο δράμα!

Κάποιες ελάχιστες φορές όλο τούτο το επισκεπτόμαστε… ή μάλλον μας επισκέπτεται… και όπως έναν συναρπαστικό επισκέπτη ο νους κάποιες φορές φροντίζει να τον κακολογήσει όταν αυτός φύγει από το σπίτι και να μας επαναφέρει ‘στην τάξη’, έτσι συμβαίνει και με ό,τι μας έδωσε ή μας έδειξε το αληθινό περιεχόμενο της ζωής… θα συκοφαντηθεί τόσο πολύ μετά από τον εισαγγελέα δίωξης βιωμάτων αλήθειας ώστε θα βρεθούμε… απολογούμενοι… γιατί ανοίξαμε στον αντιπαθητικό επισκέπτη την πόρτα; Γιατί αφεθήκαμε να μας ταξιδέψει σε άλλες πραγματικότητες; Δεν καταλάβαμε ότι ήταν ένας μεταμφιεσμένος τρομοκράτης; Γιατί δεν ακούμε το νου που πάντα μας προστατεύει και μας προφυλάσσει από τους παρείσακτους με τα αγγελικά πρόσωπα αλλά τις βόμβες κάτω απ’τη μασχάλη;

Για τους... νομιμόφρονες είναι ο βίος το λοιπόν…

Η ζωή είναι για τους ‘ανυπάκουους’ τολμητίες… επαναστάτες, ανατροπείς, 'τρομοκράτες'… δεν θα τα χαλάσουμε εκεί… από λέξεις είμεθα εν αφθονία…

Altamash Urooj

Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2017

Ζητητής του όντος...



Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.
Δημήτρης Λιαντίνης



Εκείνο που πραγματώνεται μες στο παράδοξό του… η απουσία και περισσότερο ο πόνος από την απουσία… κρίνεις λογικά μα σε προδίδει το θυμικό. Έχεις βασίλεια απέραντα μέσα σου… έχεις ανθρώπους, φωνές, βλέμματα… έχεις χρόνο…

Παραδίδεις στην πυρά του χθες όσα σε πλήγωσαν όμως δεν σου αρμόζει… κρίνεις με τη διάνοια πράγματα που ανήκουν σε άλλες περιοχές… στριμώχνεις μέσα σε λέξεις όσα είναι αρχαιότερα απ’τις λέξεις… έργο Σισύφειο, αδιέξοδο, μάταιο… και σε όλη σου τη ζωή… αν αξιώθηκες από το βίο να σηκωθείς λιγάκι στη ζωή… αν…

Παραδίδεις στη λήθη των ερχόμενων εκείνα που ούτε ο ίδιος εσύ δεν αγάπησες… άξια η μεταχείρισή τους από τους αποθέτες του αύριο… κανένα χτες δεν πρόγνωσε ποτέ κανένα αύριο… μάντης κακός σε αρχαίο ναό που εγκατέλειψε ως και η σκόνη… τι αναζητάς κοιτώντας ολόγυρα τους λερούς κίονες; Τι αδειάζει από σένα για να γεμίσει το έξω από σένα; Ξέχασες; Ποτέ το έξω δεν σε κάνει ευτυχισμένο… απλά γεμίζει το κενό… και πάλι στο επόμενο βήμα αδειάζει και μένεις ασυγχώρητος…

Παραδίδεις στο σήμερα το φιλοσοφείν που μακέλεψε ο ποιητής και το ποιείν που φαλκίδευσε ο φιλόσοφος… κρίνεις το σύμπαν μέσα από το φακό του Γαλιλαίου αλλά ο ποιητής ανασαίνει με πρωινά φωτός και δειλινά ομίχλης… παρθένα και τα δυο… όσα αναγνωρίζεις στο διαμέτρημα του στερεώματος είναι το χτες που σε εξαπατά… άσε την παρθενία για τον ικέτη του ίμερου, για τον προσκυνητή του ωραίου…

Ο φιλόσοφος σε εξαπάτησε γιατί σε γέμισε με ωραία λόγια…

Ο ποιητής σε μαύλισε γιατί στα χάραξε στο είναι…

Fly away with me
Yvette Depaepe

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Ανακίμ




Στα γιγάντια μπράτσα σου
κράτησέ με
σήκωσέ με απ’το τώρα
που χωμάτινο φέρετρο γίνεται
κι ανύψωσέ με στο Αεί
που λαχταρά η ψυχή μου να εισέλθει
αιώνες τώρα
όχι μόνη
ούτε άφιλη
με τον Άνθρωπο του Κλεισμένου Χρόνου
συντροφιά
τον αδελφό του ληστή
τον πατέρα του προδότη
την οικογένεια του κρεμασμένου


