Κυριακή, Μαρτίου 17, 2019

Θέλω να πω την αλήθεια



Ο
άνθρωπος με την μακριά, μπεζ καπαρντίνα, το τριμμένο τζην παντελόνι και τα αθλητικά παπούτσια, στάθηκε έξω από το αστυνομικό τμήμα. Ο φρουρός μέσα στο κουβούκλιο του έριξε μια γρήγορη ματιά κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Ο άνθρωπος στεκόταν ακίνητος λίγα μέτρα έξω από την είσοδο του τμήματος. Κοιτούσε ευθεία εμπρός, ούτε αριστερά, ούτε δεξιά.
Ο φρουρός αποφάσισε να ρωτήσει.
«Τι θέλετε;»
 «Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε αμέσως ο άνθρωπος χωρίς να αλλάξει στάση.
Ο αστυνομικός τον κοίταξε κάπως καλύτερα. Δεν φαινόταν ακριβώς για άστεγος ή αλήτης αλλά δεν έδειχνε και για νοικοκυραίος. Κάποιος εκκεντρικός καλλιτέχνης, κάποιος μυστήριος από αυτούς που έχει γεμίσει ο τόπος πλέον.
«Τι θέλεις;», ρώτησε πάλι ο φρουρός με μισό χαμόγελο.
«Θέλω να πω την αλήθεια», επανέλαβε με το ίδιο ηχόχρωμα και ένταση φωνής ο άνθρωπος.
«Για ποιο πράγμα;», ρώτησε ο αστυφύλακας και βγήκε έξω από το κουβούκλιο για να περιεργαστεί καλύτερα τον άνθρωπο. Μπας κι είχε κανένα μπλέξιμο; Μπας κι ήταν κανένας από αυτούς τους παλαβιάρηδες που ζώνονται εκρηκτικά, μπουκάρουν στα εστιατόρια και στα βαγόνια του μετρό και όποιον πάρει ο Χάρος; Και τι έκρυβε σε αυτή την κουμπωμένη καπαρντίνα;
Εκείνη τη στιγμή πλησίασε την είσοδο του τμήματος ένας υψηλόβαθμος αστυνομικός. Ο φρουρός τον χαιρέτησε, άρχισαν να κουβεντιάζουν. Ο άνθρωπος με την καπαρντίνα δεν είχε μετακινηθεί ούτε ίντσα από τη θέση του.
«Πήγαινε πάνω στον αξιωματικό υπηρεσίας», του είπε κάποια στιγμή αυστηρά ο αστυφύλακας γιατί ήθελε να συζητήσει κάτι πιο προσωπικό με τον ανώτερό του.
Ο άνθρωπος υπάκουσε και σαν ρομπότ άρχισε να βαδίζει εμπρός.
Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, έφτασε στον πρώτο όροφο και αναζήτησε το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Το βρήκε, κοίταξε μέσα, άδειο. Στο διάδρομο πηγαινοέρχονταν διάφοροι, ένστολοι και με πολιτικά.
«Τι θέλετε;», τον ρώτησε κάποια στιγμή μια ένστολη κοπέλα.
«Τον αξιωματικό υπηρεσίας. Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε και εκείνη σούφρωσε τα φρύδια της.
«Λείπει τώρα. Μπείτε, καθίστε και περιμένετε», είπε και ο άνθρωπος μπήκε στο άδειο γραφείο και κάθισε ήσυχα στον άδειο καναπέ απέναντι από το γραφείο του αξιωματικού.
Πέρασε πάνω από μισή ώρα και κανείς δεν είχε εμφανιστεί. Κάποια στιγμή πρόβαλε το κεφάλι ενός αστυνομικού.
«Ακόμα να έρθει;», είπε το κεφάλι.
Ο άνθρωπος δεν απάντησε. Το κεφάλι εξαφανίστηκε.
Λίγη ώρα μετά μπήκε μια ένστολη κοπέλα με αρκετούς φακέλους κάτω απ’τη μασχάλη της.
«Περιμένετε τον αξιωματικό υπηρεσίας;»
Ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι του.
«Μπορεί να αργήσει… γιατί δεν έρχεστε αύριο; Είναι κάτι επείγον;»
«Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε εκείνος και η κοπέλα τον κοίταξε σαστισμένη.
«Μπορείτε να του μιλήσετε και αύριο. Αν είναι κάτι πολύ σημαντικό, μπορείτε να πάτε πάνω στον υποδιοικητή», του είπε και ο άνθρωπος αμέσως σηκώθηκε από τη θέση του και χωρίς να την κοιτάξει την προσπέρασε και βγήκε στο διάδρομο.
Ανέβηκε τη σκάλα στον δεύτερο όροφο και έπειτα στον τρίτο. Αναζήτησε το γραφείο του υποδιοικητή. Ήταν στο τέλος του διαδρόμου, αριστερά. Χτύπησε την κλειστή πόρτα.
«Ανοίξτε και μπείτε», άκουσε τη φωνή μιας κοπέλας. Υπάκουσε.
«Θέλετε τον κο Λάμπρου;», τον υποδέχθηκε μια ένστολη κοπέλα καθισμένη πίσω από ένα γραφείο.
«Θέλω να πω την αλήθεια», είπε εκείνος.
Η κοπέλα του έριξε μια καλύτερη ματιά. Δεν μπορούσε να αποφασίσει.
«Σε πέντε λεπτά έρχεται, καθίστε να τον περιμένετε», είπε τελικά και ο άνθρωπος κάθισε στην μοναδική άδεια καρέκλα του δωματίου.
