Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2024

Mohawk tribe

 


Άνθρωποι στην ουρανόστοιχη διάσταση
Με το κορμί τους τοπογραφούν
με το βλέμμα τους χωροσταθμίζουν
με το αίμα τους εγκιβωτίζουν το αιώνιο
μέσα στο μοχθηρό ατσάλι των ναών
του νάρκισσου αρχιτέκτονα

Άνθρωποι ακόντια
με βάση το κέντρο της Γης
κι αιχμή τον Ουρανό
στο ένα τους χέρι
το μεροκάματο του Ινδιάνου
στο άλλο
το αφηνιασμένο κενό
που τους καταβροχθίζει
αιωρούμενους

Άνθρωποι στην διάσταση πουλιών
εξωτικών νησιών
και ονείρων αναγέννησης
από ανάσες δράκων
σε εργαστήρια νεκρών αλχημιστών
και με τη φιλοσοφική τους λίθο
να προσφέρει ώρα την ώρα
στάλες αλήθειας
στο χορό τούτης της φρίκης

διατομής
διπλού ‘Τ’
 
 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2024

τον σκοτώσανε κι εκείνος ακόμη έτρωγε...

 

«…Οι Ες-Ες κρατούσαν τις γυναίκες χώρια, μακριά απ' τους άντρες.
Οι πιο πολλές μένανε τότε σ' αντίσκηνα κοντά στο δάσος. Ανάμεσα σ' αυτές και σε μας ήταν ο ηλεκτροφόρος φράχτης που έβλεπα τώρα απ' τον πύργο. Και πιο πέρα ήταν το άλλο συρματόπλεγμα, εκείνο που κάθε εξήντα μέτρα είχε σκοπιά.
Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ' τ' αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.
Όμως σκέψου... Αυτές οι γυναίκες κι αυτοί οι άντρες που αλληλοκοιτάζονταν σιωπηλά επί ώρες ατελείωτες ήταν ντυμένοι με τα ίδια ριγωτά, ξεθωριασμένα, χιλιοφορεμένα ρούχα του κάτεργου. Τα σώματά τους ήταν πετσί και κόκαλο, τα μαγουλά τους ρουφηγμένα και μαλλιαρά απ' την αβιταμίνωση. Τα μαλλιά κουρεμένα με μια λουρίδα ξυρισμένη στη μέση, απ' το κούτελο ως το σβέρκο. Μόνο τα μάτια ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε για να χωράει ο φόβος.
Το ηλεκτροφόρο με το ρεύμα υψηλής τάσης και το συρματόπλεγμα με τις σκοπιές δεν ήταν μια απλή τεχνική εγκατάσταση, ένας αδιάβατος φράχτης. Εδώ μια διαταγή όριζε να χωριστεί τελεσίδικα τ' αρσενικό απ' το θηλυκό. Μια διαταγή σε μέγεθος μοίρας. Μια διάσπαση του αιωνίου ζεύγους. Ένα παραφύση κόψιμο των από ουρανό και γη ταγμένων να «έσονται εις σάρκαν μίαν».
Η ζωή έσπασε, η φύση είχε δολοφονηθεί. Μέσα στο φαΐ ρίχνανε φάρμακα. Οι γυναίκες δε νιώθανε πια γυναίκες. Τα σημάδια του μήνα είχανε χαθεί. Οι άντρες είχαν σακατευτεί, ούτε στήσεις, ούτε ονειρώξεις, τα σώματα δείχνανε νεκρωμένα.
Κι όμως, αυτές οι Κυριακές ήταν οι μέρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.
Το αλληλοκοίταγμα επί ώρες ατέλειωτες ανέβαζε στα μεγάλα και βαθιά μάτια την επιθυμία σ' όλη της την ιερότητα και το σπαραγμό.
Κι ένιωθες ένα τράνταγμα στα πόδια, έτσι σαν κάποιος χωμένος βαθιά μέσα στη γη να βροντούσε ένα θεόρατο ταμπούρλο.
Αν οι φράχτες ξαφνικά φεύγανε... Άντρες και γυναίκες θα χιμούσαν για μια λυσσασμένη αλληλαρπαγή.
Τα μισοπεθαμένα κοκαλιάρικα σώματα θα κυλιούνταν αγκαλιασμένα πάνω στα χόρτα και στα χώματα, θα πονούσανε, θα σκούζανε, θα πεθαίνανε, όπως... ‘Μια χιονισμένη μέρα ο κρατούμενος που όρμησε μέσα στην κουζίνα των Ες-Ες. Αγκάλιασε ένα βρασμένο βωδινό μερί κι έτρωγε, έτρωγε. Τον χτυπούσαν κι εκείνος έτρωγε, τον πληγώσανε θανάσιμα κι εκείνος συνέχιζε να τρώει, τον σκοτώσανε κι εκείνος ακόμη έτρωγε’…»

