Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2018

Σιγή…



Ημέρα γενέθλια, σιωπηλή
μάρτυρας τεμαχισμών στο διηνεκές
μάρτυρας κράματος ονείρων
και όψεων ερέβους
μάρτυρας τάφρων πρωινών
και νύχτιων λάμψεων
οδύνης
μόνο
γεννιέμαι ξανά
όμως αλλιώς
κάτω από έναν αστέρα φίλιο
μελαγχολικό
σαν αίνιγμα
εκτός απ’το δρεπάνι που συλλογίζομαι
εσύ
εκτός από τον Αύγουστο που πάντα
σκοτεινός θα είναι
εκτός από το ωραίο σου βλέμμα
που γενναιόδωρα ζεσταίνει
ό,τι ο Νόμος αφαιρεί
ώρα την ώρα
ως τη Μεγάλη που έρχεται Σιγή…

4 Νοε 2018



Two Butterflies

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2018

Ο Οίκος



Ο
ποιητής σήκωσε το βλέμμα και το προσανατόλισε στην είσοδο του Οίκου. Ρίγησε. Όλο του το είναι σκίρτησε. Η ατραπός τελειώνει εδώ, συλλογίστηκε και τα μάτια του υγράνθηκαν. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο ηλιακό του πλέγμα. Έβγαλε με μια ήρεμη κίνηση αυτό που κρατούσε καλά κρυμμένο και αθέατο κατάσαρκα στο στήθος. Το χάιδεψε απαλά, με άφατη τρυφερότητα. Το κράτησε με το δεξί του χέρι και κοίταξε ξανά μπροστά. Πρέπει να κάνω το βήμα, μονολόγησε. Γι αυτό βρίσκομαι εδώ… πήρε μια βαθιάν ανάσα, έδιωξε τις σκέψεις της τελευταίας στιγμής και προχώρησε.
Έφτασε λίγο πριν το Κατώφλι, ανάμεσα στους δυο μεγάλους κίονες όταν ο πόνος στο στήθος έγινε οξύτερος. Τα γόνατά του έτρεμαν, όλο του το είναι βρισκόταν σε συναγερμό. Πρέπει να στηριχτώ, πρέπει να κλείσω την ατραπό, ενθάρρυνε τον εαυτό του και μονομιάς ένιωσε να στυλώνεται ξανά στα πόδια του. Πέρασε τη νοητή γραμμή που συνέδεε τους δυο επιβλητικούς κίονες και έφτασε στο Κατώφλι. Στάθηκε και έκλεισε τα μάτια. Γνώριζε καλά την προσευχή. Όλη του τη ζωή την επαναλάμβανε σαν μαγική επωδό. Οι λέξεις ανέβηκαν αβίαστα απ’την ψυχή στα χείλη. Τα δάκρυα έτρεξαν καυτά, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Πόσο μεγάλη είναι τούτη η στιγμή, σκέφτηκε σαν ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα. Και πέρασε το κατώφλι.
Ο Οίκος ήταν σκοτεινός, ζεστός και γεμάτος μια πανάρχαια ενέργεια που τον χτύπησε από το πρώτο του βήμα στο εσωτερικό. Δεν υπήρχε τίποτα ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν σκοτεινοί, γεμάτοι σκαλίσματα, παραστάσεις ακατάληπτες και λαξευμένες αράδες από προσευχές προσκυνητών σε άγνωστες, ξεχασμένες πια γλώσσες. Μπροστά του, στο κέντρο του Οίκου ήταν ο βωμός. Τον χώριζαν μονάχα λίγα βήματα.
Ξαφνικά, εκείνο που κρατούσε στο δεξί του χέρι σα να ζωντάνεψε… μια θερμότητα τον διαπέρασε αρχικά κι από το χέρι απλώθηκε γοργά σε όλο του το σώμα. Δύσπνοια. Το οξυγόνο ήταν λιγοστό εδώ μέσα και ένιωθε πως πνιγόταν. Να βιαστώ, είπε δυνατά και πλησίασε θαρρετά τον οκταγωνικό βωμό.