Έπειτα από 25 λεπτά σιωπής, η πόρτα άνοιξε και ένας υψηλόβαθμος αστυνομικός μπήκε φουριόζος στο δωμάτιο.
«Τι έγινε Κανέλα; Όλα όκ;»
«Μάλιστα… ο κύριος σας περιμένει»
Ο αξιωματικός έριξε μια ματιά στον άνθρωπο, δεν τον αναγνώρισε.
«Εμένα θέλετε;», τον ρώτησε.
«Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε εκείνος.
Ο αξιωματικός έβγαλε το καπέλο του και κοίταξε την κοπέλα. Εκείνη σήκωσε τους ώμους της.
«Πώς λέγεστε;»
Το τηλέφωνο χτύπησε. Η κοπέλα σήκωσε το ακουστικό.
«Ναι…, ναι εδώ είναι… μια στιγμή…», είπε και έδωσε το ακουστικό στον άντρα.
«Ναι… ναι κ. υπουργέ… μα, τώρα μόλις… τώρα μόλις έφυγα από εκεί… εντάξει… εντάξει… μην ανησυχείτε…», είπε και κοπάνησε το ακουστικό εκνευρισμένος στη συσκευή.
«Γαμώ την πουτάνα μου, γαμώ!», είπε, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και την ξανάκλεισε με δύναμη.
Η κοπέλα έκανε έναν μορφασμό.
«Δεν έρχεστε αύριο καλύτερα; Δεν είναι ήσυχη μέρα σήμερα», είπε στον άνθρωπο. Εκείνος την κοίταξε ανέκφραστος.
«Αν είναι να καταθέσετε κάτι… θέλω να πω αν είναι να πείτε κάτι εμπιστευτικό δεν πάτε ως την εισαγγελία; Είναι στο απέναντι κτήριο… τρίτος όροφος… ή δεύτερος; θα σας γελάσω… ρωτήστε το θυρωρό… πάντως νομίζω θα είναι εκεί η εισαγγελέας τώρα… για να δω, τι ώρα είναι… ναι, την προλαβαίνετε…», είπε η κοπέλα και παρακολούθησε τον άνθρωπο να σηκώνεται ανέκφραστος και να αποχωρεί από το δωμάτιο.
Ο άνθρωπος κατέβηκε τα σκαλοπάτια ως το ισόγειο, βγήκε από το κτήριο της αστυνομίας, διέσχισε τη λεωφόρο και έφτασε έξω από την είσοδο ενός πολυώροφου κτηρίου. Μπήκε και σε λίγο βρέθηκε μπροστά από έναν θυρωρό που έτρωγε ένα σάντουιτς και διάβαζε αθλητική εφημερίδα. Ο θυρωρός του έριξε μια βαριεστημένη ματιά και ξαναχώθηκε στην εφημερίδα του. Ο άνθρωπος στεκόταν ακίνητος.
«Τι θέλετε;», ρώτησε τελικά ο θυρωρός με το μισό σάντουιτς στο στόμα. Ψίχουλα έπεφταν από το στόμα του.
«Θέλω να πω την αλήθεια»
«Τώρα, σώθηκες», σχολίασε ο θυρωρός και κάγχασε. Ο άνθρωπος έμεινε ανέκφραστος.
«Ποια αλήθεια;», ρώτησε έπειτα από λίγο ο θυρωρός μασουλώντας και το υπόλοιπο σάντουιτς ενώ κέτσαπ και μουστάρδα λέρωναν το πουκάμισό του. «Γαμώ την Παναχαϊκή μου!», έβρισε ο θυρωρός και έσπευσε να καθαριστεί. Ο άνθρωπος τον κοιτούσε με το ίδιο, ακίνητο βλέμμα.
«Τι κοιτάς; Ανέβα στον τρίτο, στην κα Μάλιου… στο δαίμονα… χάλια έγινα…», συνέχισε να λέει ο θυρωρός τρίβοντας και λερώνοντας χειρότερα το πουκάμισό του.
Ο άνθρωπος προχώρησε, βρήκε το κλιμακοστάσιο και άρχισε να ανεβαίνει.
Έφτασε στον τρίτο όροφο, αναζήτησε το γραφείο της κας Μάλιου, το βρήκε, χτύπησε την πόρτα. Δεν πήρε απάντηση. Έπειτα από λίγο ξαναχτύπησε. Δεν πήρε απάντηση. Έπειτα από λίγο ξαναχτύπησε. Τα ίδια.
«Η κα Μάλιου δεν είναι τώρα εδώ», άκουσε μια φωνή. Ήταν μια νεαρή κοπέλα που τον πλησίαζε από το βάθος του διαδρόμου, στ’αριστερά του. Ο άνθρωπος σταμάτησε να χτυπάει την πόρτα και έμεινε ανέκφραστος στη θέση του.
«Τι θέλετε;», τον ρώτησε η κοπέλα.
«Θέλω να πω την αλήθεια», είπε αυτός.
«Μισό λεπτό», είπε εκείνη και έτρεξε πίσω στο γραφείο της γιατί χτυπούσε το κινητό της. Ο άνθρωπος έμεινε στην ίδια θέση, όρθιος, ακίνητος έξω από την κλειστή πόρτα της κας Μάλιου.
Η κοπέλα ξαναγύρισε έπειτα από πέντε λεπτά.
«Μπορείτε να πάτε στο άλλο γραφείο, στον κο Βλάχο», του είπε και του έδειξε με το χέρι της το τέλος του διαδρόμου από την άλλη πλευρά. Ο άνθρωπος γύρισε το σώμα του και άρχισε να βαδίζει προς το τέλος του διαδρόμου. Βρήκε το γραφείο του κ. Βλάχου, η πόρτα κλειστή, χτύπησε, άκουσε ‘εμπρός’ και την άνοιξε.
Μέσα ένα γραφείο, καθισμένος ένας κουρασμένος άντρας. Τον κοίταξε κάπως απορημένα.
«Παρακαλώ», του είπε.
«Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε ο άνθρωπος.