Ιάκωβος Καμπανέλης Μαουτχάουζεν

Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2024

Το Ιερό...


Tο Iερό
Ήρωες και Ιππότες
Ασκητές και Βάρδοι

H
αναζήτηση του Ιερού υπήρξε ανέκαθεν μια παρεξηγημένη υπόθεση. Γιατί το να αναζητάς κάτι που είναι στην περιοχή του Γνωστού ή έστω του Αγνώστου που πρόκειται να γίνει γνωστό, είναι μια εργασία που περιλαμβάνει τμήματα του νου. Δεν είναι δράση, είναι δραστηριότητα.
Το να αναζητάς όμως κάτι που βρίσκεται στα αχανή βάθη του Αγνώστου που δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ψηλαφητό, αυτό αποτελεί εργασία του είναι. Δεν είναι δραστηριότητα. Δεν είναι θορυβώδης και δεν ανήκει στο εργοτάξιο του νου. Είναι δράση. Καθαρή δράση.
Γι αυτό και ο νους δεν συμμετέχει. Στο νου αποκαλύπτεται. Και είναι σοκ.
Η αναζήτηση του Ιερού έχει γεννηθεί μαζί με τον άνθρωπο. Δεν είναι στο χέρι του να την αρνηθεί αλλά είναι οπωσδήποτε ελεύθερος να την αγνοήσει. Ο άνθρωπος αγνοεί σχεδόν τα πάντα και το Ιερό είναι ένα από αυτά που ελάχιστα τον απασχολούν. Μονάχα όταν κάνει την συντριπτική του εμφάνιση σε συγκεκριμένες καταστάσεις βιο-ψυχικής ανισορροπίας ή πνευματικού πυρετού, τότε μονάχα ο άνθρωπος το αντιλαμβάνεται.
Στην πραγματικότητα, δεν το αντιλαμβάνεται απλώς. Τον πλημμυρίζει ολοκληρωτικά, τείνει να τον λυγίσει, να τον αποδομήσει, να τον… τρελάνει. Γιατί οποιοδήποτε αποκαλυπτικό φαινόμενο καταστρέφει τον αυστηρό προγραμματισμό του νου και τον πετάει έξω από τις περιοχές του Γνωστού, δηλαδή του Χρόνου και τον οδηγεί στην ανασφάλεια και το απροσμέτρητο του Αχανούς.
Η αναζήτηση του Ιερού έγινε σε όλες τις εποχές από… τρελούς. Οι γνωστικοί και οι ορθολογιστές, το απέρριψαν, το συκοφάντησαν, το λοιδόρησαν. Το ίδιο έγινε και με τους ταπεινούς ιππότες του Ιερού. Βίωσαν σε όλες τις εποχές την κοινή χλεύη, βασανίστηκαν, κλείστηκαν σε φυλακές και ανήλιαγα υπόγεια, θανατώθηκαν. Μετά από αιώνες κάποιοι εξ αυτών ‘αποκαταστάθηκαν’. Τραγική ειρωνεία. Αυτό δεν έγινε γιατί οι επόμενες γενιές τους κατανόησαν. Ήταν θέμα πολιτικής. Όταν άλλαζαν ισορροπίες άλλαζαν και οι… ήρωες.



