Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2017

Άλλαξε...



Σηκώθηκε όλη γη
Τα χώματα, οι ρίζες, τα κόκκαλα…
Σηκώθηκε και όρθωσε το ανάστημά της…

Να είσαι θυμωμένος, να είσαι απροσπέλαστος

Έχεις ακόμη εκείνο το αρχαίο βλέμμα;
Δεν το έχασες κλέβοντας μέρες απ’τη Νύχτα;
Δεν το λησμόνησες μέσα στα μαστάρια της Κίρκης;
Έχεις ακόμα βλέμμα;

Να είσαι η πλημμύρα που έρχεται
Όχι το ρημαγμένο κοιμητήριο που απέμεινε…

Και ο αδελφός σου αν επιστρέψει κάποτε
Από εκείνη τη νέκυια που τον στοίχειωνε από παιδί
Μην πάρεις στα χέρια σου όσα θα φέρει μαζί του
Μην τον αλλοιώσεις με τη λιπαρή σου ευωχία

Να είσαι η τρικυμία που καταστρέφει
Να είσαι υετός φωτιάς
Όχι το πρόθυμο καταφύγιο της υγρής ραστώνης…

Δες
Απ’το παράθυρό σου ο κόσμος
Άλλαξε…



Νοε 2017


The Bunker

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2017

Μετουσία...



Ο κεχρισμένος που δεν βολεύεται παρά με την απόλυτη προσήλωση, την άνευ όρων αποδοχή… την απροϋπόθετη, την αδιαπραγμάτευτη προσοχή… έτσι είναι… σε όρους προσωπικής ενδιάθετης δράσης αλλά και σε όρους αναστοχασμού… Και ο μυημένος που απεργάζεται πάντα, εσαεί, το έργο, ωσάν αυτό να μην έχει προ-οικονομηθεί, ωσάν να υφίσταται εν δυνάμει… πάντα εν δυνάμει… Ο κεχρισμένος που επιδομεί εαυτόν σε μια διαρκή και εργώδη προσπάθεια να πείσει σε όσα εκείνος δεν έχει πειστεί… και ο μυημένος που με μια του κίνηση φιλοτεχνεί κάθε φορά κι ένα καινούργιο σύμπαν…
Εκείνος που σε εκδικείται κάθε αφιλόξενη μέρα δεν είναι ο ακέραιος εαυτός… εκείνος που σε παρηγορεί τις νύχτες δεν είναι ο φύλακας της πύλης… εκείνος που σε διδάσκει κάθε ξημέρωμα τα σύμβολα του ζην δεν είναι ο απολωλός αδερφός σου… εκείνος που σε καμαρώνει για την επιμονή σου να επιβιώνεις δεν είναι ο ηγαπημένος…
Και από το μηδέν αν δεν άρχιζες κάποτε να μετράς, θα το περιείχες στο ρίγος της απώλειας… κάθε απώλειας, κάθε στιγμής…
Και στο άπειρο αν δεν φιλοδοξούσες να αρτιωθεί κάποτε ο στοχασμός σου, η μελαγχολία της ειμαρμένης θα σε αποκαθιστούσε κάθε φορά που θα την άφηνες αφρόντιστη… μέσα σου… καθώς ολόγυρα οργώνει αέναα το χωράφι της…
Ο κεχρισμένος, σαν μικρό παιδί, παραπονείται για τη μοναξιά που δεν του επιστρέφει το κόσμημα-χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμορφο πρόσωπο…
Ο μυημένος λεπτολογεί στο θρήνο του καταστάσεις που δεν άδραξε και παραθέτει εικόνες από τον πνιγηρό βίο της τελευτότητας. Όλα τα ανέχτηκε ο μυημένος όμως την απώλεια της καθημέριας ραστώνης δεν μπόρεσε να την αντέξει…
Στη μνήμη έρχονται ξανά και ξανά οι λέξεις, τα πρόσωπα, τα νεύματα, οι υποσχέσεις… ζεις για τη στιγμή της αθανάτισης όλων… πως κάποτε θα έχεις εποπτεία… ψέματα… πως τούτη κι αν την είχες θα την εγκατέλειπες… φτάνει να μην σε παραμελούσε τόσο το ονειρικό τοπίο… να μην σε πρόδιδε ο διαμορφωμένος, ο ναρκισσικός σου αρμοστής… εκείνο που τάχθηκες να υπηρετείς και πάντα σου δεσπότη είχες…
Ο κεχρισμένος θα λάμπει, θα τραγουδά, θα υφαιρεί απ’το θάνατο το χυδαία απόλυτο…
Ο μυημένος θα διέρχεται τις διαστάσεις ανώλεθρος και μόνος…
Μετουσία του είναι και απόστατη δόξα… αν έτσι κλείνομαι, ας είμαι έτσι…