«Καθίστε», είπε ο κος Βλάχος. Ο άνθρωπος κάθισε σε μια από τις δυο άδειες καρέκλες του δωματίου.
«Πρόκειται για την υπόθεση Τσανόπουλου έτσι;», ρώτησε ο κος Βλάχος. Ο άνθρωπος δεν απαντούσε.
Ο κουρασμένος άντρας ξεφύσηξε και έγειρε το σώμα του στην πλάτη της καρέκλας.
«Έχει κλείσει η υπόθεση. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε… η Μάλιου κι εγώ… ξέρετε… ο φάκελος έχει ήδη φύγει από μένα… καλύτερα αν θέλετε να μιλήσετε να πάτε κατευθείαν στον υπουργό...»
Ο άνθρωπος τον κοιτούσε ανέκφραστος.
«Δεν είναι στο χέρι μας πλέον… είναι πολιτική η απόφαση… εμείς ό,τι είχαμε να κάνουμε το κάναμε… το είπα στο τηλέφωνο και χτες που μιλούσα με το δικηγόρο σας… το δικηγόρο που έχετε βάλει όλοι σας εννοώ… καλύτερα να πάτε στον υπουργό… μην κλείσετε ραντεβού… πηγαίντε αύριο κιόλας… πηγαίνετε κατευθείαν, όπως είστε… κατά τις 9 το πρωί… θα τον πετύχετε σίγουρα… εγώ δεν έχω πλέον δικαιοδοσία, ούτε η Μάλιου, ούτε η Βισβάρδη… καταλαβαίνετε…»
Ο κος Βλάχος έγραψε κάτι σε μια σελίδα ενός μπλοκ και έπειτα την έσχισε και την έδωσε στον άνθρωπο. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και πήρε το χαρτί.
«Δώστε το αυτό στον υπουργό», είπε και έκλεισε το φάκελο. «Καλημέρα σας»
Ο άνθρωπος κοίταξε ανέκφραστος το χαρτί, το δίπλωσε, το έβαλε στην τσέπη της καπαρντίνας του.
«Ζέστη δεν έχει; Θέλω να πω… η καπαρντίνα…», είπε ο κος Βλάχος λίγο πριν ανοίξει την πόρτα ο άνθρωπος. Εκείνος δεν απάντησε. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο.
Την επόμενη ημέρα, περίπου στις εννιά το πρωί βρισκόταν έξω από το κτήριο που στεγαζόταν το υπουργείο. Δίπλα στην είσοδο υπήρχε ένα κουβούκλιο με έναν ένστολο.
«Τι θέλετε;», τον ρώτησε ο αστυνομικός.
«Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε ο άνθρωπος.
«Τι πράγμα;»
Μια κυρία πλησίασε τρέχοντας τον αστυνομικό και έσκυψε να πει κάτι εμπιστευτικά στο νεαρό άντρα. Εκείνος έβαλε τα γέλια.
«Έλα! Απίστευτο!», είπε.
«Ναι σου λέω!», είπε εκείνη. Έπειτα έσκυψε ξανά και είπε κάτι ακόμα στο αυτί του ένστολου άντρα. Νέα γέλια.
«Δεν γίνεται, αυτό… δεν υπάρχει!», είπε αυτός χασκογελώντας.
«Μα, ναι σου λέω!», είπε πάλι η γυναίκα και έπειτα γύρισε και παρατήρησε τον άνθρωπο με την καπαρντίνα, το τριμμένο τζην παντελόνι και τα αθλητικά παπούτσια.
«Ο κύριος;»
«Θέλω τον κύριο υπουργό», είπε και έβγαλε το χαρτί από την τσέπη του. Το ξεδίπλωσε και το έδωσε στην γυναίκα. Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της και με βλέμμα απορημένο πήρε το χαρτί, το διάβασε και το κράτησε στη χούφτα της.
«Ελάτε μαζί μου», είπε ξαφνικά και προηγήθηκε μπαίνοντας στο κτήριο αφού πριν χτύπησε φιλικά στον ώμο τον αστυνομικό.
«Με συγχωρείτε που σας άφησα να περιμένετε εκεί έξω», είπε απολογούμενη η γυναίκα μπαίνοντας στο ασανσέρ μαζί με τον άντρα. Ο άντρας δεν απάντησε.
Βγήκαν από το ασανσέρ στο τελευταίο πάτωμα του κτηρίου. Πάτησαν σε κάποιο ακριβό χαλί, έφτασαν έξω από μια διπλή, βαριά ξύλινη πόρτα. Υπήρχαν και δυο γραφεία με δυο κοπέλες έξω από την πόρτα.
«Καλημέρα», είπε η γυναίκα.
«Καλημέρα κα Ράνια», είπε η μια. Η άλλη δεν είπε τίποτα. Και οι δυο συνέχισαν να εργάζονται προσηλωμένες στις οθόνες των υπολογιστών τους.
«Καθίστε λίγο εδώ», είπε η γυναίκα και έδειξε στον άνθρωπο έναν μεγάλο, δερμάτινο μαύρο καναπέ. «Θα σας φωνάξω σε λίγο».
Ο άνθρωπος κάθισε στον καναπέ. Απέναντί του ήταν τα δυο γραφεία με τις κοπέλες. Η μια ήθελε να τον ρωτήσει.
«Τον κο υπουργό θέλετε;»
«Θέλω να πω την αλήθεια», απάντησε αυτός και η κοπέλα δεν έβγαλε ξανά μιλιά.
Πέρασαν 45 λεπτά. Έπειτα το ένα φύλλο από τη μεγάλη πόρτα άνοιξε. Η γυναίκα βγήκε και έκανε νόημα στον άνθρωπο.
«Ελάτε», του είπε.
Ο άνθρωπος σηκώθηκε, περπάτησε πάνω στο χαλί και μπήκε πίσω από τη γυναίκα στο γραφείο του υπουργού. Εκείνος συνομιλούσε με κάποιον στο τηλέφωνο.