Τα βήματά του ήταν δύσκολα, όλο και πιο δύσκολα. Ένιωθε μια τεράστια πίεση να τον πιέζει στους ώμους λες και ολόκληρος ο Οίκος, ο κόσμος όλος έπεφτε πάνω του. Πήρε μια γενναία ανάσα και έφτασε μπροστά στο βωμό. Γονάτισε με ευλάβεια και έφερε το αντικείμενο μπροστά του. Είχε μια άλλη όψη και άλλη υφή τώρα. Έμοιαζε με διάπυρο ξίφος που άστραφτε μέσα στο σκοτεινό, πανάρχαιο Οίκο. Μια κίνηση έμεινε, σκέφτηκε κι αισθάνθηκε πόνο σε όλα του τα μέλη, ως τα κατάβαθα του είναι του. Εκείνος δεν θέλει να το κάνω, είπε και ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει απ’το μέτωπό του. Εκείνος παλεύει να με σταματήσει, είπε ξανά και τέντωσε το χέρι του για να αποθέσει το αντικείμενο που σα να είχε φλογιστεί πια ολόκληρο, σα να είχε πυρποληθεί από μια τρομερή ενέργεια και δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει. Όλα είχαν φτάσει πια στο πιο κρίσιμο σημείο. Ολόκληρη η ύπαρξή του δονείτο… ένιωθε σαν αρχαίος βράχος που άρχιζε να ρηγματώνεται παντού και έφτανε στα όρια να σπάσει σε αναρίθμητα κομμάτια. Προσπάθησε να ψελλίσει κάτι και δεν έβγαινε η φωνή του… ως και η σκέψη του είχε παύσει, ως και η ανάσα της αθάνατης ψυχής του τρεμόσβηνε μέσα του… άνοιξε τα δάχτυλά του και το έμπυρο αντικείμενο έπεσε μέσα στο βωμό…
Δεν κατάφερε να δει όσα ακολούθησαν… τον πίδακα φωτιάς που όρμησε από το βωμό και έγλειψε την οροφή του Οίκου… τα έγγλυφα στους τοίχους ολόγυρα να πυρώνονται και να εκπέμπουν το αρχαιώνιο φως του είναι τόσων και τόσων προσκυνητών πριν απ’αυτόν… ένιωσε όμως να του δροσίζει τα φλεγόμενα μάγουλά του μια πρωτόγνωρη ανάσα… η πίεση αφαιρέθηκε από τα μέλη του, η ψυχή του ανάσανε, το μυαλό του αναπαύτηκε… προσπάθησε να σηκώσει το ταλαιπωρημένο του σώμα αλλά δεν τα κατάφερε… και τότε άκουσε, ένιωσε περισσότερο εκείνη την παράξενη μελωδία… την εξέπνεε θα’λεγες ο Οίκος… διέρρεε από τους πόρους του, πλημμύρισε το χώρο και την ύπαρξη του ποιητή που ένιωσε το βάρος της απόφασής του και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ήξερε τι σήμαινε αυτή η πένθιμη μελωδία που απλωνόταν σα φίδι με χίλια κεφάλια στα έγκατά του και τον άλωνε… πάλεψε ξανά να σηκωθεί, να σταθεί όρθιος… τα κατάφερε και αναθαρρημένος έκανε μεταβολή… Αν φτάσω ως την έξοδο… ψέλλισε κοιτάζοντας το φως που έμπαινε από την είσοδο του Οίκου… Δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα… έπεσε στα δυο του γόνατα εξοντωμένος από την υπερπροσπάθεια και έγειρε το σώμα του με το κεφάλι προς τα πίσω συμφιλιωμένος με το αναπόδραστο. Η μυσταγωγική μελωδία δυνάμωσε. Οι τοίχοι του Οίκου τον ζύγωναν. Η φωτιά στο βωμό είχε σβήσει.
Και τότε, ακριβώς τη στιγμή που η μουσική είχε γεμίσει το είναι του και είχε μεθύσει τις αισθήσεις του, ένιωσε κι έπειτα είδε τη μεγάλη ρομφαία να τον διαπερνά και να προβάλλει από την εκτεθειμένη του κοιλιά. Άνοιξε το στόμα του, ρούφηξε τις τελευταίες ριπές οξυγόνου που του αναλογούσαν, έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον εξώχωρο και παραδόθηκε…



