Παρασκευή, Δεκεμβρίου 02, 2016

Ενσυναίσθηση...




Ήταν κοντά του με τον τρόπο εκείνο, με τη στάση εκείνη που απαιτούσε η στιγμή. Η συμπαντιαία στιγμή της τρομακτικής επίγνωσης ότι το να είσαι μόνος είναι μια διάσταση που τα εξακτινώνει όλα στην αρχή τους… στον πυρήνα τους.. στη γέννησή τους. Στο αδιαμόρφωτο είναι τους.

Ήταν σα να είχε μπροστά της το πέπλο του Ανεκδήλωτου. Ριγούσε. Έτρεμε στη σκέψη τι θα συνέβαινε εάν ανασήκωνε τούτο το πέπλο. Πόσο εύθραυστη ήταν η ίδια η στιγμή! Το δικό του βήμα προς την Άβυσσο, η δική της ανάσα που φοβόταν πως θα μπορούσε να τα καταστρέψει όλα…

«Πέθανα τόσες φορές», ανάσανε περισσότερο παρά μίλησε. «Τόσες φορές… και δεν αξιώθηκα ακόμα να ζήσω…»

Ήταν μια ολόκληρη Δημιουργία εκείνη η Στιγμή. Το Μηδέν που τα περιέχει όλα εν δυνάμει. Ποια βούληση και σε ποια κατεύθυνση θα στρέψει τη Δημιουργία όταν εκείνη μοιραία θα επισυμβεί; Ήταν μια στιγμή Απόλυτης Ενσυναίσθησης για εκείνη και το ένιωθε στα κόκκαλα και στους νεφρούς της. Δεν ανάσαινε πια από το στέρνο της. Εισέπνεε το μεγαλείο της Ώρας και το εξέπνεε από τους πόρους του κορμιού της. Με οδύνη. Με ωδίνες.

«Αν μπορούσα να αποδεχθώ ότι φοβάμαι… ανοίγομαι σ’ αυτό το βάραθρο… και δεν ξέρω αν είναι απλά ο επόμενος θάνατος… ή ίσως η μία και μόνη ζωή που αξιωνόμαστε…»

Τα δάχτυλά της σταμάτησαν στην αύρα του σώματος και δεν τόλμησε να την διαπεράσει για να ανταμωθεί με το δέρμα… πονούσε κι αυτό… ένα Τραύμα… το Αρχαίο Ρίγος είναι, τελικά, ένα Τραύμα… τα δάκρυά της ήταν ο δικός του πόνος… απόλυτη ενσυναίσθηση…

«Περπατώ μόνος όλους αυτούς τους αιώνες… δεν είχα βήμα, δεν διδάχθηκα την εναρμόνιση… δεν γονάτισα μπροστά στο Κατώφλι… ασεβής ίσως σκεφτείς… άσμενος περιπατητής… χαρούμενος... και λυπημένος… δεν διδάχθηκα τίποτα… πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα…»

Οι λέξεις διαχύνονταν στην ατμόσφαιρα όπως οι σταγόνες της βροχής από τη θύελλα. Λες κι αναζητούσαν να ταιριάξουν με άλλες λέξεις, να γονιμοποιηθούν, να φτιάξουν νέα στερεώματα…

Άρχισε να βαδίζει αργά… απομακρυνόταν…

Δεν θα τον έχανε από τα μάτια της… ποτέ… κοιτούσε πλέον μέσα απ’τα δικά του…


Der [ angler ]

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2016

Το ίχνος του ποιητή…



Το μεγάλο ψεύδος που συνοδεύει τους ποιητές μέσα στους θολούς αιώνες είναι η μεγάλη θεώρηση, η εποπτεία… το καθαρό βλέμμα στο Κεκρυμμένο και στο Επέκεινα… ναι, ακόμα και στο επέκεινα… γιατί χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής είναι ένας κρεμασμένος βλάσφημος από το καταραμένο δέντρο… χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής απλώς αντιγράφει, δεν αφηγείται… στην καλύτερη περίπτωση μεταγράφει όμως δεν ποιεί… δεν μπορεί να δομήσει ένα άρτιο σύμπαν… και ποιητής χωρίς άρτιο σύμπαν είναι ένας σβηστός ήλιος, μια μέλαινα οπή στο μαύρο του στερεώματος… ένα περιττό ίσως, και τα ίσως το Αχανές τα ξεβράζει στους αποθέτες του χρόνου…

