Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2018

Βαμπίρ...



(Με αφορμή τη Μακεδονία… κάποιες σκέψεις)

Οι αναλογίες μας οδηγούν και σχεδόν πάντα μας φωτίζουν. Καμιά φορά μας απελευθερώνουν κιόλας… Και οι αναλογίες φωνάζουν ενίοτε, κραυγάζουν ώστε και οι κωφοί ν’ακούσουν και οι ανοητίζοντες να συνέλθουν…
Ο μεγάλος Κ. Γκ. Γιουνγκ γράφει κάπου (Ροζάριουμ Φιλοσοφόρουμ), πως στην πορεία του προς την εξατομίκευση, την πνευματική ολοκλήρωση, ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ανακαλύψει εκείνο το στενό πέρασμα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ας πούμε πως η Σκύλλα συμβολίζει όλες τις πιθανές διαφυγές από τις ευκαιρίες που του δίνονται για πνευματική ανάπτυξη ενώ η Χάρυβδη συμβολίζει όλες τις αταβιστικές τάσεις που αν επικρατήσουν θα τον βυθίσουν σε ένα πρωτόγονο επίπεδο. Πάει να πει απλά και καθαρά, το έργο της ωρίμανσης, της ειναιικής σφαίρωσης, της πνευματικής ολοκλήρωσης –και όχι τελειοποίησης- είναι έργο ευθύνης. Κι απαιτεί να είσαι ον ευθύνης.
Κάπου βαθιά μέσα μου, θέλω δεν θέλω, υπάρχει εκείνος ο τρελός νεαρός τολμητίας που κάποτε ξεκίνησε από τα χώματα της Μακεδονίας με τριάντα χιλιάδες συντρόφους και κοινωνούς του υπέρ-λογου για ‘να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο’. Η θυελλική, βυρωνική φύση του δεν άντεχε τη ματιά που ορίζεται από τους ορίζοντες της φυσικής όρασης. Η έμπυρη, κοχλάζουσα ψυχή του δεν μπορούσε να ξεδιψάσει απ’τις θεωρήσεις του φρόνιμου, του εφικτού, του πεπερασμένου. Μπορεί στο δρόμο να ξεστράτισε, να παρεξέκλινε, να ‘τρελάθηκε’… Μπορεί να υπερέβη ακόμα και τα δικά του εσκαμμένα, να εξακτινώθηκε στο Αχανές, να γονάτισε στην άνυδρη Γεδρωσία της Ανάγκης. Όμως δεν ηττήθηκε ποτέ. Κι αυτό δεν του συγχώρησε η ιστορία. Πάει να πει η Ειμαρμένη των ασήμαντων.
Δεν είμαστε Αλέξανδροι, δεν έχουμε καμιά δουλειά να ανακατευόμαστε με τις ορίζουσες των υπερανθρώπων ακόμη κι αν ιδεολογικά εύκολα και απλά τους καταδικάζουμε στους αποθέτες της Αιωνιότητας ως τρισκατάρατους ημιπαράφονες που αναζήτησαν το Αδύνατο κι έγιναν ολοκαυτώματα. Άλλωστε είναι καθήκον των μέτριων να κατατροπώνουν τους εξαίρετους. Ήταν πάντα και θα είναι πάντα. Έτσι επιβιώνουμε, έτσι αντέχουμε να ζούμε. Όλοι πέθαναν και όλοι θα πεθάνουν. Αφού ξόφλησαν ως και οι θεοί, γιατί να νιώθουμε συμπλεγματικοί συνωμότες των διαδρόμων εμείς;
Δεν είμαστε βέβαια Αλέξανδροι ούτε Φίλιπποι αλλά έχουμε ένα κληροδότημα φωτός. Αυτό δεν το εμπιστεύτηκαν στους επόμενους μέσα απ’τη φωτιά του ά-λογου φρονήματός τους. Αν μπορούσαν να επιλέξουν επιγόνους δεν θα μας συμπεριελάμβαναν ποτέ. Θα ήμασταν παρίες και παρατρεχάμενοι, θλιβερές σκιές στα δώματα της ιστορίας. Όσο κι αν μας θυμώνει κάτι τέτοιο, είναι η αλήθεια. Και την τεθλιμμένη οδό του Ναζωραίου ή το στενό μονοπάτι του Γιουνγκ δεν θα το ‘επιλέγαμε’ ποτέ.
Ακόμη χειρότερα, δεν θα μας επέλεγε ποτέ αυτό…
Όμως εμείς ήρθαμε μετά. Ήρθαμε κι είμαστε εδώ. Όχι για να απαλλοτριώσουμε αλλά για να φυλάξουμε. Οι μεγάλοι δημιουργούν, πρωτεύουν, καινοτομούν. Οι μέτριοι ας είναι ικανοί να φυλάττουν τουλάχιστον.
Κι αυτό απαιτεί ανάστημα.
Να είσαι ον ευθύνης.
Αν κάποτε ο αγαπημένος σου διδάσκαλος σου εμπιστευόταν ό,τι πολυτιμότερο είχε πριν αναχωρήσει προς τα έσχατα με τη μοναδική απαίτηση να μην το παραδώσεις σε κανέναν παρά μονάχα να το φυλάξεις ως το πέρας του βίου σου ώσπου να εμφανιστεί ο επόμενος στην Άλυσο για να το παραλάβει, εσύ τι θα διαλογιζόσουν να κάνεις;
Είσαι έτοιμος να το υπερασπιστείς;
Είσαι ον ευθύνης;
Είσαι ικανωμένος για το Έργο;
Τούτο το ιερό χρέος μπορείς να το φέρεις εις πέρας;