Οκτ 2018

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2018

λυγρόν ήμαρ




όλο το φως
και η έγνοια
φλεβικός ατμός

θα ξημερώσει
άλλος ενιαυτός
δόκιμος, σκληραγωγός
άνεμος που πνέει
μεσόψυχα
τυραννισμένος
μελλόνυμφος νεκρός

θα ξημερώσει
ένας άλλος εαυτός
έπαυσε ο Άρης
στάζει απ’τα όπλα του
ο Φόβος
σαρκώνεται απ’το βλέμμα του
ο Δείμος

λυγμός βροτός…

και η μέρα
πέφτει επάνω μου
γίνεται σάβανο
και μανδύας φαιός
γίνεται βράχος
γίνεται άχος
γίνεται αχός

και στη μισή καρδιά
που μού απόμεινε
έρκος βλασταίνει
και πυργώνεται ο νόμος

ζωντανός
αιώνιος
ανίκητος

δίκαιος
σιωπηλός…



οκτ2018 

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2018


Άνοιξε το Βιβλίο
σε όποια σελίδα θέλεις
σού είπε ο Λευκοντυμένος που στο Κατώφλι
εμφανίστηκε
αιφνίδια, απρόσμενα
άνοιξε το βιβλίο
όπου εσύ θέλεις
και διάβασέ μου μια γραμμή…
Κι εσύ
γύρισες το βλέμμα εκείνο της αιώνιας σιωπής
και με κοίταξες
δεν είχα κάτι να σου πω
μονάχα που άκουσα τα χείλη μου
να ψιθυρίζουν
να μη φοβάσαι…
να μη φοβάσαι…
κι επέστρεφε ο λυγμός από τα μύχια
του είναι μου
φοβάσαι…
φοβάσαι…
γύρισες σιωπηλός
πήρες στα χέρια σου το ανοιχτό βιβλίο
κι έπειτα η κραυγή μου
σκέπασε το στερέωμα
και απλώθηκε ως τα εξώχωρα της Ύπαρξης
τυφλώθηκα
δεν ένιωθα πια
δεν άκουγα
ο σφυγμός μου είχε αφανιστεί…
όλα είχαν γίνει ένας συμπαντικός λυγμός
και σφυροκόπημα σιγής…
φοβάσαι…
φοβάσαι…


9 Οκτ 2018

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2018

Μέθη…



Αυτός ο κόσμος δεν είναι νέος. Ούτε γερνάει.
Γεννιέται και πεθαίνει την ίδια στιγμή.
Κανείς δεν ξέρει το πώς ή το γιατί.
Γιατί κανείς δεν υπάρχει αληθινά για να το πει.
Ζούμε σε μια κατάσταση ονειρικής μέθης.
Ονειρικής γιατί τίποτε μέσα μας δεν μπορεί να οριστεί έξω από το ονείρεμα.
Μέθης γιατί όταν πιστεύουμε πως είμαστε αφυπνισμένοι, στην πραγματικότητα ονειρευόμαστε το ξύπνημά μας.
Και τις εποχές του ύπνου δεν τις θυμόμαστε ποτέ.
Βρισκόμαστε διαρκώς σε μια κατάσταση ένυπνης αφύπνισης και εν εγρηγόρσει ύπνωσης… σε μια μεταιχμιακή, μετουσιακή, ροϊκή, παρασυνείδητη κατάσταση.
Ρέουμε διαρκώς, μεταβαίνουμε, μεταβαλλόμαστε…
Διαρκώς αλλάζουμε, μετασχηματιζόμαστε, μεταμορφωνόμαστε.
Και παραμένουμε ίδιοι.
Και κανείς δεν ξέρει το πώς και το γιατί.
Γιατί κανείς δεν υπάρχει αληθινά για να το μαρτυρήσει.
Είμαστε ταυτόχρονα παιδιά και γέροντες.
Είμαστε μαζί αρσενικοί και θηλυκοί.
Είμαστε δειλοί και γενναίοι.
Είμαστε παράφρονες και λογικοί.
Νομίζουμε πως έχουμε ορίσει τα πράγματα ενώ εκείνο που συμβαίνει
Είναι πως τα πράγματα ορίζουν εμάς.
Νομίζουμε πως έχουμε ιστορία, γεγονότα στο χθες, πως έχουμε καταγωγικές αρχές
Πως ερχόμαστε από κάπου και κάπου πηγαίνουμε.
Στην πραγματικότητα είμαστε καθηλωμένοι σε ένα αιώνιο τώρα.
Είμαστε αμετακίνητοι, στάσιμοι, σημειακοί.
Αδιάστατοι.
Και κανείς δεν ξέρει ούτε το πώς, ούτε το γιατί.
Γιατί κανείς δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει για να το εξηγήσει.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να ορίσει τον εαυτό του έξω από τον εαυτό του.
Κανείς δεν μπορεί να δει μέσα του από μια θέση έξω από αυτόν.
Κανείς δεν μπορεί να τεκμηριώσει, να αληθεύσει τον εαυτό του.
Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί κάτι άλλο για να ορίσει το είναι.
Και κανείς δεν μπορεί να μεταφράσει το είναι όταν αυτό του αφηγείται το άλλο…
Είμαστε δέσμιοι μιας παρανοϊκής θεώρησης για τον κόσμο και τον εαυτό, το θείο και το ιερό, το καλό και το κακό, το αρχέγονο και το αιώνιο, το ατελεύτητο και το καιρικό, το αΐδιο και το συνεχές, το αθάνατο και το θνησιγενές…
Είμαστε αιχμάλωτοι μιας παραφροσύνης που μας διδάσκει το χθες και το αύριο, το ποτέ και το τώρα, το νυν και το αεί, το ιλιγγιώδες και το πρανές, το απειράριθμο και το ευάριθμο, το πεπερασμένο και το αχανές…
Είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια τρέλα που τραγωδεί τον άνθρωπο και κωμωδεί τον άνθρωπο…
Είμαστε κλόουν της ύπαρξης, σαλτιμπάγκοι του σύμπαντος…
Αν μπορούσε το Ον να σπλαχνιστεί μονάχα ένα πράγμα στην απεραντοσύνη των αναρίθμητων κόσμων και στερεωμάτων, αυτό θα ήταν ο άνθρωπος…
Και δεν θα μας προίκιζε ποτέ με την επίγνωση της θνητότητάς μας…