Όμως κι αυτός ακόμα ο αρχαίος άνεμος που φυσάει πάντα όταν γεννιέται ένας μεγάλος ποιητής, ακόμα κι αυτός είναι ένα μεγάλο ψεύδος… υπάρχει αλλά δεν είναι. Ο ποιητής που θα πιστέψει πως αυτός ο κόσμος είναι έχει υπογράψει την οριστική συνθηκολόγησή του με το θάνατο. Και ο ποιητής γεννιέται για να περάσει στην αθανασία, αλλιώς είναι ένας ‘κοινός’ θνητός… ένας ακόμα που δεν τόλμησε να ξεμυτίσει απ’τη Σπηλιά… οπότε, ό,τι γράφει δεν έχει και τόση σημασία… όσο τυφλοί είναι όλοι είναι κι εκείνος, όσο νεκροί είναι όλοι είναι κι εκείνος… νομίζει πως βλέπει όμως όλα είναι γεννήματα, κατασκευές… ένας ευφυής προγραμματισμός, μέσα, πάντοτε μέσα στη Σπηλιά…

Ο ποιητής νιώθει τον άνεμο του παρελθόντος, ακούει τις φωνές των παλαιών διδασκάλων, των νεκρών αδελφών και μπορεί να ιχνηλατήσει κάποιες λίγες γιάρδες στην ατραπό του μέλλοντος… από τούτη την άποψη η παραμυθία του μεγάλου ψεύδους προσφέρει σε όλους μας… όμως όσο είναι σύσκηνος και ισοϋψής με το χτες και το φθαρτό όσα προσφέρει είναι μαζί όνειρα και φαντασία, πυρετός και έρωτας, αυτισμός και αυτόματη γραφή, γλωσολαλιά και τρέμενς… το βλέμμα του ποιητή μπορεί να υψωθεί μονάχα αν συνδεθεί απευθείας με το Αχανές σε μια τραυματική και οδυνηρή σχέση που θα τον ματώσει, θα τον σκοτώσει και θα τον αθανατίσει… και οφείλουμε όλοι να τον συνδράμουμε σ’αυτό!

Όμως το κόστος είναι μεγάλο όσο και ο πόνος έξω από τα ανθρώπινα.

Τούτο τον έσχατο και οριακό πόνο ένιωσε κάποτε ο Άνθρωπος επάνω στον σταυρό ενώ πίσω του ο χρόνος ούρλιαζε, πάνω του το Αχανές γεννούσε άπειρα μορφώματα και δυνατότητες, κάτω του το έδαφος της θλίψης ήταν γεμάτο στόματα που έχασκαν για να υποδεχθούν τα περιττώματα του φθόνου…

Σημείο συνάντησης, σημείο τομής… η οδός που ανοίχτηκε προσφέρθηκε για όλους όμως δεν ήταν όλοι έτοιμοι. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είναι έτοιμη όλη η ανθρωπότητα. Έτοιμη για την έξοδο. Έτοιμη για το αλλιώς. Και δεν ήταν σχεδόν κανείς.

Γιατί μεγάλος ποιητής χωρίς την αλληλεγγύη της ανθρωπότητας δεν υφίσταται. Μονάχα που είναι η πλήρης αναστροφή της συνήθους διαδικασίας. Εδώ οι άνθρωποι συμβάλλουν στη θανάτωση του ποιητή για να έχει ελπίδες αθανασίας. Και όχι επιβίωσης μέσα στη λάσπη του τώρα. 

Ο ποιητής έτσι μεταρσιώνεται, μεθίσταται, υπερβαίνει το ψεύδος και περνάει στον αληθινό κόσμο… ακόμη και στη ιερή σιγή του ανασαίνει κάτι απ’αυτόν και ό,τι μιλά είναι σύμβολο. 

Και η ανθρωπότητα βαδίζει συντροφιά με τα σύμβολα. Ώσπου να μετοικήσει ολόκληρη στο αληθές… κι ολόκληρη θα πει ακέραια… κι ακέραια θα πει αρηγμάτωτη, σωσμένη, φυλαγμένη … κάποτε στον χρόνο… κάπου στο άπειρο…