Έχεις Βλέμμα;
Γιατί κάποτε δεν θα γυρίσει να σε φτύσει κατάμουτρα αυτός ο Διδάσκαλος σε μια άλλη διάσταση, σε έναν άλλο χωροχρόνο…
Ούτε οι πρόγονοι, οι ιαχές των ηρώων και οι οιμωγές των θυσιασμένων στην ματωμένη γη θα σε κατατρέχουν…
Ούτε ακόμη και οι απόγονοί σου που θα φέρουν το όνειδος της δικής σου αστοχίας, ανημπόριας και ασημαντότητας θα σε καταδικάζουν…

Εσύ ο ίδιος θα επιστρέφεις αέναα και θα περιίπτασαι ως νοσηρό και σκοτεινό πνεύμα πάνω από τα ερείπια της ύπαρξής σου.
Δεν θα ξεκουραστείς ποτέ…
Δεν θα πετύχεις ποτέ την ουράνωσή σου, την εισδοχή σου στο φως, την ανάπαυσή σου…

Φρικαλέο βαμπίρ που θα εξοβελίσουν ακόμη και τα έγκατα του συλλογικού ασυνειδήτου, αυτό που οι άνθρωποι κάποτε ονομάτισαν Κόλαση.
Αυτό θα είσαι.
Λερή Σκιά και Εγκάτοικος του Εφιαλτόκοσμου…


Και ο κόσμος που ζούμε, δυστυχώς, έχει αναρίθμητους από τούτους τους δικαιούχους του σκότους…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

μονάχα εμείς...



ποιοι είμαστε λοιπόν;
τι είμαστε;
απλές μονάδες;
ριγμένες τυχαία από κάποια αόρατη ειμαρμένη μέσα στο σύνολο;
μονάδες... ασήμαντες, φευγαλέες ριπές;
ή μήπως
όλοι
ο καθένας από μας
είναι όλος ο κόσμος;

κοινοτοπία θα πεις
μας τα έχουν πει τόσοι και τόσοι
σημασία όμως έχει
εγώ τα έχω πει σ'εμένα;
εγώ τα έχω νιώσει;
εγώ, προσωπικά, τα έχω βιώσει;

αν εξαρτιόταν από μένα
μονάχα από μένα
θα υπήρχε βία;
θα υπήρχε πείνα;
θα υπήρχε αθλιότητα;

ή αν πάλι είμαι τόσο σκοτάδι γεμάτος
όσο και φως
τι υπερισχύει και δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι;
να οικοδομήσω μια άλλη κοινωνία;
να επιλέγω τους σωστούς ανθρώπους;
να απαιτώ δικαιοσύνη
επειδή θα είμαι κι εγώ δίκαιος;

φριχτές κοινοτοπίες θα πεις πάλι
τα ξέρουμε, τα σκεφτόμαστε από μωρά παιδιά...
ο κόσμος είναι αυτός και δεν αλλάζει...