έχουμε δώσει τα χέρια
όλοι εμείς
που στο αίμα μας σταλάζει σαν σκουριά
το μάταιο


και βαδίζουμε αντάμα…


Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017

Εκείνο που αναπτύσσεται ενώ όλα γύρω εξελίσσονται…



Κάθονταν στο αγαπημένο τους σημείο και άκουγαν τη νύχτα καθώς ανάσαινε γύρω τους. Τα φώτα της πόλης στην απέναντι ακτή έμοιαζαν με εκατομμύρια μάτια παράξενων όντων μέσα στην ομορφιά του σκοτεινού στερεώματος.
Μιλούσαν για πολλά, όπως πάντα. Χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία, χωρίς πρωτόκολλα. Μονάχα όπως γεννιόνταν μέσα τους.
Κοιτούσαν την απέναντι ακτή και απολάμβαναν την ιερότητα της κάθε στιγμής.
Εκείνος πήρε στα χέρια του λίγη άμμο και την άφησε να χυθεί ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Η βαθιά εμπειρία της μοναχικότητας σε ενηλικιώνει. Όμως όχι μέσα στη ζωή. Αλλά στο θάνατο.
Ζούμε με το μύθο του ανθρώπου ως ‘κοινωνικού όντος’ και από τα μικράτα μας μαθαίνουμε να αλληλεπιδρούμε με τους άλλους όπως όλα τα δίποδα θηλαστικά στις αγέλες. Δεχόμαστε απριορικά την κυριαρχική ύπαρξη ενός Άλφα, ενός ηγέτη, και τη δική μας θέση μέσα στο σύνολο. Ανεξάρτητα με το αν η θέση αυτή που ετεροπροσδιορίζεται μας ταιριάζει ή μας αρμόζει, είμαστε υποχρεωμένοι να την αποδεχθούμε γιατί είμαστε τάχα ‘κοινωνικά’ όντα αλλιώς υποβαθμιζόμαστε στην κατηγορία των ‘θηρίων’ και των απόβλητων περιθωριακών.
Ο μύθος αυτός μας δηλητηριάζει τη σκέψη και το είναι μας κραυγάζει. Είμαστε προικισμένοι με το μεγαλείο της μοναχικής ανάπτυξης εντός ενός ευρύτερου συνόλου που ‘πάσχει’ από αδήριτη εξέλιξη αλλά καταντάμε κοινωνικοποιημένοι μεν –βίαια και τραυματικά- και απαθλιωμένοι… ‘μόνοι κι έρημοι’.
Αυτό συμβαίνει γιατί ζούμε μια εμπειρία αρνητικής ανάπτυξης ή στατικότητας ή έστω αργής και βασανιστικής ανάπτυξης ενώ όλα γύρω εξελίσσονται.
Την λεγόμενη ‘εξέλιξη’ αν και εφόσον συμβαίνει δεν μπορούμε ούτε να την αντιληφθούμε ούτε –αλίμονο – να την επηρεάσουμε.
Είναι περίπου σα να πιστεύεις πως με ένα κουπί θα αλλάξεις τους κυματισμούς σε έναν ωκεανό. Ένα κουπί διαθέτεις και τίποτε άλλο.
Λέμε συχνά την ανοησία ότι εκείνο το περιβάλλον βοήθησε στην εξέλιξή μου ή το άλλο την εμπόδισε, κλπ. Δεν αντιλαμβανόμαστε τα μεγέθη και ανοητολογούμε.
Την μόνη εμπειρία που δυνητικά έχουμε είναι αυτή της εσωτερικής ανάπτυξης και πιθανώς, οι ελάχιστοι εξ ημών, της πνευματικής ολοκλήρωσης. Καμιά εξέλιξη δεν εμποδίζει εμάς να αναπτυχθούμε. Αν περιμένουμε να συμβαδίσουμε την εξέλιξη είναι σα να περιμένουμε τα άστρα να γίνουν μαύρες τρύπες για να αναπτύξουμε διαστημική τεχνολογία. Όλα γύρω εξελίσσονται. Βουβά και αργά. Ας το δεχθούμε κι ας μην γνωρίζουμε την αιτία ή την Αρχή.
Τι γίνεται όμως με τη δική μας ανάπτυξη;»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Εκείνη κρατούσε στο χέρι της ένα μικρό βότσαλο και όταν έγινε η παύση το πέταξε στη μαύρη θάλασσα που γυάλιζε υπέροχα εμπρός τους.
«Μέσα στο θορυβώδη, πολύβουο κόσμο, εμείς οφείλουμε να αναπτυχθούμε σιωπηρά, σιγηλά και σχεδόν συνωμοτικά. Δηλαδή μοναχικά. Αν αρνηθούμε την πολυτέλεια της μοναχικότητας στον εαυτό μας –τη μοναδική που δεν πρέπει να του στερήσουμε ποτέ- είναι σαν να απαιτούμε χωρίς φιάλες οξυγόνου να τοπογραφήσουμε τους σκοτεινούς βυθούς των θαλασσών. Δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κι άλλωστε δεν έχει συμβεί ακόμα.
Είμαστε στα σπάργανα.
Και προχωράμε βασανιστικά και εξοργιστικά αργά.
Στην ουσία φοβόμαστε τη μοναχικότητα γιατί φοβόμαστε την εσωτερική ανάπτυξη.
Όσο χανόμαστε μέσα στους άλλους όλα είναι πιο εύκολα. Ως και η λήθη.
Μέσα στον εαυτό μας δεν μπορούμε να χαθούμε.
Όπου κι αν πάμε θα είμαστε πάλι εμείς.
Η κοινωνικοποίηση σε βοηθά να αντιμετωπίσεις τη ζωή.
Η πνευματική ολοκλήρωση σε βοηθά να αντιμετωπίσεις το θάνατο…»
Δεν ήθελε να της μιλήσει άλλο… έμειναν σιωπηλοί να κοιτούν την ακίνητη θάλασσα.

Ως και ο άνεμος είχε σιγήσει…


On the edge of the empty bookshelf