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η ανθρωπότητα αναγνώρισε τον ποιητή και τον βοήθησε στην έξοδο από τη σπηλιά θαυμαστά πράγματα συνέβησαν. Τα φέρουμε όλοι μας. Τα νιώθουμε και τα ψελλίζουμε όλοι. Είναι η παρακαταθήκη μας, η ακριβή κληρονομιά μας. Θα τα έχουμε μαζί μας για πάντα. Θα τα περάσουμε κι εμείς σαν ιερά σύμβολα... λέξεις, ανάσες, προσευχές, τραγούδια, παραμύθια, μορφές, αγγίγματα, έρωτες, θάνατοι, αφηγήσεις, όνειρα… θα τα κληροδοτήσουμε στους επόμενους κι ας μην ξέρουμε τι είναι, πως ήρθαν ως εμάς, γιατί πάλλονται από το αιώνιο…

Το ιερό ίχνος του ποιητή…

Ο καθένας από εμάς το έχει, το φορά, μας μιλά, μας συντροφεύει…

Και κάθε που χαμογελάμε στον ήλιο που σηκώνεται κάθε αυγή πάνω απ’τη θάλασσα, τούτο πάλλεται και ορθώνεται και μας πονά…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2016

Πρώτα γίνεσαι ο κανένας και μετά ελευθερώνεσαι…


Ο Πολύφημος δεν σου είναι άγνωστος,
Δεν τον γνώρισες ξαφνικά. Δεν σε αιφνιδίασε ποτέ.
Ο Πολύφημος είναι το αρχαίο πεδίο που σε φιλοξενεί από τη γενέθλια αυγή σου. Σπηλιά και βράχος, μήτρα και τάφος. Είναι οι γονείς και ο αδελφός σου.
Ο Πολύφημος σε θεωρεί όντας ολόκληρος ένας παλλόμενος οφθαλμός… δεν σου δίνει το χέρι γιατί τα χέρια σου δεν μπορούν να ψηλαφήσουν παρά μονάχα τοίχους φυλακής… στη στενόχωρη γεωμετρία της ειρκτής σου, δεν χρειάζεσαι ούτε χέρια, ούτε οφθαλμούς… χρειάζεσαι τον ιδρώτα της σκέψης και το στερέωμα είναι ασύνορο… εσύ όμως είσαι πεπερασμένος…
Η ειρκτή σου είναι σώμα και σήμα… είναι σταθμός και οδός… είναι σημείο και πέρασμα… είναι λίκνο και μνήμα… Σε γνωρίζει… έχει το σχήμα σου… έχει την ανάσα σου να δροσίζει τους τοίχους, έχει τους φόβους σου να λερώνουν το χώμα… το σκοτάδι σου… ακόμα κι αυτό γνωρίζει… είναι το οικείο που γεννήθηκε μαζί σου…
Η σπηλιά του Πολύφημου… η προσωπικότητα που σε αιχμαλώτισε… το μεγακυδές εγώ σου… το μεγαλαυχές λαρύγγι σου… το κυκλώπειο στομάχι σου… εσύ είσαι ο Κύκλωπας και δεν χωράς σε τούτο το σπήλαιο. Εσύ ήσουν πάντα ο Πολύφημος. Σκότωσες τους συντρόφους σου έναν προς έναν και η πείνα σου μεγαλύνθηκε αντί να κορεστεί. Εσύ είσαι που ψάχνεις τώρα τον τρόπο να γλιτώσεις από εσένα
Σκοτώνεις τον Πολύφημο, τον Μεγάφημο, τον πολύσημο, τον σπουδαίο εαυτό σου και ελευθερώνεσαι… γίνε ο κανένας αν έχεις τα κότσια και ελευθερώσου… γίνε ο κανένας και τρέξε…

Παρασκευή, Νοεμβρίου 04, 2016

γενέθλιες σκέψεις...




Μοιάζει να στέκομαι πάνω σ’ένα σημείο… η προβολή μου δεν είναι ούτε σκιά ούτε γραμμή ούτε σκέψη… το ίδιο το σημείο είναι αυτή η προβολή μου, ο σημειακός εαυτός μου που δεν έχει την αλαζονεία του τρισδιάστατου άλλου που στέκει ορθός πάνω του… ο σημειακός εαυτός μου που δεν χρειάζεται να τρέχει σε ένα δρόμο χωρίς τέλος μη τολμώντας να κοιτάξει πίσω, σε ένα άπειρο παρελθόν, σε ένα ανύπαρκτο χτες αφού χτες δεν υπάρχει… ψέματα... σε ένα υπαρκτό χτες αφού το κουβαλάω μέσα μου...