θυμάμαι σε μια ταινία
να συζητάει ο νεαρός Φιντέλ με τον επίσης νεαρό Τσε
μήνες πριν την απόβαση στη Κούβα
"θα έρθεις μαζί μας;", ρωτούσε ο Φιντέλ τον Τσε
"είσαι τόσο τρελός ώστε να μπεις στην περιπέτεια;"
"από μένα κι από σένα εξαρτάται άραγε;", ρώτησε ο Τσε
"πάντα από μας εξαρτάται", είπε ο Φιντέλ...
"και βέβαια θα έρθω"...

και βέβαια θα έρθω...

και βέβαια από εμάς εξαρτάται ο κόσμος
και βέβαια εμείς
μονάχα εμείς μπορούμε να τον αλλάξουμε...

It Almost Looked Human

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2018

Κάρλος...




Ο Κάρλος φορούσε τα μάτια του αετού…

... η μέρα ερχόταν καταπάνω μου, είπε, η μέρα πετούσε, είχε βγάλει τα φτερά της Άρπυιας και άπλωνε πάνω μας τα καινούργια της φτερά… η μέρα είχε γίνει πια ένας ουρανόφις… ένας άγνωστος ήλιος την έκαιγε, ένας μοχθηρός χρόνος την έκλεβε… κι όμως, ερχόταν σαν πεινασμένη λύκαινα πάνω μας… να μας κατασπαράξει, να μας αλώσει…

Δεν ήσουν ανυπεράσπιστος από τη γέννησή σου κιόλας;

...δεν στεκόταν, δεν στεκόταν καμιά νύχτα στο παράθυρό μου, είπε, δεν σταματούσε εκείνη η ρυπαρή βροχή, όλα μου τα πρωινά σπατάλησα να καθαρίζω τη βροχή από το σπίτι μου και τις νύχτες, τις νύχτες φίλε μου εκείνη ξεκινούσε πάλι… τι απίστευτο σκουπιδαριό γέμισε τις πόρτες μας, τι μολυσμένα ταξίδια πότισε τα όνειρά μας…

Ο Κάρλος φορούσε τώρα τη μπέρτα του θεού-γύπα… κι έσταζε λάσπη στο πάτωμα…

...δεν στεκόταν σου λέω, καμιά ολοκάθαρη νύχτα δεν καταδέχτηκε το παράθυρό μου… αρπαγμένη από τα παλιόξυλα, τα σαπισμένα ξύλα της βροχής έβρισκα τη μέρα, κάθε αυγή… είπε, κάθε αυγή άρχιζα τη δουλειά, κάθε βράδυ περίμενα τη ρομφαία της βροχής να με σκοτώσει πάλι…

Ο Κάρλος γυμνός, διάβαζε τα σημάδια στο σώμα του…

πενήντα εκατομμύρια χρόνια σ’αυτό το σώμα αδελφέ μου, αρχαίες λίμνες στέρεψαν, ποταμοί θρασείς και ατίθασοι αιμάτωσαν τα βουνά, πλάσματα παράξενα γέμισαν τις φωλιές της Γης, ήλιοι γεννήθηκαν και πέθαναν… κι αυτό το σώμα, ανασαίνει ακόμα σαν το στόμα της εκδίκησης που δεν κλείνει αν δεν πλημμυρίσει με ιχώρ φωτιάς… στον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί, σ’εκείνον το υπόσχομαι τούτο το σώμα, σαν μανδύα λέπρας… είπε… και αν περάσει ο τελευταίος χειμώνας πάνω απ΄την τελευταία άνοιξη των ανθρώπων, σε κείνον που θα γεννηθεί, σε κείνον υπόσχομαι τούτο το σώμα…

Ο Κάρλος προστάτευε σαν στοργική μητέρα τον μικροσκοπικό ήλιο στη χούφτα του…

έκλεψα τούτο τον ήλιο απ’τα όνειρά μου αδελφέ μου…

Μόνον οι δειλοί, μόνον οι δειλοί Κάρλος αρνούνται το θάνατο του ήλιου… γιατί; Γιατί προσπέρασες τις αφετηρίες σου; Γιατί;