Όταν θα με συναντώ ξανά και ξανά…  

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2017





Γέρας

Κι έρχεται κείνη η στιγμή που ‘ανακαλύπτεις’ το φορτίο των αναμνήσεων… που αισθάνεσαι όσο ποτέ πριν, ολόκληρο και σχεδόν σημειακό το μνημονικό άχθος…
Και λες ξαφνικά, ‘δεν θέλω πια να είμαι εγώ… αν μπορούσα… μακάρι να γινόταν να μην ήμουν εγώ πια αλλά κάποιος άλλος…’
Αρνείσαι αυτό που είσαι; Αρνείσαι αυτό που φέρεις; Βέβαια το αρνείσαι. Σου είναι απεχθές και επώδυνο, σου είναι περιττό και ασήκωτο. Η κάθε σου στιγμή έχει μολυνθεί από ένα ‘χτες’ που δεν το θέλεις πια. Το κάθε σου βήμα μοιάζει με αυτό του κοσμοναύτη στη Σελήνη, αργό, μελαγχολικό, ασθμαίνον…
Έρχεται εκείνη η κυκλώπεια στιγμή που τα πλακώνει όλα, τα συντρίβει όλα, τα αφανίζει όλα. Σα να μην είσαι εσύ αυτός που καλείσαι να συνεχίζεις κάθε πρωί μα κάποιος που ‘έφτασε’ να γίνει εσύ… αυτός που δεν αναγνωρίζεις και αρνείσαι… εσύ που δεν αγκαλιάζεις και απορρίπτεις…
Είναι βέβαια αργά και είναι μάταιο… όλα όσα ‘έγιναν’ οδήγησαν σε αυτή την καταραμένη ‘στιγμή’ που ακούς μια νότα από κάποια μελωδία και ταράζεσαι, βλέπεις μια σκηνή από μια ταινία και κλονίζεσαι, στρίβεις σε κάποια γωνιά ενός δρόμου και ανοίγεται μπροστά σου ένας ολόκληρος κόσμος… ένας χαμένος κόσμος από φωνές, μυρωδιές και όνειρα… ένας κόσμος που μαγαρίστηκε, που ακυρώθηκε…
‘Ας μην ήμουν πια εγώ’, λες, ‘ας ξυπνούσα ένα πρωί όχι εγώ αλλά ένας άλλος…’. Κι αυτό που φοβάσαι δεν είναι πλέον ο θάνατος γιατί αυτός συνέβη εκατομμύρια φορές, εκατομμύρια στιγμές και ακολουθούν αμέτρητες ακόμα… ο θάνατος περπατούσε μαζί σου συνεχώς, σου κρατούσε το χέρι… μονάχα που ήταν πάντα μεταμφιεσμένος σε ζωή και ξεγελιόσουν…
Κείνο που φοβάσαι πλέον είναι πως κι αυτή η αιώνια στιγμή θα τελειώσει… πως έχει ήδη περάσει, πως έχει ήδη πεθάνει… κείνο που φοβάσαι είναι πως το χτες στην επόμενη στιγμή θα είναι ακόμα βαρύτερο, οι μνήμες πιο ζωντανές, οι διαψεύσεις πιο οδυνηρές, οι αλήθειες πιο αμείλικτες… Γιατί τώρα πλέον έχεις συντονιστεί με το Μεγάλο Ρυθμό και η ανάσα σου αρμονίστηκε με τη δική του. Και γιατί πλέον το Αχανές δεν είναι ένα κορίτσι που σου χαμογελά ανοιξιάτικα ή μια εκδρομή με τους φίλους γεμάτη αστεία, πειράγματα και τρέλες. Μα είναι το σκληρό χέρι της Ειμαρμένης που σου κλείνει σαν τανάλια το λαιμό και σου πλακώνει το στέρνο… είναι το γέρας της πορείας σου να πραγματώσεις ό,τι μπορούσες ή ό,τι τόλμησες…
Περισσότερο…
Είναι το ψεύτικο, νεκρό χαμόγελο της κοπέλας που θα σε υποδεθχεί στο παλάτι με τα γαλάζια μάρμαρα και τα αναρίθμητα δωμάτια…
Και σ’αυτό το μεγαλοπρεπές μέγαρο δεν υπάρχει θάνατος ούτε ζωή… υπάρχει αιωνίωση και φρίκη…
Στιγμές που δεν τελειώνουν ποτέ μα διαδέχονται αναρίθμητα η μια την άλλη…
Κι αυτός ο άλλος που κάποτε ευχήθηκες να ήσουν…
Αυτοί οι αμέτρητοι άλλοι που ευχήθηκες να ήσουν…
Είναι κι αυτοί εκεί και σε περιμένουν… 


Οκτ2017


LONELY TRAVELER

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017



…χωρίς θεούς κι ελπίδες λεύτερος, μες στην ερμιάν ολόρθος…
(Οδύσσεια, ρ. α΄)