Μοιάζει να στέκομαι ορθός πάνω σε τούτο το σημείο της αδιάστατης όψης, του βλέμματος που δεν ορίζεται από τίποτε, δεν περιορίζεται από τις βιολογικές του ατέλειες, τις σαρκικές αστοχίες… έτοιμος να πέσω ή να συνεχίσω το βηματισμό μου… στατικός αλλά όχι στάσιμος… ακίνητος αλλά όχι ακινητοποιημένος… σιγηλός αλλά όχι εν σιωπή… σε διαρκή εγρήγορση… διεκδικώντας την πολυτέλεια να απολαύσω τούτο το δώρο της στάσης… της αιώνιας στιγμιαίας στάσης… διεκδικώντας όλη την ωκεάνια απεραντοσύνη της στιγμής πριν το βέλος του χρόνου γεννήσει ένα καινούργιο διάνυσμα προς το πέρας… πάντα μπροστά, θέλοντας και μη…

Μοιάζει

μια γενέθλια ώρα

να στέκομαι ορθός, στητός, ελεύθερος προς ‘στιγμήν’ (τι ειρωνεία) από όλες τις στιγμές που πέρασα(ν) και με ζηλόφθονο βλέμμα να προσδοκώ το φίδι αυτό που απλώνεται εμπρός μου και ολοένα στενεύει, να είναι πράγματι οφθαλμαπάτη, να μην στενεύει, να είναι αιώνιο, απρόσβλητο από στιγμές, σημεία, σημειακούς εαυτούς, την ίδια την αιωνίωση των στιγμών και των σημείων… κι εκεί ακριβώς που ο στοχασμός ενεργοποιεί εκείνες τις μυστικές δυνάμεις που κινούν τα μέλη και τις αισθήσεις… να έχω το θάρρος να κοιτάξω πίσω… εν ριπή οφθαλμού… σαν από σφάλμα, σαν από λάθος…

Για να πιστοποιήσω πως αληθινά υπήρξα…

κι όλο αυτό το δρόμο τον διάνυσα… ως την επόμενη συνάντηση με το κλείσιμο του κύκλου… άγνωστος ο τότε που θα συνομιλεί με τον άγνωστο τώρα… 

και αυτός που θα τους περιέχει θα είμαι εγώ…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2016

Έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά...



Τίποτα δεν συγχωρεί λιγότερο το Μέγα Τραύμα ή αλλιώς το Στόμα από τη θρασύτητα του Ρίγους.
Να κρυφτείς στην επιβίωση σημαίνει ότι ακολουθείς τη ροή. Απλά και με το λιγότερο δυνατό κόστος.
Να κρυφτείς στη βίωση σημαίνει ότι αποφάσισες από ορατός να γίνεις αόρατος. Από ψηλαφητός απρόσιτος. Κι από ον ευθύνης υπηρέτης της βλάσφημης μέριμνας.
Έχεις το όργανο αλλά δεν ακούς τη μουσική σου.
Έχεις τους οφθαλμούς αλλά είσαι τυφλός.
Να κρυφτείς στο Ρίγος… τούτο δεν έγινε ποτέ ούτε πρόκειται να γίνει. Γιατί Ρίγος δίχως ύβρη δεν νοείται. Κι έτσι είσαι εκτεθειμένος, ευάλωτος και διαθέσιμος. Ρίγος σημαίνει πως αποφάσισες να ορθώσεις το ανάστημά σου στην Ανάγκη κι έγινες αναλώσιμος, διαθέσιμος, μεθεκτός.
Σου ανατέθηκε η αποστολή να αθανατίσεις το πέρασμά σου στο Βασίλειο της Ύλης κι εσύ την αρνήθηκες.
Ρίγος σημαίνει πως είσαι θρασύς και αμετανόητος.
Ρίγος σημαίνει πως οφείλεις το μέγιστο τίποτε στον εαυτό σου κι είσαι αποφασισμένος να μαχηθείς γι αυτό.
Με όποιο κόστος.
Να κρυφτείς στο Ρίγος σημαίνει πως το Αχανές σε επέλεξε για να φωτίσει τα ίχνη του ανθρώπου στο κενό…
Περπατάς και ακούς το βήμα σου.
Μιλάς και έχει ομορφιά η φωνή σου.
Αγγίζεις και όλα μορφοποιούνται.
Ανασαίνεις και κατανοείς τις συλλαβές της διαπνοής του είναι σου.

Δεν σε έριξαν, εσύ βούτηξες.
Δεν σε απόθεσαν, εσύ τόλμησες την αυτονόμηση.
Δεν σε πρόδωσαν… εσύ λησμόνησες…

Δεν σε ρημάζει η χυδαιότητα… γιατί κρύφτηκες καλά…

Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2016

Με τη σιωπή μου...