φοβόμουν ότι θα οχυρωθώ για πάντα πίσω από τις ουτοπίες μου… αδελφέ μου, είμαι ένας γέροντας Σαμάνος, ορθώνω το ανάστημά μου στο στερέωμα και δεν πληγώνομαι… ανοίγω τις φτερούγες μου πάνω απ’τους γκρεμούς και ξέρω πως Εκείνο που δεν μιλάει, με βλέπει, Εκείνο που δεν θυμάται την αρχή Του, με θωρεί, με αναστατώνει… με οργώνει… μάθε απ΄την αρχή τις λέξεις, μάθε τις σου λέω γιατί τούτες που έχεις τελειώνουν και θα ξυπνήσεις ένα πρωί και δεν θα έχεις γλώσσα να περιγράψεις τον κόσμο…

Μηχανεύεσαι πάλι μια καινούργια απόδραση, γαλάζιε πολεμιστή;

Ο Κάρλος είχε κουρνιάσει στην αθέατη γωνιά του δωματίου και έψελνε…

... είναι ακατάληπτη τούτη η γλώσσα… δεν την ξέρεις, κανείς δεν την ξέρει αδελφέ μου… Σου λέω, πρέπει να ιδρύσεις μια καινούργια γλώσσα, πάρε τον εαυτό σου και γύρνα τον τα μέσα έξω… άσε τα εντόσθια της ήττας να πέσουν στο πάτωμα, άσε τα αχνιστά, βρώμικα σπλάχνα σου να χυθούν στο πάτωμα! Δεν τα χρειάζεσαι πια…

Με σκοτώνεις!

εκείνα σε σκοτώνουν… και δεν έχεις πια γλώσσα για το θάνατο…

Ο Κάρλος ετοιμαζόταν να πετάξει…

... να, κράτησε τον μικρό μου ήλιο… άνοιξε τη χούφτα σου αδελφέ μου και πάρε τον… κλείστον καλά… είναι ένα ευαίσθητο, μικρό, νεογέννητο άστρο… μην τον υποσχεθείς στον εαυτό σου, μονάχα να τον φροντίζεις όσες αιωνιότητες θα λείψω…

Φεύγεις; Πάλι;

... αν δεν φύγω τώρα, δεν θα μπορέσω να δω τον εαυτό μου ποτέ ξανά… κάθε λεπτό κοντά σου η φθορά μου επιταχύνεται… όλα τρέχουν γρήγορα σε τούτο τον κόσμο, ως και η φθορά… κράτησε τον ήλιο… μην τον σπαταλάς… να τον φροντίζεις… είμαι εγώ!

Ο Κάρλος άνοιξε τα σάρκινα, υπέροχα φτερά του, μου έριξε μια παράξενη ματιά σαν να ερχόταν από τα έγκατα του αρχαίου του είναι.

και απλά πέταξε στο αύριο…

κάτι σπαρταρούσε στη χούφτα μου…

ο μικρός ήλιος είχε γίνει ένας νιογέννητος, λευκός αετός
και με κοιτούσε με δυο ήλιους – μάτια…



Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2017

Ομίχλη...



Θυμάσαι εκείνη την όμορφη εποχή;
Την εποχή της καθαρότητας; Της λιακάδας; Της ευδίας;
Θυμάσαι τον ήλιο της σχέσης μας;
Ήταν λαμπερός, θαλερός, παλλόμενος… σχεδόν θρασύς…
Εγώ θυμάμαι την ομίχλη…
Την ομίχλη που μας σκότωσε… την ομίχλη που μας τα πήρε όλα…
Αυτή θυμάμαι εγώ… και το ότι κάποια στιγμή… άγνωστο πως και γιατί, έπαψα να σε βλέπω…
Έπαψες κι εσύ να βλέπεις εμένα… αυτός που κοίταζες δεν ήμουν εγώ, αυτή που κοίταζα δεν ήσουν εσύ…
Προκειμένου να οικειωθούμε το μεταξύ μας, γίναμε ξένοι στον εαυτό μας…
Αναζητώντας προσκύρωση στο έμπεδο, χάσαμε το ροϊκό…
Ψηλαφώντας τις διαστάσεις του εαυτού, αρνηθήκαμε το εν τω αυτώ…
Δεν μας εκδικήθηκε το αύριο ούτε το χτες…
Μας αφάνισε το τώρα που πρώτοι εμείς περιφρονήσαμε…