Φ
έτος τα 60χρονα από το πέρασμα του Νίκου Καζαντζάκη στην αθανασία… Δεν είναι το χρονο-πλήρωμα τούτο που με ωθεί να αποτυπώσω δυο σκέψεις μόνο για έναν από εκείνους που με συνοδεύουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη δική μου πορεία από τα εφηβικά μου κιόλας χρόνια… θα ήταν προσβολή και αναίδεια ακόμη… γιατί ο Ν.Κ. έχει γεννηθεί και πεθάνει αμέτρητες φορές μέσα μου… όπως συμβαίνει θαρρώ με όλους τους μείζονες και εξέχοντες που μπορεί κανείς να συναπαντήσει και ύστερα, να συναντηθεί, αν είναι ευλογημένος και φιλόπονος, μαζί τους στη διάρκεια του βίου του… κι αυτοί είναι ευάριθμοι, πάντοτε λιγοστοί αλλά καθόλου λίγοι…
Ναι, ο Ν.Κ. γεννήθηκε και πέθανε αμέτρητες φορές εντός μου… δεν ξέρω πώς να το περιγράψω καλύτερα, να το αποδώσω με μεγαλύτερη ενάργεια, αν είχα το δικό του ωκεάνιο τάλαντο στην έκφραση θα μου ήταν εύκολο… με τις όποιες δυνάμεις μου επιχειρώ απλά να μεταγράψω γεύσεις, ανάσες και ίχνη… από το στοχασμό και το βίωμα, τα πολλά και σπουδαία ταξιδέματα που μου προσέφερε, πού μού δώρισε η συνάντηση με αυτό τον μύστη… γιατί ο Καζαντζάκης πριν και πάνω και πέρα από λογοτέχνης, ποιητής, φιλόσοφος, ταξιδιώτης και πολίτης του κόσμου, στοχαστής, διανοητής, συγγραφέας, μελετητής τόπων, ανθρώπων, συσσωρευτής απίθανων γνώσεων και οξυδερκής παρατηρητής των πάντων… διδάσκαλος και μαζί αιώνιος μαθητής, πέρα και πάνω από όλα λοιπόν, ήταν ένας μύστης… κι αυτό εξακολουθούν να αγνοούν όσοι με ευκολία κρίνουν και επικρίνουν, αποδομούν και ελεεινολογούν… δεν έδωσα δεκάρα ποτέ μου για όλους αυτούς τους νάνους που ονειρεύτηκαν τον ήλιο μέσα στις λογοτεχνίζουσες ποντικότρυπές τους και επειδή τον ήλιο δεν τον διαπραγματεύεσαι ποτέ δίχως να γίνεις ολοκαύτωμα εσύ ο ίδιος, προτίμησαν σαν φοβισμένοι σκώληκες να μείνουν στα υγρά και θλιβερά τους υπόγεια εκκρίνοντας διανοητική βλέννα και λογοτεχνικές κοπριές…
Και λέω πως τούτος ο ιδιότροπος και εν αγωνία πάντοτε ευρισκόμενος μύστης γεννήθηκε και πέθανε μέσα μου πολλές φορές γιατί δεν υπήρξε μια στιγμή που να ‘ησύχασα’ μαζί του… Κάποιος έχει γράψει πως τρία είναι τα στάδια της σύνδεσής μας με ένα άλλο όν, επαφή, σχέση και συνάντηση… Τούτη τη ‘συνάντηση’ που σπάνια συμβαίνει μα είναι λόγος και όρος διύπαρξης δεν είχα καταφέρει να την πραγματώσω με το διδάσκαλο αυτόν… για πολλά χρόνια του αντιστεκόμουν, για πολλά χρόνια μου αντιστεκόταν… άπλωνα το χέρι μου να τον αδράξω κι απομακρυνόταν… άπλωνε ‘τη χέρα’ του να με γραπώσει κι οπισθοβατούσα… θέλετε μεγαλύτερη ειλικρίνεια; Κιότευα…
Λέω λοιπόν πως κάτι που είναι σημαντικό κι ας μην το υποπτεύεσαι, γιατί είσαι χαζοκούταβο κι έχεις το γαλατάκι ακόμα στα ρουθούνια και στα χείλη, εκείνο που είναι σημαντικό θα επιστρέφει… πάντα θα επιστρέφει μέσα σου θέλεις δε θέλεις, το καλείς ή το αποδιώχνεις, το αγαπάς ή το μισείς, το υμνείς ή το ξορκίζεις… αδιάφορο… σαν φυσικό φαινόμενο, σαν γνήσιο παιδί του Αχανούς, το σημαντικό, το μείζον, το μεγάλο, δεν θα σε ξεχνάει κι ας σφυρίζεις αδιάφορα… δεν θα σε προδίδει κι ας το περιφρονείς, δεν θα σε εγκαταλείψει κι ας το λησμόνησες στους αποθέτες του χρόνου… γιατί εκείνο που επιλέγει ερωτικά η ψυχή σου δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να συναντηθεί με όλο σου το είναι και να αρμονίσει όλους τους φορείς σου… σώμα, ενέργεια, όνειρο, εγώ, ανώτερος εαυτός… όλοι θα συμμετέχουν στη γιορτή, όλοι είναι καλεσμένοι στο γλέντι… αλλιώς δεν γίνεται…