  

Οι Ήρωες… και οι Ιππότες.
Ο Ήρωας δεν εξελίσσεται βέβαια… είναι ένας ολόκληρος κόσμος και είναι ένας ολοκληρωμένος κόσμος. Τούτο σημαίνει πως δεν ευρύνεται πλέον, δεν εκτείνεται και δεν αλλάζει. Ο Ήρωας είναι.
Παρ’όλα αυτά έχει μια άμεση σχέση διάδρασης με τον Ιππότη. Μια σχέση αναγωγής - καταγωγής.
Ο Ιππότης έλκει την καταγωγή του από τον κόσμο του Ήρωα. Είναι το αρχέτυπο του Ήρωα με εσωτερική εντατική κατάσταση. Ο Ιππότης με μια έννοια είναι ένας διαρκώς ενεργός Ήρωας. Γιατί ο Ιππότης δεν είναι ένας στατικός κόσμος. Και δεν ολοκληρώνεται ποτέ όσο η αναζήτησή του παραμένει ενεργή και εν ισχύι. Και αυτή η αναζήτηση δεν τελειώνει.
Ο Ιππότης βρίσκεται σε άμεση σχέση με τον Ασκητή και τον Βάρδο. Οι τρεις τους αποτελούν ένα ισόπλευρο τρίγωνο που εγγράφεται σε έναν κύκλο. Τον κύκλο του Ιερού.
Όπως φαίνεται με σαφήνεια από το διάγραμμα, οι τρεις κορυφές του τριγώνου που αποτελούν ο Ιππότης, ο Βάρδος και ο Ασκητής, περικλείουν το Ιερό, την εσωτερική περιοχή του Ιερού, για την ακρίβεια. Την περιοχή της Καθαρής Δράσης.
Οι τρεις εξωτερικές περιοχές που απομένουν, είναι οι περιοχές της Δραστηριότητας που έχουν ως ορίζουσες τα εξωστρεφή χαρακτηριστικά του κάθε αρχετύπου. Και ορίζονται από τους αντίστοιχους άξονες: Ιππότης – Βάρδος, Ασκητής - Ιππότης και Βάρδος – Ασκητής.
Όλες αυτές οι δραστηριότητες είναι οι συνήθεις, εξωτερικές και θορυβώδεις εργασίες της ανθρωπότητας αν και σε υψηλότερο επίπεδο.
Στην εσωτερική αναζήτηση του Ιερού όμως, οι δραστηριότητες αυτές μεταβολίζονται σε μυητικές δράσεις και αποκτούν το ουσιαστικό τους περιεχόμενο.
Η συνάντησή τους, στην ιδανική κατάσταση του μύστη, είναι το κέντρο του κύκλου και του τριγώνου. Ο πυρήνας του Ιερού. Ή αλλιώς (ανάλογα την παράδοση, τη θρησκεία, το σύστημα γνώσης): Ο ανώτερος εαυτός, ο Θεός, το Θείο, το Εν, Η Χωρίς Αρχή Αρχή Όλων, το Άιν Σοφ, κλπ.
Όλες οι περιοχές εκτός του ισοσκελούς τριγώνου αποτελούν μέρος του Αγνώστου που πρόκειται να γίνει Γνωστό.
Εντός του τριγώνου τα πράγματα αλλάζουν. Γίνονται πολυδυναμικά, απρόβλεπτα, ‘εκτός κάθε λογικής’.
Όμως ακόμα κι εντός του τριγώνου, οι περισσότερες περιοχές είναι δυνατόν να ‘χαρτογραφηθούν’ από μύστες υψηλής τάξης και μεγάλης δύναμης. Είναι περιοχές που η υπερ-αντίληψη του μύστη τον βοηθά να εισέλθει και να διεισδύσει στα βάθη του Αχανούς.
Εκτός από μια απροσδιόριστη περιοχή στον πυρήνα που αποτελεί το Γνόφο του Ιερού. Αυτή η περιοχή ανήκει στο Άγνωστο που δεν μπορεί να γίνει Γνωστό. Αποτελεί κατά μια ερμηνεία, το περίφημο Άγιν των Καμπαλιστών, το Απόλυτο Τίποτα που όμως εμπεριέχει, εν δυνάμει, τα πάντα.
«Το Απόλυτο Τίποτα υπάρχει μέσα στην έννοια της ανυπαρξίας του και διαθέτει τη μεγαλύτερη οντότητα απ’όλα τα όντα στον κόσμο, ωστόσο, όντας ανύπαρκτο είναι απλό κι εφόσον όλα τα απλά πράγματα είναι περίπλοκα σε σύγκριση με την απλότητα, έτσι κι αυτό σε σύγκριση με την οντότητα των άλλων πραγμάτων, ονομάστηκε Τίποτα ή Απόλυτο Τίποτα… Άγιν». 
Δαυίδ μεν Αβραάμ χα Λαβάν (Μασορέτ χα Μπερίτ, τέλη 13ου αιώνα).