«Καθίστε», είπε η γυναίκα.
Υπήρχαν μεγάλες πολυθρόνες μπροστά από το γραφείο του υπουργού. Ο άνθρωπος διάλεξε μια και κάθισε. Η γυναίκα κάπου χάθηκε.
«Και πιστεύω πως θα είμαστε εντός χρονοδιαγράμματος», είπε ο υπουργός μετά από μικρή σιωπή. «Βεβαίως θα χρειαστεί να περάσει η τροποποίηση από τη βουλή… είναι κανονισμένο για τον άλλο μήνα… έτσι… έτσι… φυσικά… φυσικά…»
Ο υπουργός έριξε μια ματιά στον άνθρωπο καθώς μιλούσε. Του χαμογέλασε. Ο άνθρωπος δεν χαμογέλασε. Ο υπουργός είπε ακόμα μερικά ‘φυσικά’, ‘βεβαίως’, ‘έτσι’, ‘οπωσδήποτε’, ‘αλίμονο’, ‘πέραν πάσης αμφιβολίας’, ‘απαραιτήτως’ και έπειτα ολοκλήρωσε τη συνομιλία.
«Καλημέρα σας. Είστε καλά;», είπε εύθυμα ο υπουργός και χωρίς να περιμένει απάντηση έστρεψε την προσοχή του στο χαρτάκι του πάνω στο γραφείο του. Έπειτα κοίταξε τον άνθρωπο. Έπειτα ξανά το χαρτάκι του. Έπειτα ξανά τον άνθρωπο.
«Αυτό έλεγα πριν στην Ευγενία καλέ μου φίλε», είπε τελικά. «Το θέμα έχει φύγει από τη δικαιοδοσία μου… καταλαβαίνω βέβαια κι εσάς… οι οικογένειές σας… το εργοστάσιο… όμως… το θέμα έχει ανέβει πιο ψηλά πλέον… θέλετε να σας προσφέρω κάτι;», ρώτησε ευγενικά ο υπουργός χαμογελώντας.
«Θέλω να πω την αλήθεια», είπε ο άνθρωπος.
Ο υπουργός κούνησε το κεφάλι του στοχαστικά.
«Κι εγώ αυτό θέλω», κατένευσε. «Και θα το κάνουμε μαζί… ελάτε… θα πάμε στου Μαξίμου», είπε και εκείνη τη στιγμή έκανε την εμφάνισή της από το πουθενά η γυναίκα.
Πλησίασε τον υπουργό, του ψιθύρισε κάτι, διαφώνησαν για λίγο, ο υπουργός επέμεινε, της έδειξε το χαρτάκι, εκείνη ξεφύσηξε, ο υπουργός κοίταξε τον άνθρωπο, χαμογέλασε.
«Θα έρθετε μαζί μου», του είπε τελικά.
Έπειτα από αρκετή ώρα ο άνθρωπος καθόταν δίπλα στον υπουργό, στην πολυτελή μαύρη Μερτσέντες. Το αυτοκίνητο κατευθυνόταν προς το Μέγαρο Μαξίμου. Η γυναίκα είχε μείνει πίσω στο υπουργείο.
«Αυτή η υπόθεση δεν έπρεπε να πάρει αυτή την τροπή», είπε ο υπουργός απολογητικά. Ο άνθρωπος δεν σχολίασε. «Είστε στεναχωρημένος, το καταλαβαίνω… όλοι σας ζορίζεστε… το ξέρω…», συμπλήρωσε ο υπουργός και μετά σήκωσε το κινητό του που χτυπούσε επίμονα.
Το αυτοκίνητο έφτασε στην πύλη. Ένας φρουρός κοίταξε από το παράθυρο, ο υπουργός τον χαιρέτησε, ο φρουρός έκανε νόημα να επιτραπεί αμέσως η είσοδος στην μαύρη Μερτσέντες.
Έπειτα από λίγη ώρα ο υπουργός μαζί με τον άνθρωπο βρίσκονταν στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού. Μια κυρία ντυμένη με ένα αυστηρό ταγέρ πρότεινε στον άνθρωπο να καθίσει κάπου. Ο υπουργός χωρίς να πει τίποτε άλλο άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο του πρωθυπουργού.
«Θέλετε να σας προσφέρω κάτι;», τον ρώτησε ευγενικά.
«Θέλω να πω την αλήθεια», είπε εκείνος. Η γυναίκα δεν σχολίασε τίποτα και κάθισε ξανά στη θέση της. Το τηλέφωνο χτυπούσε. Το κινητό της χτυπούσε, μια άλλη συσκευή χτυπούσε. Η γυναίκα μιλούσε συνεχώς, μια εδώ και μια εκεί. Στα ενδιάμεσα πληκτρολογούσε κάτι στον υπολογιστή της.
Πέρασαν περίπου 40 λεπτά. Η βαριά πόρτα άνοιξε, εμφανίστηκε μια κοπέλα και κάλεσε τον άνθρωπο. Εκείνος σηκώθηκε και την πλησίασε. Εκείνη του έκανε χώρο να περάσει και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τον υποδέχθηκε ένας νεαρός που φορούσε πουκάμισο και τζην παντελόνι, όχι τριμμένο σαν το δικό του. Ο νεαρός του χαμογέλασε πλατιά και του πρότεινε το χέρι. Στο άλλο κρατούσε κάτι χαρτιά.
«Καλημέρα. Βλέπω κι εσείς δεν προτιμάτε τη γραβάτα, έτσι;»
Ο άνθρωπος δεν χαμογέλασε αλλά έσφιξε το χέρι του νεαρού. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα πιο κει ήταν ο υπουργός. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι μέσα στο χώρο. Ο νεαρός τον οδήγησε σε μια γωνιά και του προσέφερε θέση σε έναν καναπέ. Ο άνθρωπος κάθισε. Απέναντί του κάθισε ο νεαρός.
«Δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορούμε να το λύσουμε, συμφωνείτε; Φτάνει να το θέλουμε», είπε ο νεαρός και σε λίγο εμφανίστηκε η κοπέλα με ένα δίσκο. Υπήρχαν κούπες με καφέ και κάτι μπισκότα. Ο άνθρωπος πήρε τη μια κούπα και ήπιε μια γουλιά καφέ. Μπισκότο δεν δοκίμασε.
«Θέλω να πω την αλήθεια», είπε ο άνθρωπος και ο νεαρός τον κοίταξε λίγο συννεφιασμένος. Έπειτα το βλέμμα του έγινε σκεφτικό.
«Αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ ξέρετε», είπε τελικά αφού περίμενε λίγη ώρα. Ο άνθρωπος παρέμενε σιωπηλός.
«Θέλω να πω την αλήθεια», ξανάπε ο άνθρωπος και ήπιε όλο τον καφέ του.
Ο νεαρός κοίταξε για λίγο τα χαρτιά του. Μετά σήκωσε το κεφάλι του.
«Θα φέρω νέο σχέδιο νόμου. Μέσα στο μήνα. Θα υπερψηφιστεί και όλα θα τακτοποιηθούν. Λίγη υπομονή. Και καλή θέληση», είπε και περίμενε την αντίδραση του ανθρώπου. Αυτός ξεκούμπωσε την καπαρντίνα του. Ο νεαρός τον κοιτούσε απορημένος. Ο άνθρωπος δεν φορούσε πουκάμισο ή μπλούζα ή οτιδήποτε. Από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός.
«Θα πω την αλήθεια», είπε ξαφνικά και σηκώθηκε όρθιος. Έβγαλε την καπαρντίνα του και μπροστά στο έκπληκτο βλέμμα όλων στην αίθουσα αποκαλύφτηκε η γύμνια του.
Όχι ακριβώς.
Στο στήθος και η πλάτη ήταν χαραγμένα κατάσαρκα δυο μηνύματα με κεφαλαία γράμματα.
«Να φωνάξουμε την ασφάλεια», είπε ψιθυριστά ο νεαρός στην κοπέλα ενώ έκανε νοήματα σε όλους για διατήρηση ψυχραιμίας.
«Αυτή είναι η αλήθεια», είπε ο άνθρωπος.
Ένα πυρογράφημα πάνω στο στήθος του έλεγε με κεφαλαία γράμματα ‘ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ’. Το άλλο στην πλάτη του έγραφε ‘ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ’.
Ξαφνικά ο άνθρωπος πήρε την καπαρντίνα του και τη φόρεσε ξανά. Έβαλε το χέρι του σε μια από τις τσέπες και άρχισε να ψάχνει κάτι.
Εκείνη τη στιγμή οι πόρτες της αίθουσας άνοιξαν διάπλατα και κάποιοι ένστολοι με προτεταμένα όπλα έκαναν την εμφάνισή τους. Μοιράστηκαν σε κάποιες θέσεις μέσα στο χώρο και σημάδευαν τον άνθρωπο. Οι κινήσεις τους έμοιαζαν σαν χορογραφία μπαλέτου.
«Να βλέπω τα χέρια σου!», φώναξε ένας.
«Βγάλε το χέρι από την τσέπη. Εδώ, εμένα κοίτα!», φώναξε ένας άλλος.
Ο άνθρωπος γύρισε το βλέμμα του και τους κοίταξε. Ήταν αρκετοί και είχαν κατακλύσει το χώρο. Ο νεαρός με το πουκάμισο και το τζην και οι άλλοι είχαν σταθεί από πίσω τους σε μεγάλη απόσταση. Όλοι κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα.
«Είπα την αλήθεια», είπε ο άνθρωπος και συνέχισε να ψαχουλεύει την τσέπη του.
«Βγάλε σιγά σιγά το χέρι. Όχι απότομες κινήσεις!», άκουσε αλλά δεν υπάκουσε. Προσπάθησε να βγάλει με μια γρήγορη κίνηση το χέρι του και εκείνη τη στιγμή τα όπλα εκπυρσοκρότησαν.
Τέσσερις σφαίρες τον πέτυχαν και μια αστόχησε και χώθηκε στον τοίχο από πίσω του.
Ο άνθρωπος έπεσε αιμόφυρτος στο ακριβό χαλί του δωματίου.
«Είπα την αλήθεια», πρόλαβε να ψελλίσει πριν κλείσει τα κουρασμένα μάτια του.
Ένας από τους ένστολους τον πλησίασε με προσεκτικές κινήσεις και το όπλο να σημαδεύει ακόμα τον πεσμένο άνθρωπο. Έβαλε το χέρι του μέσα στις τσέπες της καπαρντίνας. Η μια ήταν άδεια.
Στην άλλη βρήκε μια μικρή φωτογραφία.
Δυο νεαρά αγόρια αγκαλιασμένα, χαμογελαστά.
Ύστερα από καιρό ανακάλυψαν την ταυτότητα και των δυο. Ο ένας ήταν ο άνθρωπος με την καπαρντίνα. Το άλλο αγόρι ήταν ο αδελφός του που είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν στο θάλαμο κάποιας εντατικής μονάδας. Τούτη η φωτογραφία ήταν η απαθανάτιση μιας ευτυχισμένης στιγμής σε κάποιο σπίτι, στην εφηβική τους ηλικία.
Πίσω από τη φωτογραφία υπήρχε μια φράση.
Τίποτε ιερότερο από την αλήθεια