Μέσα από μια ριπή του ανέμου με κοιτάζει.
Ο Γενάρχης στέκει σταθερός, ακλόνητος σαν πεισματάρης βράχος κι επιμένει. Επιμένει με αυτό το βλέμμα που περιέχει πάντοτε το σπαραγμό του αιώνιου και με ρωτά:
Θα έρθεις μαζί μας;
Η ίδια ερώτηση, μέρες, βδομάδες, μήνες τώρα. Από την πρώτη ώρα, την πρώτη στιγμή που αλαφιασμένος άρχισε να πελεκάει τα δέντρα γι αυτό το θηριώδες πράγμα.
Κοιτάζω ολόγυρα. Μπροστά μου όλα αφανίζονται. Ο ορίζοντας είναι πιο μαύρος από ποτέ, δεν φαίνεται καμιά ρωγμή στη βούληση του Αχανούς να τα ρημάξει όλα.
Πίσω μου ορθώνεται το πιο παράξενο πλεύσιμο ανθρώπινο δημιούργημα.
Ανθρώπινο;
Σκέφτομαι και τη σκέψη μου μπορεί να την ακούσει.
Όχι αδελφέ μου. Αν το τολμήσω σημαίνει πως θα πρέπει να αρχίσω να μιλώ ξανά.
Ο άνεμος σταμάτησε άξαφνα να λυσσομανά. Τα σύννεφα σταμάτησαν πια να ταξιδεύουν κι έχουν πυκνώσει πάνω απ’τα κεφάλια μας. Γέμισαν το στερέωμα σκοτάδι. Έχουμε να δούμε τον ήλιο βδομάδες. Κάποιοι δεν θα τον ξαναδούν ποτέ.
Προτιμάς να συνεχίσεις τη σιωπή σου; Για το λίγο που σου μένει;
Είδα τον Γενάρχη να χαμογελά κι αυτό ήταν ένα ανέλπιστο δώρο. Πίσω του ένας ολόκληρος κόσμος χανόταν. Μπροστά του, ένας άλλος έπρεπε να ξεκινήσει το ταξίδι του. Εγώ στεκόμουν στη μέση. Το συνειδητοποίησα και μέριασα.
Κάποιοι από εμάς πλάστηκαν για να μιλούν. Όπως εσύ. Με τα χέρια σου. Με το βλέμμα σου. Με τα παιδιά σου. Με τα πλάσματα που φιλοξενεί στη κοιλιά του αυτό το τέρας. Και κάποιοι άλλοι πρέπει να μείνουν για πάντα σιωπηλοί αδελφέ μου, σκέφτηκα και άκουσε τη σκέψη μου.
Με οδύνη μιλάς, μου λέει.
Πρέπει να φύγετε, του απαντώ.
Το νερό έρχεται. Ως το βράδυ όλα εδώ θα είναι…
Ως το βράδυ θα έχω προλάβει, του απαντώ.
Τι;
Να αφηγηθώ την ιστορία του κόσμου.
Εσύ; Πώς; Με τη σιωπή σου;
Ντράπηκε για την ερώτησή του, με αγκάλιασε, μου χάρισε μια ριπή αιωνιότητας ακόμα με τα μάτια του και χάθηκε στα σωθικά του πλεύσιμου.
Γύρισα την πλάτη μου και άρχισα να κατεβαίνω τη μεγάλη ράμπα.
Πίσω, στον παλιό κόσμο, σκέφτηκα και αμέσως, ξεκίνησε να βρέχει…



Punkt widzenia
Arkadiusz Makowski

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2016

Στήθος



Το σταχτί δεν θα ζήσει
άλλο δε θα τυραννήσει το φως
εκείνο που γεννιόταν απ’τη σκιά του Νάρκισσου…

αν ήσουν ένα κατάλευκο ρόδο
θα σε αρνιόμουν

Το σκοτάδι θα εκλείψει
ο Περσέας βγήκε απ’το κατώφλι του νου
και η Μέδουσα κοιτάζει τον εαυτό της
και αφανίζεται

αν ήσουν ένας απόμακρος κρίνος
θα σε αγνοούσα

Το αγόρι εισέρχεται στο Ναό
με το δεξί του χέρι λαβωμένο
έχει δυο μάτια άπληστα
και ένα σκισμένο τετράδιο ποιημάτων
στον κόρφο του
και του σιγοτρώει την καρδιά
κάθε μέρα