Όμως κανείς δεν ξέρει αν το Ον υπάρχει ή αν υπήρξε ποτέ.
Γιατί κανείς δεν έζησε για το δει.
Ούτε πέθανε για το γνωρίσει…


Οκτ2018


Σε κείνο το παλιό σου όνειρο
Θυμάσαι;
Στεκόσουν στο μικρό αίθριο
Σε μια στάση ιερής από-στασης
Απ’ό,τι ψηλαφείται
Απ΄το νου…

Τον περίμενες

Ο ουρανός έπεφτε κομμάτια
Σαν αρχαία σιωπή
Πρώτα γινόταν μια μαύρη θύελλα από ρόδα
Που κλείναν τους ορίζοντες
Και σχημάτιζαν παράξενες σκεπτομορφές
Από τους μύστες των αιώνων
Κι ύστερα βροχή, τόσο πυκνή
Που σου πονούσε τη σάρκα…

Δεν φοβόσουν
Μονάχα άνοιγες το στόμα σου
Να πιεις…

Σε κείνο το όνειρό σου
Κείνος που σε κλείδωσε
Ανάμεσα σε γη και ουρανό
Σου αρνιόταν τη φυγή
Τον περίμενες!
Θα ερχόταν, το ήξερες
Μέσα από τον αλάστορα Χρόνο
Να σε διατρήσει
Ως τα μύχια έγκατά σου
Να σε αλώσει
Να σε ενώσει με το Άρρητο…

Τον περίμενες
Και έπινες αχόρταγα
Με δίψα ασίγαστη
Έπινες την Αλήθεια…

Εκεί σε βρίσκω
Πάντα…
Να στέκεις
Βαφτίζοντας το κάθε τι
Ξανά και ξανά
Μεθοκοπώντας
Ονοματίζοντας τα πάντα
Ένα προς ένα τα σώματα
Και τις υπάρξεις…


Powermaker
© Smidka

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018

Αποκατάσταση





Σκληρές
πώς έγιναν οι φλέβες
σχοινιά
τεντώνονται κάτω απ’το σώμα
μου μιλούν
όμως δεν τις καταλαβαίνω
μαντεμένιο αίμα…

μεγάλες
πώς έγιναν οι μέρες
χωράφια χέρσα
που κάποιος τα εγκατέλειψε
κι αυτά θρηνούν
στενάζουν
όλα είναι ψέμα…

θανατοφόρος
χρόνος
ύπνος φονικός
σαν λαιμοδέτης
σφίγγει το δέρμα
ώσπου ν’ αγγίξει
τον τσιμεντένιο ουρανό
ο λυγμός
τα χείλη να μαυρίσουν
κέρινο βλέμμα