Κι έπειτα
Κάποια μέρα
Δεν ξέρω το πώς και το γιατί…
Γεννήθηκε η ομίχλη…
Τα σκέπασε όλα, τα κατάπιε όλα…

Κι όταν την ανασάναμε τόσο ώστε να γίνουμε ένα μ’αυτήν…
Μας εγκατέλειψε…

Και πήρε μαζί της τα πρόσωπα
Τις ιαχές
Τις γεωμετρίες
Τα πιθανώς
Τα επιπλέον
Τα ενδεχομένως…
Ακόμα κι αυτά...

Στην ερημία που άφησε πίσω της
Ο χρόνος γενναιόδωρα
Και πάντα μοχθηρά
Σου προσφέρει την προίκα της επίγνωσης…

Κι έτσι προχωράς…

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2017

το Μεγάλο Φονικό...



Η αλήθεια έκρυψε στην αγκαλιά της το Μεγάλο Φονικό και το προστάτεψε όπως η μητέρα το θηλάζον βρέφος.
Χωρίς τις λευκές ημέρες να το απειλούν.
Με αθέατο το αίμα.
Λυπόταν όμως ακόμα και τα ελάχιστα ίχνη ελπίδας είναι πολύτιμα.
Εκείνος που οφείλει να ακολουθήσει θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό. Αφύλαχτος, απαθής, αθώος.
Και ο ερχομός του έχει την αξία του νερού στην έρημο.
Και του ασπασμού του εραστή στα διψασμένα χείλη του ερωμένου.
Ως και ο ουρανός γονατίζει για να το υποδεχθεί.
Σιωπηλός και φρόνιμος.
Εκείνος που αναμένεται θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό και η αποστολή του είναι η δυσκολότερη που περιέχουν οι πρώτες αφηγήσεις και τα λόγια των παλαιών.
Ό,τι απέμεινε από τη σοφία τους κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο αρχαίο δάσος αν εκείνος που αναμένεται αποκλειστεί, δεν περάσει.
Και η αλήθεια τον περιμένει.
Και θωπεύει το δόρυ που θα τον διατρήσει.
Και βρεφουργεί το βλέμμα που θα τον αλώσει.
Ο ερχόμενος θα το αναγνωρίσει.
Όμως μονάχα την ύστατη στιγμή.
Θα είναι αργά γι αυτόν.
Θα γείρει και το αίμα του θα ρεύσει από τις πρησμένες φλέβες για να δώσει ζωή ξανά στο καθεύδον σώμα.

Όμως θα απλώνεται πάντα πίσω του το δάσος.

Για ό,τι γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ’αυτό δεν υπάρχουν αφηγήσεις.

Υπάρχει μόνο το ειναιικό όνειρο της α-νόητης καθόδου της Ύπαρξης.

Κι αυτό δεν μοιράζεται…

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 13, 2017

Μην ξεχνάς πως έχεις φτερά...




Δεσμίδες φωτός
χαράζουν διαρκώς
πυλώνες ενός 
κρυμμένου ναού
στα βάθη του νου

φωνές μυστικές
ηχούν στο μυαλό
που σε οδηγούν
ν’αλλάξεις μορφή
ν’αλλάξεις ζωή
Άνοιξε τα φτερά σου λοιπόν
και πέτα μακριά
στα σύννεφα
το διάφανο κάλυμμά σου
κομμάτια στα νερά

ξαφνικά
στον ήλιο πετάς
σαν μια χρυσαλλίδα!

Μην ξεχνάς

πως έχεις φτερά

αγγίζεις δειλά

την ελευθερία!