Σκέφτομαι ακόμα πως όλες τούτες οι διαδοχικές γεννήσεις και οι θάνατοι δεν ήταν τυχαίοι γιατί το τυχαίο, είπαμε, δεν μπαίνει σε τούτο το λογαριασμό. Μα κι αν ήταν ‘τυχαίο’ το πρώτο συναπάντημα σε μια βιβλιοθήκη, δεν έρχεται ποτέ από μόνο του το όστρακο να ανοίξει για να σου παραδώσει το μαργαριτάρι που κρύβει στα ενδότερά του… ούτε που ξέρεις να εκτιμήσεις με τόσα στρώματα άγνοιας κι ανοησίας που κουβαλάς τι είναι ο μαργαρίτης και τι το κίβδηλο σε όσα σου σερβίρουν και όσα μεγαλαυχώντας ηλιθίως βαφτίζεις εσύ σημαντικά… είσαι ένας επηρμένος κόκορας που απλά θορυβείς… κι όταν και όσο θορυβείς το όστρακο μένει κλειστό και το μαργαριτάρι απρόσιτο… νομίζεις πως κάτι έμαθες και περπατάς καμαρωτός και αχνίζεις χαζομάρα και θράσος… αυτό μέχρι να έρθει η πρώτη φορά που θα χυθείς στο χώμα, θα σωριαστείς και θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις πέντε πράγματα… τον πόνο, ας πούμε. Τη μοναξιά και την αίσθηση των πραγμάτων… όχι πως έχεις βρει ακόμα το Ρυθμό, όπως θα έλεγε κι εκείνος, μα πως μια γεύση την έχεις ήδη στο ματωμένο στόμα… καλό είναι το αίμα και δίχως τούτο αναζήτηση δεν υπάρχει, δεν ανθίζει, δεν στερεώνεται…  
Το δάσκαλο στην ατραπό δεν τον γνωρίζεις, σωστό είναι αυτό… άλλος νομίζεις πως είναι κι άλλος εμφανίζεται στην πορεία… θάβεις τον ένα, αναζητάς τον επόμενο… δεν έρχεται εύκολα, δεν χάνεται ποτέ… είναι πάντα όπως είσαι κι εσύ… υπάρχεις, ανασαίνεις, βλέπεις, ακούς, μαθαίνεις… ψηλαφείς, κουτουλάς, πέφτεις, σηκώνεσαι… μα οι αισθήσεις δεν αρκούν, είναι καλές για τη γουρουνίσια επιβίωση, τη χαμοζωή, τις μέριμνες… Η αθλιότητα ολόγυρα παντού, η βλακεία, η χυδαιότητα, ο κυνισμός, η προστυχιά… δεν ξεχωρίζεις, δεν έχεις καν το ανάστημα να σηκωθείς λιγάκι στις μύτες να αντικρίσεις το χοιροστάσιο… κι εσύ στη λάσπη είσαι… όμως το ωραίο και το μεγάλο επιστρέφουν… σου απλώνουν το χέρι, σου χαμογελούν… μαζί με τη φρίκη και το πιο ευαίσθητο λουλούδι… μαζί με τα λερά ποδάρια οι μίσχοι της αυγινής δροσιάς… αυτό είναι το μονοπάτι, αυτό θα περπατήσεις, θέλεις ή όχι, δεν διαλέγεις, σηκώνεις τον εαυτό σου κάθε που πέφτει και προχωράς…
Δεν θα κρυφτώ, δεν έχω λόγο, τούτο τον άνθρωπο τον αγάπησα… δεν συνέβη ξαφνικά μα προετοιμαζόταν κιόλας από την πρώτη επαφή… ίσως κι η αγάπη να είναι κάτι που ανθίζει και ποτίζεται σιγά σιγά απ’τον ιδρώτα και το αίμα της ψυχής… ίσως να είναι μοιραίο να αγαπήσεις κάποτε εκείνον ή τον άλλο και ανεξήγητο… Τον άνθρωπο αυτό τον αγάπησα όχι σαν δάσκαλο πρώτα μα μέσα στην αγωνία και το ηφαίστειο που ‘χοχλάκιζε’ μέσα του ως το στερνό σφάλισμα των ματιών του… Και τον αμφισβήτησα και τον αρνήθηκα και κάποτε έδιωξα τα βιβλία του απ’το δωμάτιό μου για να μην με… παρενοχλεί η παρουσία του… Ε, βέβαια, αλλιώς δεν γινόταν… Κι ύστερα επέστρεφα πάλι εγώ, επέστρεφε κι αυτός και συναντιόμασταν εκεί που είχαμε πριν χωρίσει…
Και η επαφή που γέννησε τη σχέση και η σχέση που γέννησε τη συνάντηση δεν σταμάτησαν ποτέ… το γεννοβόλημα διαρκές, οι θάνατοι ατέλειωτοι, σχοινί κορδόνι σαράντα χρόνια τώρα…
Κάποτε, μέσα στις αναρίθμητες φορές που τον μελετούσα μέσα από τις σελίδες του που στάζουν πάντα το ιχώρ του είναι του, κάποιος καλός μου φίλος με ρώτησε, ‘Θα΄θελες να τον γνώριζες από κοντά;’. Νομίζω δεν δίστασα να του απαντήσω, ‘Όχι… δεν θα το άντεχα’. ‘Ποιο;’, με ρώτησε απορημένος, ‘Το βλέμμα του’, απάντησα και μια πνοή από το ρίγος της Αβύσσου διέτρεξε τη ράχη μου…