Θα μπορούσε κανείς να το παραβάλει με την Δίχως Αιτία Αιτία Όλων, το Απόλυτο Μηδέν της εκκίνησης του χρόνου και του χώρου, το σημείο μηδέν στο περίφημο Μπινγκ Μπανγκ των κοσμολόγων κλπ.
Με βάση κάποιες εσωτερικές διδασκαλίες, εκεί εδράζεται η περίφημη Ιεραρχία. Όχι με την έννοια του τόπου βέβαια αλλά με τη φιλοσοφική έννοια της ύπαρξης, της διάστασης.
Το ίδιο το Ιερό λοιπόν είναι ο πρωτεϊκός κόσμος, ο αρχαίος κόσμος, το απέραντο, το άπειρο και το αδιανόητο.

Και δεν υπήρξε ποτέ γοητευτικότερο ταξίδι για τους τρελούς αργοναύτες και τους ονειροβάτες ποιητές όλου του κόσμου από το ταξίδι στα έγκατα του Αχανούς, στις μυστικές, αρχαίες θάλασσες του Ιερού…

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2024

χάλκινες ανατολές ...

 

 The Lonely Tree  By Dima Chatrov

 

Σα να ξεπήδησαν

απ’το αρχαίο χώμα

τούτες οι λέξεις

 

τι θα μπορούσε να είναι ακέραιο

χωρίς εσένα;

αφού ό,τι γεννήθηκε

είχε το βλέμμα

την ανάσα

ή το θυμό σου

είχε τη σιωπή

και το λυγμό σου

είχε εκείνη τη λεπτή δροσιά

της άρνησης

και τη φωτιά

της δύναμής σου

τι θα μπορούσε

ακέραιο να είναι οτιδήποτε

δίχως εσένα;

 

Σα να τις έβαψε

πανίερο χρώμα

μυστικό

αυτές τις λέξεις

από ηλιοβασιλέματα ολοπόρφυρα

και χάλκινες ανατολές  

 

χάνονται οι συλλαβές

σιγά σιγά

χάνονται όλα

μα στην ακεραιότητά του ο χρόνος

τα διασώζει όλα

γιατί αυτός μπορεί μονάχα να το κάνει

τόσο άσπλαχνα…

 

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2023

Ο Οίκος

 