(Χρυσαλλίδα, Μikroalbum “1800”– 2004)


Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2017

Στη σκιά των γιγάντων…



Η συγκίνηση δεν έχει μόνο μνημονικά χαρακτηριστικά… Η συγκίνηση είναι ο αιφνιδιασμός του αληθινού απέναντι στην προσαρμογή… στην οποιαδήποτε προσαρμογή… πρώτιστα στην προσαρμογή στο ευτελές, το εφικτό, το προσηνές, το απτό… τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει την κεραύνια δράση του αληθινού απέναντι στο κίβδηλο… όσο κι αν κρύβεσαι, η συγκίνηση θα σε κεραυνοβολήσει, θα σε κλονίσει, ίσως και να σε σκοτώσει…
Κίνδυνος!
Κάποτε έβλεπες αλλά τώρα έχεις τυφλωθεί… η λάσπη και η ιλύς του ερπετώδους, του γλοιώδους, του εδαφιαίου σε οτιδήποτε ολόγυρά σου έχει επικαθίσει στα βλέφαρά σου… κι αυτά με το χρόνο βάρυναν, έκλεισαν τα μάτια σου, στόμωσαν το νου σου, πάχυναν την καρδιά σου…
Σέρνεσαι…
Έρπεις…
Βολεύτηκες…
Έμαθες να βολεύεσαι στο χειροπιαστό, το γειτνιάζον, το εύχρηστο…
Έμαθες να βολεύεσαι και ο εαυτός σου θνήσκει… ο πολεμιστής εντός σου αργοπεθαίνει όχι από το γήρας αλλά από αηδία, πλήξη, νωχέλεια, ακηδία… ο κάποτε εύστροφος, αιχμηρός, αινιγματώδης, βρυαρός εαυτός σου, θνήσκει…
Γιατί έμαθες να βολεύεσαι… στο φτηνό, το ‘οκαζιόν’, το πρόσφορο…
Όμως η συγκίνηση σε ξεβολεύει…
Η συγκίνηση μοιάζει με τον χείμαρρο που ορμά ξαφνικά μια μέρα στη λασπώδη αμμουδιά που σαπίζεις και σε ξεπλένει…
Κίνδυνος!
Η συγκίνηση μοιάζει με τον καθαρό, παγωμένο άνεμο που χιμάει από ψηλά και σου αφαιρεί το νοσηρό μανδύα της νοητικής θαλπωρής σου…
Η συγκίνηση μοιάζει με την έξοδο από το υγρό σπήλαιο στο ηλιόλουστο ξέφωτο… το σώμα σου μουδιάζει από το σοκ, τα κύτταρά σου τρέμουν από το ρίγος… ο θάνατος χάνει τη μάχη, η ζωή σε ραπίζει, δίνει ξανά χρώμα στα μάγουλά σου, θαλερότητα στο βήμα σου, βλέμμα στα μάτια σου…
Κίνδυνος!
Η σκιά τούτων των γιγάντων δεν είναι σκοτεινή, ομιχλική, νοσηρή, υδαρής…
Η σκιά τούτων των γιγάντων είναι ενθύμηση…
Φως, πόλεμος, ρίγος και ενθύμηση…
Ενθύμηση και κίνδυνος!

Ότι ακόμα στις κόγχες του προσώπου σου εδράζονται οφθαλμοί αθανασίας…
Ότι στις κόγχες του είναι εδράζονται ηλιαίοι πυρήνες αιωνιότητας…
Ότι στις κόγχες των ονείρων σου υπάρχεις ακόμα εσύ και ανασαίνεις…