δικαιοσύνη λες
ψιθυριστά
σήκωσε στον ήλιο η νύχτα
επανάσταση

κι εγώ
σκυμμένος πάνω απ’το χώμα
σου απαντώ

αποκατάσταση…



σεπ2018

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2018

Ο στεναγμός του είναι



Το βαθύτερο δράμα του νοήμονος ανθρώπου δεν είναι ότι γνωρίζει… είναι ότι δεν μπορεί να κρυφτεί…
Ο πόθος να κρυφτείς πίσω από την άγνοια και η άγνοια αυτή καθεαυτή ως χαμένος παράδεισος αποτελούν ρομφαίες που διαπερνούν τον άνθρωπο του στοχάζεσθαι…
Ο πόθος να ελευθερωθείς από οποιαδήποτε προ-γνώση και από οποιαδήποτε προ-βίωση…
Ο πόθος να αποφυλακιστείς από το δεσμωτήριο του συνειδέναι…
Η μετοχή όχι μόνο σε κείνο που βιώνεται με τον οικειωμένο, αρχέγονο αυτοματισμό στον ενδοψυχικό κόσμο αλλά περισσότερο που ιχνεύεται από την ευαίσθητη αντίληψη και εμπειρώνεται ως πρόγευση του ερχόμενου, είναι ένας βαθύς στεναγμός του είναι
Μοιάζει όλο τούτο με τον άνθρωπο που λαχταράει ως τα βαθύτερά του να εισέλθει στη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου και για κάποιο λόγο του απαγορεύεται… φαντασιώνεται την πληθύ των τόμων, τους ωκεανούς των γνώσεων, τη μέθεξη από την κατάδυση σε τόσους τόπους, σε τόσους χρόνους, σε τόσες μαγικές και ανεξερεύνητες χώρες… ζει για χρόνια με όλο αυτό τον ανεκπλήρωτο, μαρτυρικό πόθο και ζει εντελώς και θαυμαστά προσανατολισμένος… άλλο έρωτα δεν γεννά η ψυχή του παρά να μπορέσει να κοινωνήσει όλη αυτή τη διαθέσιμη εμπειρία, να βυθιστεί κυτταρικά και να πλυθεί υπαρκτικά από αυτή τη απειροδιάστατη γνώση που δαψιλώς του προσφέρεται κι όμως δεν του δίνεται…
Και κάποια μέρα… κάποια ευλογημένη μέρα ανοίγουν οι Πύλες και του επιτρέπεται επιτέλους να εισέλθει… ως προσκυνητής ακροπατώντας σχεδόν κι ύστερα ξεθαρρεμένος σαν παιδί που το αφήνουν μόνο στον μεγαλύτερο παιχνιδότοπο του σύμπαντος ορμάει τρέχοντας… τι λαμπρή μέρα, τι ηλιόφωτη μέρα! Γενέθλια ημέρα!
Κι ο άνθρωπος που θέλει να γίνει άνθρωπος της γνώσης, ρίχνεται με τα μούτρα… από τη Γεωγραφία στην Ιστορία, από τα Μαθηματικά στη Βιολογία, από τις Γλώσσες στην Ψυχολογία, από τις Βιογραφίες στη Φιλοσοφία… και τέλος δεν έχουν οι επιστήμες, οι κλάδοι, οι μελέτες, οι απόψεις, οι θεωρήσεις, οι γνώμες, οι αποκλίσεις, οι διαμάχες και οι προκλήσεις…
Για χρόνια πολλά, χρόνια αμέτρητα και μαγικά, ο άνθρωπος της γνώσης ζει έναν έρωτα, ένα παραλήρημα, ένα γιορτάσι φωτός και αγάπης…
Όμως… έρχεται κάποτε και η στιγμή της σκοτεινιάς… η γκρίζα ώρα…
Σιγά σιγά ανακαλύπτει πολλά που κρύβονται πίσω από τις γραμμές, τις εικόνες, τα σχήματα, τα διαγράμματα, τους χάρτες…
Πίσω απ’όλα τούτα υπάρχουν οι άνθρωποι… οι άνθρωποι του χτες, οι άνθρωποι του σήμερα, του πάντα…
Νιώθει σιγά σιγά να σφίγγεται το στομάχι του, να κλείνει ο λαιμός του, να ιδρώνουν οι παλάμες του…
Τούτα που αγγίζουν και ψηλαφούν λαίμαργα τα μάτια της ψυχής του δεν είναι παρά το αίμα και ο πόνος άλλων ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν… μόνοι
Η αντίληψή του έχει ευρυνθεί, η καρδιά του έχει μεγαλώσει, η ψυχή του αιμορραγεί… δεν είναι η γνώση πια που τον καλεί, που τον μεθάει, τον κάνει να ονειρεύεται, να ταξιδεύει… είναι μια βαθιά και αιμάσσουσα επίγνωση… ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα σε ολόκληρο το σύμπαν
 Ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος…
Ο άνθρωπος δεν έχει τη μοναδιαία αρνητική ύπαρξη του Όντος… ο άνθρωπος έχει την ψευδαίσθηση της σχεσιακής απόδρασης… της διαφυγής… της καταφυγής στους απογόνους του…
Την ψευδαίσθηση…
Ο άνθρωπος είναι απαρηγόρητος… ένας πολεμιστής που κουρασμένος από τις αναρίθμητες μάχες αναζητά μια αγκαλιά να αναπαυθεί και να κλάψει…
Δεν είναι πια ευτυχισμένος ο άνθρωπος της γνώσης…
Τώρα πια γνωρίζει… τώρα πια όλο του το είναι γνωρίζει
Δεν βούτηξε στον ποταμό για να γευτεί την αέναη ροή… είναι ο ίδιος πια η ροή και τη βιώνει ως ανελέητη δράση που τον ρηγματώνει, τον εκχυμώνει, τον απομειώνει… δεν ρέει… διαρρέει
Ο άνθρωπος της γνώσης δεν είναι πια παιδί…
Ενηλικιώνεται…
Όχι ακόμα…
Τώρα γυρίζει το βλέμμα του ολόγυρα και δεν βλέπει τόμους που τον προσκαλούν σε ένα ακόμα συναρπαστικό ταξίδι… βλέπει τη μοναχική, ασκητική ανάβαση ενός ακόμη αδελφού του…
Και τούτη η βαθιά συμπόνια τον πληρώνει όπως το νερό στην πλημμυρίδα σκεπάζει με βασανιστική κανονικότητα τον αιγιαλό…
Τον κυριεύει πανικός… αναζητά χώρο να κρυφτεί…
Δύσπνοια…
Όπου κι αν πάει στην απέραντη βιβλιοθήκη, συναντά τον εαυτό του… κρύβεται πίσω από έπιπλα, κάτω από τραπέζια, πίσω από βαριές κουρτίνες… κρύβεται και κλαίει…
Ανώφελο… μάταιο…
Όπου κι αν τρέξει βλέπει τον εαυτό του… ένα πρόσωπο κάθιδρο, μια έκφραση αγωνίας…
Πόσο θα επιθυμούσε να γυρνούσε το χρόνο πίσω!
Πίσω σ’εκείνη την υπέροχη εποχή της αγωνίας, της προσδοκίας, της άγνοιας…
Πίσω σ’εκείνη την μακάρια εποχή που θριάμβευε το αυτογενές, το ενδόκρατο, το ιδιόψυχο…
Πόσο πολύ θα ήθελε να γυρνούσε το χρόνο πίσω… πριν ανοίξουν οι Σκαιές Πύλες του δικού του αφανισμού…