Ο
ποιητής σήκωσε το βλέμμα και το προσανατόλισε στην είσοδο του Οίκου. Ρίγησε. Όλο του το είναι σκίρτησε. Η ατραπός τελειώνει εδώ, συλλογίστηκε και τα μάτια του υγράνθηκαν. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο ηλιακό του πλέγμα. Έβγαλε με μια ήρεμη κίνηση αυτό που κρατούσε καλά κρυμμένο και αθέατο κατάσαρκα στο στήθος. Το χάιδεψε απαλά, με άφατη τρυφερότητα. Το κράτησε με το δεξί του χέρι και κοίταξε ξανά μπροστά. Πρέπει να κάνω το βήμα, μονολόγησε. Γι αυτό βρίσκομαι εδώ… πήρε μια βαθιάν ανάσα, έδιωξε τις σκέψεις της τελευταίας στιγμής και προχώρησε.
 
Έφτασε λίγο πριν το Κατώφλι, ανάμεσα στους δυο μεγάλους κίονες όταν ο πόνος στο στήθος έγινε οξύτερος. Τα γόνατά του έτρεμαν, όλο του το είναι βρισκόταν σε συναγερμό. Πρέπει να στηριχτώ, πρέπει να κλείσω την ατραπό, ενθάρρυνε τον εαυτό του και μονομιάς ένιωσε να στυλώνεται ξανά στα πόδια του. Πέρασε τη νοητή γραμμή που συνέδεε τους δυο επιβλητικούς κίονες και έφτασε στο Κατώφλι. Στάθηκε και έκλεισε τα μάτια. Γνώριζε καλά την προσευχή. Όλη του τη ζωή την επαναλάμβανε σαν μαγική επωδό. Οι λέξεις ανέβηκαν αβίαστα απ’την ψυχή στα χείλη. Τα δάκρυα έτρεξαν καυτά, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Πόσο μεγάλη είναι τούτη η στιγμή, σκέφτηκε σαν ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα. Και πέρασε το κατώφλι.
 
Ο Οίκος ήταν σκοτεινός, ζεστός και γεμάτος μια πανάρχαια ενέργεια που τον 'χτύπησε' από το πρώτο του βήμα στο εσωτερικό. Δεν υπήρχε τίποτα ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν σκοτεινοί, γεμάτοι σκαλίσματα, παραστάσεις ακατάληπτες και λαξευμένες αράδες από προσευχές προσκυνητών σε άγνωστες, ξεχασμένες πια γλώσσες. Μπροστά του, στο κέντρο του Οίκου ήταν ο βωμός. Τον χώριζαν μονάχα λίγα βήματα.
 
Ξαφνικά, εκείνο που κρατούσε στο δεξί του χέρι σα να ζωντάνεψε… μια θερμότητα τον διαπέρασε αρχικά κι από το χέρι απλώθηκε γοργά σε όλο του το σώμα. Δύσπνοια. Το οξυγόνο ήταν λιγοστό εδώ μέσα και ένιωθε πως πνιγόταν. Να βιαστώ, είπε δυνατά και πλησίασε θαρρετά τον οκταγωνικό βωμό. 
 