εδώ
στο βωμό θα το αφήσει
και θα επιστρέψει το αίμα του
στις φλέβες

αν ήσουν ένα κλεμμένο βλέμμα
θα σε εξόριζα
στο Νότιο σύνορό μου

είσαι ένας επαναστάτης ήλιος
και σε φιλοξενώ
στο στήθος

για να με καις…



José Antonio Sánchez

Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2016

δεν χάνονται…



Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο εξερευνητή; Τι τον σπρώχνει να φύγει; Να μακρυνθεί, να χαθεί;

Συζητούσαν για ώρες. Ήταν φίλοι, κάτι περισσότερο… πολλά χρόνια τώρα. Ο ένας έβρισκε ανάπαυση στο στοχασμό του άλλου. Χρειάζονταν μόνο λίγα λεπτά κάθε φορά για να αισθανθούν αυτό το πρωτογενές ρίγος της μεγάλης φιλίας, της βαθιάς αγάπης που πολύ σπάνια ευλογεί τους ανθρώπους. Κι είχαν πάντοτε ερωτήματα ανήσυχα όταν αντάμωναν. Και μια γλυκύτητα ειρήνης όταν χώριζαν.
Τα ερωτήματα δεν τίθονταν για να απαντηθούν. Δεν έχουν αυτό το λόγο ύπαρξης ποτέ τα ερωτήματα. Τα σημαντικά και μεγάλα ερωτήματα τίθενται για να τα ψελλίσεις, να τα ακούσεις, να γευτείς το μέγεθός τους… να πάρουν τις διαστάσεις τους αφού εκφωνηθούν, να καταλάβουν το ζωτικό τους χώρο… κάποτε, μερικά από αυτά θα απαντηθούν, ίσως ελάχιστα, ίσως κανένα…

Τι είναι αυτό που δεν βρίσκει καταφυγή στο τώρα, στο εδώ και αναζητά πάντα έναν άλλο χώρο, έναν άλλο τρόπο, έναν άλλο κόσμο;

Η σπουδαιότητα της φιλίας δεν είναι μονάχα η συγκλονιστική αίσθηση πως δεν είσαι, έστω για λίγο, έστω και σε κάποιο βαθμό μόνος… είναι πως έχεις μια γέφυρα επικοινωνίας και μια τράπεζα κοινωνίας με μια ψυχή που μπορεί να πάλλεται σε συνήχηση με τη δική σου… τούτο και μόνο αρκεί για να σιγήσει τους φοβερούς δαίμονες που θορυβούν μέσα σου, τούτο και μόνο αρκεί κάποιες φορές για να αισθανθείς την ίδια τη ζωή και το κατηγόρημά της.

Τι νοηματοδοτεί το βίο αν όχι η ίδια η διακινδύνευσή του; Να συσσωρεύεις διαρκώς και να στερεώνεις οικοδομήματα του ψεύδους… το ένα πάνω στο άλλο… το ένα πιο σαθρό από το άλλο… δεν μπορεί να είναι αυτό… τι αξιοδοτεί το βίο αν όχι ο κρυφός πόθος να τον ακυρώσεις; Να τον εκτοξεύσεις σε μια άλλη διάσταση; Να τον πυροδοτήσεις με το δικό σου, ολόδικό σου πυρ και να τον αναλώσεις;

Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωναν, άλλαζαν όμως όσα τους έδεναν βάθαιναν και αποκτούσαν μια ποιότητα παράξενη και εντελώς καινούργια. Δεν έρχεται η φθορά ποτέ όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει υπάρξει η συντριβή της απογοήτευσης, η ήττα της προδοσίας, η περιπέτεια της εγκατάλειψης. Δεν θα νικήσει η φθορά όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει εκμαυλιστεί η ιερότητα του βλέμματος, δεν έχει δηωθεί το άβατο της εμπιστοσύνης, δεν έχει απαλλοτριωθεί το πιο μυστικό δωμάτιο της σιωπής… δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τις φωνές του κόσμου και επιβίωσαν έχουν καλές ελπίδες να περπατούν μαζί για χρόνια. Δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τη τρομερή σιωπή της ύπαρξης και δεν δείλιασαν, δεν έφυγαν, δεν λιποτάκτησαν… θα είναι μαζί για πάντα…