***

Κυριακή, Μαρτίου 10, 2019

Θεός του εργαστηρίου…



Εξετάζω την αφαίρεση… εξετάζω και μετρώ… ζυγίζω… τη σάρκα που αναλώθηκε για τη μετάβαση στο πνεύμα… το αίμα που χύθηκε για τη μετάβαση στο εργαστήριο… τη μοναξιά που απλώθηκε για να καλύψει το ψεύδος…

Δεν πρέπει να συμβιβάζεσαι με κάποια δάνεια μοναξιά… τη μοναξιά σου πρέπει να την κερδίζεις… μονάχα τότε δεν σε τρομάζει, μονάχα τότε κι αν σε τρομάζει δεν σε σκοτώνει…
Κάθε απόδραση από το λαμπορατόριο σημαίνει ότι δανείζεσαι τη μοναξιά άλλων… και τελικά, του Θεού που γεννήθηκε στο χειρουργικό τραπέζι…

Εξετάζω την ψυχόπτυση… πάνω στο μεγάλο στρώμα κείται ένα παραμορφωμένο είδωλο… δεν είμαι εγώ, δεν είναι κανείς… δεν μου θυμίζει τίποτε, δεν μοιάζει με κανέναν… έχει περάσει ο τόπος από πάνω του, η ιστορία, ο χρόνος, το μέλλον… αυτό που γεννιέται από το αύριο δεν είναι το μέλλον, είναι ένα στοιχειωμένο παρελθόν… ο Θεός αυτός δεν είναι προικισμένος με αρετές… είναι ένα μοναχικό νύχτιο ον, σαν κι εμένα…

Δεν πρέπει να προσδοκάς το αύριο… το χθες να προσδοκάς… ό,τι δεν βίωσες, ό,τι αρνήθηκες, ό,τι έσφαξες στο θυσιαστήριο… τα θύματα εκδικούνται, το αίμα τους είναι στο βλέμμα σου… το χθες είναι το αύριο… κοιτάζεις στην αντίθετη κατεύθυνση…

Εξετάζω την τομή… ο Θεός αυτός γεννήθηκε νεκρός… κι έτσι πρόκειται να ζήσει… θα ζει νεκρός και θα ομορφαίνει κάθε μέρα… δεν θα γερνά, θα γίνεται νεότερος κάθε στιγμή… από τη νεκρότητα στη ζωή… κι όταν θα σβήσει το αποτύπωμά του από το εργαστήρι μου θα με πάρει μαζί του… θα γίνουμε ιαχή και ανάμνηση φωτός… θα γίνουμε ορατοί ξανά… θα γίνουμε θνητοί και θα φωλιάσουμε και οι δυο στη ρωγμή του επόμενου αδελφού μας… μέσα στην ψυχή μου υπάρχει το εκεί που θα μας φιλοξενήσει… απομένει απλά να ψιθυρίσω στο Θεό μου πως δεν τον αγαπώ, δεν τον μισώ, δεν τον λατρεύω, δεν τον αποποιούμαι… αρκεί να του ψιθυρίσω το όνομά του… κι έπειτα το τίποτα…

Γύρισε πλευρό, αναπαύσου… μην κοιμάσαι όμως… έρχονται οι μέρες που θα θέλεις να αφυπνιστείς και δεν θα μπορείς… έρχονται οι ασέληνες νύχτες… έρχονται οι θάλασσες που δεν διαπλέονται… έρχονται τα ποτάμια που δεν διαπεραιώνονται… έρχονται οι εαυτοί σου που δεν πρόλαβες να φονεύσεις…


Έρχεται το φως που δεν πρόλαβες να κάνεις σκοτάδι…



Natural Math
Art Print by Monica Valentina Patrascoiu

Κυριακή, Μαρτίου 03, 2019

Η υπέρβασις του αίματος δια του πνεύματος

καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ
(Ματθ. 10,36)


Καραβάτζιο, «Δείπνο στους Εμμαούς», 1605/1606. Πινακοθήκη Μπρέρα, Μιλάνο.