Οκτ2017

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017




Ζεύγη ομοίων
τόσο όμορφων
φυσαλίδες γαλακτόχρωμες
που ανέρχονται νωχελικά
στο αρχαιώνιο φως…

ζεύγη λυγμών
παράξενων κι ερωτικών
που έλκονται απ’το νάρκισσο φως
στην εμπνοή του κόσμου
ν’ανοίξουν μια
κι ύστατη μαζί φορά
να εκδηλωθούν
να ταξιδέψουν…

ζεύγη στιγμών
που δεν ενώθηκαν ποτέ
όμως μαζί βρήκαν το δρόμο
γλίστρησαν ανάμεσα
απ’τ’αμίλητα δέντρα
και τις κλεισώρειες του βυθού
πέρασαν απ’το σκότεινο στο ευγενές
θυσίασαν το πένθιμο
έκλεψαν τον ελιγμό του Ενός



και δραπετεύουν στο έσχατο…  

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2017

Ταλάντωση...




Υπάρχει μια απλοϊκή διάκριση μεταξύ του λεγόμενου αισιόδοξου τύπου και του απαισιόδοξου –καθαρά σχηματικές βέβαια οι τυποποιήσεις. Ο μεν πρώτος βλέπει κάθε πρωινό μια ευκαιρία και τη ζωή σαν περιπέτεια. Ο δεύτερος βλέπει κάθε πρωινό έναν ακόμη εφιάλτη και τη ζωή σαν τυραννία που είναι αναγκασμένος να βιώνει. Μπορεί τα δυο αυτά άκρα να είναι περίπου απαράδεκτα όμως έχουν ένα πυρήνα που θεωρώ σωστό.
Εάν είμαστε κάτι σαν εκκρεμές που ταλαντεύεται, κάποια στιγμή, αφού καταλαμβάνει όλες τις πιθανές θέσεις, θα φτάσει στο ένα άκρο, θα σταθεί ελάχιστα και μετά θα αρχίσει την επιστροφή του ως το άλλο…
Πιστεύω ότι, επί παραδείγματι, οι έντονα συναισθηματικοί άνθρωποι κάνουν αυτό τον κύκλο κάθε μέρα… μάλλον, πολλές φορές την ημέρα… η ‘περίοδός’ τους, που θα έλεγαν και οι φυσικοί είναι μικρή, ο χρόνος είναι πυκνός… όλα συβαίνουν σχεδόν ακαριαία… από τη φωτιά στον πάγο και από τη δύση στην ανατολή…
Οι φυσικοί όμως μας λένε και κάτι άλλο, πολύ ενδιαφέρον
Η περίοδος σε ένα εκκρεμές μπορεί να αλλάξει με 2 τρόπους:
1) αν αλλάξουμε το μήκος του σκοινιού ( αν το σκοινί είναι μακρύ τότε η περίοδος είναι μεγάλη και πάει αργά)
2) αν αλλάξει η βαρύτητα (αν η βαρύτητα είναι μεγάλη ή αν βάλουμε μαγνήτη τότε η περίοδος είναι μικρή και πάει γρήγορα)

Αν το σχοινί είναι μακρύ, η περίοδος μεγαλώνει…
Όσο μεγαλύτερη η απόστασή μου από τον πυρήνα της έκρηξης, της αντίφασης ή και της αντινομίας, τόσο περισσότερο χρόνο έχω να την αποκωδικοποιήσω, να την ερμηνεύσω, να την… αποκηρύξω ακόμα!

Όσο η βαρύτητα μεγαλώνει, τόσο μικραίνει ο χρόνος ταλάντωσης…
Όσο μονολιθικότερος, ‘βαρύτερος’ και αρνητικός είμαι, τόσο θα βιώνω χειρότερα τούτες τις μεταβολές από το απόλυτο + στο απόλυτο –

Ώστε ένας μεγάλος μύθος καταρρίπτεται… με την απόλυτη εσωτερική ακινησία δεν γλιτώνω την ταλάντευση… την επιταχύνω αλλά δεν το καταλαβαίνω… την κάνω μια ενδο-καταθλιπτική διεργασία που με σκοτώνει…
Να γιατί το συναίσθημα έχει το δικό του χρόνο, τη δική του ‘λογική’ , το δικό του σύμπαν… ο νους δουλεύει ‘μια χαρά’ και νομίζει πως όλα είναι καλά… κι όμως… στα έγκατα του κόσμου μου, γίνονται πράγματα και θαύματα κι εγώ σε βυθιότητα και μακαριότητα…
Τι κάνουν οι ‘υπερ-δραστήριοι’ άνθρωποι, οι άνθρωποι ‘δεν έχω χρόνο, δουλεύω ως τις 12’ (και δεν μιλώ για κείνους που είναι αναγκασμένοι να το πράττουν); Προσπαθούν απλά να ξεφύγουν από την ταλάντωση, να μην την σκέφτονται, να μην της δίνουν σημασία…
Ας γεννιούνται τέρατα εκεί κάτω, ο νους σου λέει ‘τρέχα’ και ‘αγνόησέ τα’…
Τα αποτελέσματα τούτης της νευρωτικής απόδρασης είναι γνωστά και δεν εξαιρούν κανέναν…

Πώς να εποπτεύσεις τούτες τις ειναιικές ταλαντώσεις;
Πώς να έχεις βλέμμα για το εσωτερικό σου εργαστήρι όταν είσαι τόσο γεμάτος από τις πληροφορίες του κόσμου;
Πώς να έχεις γνώση των εσωτερικών σου ταλαντώσεων όταν είσαι τόσο ‘απασχολημένος’ με την επιβίωσή σου;
Βιώνεις μονάχα την κατάρρευση… όταν το εκκρεμές  ‘αστοχεί’, το σχοινί σπάσει ή η βαρύτητα το ακινητοποιήσει ή…
Η κραυγή σου βγαίνει πια άηχη σε μια θάλασσα από πεθαμένους ήχους…

Όσο το εκκρεμές δουλεύει όμως…
Το κάθε πρωινό είναι όντως μια ευκαιρία
Όσο η ταλάντωση στέλνει τα μηνύματά της…
Έχεις την δυνατότητα να εργαστείς επ’αυτής…
Όσο ο ενδογενής παλμός είναι ακόμα ζωντανός…