Τι κάνει το βήμα μας τόσο βαρύ, τόσο αβέβαιο; Αν το νόμισμα για να πληρωθεί τούτη η αγωνία ήταν ένα σύμπαν, θα στο προσέφερα ευχαρίστως αδελφέ μου… ίσως να μην το έχω κι όμως, επειδή ακριβώς είσαι κοντά μου, το διεκδικώ…
Σκέψου μονάχα, κάθε φορά που ανταμώνουμε, το σύμπαν αυτό αλλάζει… με έναν περίεργο, όμορφο, μουσικό τρόπο… για λίγο, για λίγο έστω, εμείς είμαστε οι πρωτουργοί τούτης της κοσμογένεσης… για πολύ λίγο έστω, το χώμα θα το πλάσουμε στα δικά μας χέρια… κι αν όταν χωρίσουμε ο πύργος χαλάσει και διαλυθεί, όσα βιώσαμε έγραψαν στη ψυχή μας
Και δεν χάνονται

Αφού σου μιλώ ακόμα και το ρίγος σπάει τούτες τις συλλαβές… όχι, δεν χάνονται…


Unfinished symphony
Ben Goossens 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2016

να παρέμβεις στο τοπίο...



απομακρυνόμαστε…

στο σχολείο θυμάμαι πόσο με είχε συνεπάρει μια εικόνα… ο καθηγητής της Φυσικής μας έλεγε πως το σύμπαν διαστέλλεται… μοιάζει με ένα μπαλόνι που φουσκώνει συνεχώς… όλα τα σημεία του μπαλονιού –και ζωγράφισε κάποιες κουκίδες – απομακρύνονται διαρκώς το καθένα από όλα τα άλλα από μια μυστική, παράξενη και αρχέγονη εντελέχεια που όλοι ψάχνουν να βρουν κι ακόμη κανείς δεν έχει καταφέρει…

τι φοβερή αναλογία με την καθημερινή πραγματικότητα, σκέφτηκα χρόνια αργότερα… οι άνθρωποι έρχονται για μια στιγμή κοντά αλλά στην ουσία, όλοι απομακρυνόμαστε… ακόμα κι αν ζούμε μαζί, κάτω απ’την ίδια στέγη… νομίζουμε ότι με τον καιρό γνωριζόμαστε καλύτερα, γινόμαστε ‘οικείοι’ –τι ξεπεσμός τούτη η λέξη όταν συναντιέται με την καθημέρια φθορά – αλλά συμβαίνει το αντίθετο… κλεινόμαστε στο ένδον σύμπαν μας και παρατηρούμε το ‘μπαλόνι’ να φουσκώνει και να απομακρυνόμαστε… το ίδιο από όλους κι απ’τον καθένα χωριστά, χωρίς να φταίμε… χωρίς να μπορούμε τούτη τη μυστική εντροπία να την ανατρέψουμε…

και γιατί άλλωστε;

κάποια στιγμή δεν θέλουμε να γνωρίσουμε κανέναν άλλο, να μας γνωρίσει κανείς άλλος… μας αρκεί το χαοτικό ισοδύναμο που κληρονομήσαμε, δεν έχουμε καμιά ανάγκη να γίνουμε Κολόμβοι σε άλλους ωκεανούς… ήδη ο δικός μας παραμένει εφιαλτικά ανεξερεύνητος…

εφιαλτικά ή και παρηγορητικά…

σε τούτη την διαστολική συμμετρική κίνηση πάνω στη σφαίρα του κόσμου, απλώνουμε τα χέρια και δεν φτάνουν πια στον άλλο… δεν κόντυναν τα χέρια μας, εμείς αλλάζουμε θέση… κάθε μέρα, κάθε χρονιά όλο και περισσότερο…

και στη μελαγχολική αυτή διάγνωση, τι αντίδοτο υπάρχει; μια αυξημένη επίγνωση; τι να την κάνεις; η αίσθηση της συνέχειας μέσα από τα παιδιά μας –όσοι έχουν; - πόσο εγωτική δράση αυτή! το θρησκευτικό παραλήρημα της ‘μετά θάνατον’ α ή β ή γ συνέχισής μας με τον α ή β ή γ τρόπο; αυτό κι αν χαϊδεύει το εγώ μας…

κι όμως
υπάρχει αντίδοτο… κάποιο ‘γιατρικό’… όχι ασπιρίνη για τον καρκίνο αλλά ένα άλλο βλέμμα για το ίδιο τοπίο… η ευρυγώνια οπτική του ίδιου τοπίου… σα να ζεις χρόνια σε ένα σπίτι, να βλέπεις έξω από το παράθυρο τα ίδια δέντρα, τα ίδια σπίτια, τα ίδια βουνά αλλά μια μέρα…