Έ
χει σημασία, θεωρώ, οτιδήποτε ακούμε ή διαβάζουμε να τίθεται στις ορθές του βάσεις και να μην σπεύδουμε να βγάζουμε συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα μοιάζουν πολλές φορές με τα κουτσομπολιά της γειτονιάς ή του καφενείου: παρότι εν πολλοίς ανυπόστατα, έχουν καταλυτική δράση και επιρροή στο συναίσθημα, μας πυροδοτούν και μας πολώνουν. Όταν το συναίσθημα πολωθεί, ο νους θολώνει, δεν μπορεί να κρίνει και να διακρίνει. Και μεγίστη και πρωτίστη αρετή, η της διακρίσεως. Όταν αργότερα ‘συνέλθουμε’ και αποκτήσουμε μια σφαιρικότερη και βαθύτερη διόραση και εποπτεία, κατανοούμε ότι είχαμε φερθεί ανοήτως.
Μέσα από το ιστολόγιο αυτό, δέκα χρόνια και κάτι μήνες πλέον, ουδέποτε επιχείρησα να θεολογήσω ή ψευδο-θεολογήσω ή, πιστεύω, ουδέποτε προέταξα κάποιον επιτήδειο ‘εξυπνακισμό’ για να τεκμηριώσω σκέψεις και στοχασμούς. Απλώς κατέθεσα και καταθέτω πάντοτε αυτούς τους στοχασμούς όσο πιο ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Έχει την αξία του αυτό που προ-σημειώνω διότι υπάρχουν έγκριτα και δόκιμα ιστολόγια θεολόγων και θεολογούντων και μελετητών και ερευνητών στα οποία αν ανατρέξει κάποιος μπορεί να ωφεληθεί τα μέγιστα. Το ίδιο συμβαίνει όμως και κατ’αντίθετη φορά. Δεν υπάρχουν λίγα ιστολόγια όπου μπορεί κανείς να έρθει ‘αντιμέτωπος’ με ανοησιολογίες, ουδενολογίες και ρηχές αδολεσχίες επί θεμάτων όπου ο ιδεολογικότροφος και εμμονογενής λήρος και το παραλήρημα δίνουν και παίρνουν και οικοδομούν τέρατα και ψεύδη και αθλιότητες.
Προσωπικώς δεν είμαι όμως εναντίος της υπάρξεως και λειτουργίας όλων των ιστολογίων και της αποτύπωσης όλων των ιδεών και σκέψεων και θεωρήσεων. Διότι έτσι πραγματοποιείται η πνευματική ζύμωσις που θεωρώ απαραίτητη για να οδηγηθεί κάποιος στους δικούς του έμπεδους και ευπαγείς συλλογισμούς επί παντός του επιστητού.
Με αυτό το πνεύμα και σε αυτή την ατμόσφαιρα θα ήθελα να διαβάζονται και όσα γράφω. Και με αυτό το κριτικό πνεύμα να αντιμετωπίζονται.
Έχει υποστηριχθεί λοιπόν ότι ο Ιησούς ήταν ‘εχθρός της οικογένειας’ και πως μέσα από τα ακόλουθα εδάφια του Ματθαίου, τούτο τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν χρειάζεται ουδεμία ανάλυση ή διευκρίνιση.

Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν.
ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς·
καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.
Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·

(Ματθ. 10,34-37)