Δεν τελείωσε τίποτε…

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2017

Η φυσική πορεία του άρτιου ανθρώπου…


Λέει η παράδοση πως ο Λάο Τσου γεννήθηκε γέρος με κάτασπρα μαλλιά, μα όσο προχωρούσε στην ηλικία γινόταν όλο και πιο νέος!
Οι μαθητές του παραξενεύονταν…
Μια μέρα ένας αποφάσισε το λοιπόν να τον ρωτήσει.
«Δάσκαλε», του είπε, «όταν γεννήθηκες είχες κάτασπρα μαλλιά και τώρα, όσο περνάει ο καιρός, τα μαλλιά σου μαυρίζουν. Γιατί;»
«Γιατί αρχίζω και καταλαβαίνω», αποκρίθηκε ο Λάου Τσου και χαμογελούσε πλατιά…


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017

Το ίχνος του ποιητή…



Το μεγάλο ψεύδος που συνοδεύει τους ποιητές μέσα στους θολούς αιώνες είναι η μεγάλη θεώρηση, η εποπτεία… το καθαρό βλέμμα στο Κεκρυμμένο και στο Επέκεινα… ναι, ακόμα και στο επέκεινα… γιατί χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής είναι ένας κρεμασμένος βλάσφημος από το καταραμένο δέντρο… χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής απλώς αντιγράφει, δεν αφηγείται… στην καλύτερη περίπτωση μεταγράφει όμως δεν ποιεί… δεν μπορεί να δομήσει ένα άρτιο σύμπαν… και ποιητής χωρίς άρτιο σύμπαν είναι ένας σβηστός ήλιος, μια μέλαινα οπή στο μαύρο του στερεώματος… ένα περιττό ίσως, και τα ίσως το Αχανές τα ξεβράζει στους αποθέτες του χρόνου…

Όμως κι αυτός ακόμα ο αρχαίος άνεμος που φυσάει πάντα όταν γεννιέται ένας μεγάλος ποιητής, ακόμα κι αυτός είναι ένα μεγάλο ψεύδος… υπάρχει αλλά δεν είναι. Ο ποιητής που θα πιστέψει πως αυτός ο κόσμος είναι έχει υπογράψει την οριστική συνθηκολόγησή του με το θάνατο. Και ο ποιητής γεννιέται για να περάσει στην αθανασία, αλλιώς είναι ένας ‘κοινός’ θνητός… ένας ακόμα που δεν τόλμησε να ξεμυτίσει απ’τη Σπηλιά… οπότε, ό,τι γράφει δεν έχει και τόση σημασία… όσο τυφλοί είναι όλοι είναι κι εκείνος, όσο νεκροί είναι όλοι είναι κι εκείνος… νομίζει πως βλέπει όμως όλα είναι γεννήματα, κατασκευές… ένας ευφυής προγραμματισμός, μέσα, πάντοτε μέσα στη Σπηλιά…

Ο ποιητής νιώθει τον άνεμο του παρελθόντος, ακούει τις φωνές των παλαιών διδασκάλων, των νεκρών αδελφών και μπορεί να ιχνηλατήσει κάποιες λίγες γιάρδες στην ατραπό του μέλλοντος… από τούτη την άποψη η παραμυθία του μεγάλου ψεύδους προσφέρει σε όλους μας… όμως όσο είναι σύσκηνος και ισοϋψής με το χτες και το φθαρτό όσα προσφέρει είναι μαζί όνειρα και φαντασία, πυρετός και έρωτας, αυτισμός και αυτόματη γραφή, γλωσολαλιά και τρέμενς… το βλέμμα του ποιητή μπορεί να υψωθεί μονάχα αν συνδεθεί απευθείας με το Αχανές σε μια τραυματική και οδυνηρή σχέση που θα τον ματώσει, θα τον σκοτώσει και θα τον αθανατίσει… και οφείλουμε όλοι να τον συνδράμουμε σ’αυτό!

Όμως το κόστος είναι μεγάλο όσο και ο πόνος έξω από τα ανθρώπινα.

Τούτο τον έσχατο και οριακό πόνο ένιωσε κάποτε ο Άνθρωπος επάνω στον σταυρό ενώ πίσω του ο χρόνος ούρλιαζε, πάνω του το Αχανές γεννούσε άπειρα μορφώματα και δυνατότητες, κάτω του το έδαφος της θλίψης ήταν γεμάτο στόματα που έχασκαν για να υποδεχθούν τα περιττώματα του φθόνου…

Σημείο συνάντησης, σημείο τομής… η οδός που ανοίχτηκε προσφέρθηκε για όλους όμως δεν ήταν όλοι έτοιμοι. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είναι έτοιμη όλη η ανθρωπότητα. Έτοιμη για την έξοδο. Έτοιμη για το αλλιώς. Και δεν ήταν σχεδόν κανείς.

Γιατί μεγάλος ποιητής χωρίς την αλληλεγγύη της ανθρωπότητας δεν υφίσταται. Μονάχα που είναι η πλήρης αναστροφή της συνήθους διαδικασίας. Εδώ οι άνθρωποι συμβάλλουν στη θανάτωση του ποιητή για να έχει ελπίδες αθανασίας. Και όχι επιβίωσης μέσα στη λάσπη του τώρα. 

Ο ποιητής έτσι μεταρσιώνεται, μεθίσταται, υπερβαίνει το ψεύδος και περνάει στον αληθινό κόσμο… ακόμη και στη ιερή σιγή του ανασαίνει κάτι απ’αυτόν και ό,τι μιλά είναι σύμβολο. 