Στρέφει το βλέμμα του στον εαυτό του… βαθιά… πολύ βαθιά…
Αν δεν υπάρχει έξοδος εκεί, δεν υπάρχει πουθενά…
Τώρα που σιώπησαν όλα γύρω του… ακούει την ανάσα του… ακούει το είναι του…
Ιδρύει μια παράξενη, καινούργια, πρωτόγνωρη σχέση… με κάτι άλλο… με κάτι αρχαιότερο απ’αυτόν…

Τώρα ενηλικιώθηκε… όχι επειδή κατανάλωσε τις γνώσεις όλου του κόσμου…
Αλλά επειδή έμαθε να ανασαίνει τη γλώσσα της ύπαρξής του…




Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2018

Ο πληθυντικός της αποκάλυψης


salvador dali_birth

Αν ήθελε κάποιος να μου κάνει μια πολύ δύσκολη ερώτηση… αυτή θα ήταν… μια σειρά από ερωτήματα… ποτέ μια δύσκολη ερώτηση δεν είναι μοναχική… πάντα τη συνοδεύουν όλες αυτές που τη συμπληρώνουν, τη βαθαίνουν, την πυρώνουν…
Πες μου, τι είναι ο άλλος για σένα;
Να η μητέρα…
Όχι ο άλλος… οι άλλοι…
Τι σημαίνουν για σένα;
Ποια είναι η θέση τους στη ζωή σου;
Ποια είναι η θέση τους μέσα σου;
Να τα παιδιά…
Γιατί όχι ο άλλος; Γιατί οι άλλοι;
Γιατί ο άλλος με υποχρεώνει να εμπλακώ σε μια φιλοσοφική διερεύνηση… δεν θέλω να χαθώ, θέλω να βρεθώ… ψέματα… δεν ήθελα ποτέ μου να βρεθώ… όχι ολοκληρωτικά τουλάχιστον…
Πιο εύκολο είναι να χαθείς μέσα από τον άλλο παρά μέσα από τους άλλους…
Εδώ έχουμε τον ενικό της απώλειας και τον πληθυντικό της αποκάλυψης…
Γιατί μπορείς να χαθείς πιο εύκολα μέσα από τον άλλο;
Γιατί μπορώ να επινοήσω τον άλλο όπως θέλω εγώ… κι αν επινοήσω τον άλλο όπως είμαι εγώ τότε μπορώ να χαθώ μέσα του… όπως το κάνω για μένα… σε μένα…
Όταν ο άλλος είναι πολλοί, αυτή η δράση αναχαιτίζεται, οπισθοβατεί… ακυρώνεται.
Οι άλλοι με αναγκάζουν να σχετιστώ…
Οι άλλοι με υποχρεώνουν να υπάρξω…
Οι άλλοι αποτελούν το γεωμετρικό τόπο της εξωτερίκευσης… είμαι αναγκασμένος να τους δω, να τους ορίσω… να τους φιλοξενήσω στο πεδίο μου…
Ο άλλος μπορεί να είναι αόρατος… οι άλλοι είναι πάντα ορατοί.
Δεν απαντάς στο ερώτημα-μητέρα…
Ήταν πάντοτε ένα αίνιγμα για μένα… οι άλλοι είναι ένα μυστήριο, είναι ο γνόφος του αγνώστου… είναι ένας αλλόκοτος κόσμος… δεν τους φοβάμαι όμως αισθάνομαι το ρίγος της σχέσης μαζί τους… συντίθεμαι και αποσυντίθεμαι διαρκώς… λυπάμαι για μένα, θυμώνω με μένα, χαίρομαι κάποιες στιγμές και άλλοτε κρυώνω ανάμεσά τους…
Οι άλλοι… σε σκοτώνουν;
Οι άλλοι δεν μπορούν να με σκοτώσουν αν είμαι ήδη νεκρός…
Οι άλλοι σε πληγώνουν;