αποφασίζεις να… παρέμβεις στο τοπίο
να μην είσαι αυτός μονάχα που παρατηρεί
αλλά κι αυτός που μετέχει…

και στο επικοινωνιακό θαύμα, δεν χρειάζεται καμιά διαφυγή και καμιά… οικειότητα... το σοκ της ‘ετερότητας’ άλλωστε είναι από μόνο του αρκετό… για να σε πληρώσει με ενέργεια, να σε αιμοδοτήσει, να κινητροδοτήσει ξανά εκκινήσεις και βλέμματα…

και αυτό αν δεν είναι συγκλονιστικό, οπωσδήποτε είναι καλοδεχούμενο…

καμιά φορά αρκούν λίγες σταγόνες από μια πηγή για να ξεδιψάσει κανείς… αρκεί το νερό να είναι καθαρό, κρύο και να αφεθείς να το απολαύσεις… 



Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2016

Θηρευτής




Γ
υρίζει μέσα στο μυαλό μου όπως ο θηρευτής που αναζητά το ζωντανό του γεύμα.
Αθόρυβος.
Επιβλητικός.
Άτρομος.
Αληθινός.
Μπαίνει με θράσος στα όνειρά μου… δεν μου επιτρέπει να ησυχάσω… στην εγρήγορση παίρνει την όψη περαστικών που εμφανίζονται ξαφνικά από γωνίες σπιτιών… στην ονειρική διάσταση εμφανίζεται ως ένα πελώριο αιλουροειδές… ή κάποια γιγάντια σκιά…
Το μόνο που ξέρω γι αυτόν είναι πως είναι αρχαίος όσο και ο κόσμος.
Κι αυτή τη γνώση δεν έχω ιδέα πως την κατέχω. Είναι μια ειναιική εγγραφή. Ένα ψυχικό πυρογράφημα. Κάτι που γεννήθηκε μαζί μου. Κάτι που φιλοξενώ στα κύτταρά μου. Σα μνήμη.
Σαν εγκατιαίο ρίγος.
Αυτό που μου γεννάει η παρουσία του είναι φοβερό και ανείπωτο.
Κατά κάποιο τρόπο με οδηγεί στο να σκοτώσω…

Κανείς δεν με αναζητά μέσα στη νύχτα… τα σπλάχνα της σελήνης μείχτηκαν με τα δικά μου αξεχώριστα… κι ο πόθος της νύχτας κορμίστηκε με το δικό μου…
Τον ακούω να πλησιάζει… η ανάσα του έγινε η νυχτερινή δροσιά που σφυρίζει στ’αυτιά μου… ανάσα ήρεμη και σταθερή… καμιά αγωνία… καμιά βιάση… έχει έρθει για μένα… και ξέρω πως θέλει να μου μιλήσει… θέλει να μου μιλήσει για το στερέωμα της μεγάλης φωτιάς… για τον ουρανό της πύρινης θέλησης… για τα αστέρια της ασύνορης νύχτας… για το ένα που κοχλάζει στα ερείπια της λήθης…
για όλα όσα εικονίστηκαν και ξανάγιναν στάχτη…
για όλα όσα τραγουδήθηκαν κι έγιναν πάλι γόος και κλαυθμός…
για όλα όσα προδόθηκαν πριν γεννηθούν…
για όλα όσα νεκρώθηκαν στη μήτρα του χρόνου…

Στο ένα μου βλέφαρο στέκεται η νύχτα ακροπατώντας…

Στο δεξί μου χέρι το στιλέτο…

Το αίμα του συριχτό και αφρίζον πετιέται από τις τουμπανιασμένες φλέβες του… μια μαύρη λίμνη απλώνεται αργά γύρω απ’το χοντρό κορμί και ποτίζει την αυγή… αχνίζει ακόμα καθώς το γεύομαι…
αχνίζει σπηλαιώδεις ορμές, αβύσσου όνειρα και βρυαρούς φόνους...
αφρίζει στόματα μαινάδων που ξεκοίλιασαν βλάσφημους και ιδρώτα ερωτικής σμίξης παρθένων ιερειών άγνωστων, πρόστυχων θεαινών…
αφρίζει λυγρές συλλαβές ρυπαρών ηδονών και λιμναίων πόθων από αιχμάλωτες σκέψεις αιώνων…

Ντύνομαι το αίθοπο αίμα σου…
Πλένομαι στο λιπαρό αίμα σου…

Κοινωνώ το ανίερο αίμα σου…

εύκρατος αλκυώνειος
θάνατος

και μεταμορφώνομαι…


οκτ2016