Και η ανθρωπότητα βαδίζει συντροφιά με τα σύμβολα. Ώσπου να μετοικήσει ολόκληρη στο αληθές… κι ολόκληρη θα πει ακέραια… κι ακέραια θα πει αρηγμάτωτη, σωσμένη, φυλαγμένη … κάποτε στον χρόνο… κάπου στο άπειρο…

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η ανθρωπότητα αναγνώρισε τον ποιητή και τον βοήθησε στην έξοδο από τη σπηλιά θαυμαστά πράγματα συνέβησαν. Τα φέρουμε όλοι μας. Τα νιώθουμε και τα ψελλίζουμε όλοι. Είναι η παρακαταθήκη μας, η ακριβή κληρονομιά μας. Θα τα έχουμε μαζί μας για πάντα. Θα τα περάσουμε κι εμείς σαν ιερά σύμβολα... λέξεις, ανάσες, προσευχές, τραγούδια, παραμύθια, μορφές, αγγίγματα, έρωτες, θάνατοι, αφηγήσεις, όνειρα… θα τα κληροδοτήσουμε στους επόμενους κι ας μην ξέρουμε τι είναι, πώς ήρθαν ως εμάς, γιατί πάλλονται από το αιώνιο…

Το ιερό ίχνος του ποιητή…

Ο καθένας από εμάς το έχει, το φορά, μας μιλά, μας συντροφεύει…

Και κάθε που χαμογελάμε στον ήλιο που σηκώνεται κάθε αυγή πάνω απ’τη θάλασσα, τούτο πάλλεται και ορθώνεται και μας πονά…

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017

Η Δίψα...


Ο απογευματινός περίπατός τους είχε καταλήξει στην κορυφή του λόφου, στα χαλάσματα του παλαιού κάστρου. Από δω η θέα αληθινά έκοβε την ανάσα. Μπροστά τους απλωνόταν ένας ορίζοντας γεμάτος από θαύματα. Κάτω απ’τα πόδια τους η χώρα με τα ευγενικά της σπίτια. Πιο κει το μικρό λιμανάκι με τις λιγοστές βάρκες. Πέρα η θάλασσα απλωνόταν όσο τολμούσε να την μετρήσει το βλέμμα. Κάπου στο βάθος μια σκιά. Βουνοκορφές. Ένα νησί που ίσα διαγραφόταν. Φαινόταν μακρινό, σαν ψεύτικο.

Κάθισαν σιωπηλοί στις πέτρες του ερειπωμένου κάστρου και πάλεψαν να κλείσουν στη ψυχή τους τη μαγεία της στιγμής. Δύσκολο να χωρέσεις τόση ομορφιά. Νομίζεις πως δεν την αξίζεις και μόνο που τη θαυμάζεις.

Η αύρα που ερχόταν από δυτικά ήταν ψυχρή όμως κρατούσε ακόμα η ζέστη της ημέρας. Το χώμα ήταν θερμό, χάιδευε το χέρι σαν έλαιο ακριβό.

Εκείνος πήρε στη χούφτα του λίγο και το μοιράστηκε μαζί της. Χαμογέλασαν.

«Θυμήθηκα τώρα που ανεβαίναμε το μονοπάτι για το κάστρο ένα παλιό σου κείμενο», του είπε κάποια στιγμή εκείνη. «Δεν ξέρω γιατί. Ήταν για τη Δίψα, την Ευελιξία και το Βλέμμα. Θυμάμαι πόσο πολύ με είχε κεντρίσει αυτό το κείμενο. Ήταν στις αρχές της γνωριμίας μας», συμπλήρωσε και τον κοίταξε.

«Ναι, το θυμάμαι», της απάντησε.

«Πιάσαμε τότε να το αναλύουμε όμως μείναμε μονάχα στις βασικές γραμμές. Μου είπες πως δεν έπρεπε ακόμα να εμβαθύνουμε. Πως θα το συνεχίζαμε μετά από καιρό, όταν θα ερχόταν η ώρα. Νομίζω πως είχα πειραχτεί τότε. Πίστεψα πως δεν με θεωρούσες έτοιμη να το μοιραστείς μαζί μου»

«Όχι ακριβώς. Διαφορετικά δεν θα στο έδινα. Απλά δεν είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να το αναπτύξουμε. Όσα θα λέγαμε θα έμοιαζαν ακατάσχετη φλυαρία. Από τότε όμως άλλαξαν πολλά»

«Άρα σήμερα μπορούμε να το ξαναπιάσουμε;», τον ρώτησε και τον κοίταξε σαν μικρό παιδί που περιμένει ανυπόμονα. Την κοίταξε κι εκείνος.

«Τώρα νομίζω πως μπορούμε να πιάσουμε οτιδήποτε», της απάντησε χαμογελώντας και της χάιδεψε τα μαλλιά.