Οι άλλοι αιωνίζουν τη δική μου ανάγκη να τους υπερβαίνω… συνέχεια… από παιδί… να τους αρνούμαι και να τους αποδέχομαι, να τους αποδομώ και να τους πλάθω ξανά… οι άλλοι με κουράζουν, με εξαντλούν, με προσανατολίζουν…
Ο προσανατολισμός είναι κοπιώδης;
Ο προσανατολισμός είναι η μέγιστη ηδονή του νου… όταν όμως θέλεις να αφήνεσαι οι άλλοι σε εμποδίζουν… οι άλλοι υπάρχουν για να μην αρέσκεσαι ποτέ στην ανάπαυση… οι άλλοι σε οργώνουν, σε αρδεύουν, σε μεγαλώνουν… οι άλλοι σε ωριμάζουν…
Η ωρίμανση είναι ανεπιθύμητη;
Η ωρίμανση είναι απόλυτη πιστοποίηση ότι είσαι θνητός… ότι είσαι μερικός… ότι είσαι πεπερασμένος…
Είναι κακό να έχεις όρια; Να είσαι πεπερασμένος;
Οι έννοιες του καλού και του κακού αποτελούν θέματα φιλοσοφικής αναδίφησης στην οποία δεν θέλω να εμπλακώ.
Είναι δεσμευτικό να είσαι πεπερασμένος; Μπορεί κάποιος να είναι απέραντος;
Πρόκειται για μια διαρκή, αέναη, ατελεύτητη διαπραγμάτευση… αυτό σου επιβάλλουν οι άλλοι… τη διαρκή διαπραγμάτευση… όταν εγώ επιθυμώ την Ησυχία εκείνοι θορυβούν… όταν εγώ απλώνομαι στον εαυτό μου, εκείνοι ποδοπατούν τα ίχνη μου… οι άλλοι είναι οι ολετήρες της Ησυχίας…
Άρα κάθε έννοια σχέσης σχεδόν εξαλείφεται, απαλλοτριώνεται, εξατμίζεται…
Να γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό το ζήτημα. Γιατί εγείρει αυτο-ενοχικά συναισθήματα. Γιατί προβάλλει μια ιδεατή εικόνα για τη σχέση, την ηθική, τη μόνωση, τη μετοχή, την κοινώνηση. Στην ουσία όλες αυτές είναι πτυχώσεις του μερικού. Αν ήταν πτυχώσεις του Όλου θα ήταν διαστάσεις. Δεν θα μιλούσαμε γι αυτές. Θα τις ζούσαμε. Μιλούμε πάντα για ό,τι δεν ζούμε. Φιλοσοφούμε για τις πτυχώσεις ενώ θα έπρεπε να ζούμε στις διαστάσεις…
Δεν είναι μονόδρομος η σχέση με τους άλλους;
Όλα όσα ζούμε είναι ένας δρόμος. Ένας και μόνος. Δεν υπάρχουν παράδρομοι ούτε ατραποί… αυτά είναι φιλοσοφήματα της δεκάρας. Τα βδελύττομαι. Τα σιχαίνομαι. Τα απορρίπτω. Όμως πιο σημαντικός από το δρόμο είναι ο υπόγειος ποταμός. Ο πρώτος είναι η ορατή ιχνηλατή πορεία. Ο δεύτερος είναι ο αόρατος, βαθύς και σκοτεινός κόσμος στον οποίο αληθινά ζούμε. Δεν θέλω να το αναλύσω… δεν είναι εύκολο…
Η πρώτη λέξη σε ένα νεογέννητο σύμπαν;
Σ[χ]ώμα…
Και η τελευταία;
Σ[χ]ήμα…


Σεπ2018

Δευτέρα, Αυγούστου 13, 2018

Άληστος γνώσις…


Άληστος γνώσις…

Δεν τολμώ να κοιτάξω πια στη γη
ούτε και στον ουρανό
υπάρχει μονάχα ένα ξέφωτο μικρό
στη μνήμη
για να καταφεύγω