Ο Νάρκισσος των Αγρών…



Το μόνο ταλέντο που αληθινά έχουμε καλλιεργήσει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες, είναι να προσαρμοζόμαστε στο κακό… και τούτο δεν υπόκειται σε καμιά τελεολογική συνθήκη αποδρομής… είναι κάτι όπως είναι… παραδόθηκε από τους ανιόντες και θα κληροδοτηθεί στους κατιόντες… το ξέρουμε βαθιά και το ξέρουμε όλοι… το κακό μας έμαθε να προσαρμοζόμαστε στο κακό… γίναμε οι καθρέφτες του και το κατοπτρίζουμε στην εναργή του εντέλεια…
Αν όντως μπορεί κάτι να αποδράσει από τούτο το στενόχωρο νόμο, δεν είναι η ανθρωπότητα αλλά ίσως να είναι ο άνθρωπος… συνεχίζει να έρπει αλλά με το κεφάλι ψηλά… ενίοτε, τυχηματικά, σπασμωδικά, σαν σπάραγμα ενός ταλαντούχου ποιητή που δεν τολμά να ολοκληρώσει τίποτε… όχι απλά γιατί δεν έχει νόημα… γιατί δεν τολμά να εγκαταλείψει τον ασφαλή βιότοπό του…
Το κακό οργανώνει το βιότοπο με θαυμαστή λεπτομέρεια… στο κάθε τι… στο κάθε σήμερα… οργανώνει και σπέρνει… ο άνθρωπος θερίζει και απλώνεται στο Αχανές… τεντώνει τα μέλη του, υμνεί με τα σπλάχνα του, ακρωτηριάζει τα παιδιά του… η αέναη προσαρμογή τον έχει διδάξει την επανάληψη και η επανάληψη διδάσκει πάντα με ακρίβεια… το κακό παρέδωσε από την απαρχή του χρόνου τα πρωτόκολλα και ο άνθρωπος ιεροποίησε την πράξη παραλαβής και παράδοσης… οι ύμνοι έρχονται από τα έγκατα και ναρκώνουν όλες τις αισθήσεις…
Στο χωράφι αυτό συναντάς το επόμενο και δεν το αναγνωρίζεις… στο χωράφι αυτό αλυχτάς και δεν ακούγεσαι… στο χωράφι αυτό αναμένεις και δεν τίποτε δεν έρχεται… δεν είσαι μόνος… και αυτό σε στοιχειώνει ως το τέλος των λιγοστών ημερών σου…
Αν θα μπορούσες να μάθεις να προσαρμόζεσαι στο άλλο εκείνο… όμως είναι μια ονειρική αφήγηση… δεν είναι αλήθεια… είναι η μοναχική εκσπερμάτιση του Αυνάν… δεν είναι σχέση, είναι το κάλεσμα από κάπου που δεν γνωρίζεις… θέλεις να ανήκεις και αυτό σε κάνει προαπαιτούμενο της βρώσης…
Θα ταϊστείς κι ύστερα θα γίνεις δείπνο για κάτι που δεν μπορείς να ορίσεις…
Στα χωράφια αυτά αν ακουμπήσεις την παλάμη θα νιώσεις την αρχαία ανάσα του Όντος… αν το σκεφτείς θα υλοποιηθεί αμέσως…
Αν το κοιτάξεις θα πάψεις να είσαι…

Ο Νάρκισσος των Αγρών… αυτό είσαι…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2017

Deo Non Fortuna



O Πυθαγόρας ανάμεσα στους Ακροατές του
Μάτια που τον κοιτούν με δέος
Ψυχές κρεμασμένες
Από το εκκρεμές της αποκάλυψης…

Σε μια χώρα γεμάτη κόκκινη ομίχλη
Γνωριστήκαμε αδελφέ μου
Σε μια παραλία που την έπλενε το δάκρυ σου
Κράτησα το χέρι σου
Αλλά έχασα την ακριβή ψυχή σου

Ο Πλάτωνας μέμφεται τον Αριστοτέλη
Για τη νεανική έπαρσή του
Υπάρχει ο κόσμος των ιδεών Σταγειρίτη
Μη κάνεις την άρνηση ιδεασμό
Και άνοιξε τ’αυτιά σου…

Σε ένα σπίτι από αλάξευτη πέτρα
Σε φιλοξένησα αδελφέ μου
Σε μια φυλακή μου αποκάλυψες το όνομά σου
Και με κοιτούσες μ’ένα βλέμμα από αίμα…

Ο Γαλιλαίος δίπλα στον Ισκαριώτη
Τα μάτια του πλημμυρισμένα από εγκατάλειψη
Τ’απαλά του χέρια
Η ζεστή φωνή του
Κάτω από τις ακίνητες ελιές
Η αιματίδρωση που τις ποτίζει με αθανασία
Κι αν ήρθα εγώ να σε οδηγήσω
Τώρα λοιπόν ακολουθώ εσένα