Τα βήματά του ήταν δύσκολα, όλο και πιο δύσκολα. Ένιωθε μια τεράστια πίεση να τον πιέζει στους ώμους λες και ολόκληρος ο Οίκος, ο κόσμος όλος έπεφτε πάνω του. Πήρε μια γενναία ανάσα και έφτασε μπροστά στο βωμό. Γονάτισε με ευλάβεια και έφερε το αντικείμενο μπροστά του. Είχε μια άλλη όψη και άλλη υφή τώρα. Έμοιαζε με διάπυρο ξίφος που άστραφτε μέσα στο σκοτεινό, πανάρχαιο Οίκο. Μια κίνηση έμεινε, σκέφτηκε κι αισθάνθηκε πόνο σε όλα του τα μέλη, ως τα κατάβαθα του είναι του. Εκείνος δεν θέλει να το κάνω, είπε και ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει απ’το μέτωπό του. Εκείνος παλεύει να με σταματήσει, είπε ξανά και τέντωσε το χέρι του για να αποθέσει το αντικείμενο που σα να είχε φλογιστεί πια ολόκληρο, σα να είχε πυρποληθεί από μια τρομερή ενέργεια και δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει. Όλα είχαν φτάσει πια στο πιο κρίσιμο σημείο. Ολόκληρη η ύπαρξή του δονείτο… ένιωθε σαν αρχαίος βράχος που άρχιζε να ρηγματώνεται παντού και έφτανε στα όρια να σπάσει σε αναρίθμητα κομμάτια. Προσπάθησε να ψελλίσει κάτι και δεν έβγαινε η φωνή του… ως και η σκέψη του είχε παύσει, ως και η ανάσα της αθάνατης ψυχής του τρεμόσβηνε μέσα του… άνοιξε τα δάχτυλά του και το έμπυρο αντικείμενο έπεσε μέσα στο βωμό…
 
Δεν κατάφερε να δει όσα ακολούθησαν… τον πίδακα φωτιάς που όρμησε από το βωμό και έγλειψε την οροφή του Οίκου… τα έγγλυφα στους τοίχους ολόγυρα να πυρώνονται και να εκπέμπουν το αρχαιώνιο φως του είναι τόσων και τόσων προσκυνητών πριν απ’αυτόν… ένιωσε όμως να του δροσίζει τα φλεγόμενα μάγουλά του μια πρωτόγνωρη ανάσα… η πίεση αφαιρέθηκε από τα μέλη του, η ψυχή του ανάσανε, το μυαλό του αναπαύτηκε… προσπάθησε να σηκώσει το ταλαιπωρημένο του σώμα αλλά δεν τα κατάφερε… και τότε άκουσε, ένιωσε περισσότερο εκείνη την παράξενη μελωδία… την εξέπνεε θα’λεγες ο Οίκος… διέρρεε από τους πόρους του, πλημμύρισε το χώρο και την ύπαρξη του ποιητή που ένιωσε το βάρος της απόφασής του και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ήξερε τι σήμαινε αυτή η πένθιμη μελωδία που απλωνόταν σα φίδι με χίλια κεφάλια στα έγκατά του και τον άλωνε… πάλεψε ξανά να σηκωθεί, να σταθεί όρθιος… τα κατάφερε και αναθαρρημένος έκανε μεταβολή… Αν φτάσω ως την έξοδο… ψέλλισε κοιτάζοντας το φως που έμπαινε από την είσοδο του Οίκου… Δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα… έπεσε στα δυο του γόνατα εξοντωμένος από την υπερπροσπάθεια και έγειρε το σώμα του με το κεφάλι προς τα πίσω συμφιλιωμένος με το αναπόδραστο. Η μυσταγωγική μελωδία δυνάμωσε. Οι τοίχοι του Οίκου τον ζύγωναν. Η φωτιά στο βωμό είχε σβήσει. 
 
Και τότε, ακριβώς τη στιγμή που η μουσική είχε γεμίσει το είναι του και είχε μεθύσει τις αισθήσεις του, ένιωσε κι έπειτα είδε τη μεγάλη ρομφαία να τον διαπερνά και να προβάλλει από την εκτεθειμένη του κοιλιά. Άνοιξε το στόμα του, ρούφηξε τις τελευταίες ριπές οξυγόνου που του αναλογούσαν, έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον εξώχωρο και παραδόθηκε…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2023

 


Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…




Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2023

Και την απάντηση την ξέρεις…

  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω ξανά και ξανά στη μαύρη αιωνιότητα… 
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες αρκεί  που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ και το απέραντο αύριο σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου και το πρωί τα ίδια πάλι μέσα στο Στόμα
Μα και το Στόμα είσαι εσύ
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρεις… Φτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από κόκκινη βροχή Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.

Και την απάντηση την ξέρεις