πριν παραδώσω ό,τι ιερότερο έχω
στον Γέροντα με το λευκό χιτώνα
πριν αξιωθώ να περπατήσω το μονοπάτι εκείνο
που δεν έχει ούτε στερέωμα
ούτε φως
θα έλθω πάλι για λίγο μόνο να σε δω
να σε αγκαλιάσω

φεύγουμε άρτιοι και οι δυο
ευτυχισμένοι
γιατί όλα τα ζήσαμε ολόκληρα
μαζί
ακέραια
ακόμα και στην αγρύπνια
ακόμα και στον πόλεμο

και δεν μιλούμε πια
και δεν ακούμε
δεν κοινωνούμε ούτε τη σιωπή
ή τη λαχτάρα ενός χαμόγελου
δεν το έχουμε ανάγκη

ανάγκη έχει μόνο εκείνος
που πάνω στο σώμα του έχει κηλίδες θλίψης
και πάνω στη ψυχή του
ένα διάπυρο γιατί
και φλέγεται


Αυγ2018

Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2018

Μετουσία




Ο κεχρισμένος που δεν βολεύεται παρά με την απόλυτη προσήλωση, την άνευ όρων αποδοχή… την απροϋπόθετη, την αδιαπραγμάτευτη προσοχή… έτσι είναι… σε όρους προσωπικής ενδιάθετης δράσης αλλά και σε όρους αναστοχασμού… Και ο μυημένος που απεργάζεται πάντα, εσαεί, το έργο, ωσάν αυτό να μην έχει προ-οικονομηθεί, ωσάν να υφίσταται εν δυνάμει… πάντα εν δυνάμει… Ο κεχρισμένος που επιδομεί εαυτόν σε μια διαρκή και εργώδη προσπάθεια να πείσει σε όσα εκείνος δεν έχει πειστεί… και ο μυημένος που με μια του κίνηση φιλοτεχνεί κάθε φορά κι ένα καινούργιο σύμπαν…
Εκείνος που σε εκδικείται κάθε αφιλόξενη μέρα δεν είναι ο ακέραιος εαυτός… εκείνος που σε παρηγορεί τις νύχτες δεν είναι ο φύλακας της πύλης… εκείνος που σε διδάσκει κάθε ξημέρωμα τα σύμβολα του ζην δεν είναι ο απολωλός αδερφός σου… εκείνος που σε καμαρώνει για την επιμονή σου να επιβιώνεις δεν είναι ο ηγαπημένος…
Και από το μηδέν αν δεν άρχιζες κάποτε να μετράς, θα το περιείχες στο ρίγος της απώλειας… κάθε απώλειας, κάθε στιγμής…
Και στο άπειρο αν δεν φιλοδοξούσες να αρτιωθεί κάποτε ο στοχασμός σου, η μελαγχολία της ειμαρμένης θα σε αποκαθιστούσε κάθε φορά που θα την άφηνες αφρόντιστη… μέσα σου… καθώς ολόγυρα οργώνει αέναα το χωράφι της…
Ο κεχρισμένος, σαν μικρό παιδί, παραπονείται για τη μοναξιά που δεν του επιστρέφει το κόσμημα-χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμορφο πρόσωπο…
Ο μυημένος λεπτολογεί στο θρήνο του καταστάσεις που δεν άδραξε και παραθέτει εικόνες από τον πνιγηρό βίο της τελευτότητας. Όλα τα ανέχτηκε ο μυημένος όμως την απώλεια της καθημέριας ραστώνης δεν μπόρεσε να την αντέξει…
Στη μνήμη έρχονται ξανά και ξανά οι λέξεις, τα πρόσωπα, τα νεύματα, οι υποσχέσεις… ζεις για τη στιγμή της αθανάτισης όλων… πως κάποτε θα έχεις εποπτεία… ψέματα… πως τούτη κι αν την είχες θα την εγκατέλειπες… φτάνει να μην σε παραμελούσε τόσο το ονειρικό τοπίο… να μην σε πρόδιδε ο διαμορφωμένος, ο ναρκισσικός σου αρμοστής… εκείνο που τάχθηκες να υπηρετείς και πάντα σου δεσπότη είχες…
Ο κεχρισμένος θα λάμπει, θα τραγουδά, θα υφαιρεί απ’το θάνατο το χυδαία απόλυτο…
Ο μυημένος θα διέρχεται τις διαστάσεις ανώλεθρος και μόνος…
Μετουσία του είναι και απόστατη δόξα… αν έτσι κλείνομαι, ας είμαι έτσι…

Όταν θα με συναντώ ξανά και ξανά…