Σ’ένα χωράφι σπαρμένο από φωτιά
Ένιωσα την ανάσα σου αδελφέ μου
Κάτω από ένα μαρμαρωμένο βασιλιά
Με ασπάστηκες για τελευταία φορά

Ο Ιουλιανός λογομαχεί με τον Βασίλειο
Είναι το κράτος του Θεού σου πιο σκληρό
Από τη διδασκαλία του Γιού του
Θα στερεώσω πάλι τα αγάλματα
Τους ναούς θα γεμίσω από την αρχαία ενέργεια
Δε θα πεθάνω αγαπώντας το παράλογο

Σ’ ένα δάσος από σκοτωμένα πουλιά
Σε καλωσόρισα αδελφέ μου
Σε μια παγωμένη, αθέατη λίμνη
Μου έδειξες τη καρδιά σου
Και δεν σου’χε απομείνει στάλα συμπόνιας

Ο Μπόρχες συνομιλεί με τον εαυτό του
Μέσα σε ένα λαβύρινθο από λέξεις δύναμης
Όλα ξεκινούν από δω
Κι όλα εδώ θα καταλήξουν
Μονάχα που άρχισα νέος το ταξίδι
Κι όταν θα με συναντήσω πάλι
Θα είμαι ένας τυφλός γέροντας

Σ’ένα δωμάτιο νοσοκομείου
Ξεκούρασες τις φτερούγες σου αδελφέ μου
Πάλευα να σχηματίσω τις λέξεις
Απ’τ’άνυδρά σου χείλη
Πάλευα να στερεώσω τις ελπίδες μου
Στις σκιές απ’τ’ακροδάχτυλά σου
Έφυγες και η φωνή σου είναι μέσα μου
Χιλιετηρίδες την ακούω τώρα να με συντροφεύει

Και μόνος πια δε λέω ότι είμαι…

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2017

Σίτρα Άχρα




Σίτρα Άχρα

[ή άλλη όψη]


Πύρινες εκπορεύσεις
αιχμάλωτες σκιές
ήλιοι που πεθαίνουν στην Ανατολή
κα ανασταίνονται στη Δύση

ο νοσηρός οφιόμορφος
στους ελιγμούς του
στοίχειωσε τον Κόσμο
το αγκωνάρι έχει στα χέρια του ο Κάιν
και τον αδερφό του
σημαδεύει ακόμη…

Ο αργυρός καθρέφτης
δείχνει τα είδωλα στρεβλά
τα Ιερά Αγγεία έσπασαν
το αίμα των Αγγέλων χύθηκε
και στις αρχαίες εκροές
ιλύς και πύον του Εωσφόρου

Δονήσεις φόβου
οι μυστικοί τ’απόκρυφα χειρόγραφα
φυλάττουν
με τη ζωή τους

κραταιές ανάσες
στέκουν αγέρωχοι οι πράοι
ανάμεσα σε ποταμούς φωτιάς

κι ακόμη ελπίζουμε
ακόμη ερωτευόμαστε
ακόμη κοινωνούμε
το δρόσινο άγγιγμα
της σπλαχνικής Μητέρας…

Στο καλεσμά Της να σταθείς
κάτω απ’το Δέντρο της Ύπαρξης
στο πρωτοβρόχι της ζωής σου
κι ίσως να νιώσεις
να αισθανθείς

έχει το χώμα τούτο την εκπνοή
του αγαπημένου Όντος

έχει ο άνεμος αυτός τις μυρωδιές
παρθένας Νύχτας

έχει η βροχή ετούτη γεύση
από της θάλασσας το γάλα…

Ιδρώτας αίματος
δέσμιες ματιές

αρνήσου το δηλητήριο
από τις φλούδες του καταραμένου Ξύλου

αρνήσου στην Ατραπό που κληρονόμησες
το βηματισμό της Λήθης

εκείνο που ήταν να εκδηλωθεί
στο κατώφλι σου κιόλας κουρνιάζει
στις τροχιές του ονείρου στερεώσου
το πνεύμα έγινε απ’το σώμα πιο ορατό

το ταξίδι σου άρχισε

αφέσου
ν’ανταμώσεις

τον αληθινό εαυτό σου!!