Υπάρχουν πολλές αναγνώσεις όχι μονάχα στα βιβλικά κείμενα, σε οποιοδήποτε κείμενο. Ακόμη και ένα ‘ραβασάκι’, κοινώς ένα ερωτικό σημείωμα, μπορεί να διαβαστεί με οφθαλμούς και προθέσεις τέτοιες που να ανατρέπουν και αναστρέφουν το νόημά του. Η έκφραση ‘σε περιμένω’ μπορεί να διαβαστεί ως ‘ανυπομονώ, φλέγομαι από πόθο να σε δω’, αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως ‘είμαι μεν υπομονετικός αλλά μην αργείς άλλο, μην δοκιμάζεις τις αντοχές μου’. Γράφει εκείνος ‘σε αγαπώ’ κι εκείνη διαβάζει ‘εγώ σε αγαπώ… εσύ;’ Γράφει εκείνη ‘δεν θα υπάρξει ποτέ κανείς άλλος μετά από σένα’ κι εκείνος διαβάζει ‘θα με φορτωθείς για όλη σου τη ζωή και μην διανοηθείς να με εγκαταλείψεις’.
Ξέρω τι σκέφτονται τώρα κάποιοι. Αυτά είναι επιχειρήματα που δεν έχουν σχέση με το προκείμενο. Αποτελούν ελιγμούς απόκρυψης ή εξαπάτησης. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Διότι στη λεγόμενη ‘ψυχολογική ανάγνωση’ υποκρύπτονται σχεδόν όλα τα σφάλματα και οι παρερμηνείες μας μέσα στους αιώνες.
Και τι είναι αυτή η ‘ψυχολογική’ ανάγνωση; Με απλά λόγια, ‘διαβάζω αυτό που είμαι… διαβάζω αυτό που βλέπω… διαβάζω αυτό που ορίζει ο ψυχισμός μου… οι ιδέες μου… το φρόνημά μου… αν είμαι χριστιανός διαβάζω ως χριστιανός… αν είμαι δωδεκαθεϊστής –ας υποθέσουμε ότι έχουμε ιδέα τι σημαίνει αυτό- διαβάζω αναλόγως… αν είμαι αγνωστικιστής, το ίδιο…’
Ψυχολογική ‘ανάγνωση’ κάνουμε καθημερινά. Είναι μια παρα-λειτουργία του βλέμματος, έτσι το τοποθετώ εγώ. Κάποιος μού γίνεται συμπαθής επειδή μιλά και φέρεται και κινείται όπως εγώ επιδοκιμάζω. Δεν ‘ακούω’ αληθινά τι μου λέει, δεν με ενδιαφέρει… τον έχω αποδεχθεί και συνεπώς τον εγκρίνω… σε οτιδήποτε. Αν πάλι συμβεί το αντίθετο, τότε δεν έχει σημασία όσα επιχειρήματα κι αν καταθέσει. Εγώ τον έχω απορρίψει και δεν ‘ακούω’ τίποτα.
Η ψυχολογική ανάγνωση, ακρόαση και όραση είναι το σύνηθες. Τα αντιλήμματα των λεγομένων πέντε αισθήσεων –ή έξι ή περισσοτέρων, ας μην το ανοίξουμε τώρα αυτό το κεφάλαιο- μπορεί να είναι ‘αντικειμενικά’ όμως οι ερμηνείες που δίνουμε σε αυτά τα αντιλήμματα είναι δικές μας. Είναι παιδιά του δικού μας ένδον σύμπαντος. Του σύμπαντος των ιδεών, των παραστάσεων, των μορφωμάτων, των συμπλεγμάτων, των όποιων προκαταλήψεων ή προκατασκευασμένων αντιλήψεών μας. Ή μήπως δεν συμβαίνει έτσι;
Είναι εύκολο να ‘καταδικάσει’ κάποιος τα λεγόμενα από τον Ιησού, ο οποίος στα συγκεκριμένα χωρία που παραθέτει ο Ματθαίος, απευθύνεται στους μαθητές Του. Έχει σημασία αυτό. Διότι ο Κύριος απευθυνόμενος στον κλειστό πυρήνα –τον μυητικό Του κύκλο δηλαδή-, απευθύνεται στην νεοϊδρυθείσα και νεοπαγή και αληθινή και μόνη οικογένειά Του. Μια οικογένεια όχι αίματος αλλά πνεύματος.
Κι εδώ αίρεται αμέσως η όποια ‘ψυχολογική’ ανάγνωση είχαμε σπεύσει να κάνουμε. Πολύ άμεσα και απλά. Χωρίς να είμαστε ούτε θεολόγοι, ούτε Καππαδόκες Πατέρες. Αρκεί να κατανοήσουμε μερικά βασικά ζητήματα ορθώς και άρα ορθοδόξως.
Ο Ιησούς ενιδρύει την πνευματική Του οικογένεια και απευθύνεται λοιπόν στους μαθητές Του. Και εκείνη τη στιγμή προβαίνει στην διάκριση της οικογένειας των μελών εξ αίματος και της μεγάλης δικής Του οικογένειας των μελών εκ πνεύματος και χάριτος. Και αν πράγματι ακούγεται σκανδαλώδες ότι ‘ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ’, δηλαδή ότι αυτοί που πρώτοι θα στραφούν εναντίον σου δεν θα είναι οι ξένοι αλλά οι συγγενείς σου, δεν εμπεριέχει τίποτε το ‘παράξενο ή πρωτότυπο’. Εάν ακολουθώντας τον Κύριο προκαλέσεις την μήνι του πατέρα σου ή της μητέρας σου ή των αδελφών σου, τότε, αυτοί είναι οι εχθροί σου. Γιατί πάνω από την αγάπη σου προς τους βιολογικούς σου γονείς, είναι η αγάπη σου προς τον Δημιουργό σου. Αυτό αποτυπώνει ξεκάθαρα η φράση ‘Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·’. Αν τώρα αυτό σκανδαλίζει, ας σκεφτεί απλά κάποιος ότι οι πρώτοι άνθρωποι με τους οποίους δίνουμε μάχη στη ζωή μας για να μας αποδεχθούν, να αποδεχθούν και να αγκαλιάσουν τις σκέψεις, τις επιλογές και τα θέλω μας, δεν είναι άλλοι από τους γονείς και τους οικείους μας. Ο άγνωστος, ο ξένος, δεν ασχολείται με μας. Δεκάρα δεν δίνει αν θα σπουδάσουμε, αν θα παντρευτούμε ή αν θα μονάσουμε στο Άγιο Όρος. Οι γονείς μας όμως βρίσκονται σε μια διαρκή και καθημερινή τριβή μαζί μας. Και αν αυτοί δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η δική μας ζωή δεν μπορεί να αποτελεί παρακολούθημα της δικής τους, τότε, απλώς, είναι αντι-κείμενοί μας. Είναι απέναντι… με μια άλλη έννοια είναι πολέμιοι και εχθροί μας. Τίποτε πρωτότυπο ή περίεργο ή καινοφανές σε αυτό. Συμβαίνει στις οικογένειες από την αυγή του ανθρώπου.
Αυτή είναι η περίφημη ‘μάχαιρα’ που ήρθε να βάλει ο Ιησούς και τόσο έχει σκανδαλίσει και σοκάρει τους ‘οικογενειολάτρες’ και ψευδο-ηθικολόγους της πεντάρας σε όλες τις εποχές. Ακόμη και σήμερα τούτα τα εδάφια διστάζουν να τα αναλύσουν οι θεολόγοι και οι κήρυκες από άμβωνος για να μην ‘ενοχληθούν’ οι πιστοί. Μα ο Κύριος δεν ήρθε για τους βολεμένους. Δεν ήρθε για να μας βολέψει αλλά για να μας ξεβολέψει. Μπορεί η εικόνα του ‘γλυκύτατου Ναζωραίου’ να θραύεται αλλά γι αυτό δεν ευθύνεται παρά για μια ακόμη φορά η επί αιώνες ‘ψυχολογική’ ερμηνεία των Γραφών. Έχει παραδοθεί και επικρατήσει αυτός ο ‘γλυκύς διδάσκαλος’ και αγνοούμε πως πρόκειται για μια Καθαρή Δύναμη που δεν λειτουργεί συναισθηματικά αλλά εκτελεί το Έργο.
Αυτό όμως αποτελεί περιεχόμενο άλλης ανάρτησης…


ίσως…

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2019

Μαυσωλείο




Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…




Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2019

Εξορία...

  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω ξανά και ξανά στη μαύρη αιωνιότητα
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες αρκεί που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ και το απέραντο αύριο σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου και το πρωί τα ίδια πάλι μέσα στο Στόμα
Μα και το Στόμα είσαι εσύ
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρεις… Φτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από μέλαινα βροχή Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.

Και την απάντηση την ξέρεις