«Ωραία. Ξεκινάω εγώ λοιπόν!», είπε εκείνη με ενθουσιασμό. «Ξέρω πως αναφέρεις αυτά τα τρία σαν άξονες… σαν βασικούς άξονες στην πνευματική αναζήτηση… αν το λέω σωστά… μαζί και σαν τρεις κρίκους αρμοζόμενους… κι οι τρεις δημιουργούν κάτι σαν τρίγωνο από κύκλους… κάπου αλλού τους αναφέρεις – αυτό το σχήμα με παραξένεψε περισσότερο να σου πω την αλήθεια – σαν τρεις αθλητές στη σκυταλοδρομία… ο ένας αφήνει την σκυτάλη για τον επόμενο… αλλά με μια βασική διαφορά… κι αυτή για να πω την αλήθεια, δεν μπορώ να την ανακαλέσω τώρα», είπε και δεν μίλησε άλλο»

«Καλά τα θυμάσαι», άρχισε να της λέει εκείνος. «Η διαφορά είναι πως οι αθλητές αυτοί δεν τρέχουν σε ένα στίβο, γραμμικά, ο ένας μετά τον άλλο. Τρέχουν για να παραδώσουν τη σκυτάλη και επιστρέφουν για να την παραλάβουν ξανά. Συνεργάζονται σε μια αέναη σκυταλοδρομία σε πολλαπλά επίπεδα. Δεν σταματούν ποτέ. Κι ο καθένας δεν είναι ίδιος με τους άλλους. Δεν είναι τρεις όμοιοι αθλητές. Είναι πολύ διαφορετικοί. Στο χρόνο, στο χώρο, στις ποιότητες, στη δράση. Όλη τούτη την κίνηση δεν μπορεί να την κατανοήσει εύκολα παρά μονάχα όποιος έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στην Ατραπό κι έχει δοκιμαστεί σκληρά από αποτυχίες και χτυπήματα. Απογοητεύσεις και διαψεύσεις. Είναι μια σύνθετη κίνηση που ένας νέος στην περιπέτεια της Γνώσης την αισθάνεται απλά σαν συνεχή θόρυβο, σαν άσκοπη φασαρία εντός του. Γι αυτό δεν προχωρήσαμε πολύ τότε. Θα ήταν άγονο και δεν θα σε βοηθούσε καθόλου. Όλα αυτά τα χρόνια όμως διάβασες και σκέφτηκες πολύ. Μιλήσαμε πολύ και εργάστηκες περισσότερο. Τώρα ακολουθείς το δρόμο σου και δεν έχεις ανάγκη κανέναν», είπε και πήρε λίγο ακόμα χώμα στα χέρια του.

Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή.

«Όμως, όλα ξεκινούν από τη Δίψα. Σωστά;»

«Βέβαια», συμφώνησε αμέσως εκείνος. «Η Δίψα είναι η πρωτογενής ανάγκη της ύπαρξης να λάβει τις συντεταγμένες της. Όσο δεν τις έχει, τόσο εκείνη μεγαλώνει, γίνεται βασανιστική, μαρτυρική. Σε σάρκα και πνεύμα. Στο συναίσθημα και στο όνειρο. Στην αγωνία και στην καθημερινή ζωή. Στις σχέσεις και στη μοναχικότητα. Στην ποίηση και στον πόλεμο. Παντού. Η Δίψα δεν ικανοποιείται με τίποτα όσο η ύπαρξη είναι χωρίς συντεταγμένες. Οι μεγαλύτερες επιτεύξεις δεν αρκούν για να τη σβήσουν. Μοιάζει όλο τούτο με τη δίψα του σώματος αλλά είναι πολύ βαθύτερη, μεγαλύτερη, αρχαιότερη. Και φυσικά γεννά το καλό και το κακό μέσα μας. Γεννά τα πάντα. Τους θεούς και τους δαίμονες. Την ιστορία και το χρόνο. Τις μεγάλες ανακαλύψεις και τους φόνους. Τα θαύματα και τις μικρότητες. Όλα τα γεννά εκείνη και παραμένει ενεργή. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος για να την εξευμενίσει. Αν δεν κατανοήσει κανείς τι είναι η Δίψα, δεν μπορεί να κατανοήσει τίποτε. Ή σχεδόν τίποτε. Δεν μπορεί, για παράδειγμα να κατανοήσει τη δράση των αρχέγονων εκείνων ενεργειών που οι έλληνες ονόμασαν θεούς –κι οι έλληνες δεν είχαν δώδεκα αλλά χιλιάδες θεούς. Όσα φαίνονται παράλογα και γελοία για τον αμύητο, για τον μυημένο της αρχαιότητας ήταν ξεκάθαρες δράσεις. Ενεργειακές εναντιοδρομήσεις και πολύρροπες και πολύτροπες που μοιάζουν με ωκεανό μέσα στον οποίο όλοι γεννιόμαστε και όλοι πεθαίνουμε. Ωκεανό ενεργειών και δυνάμεων που μας χτυπούν απ’όλες τις μεριές. Όπως τα κύματα. Αν φανταστεί κανείς τον εαυτό του σε μια θάλασσα και σε σημείο που το χτυπούν όλοι οι άνεμοι ταυτόχρονα, ίσως εικονίσει μέσα του το γεγονός. Όλα αυτά είναι γεννήματα της Δίψας. Κι ό,τι ακριβώς διψά στο σύμπαν, διψά και μέσα του».

«Κι εκεί ακριβώς δρα η Ευελιξία;»

«Η Ευελιξία δεν είναι απλώς η σθεναρή ‘παθητική’ αντίστασή μας για να μην μας καταπιεί η Δίψα. Είναι ολόκληρος ο οπλισμός μας. Ό,τι έχουμε και δεν έχουμε για να πολεμήσουμε κάτω απ’τα τείχη της Τροίας. Μπορεί ο πόλεμος να μοιάζει μάταιος και δέκα χρόνια τούτα τα τείχη κράτησαν απόρθητη την αρχαία πόλη, όμως εμείς ακόμα δεν είμαστε έτοιμοι για τον Δούρειο Ίππο. Κάποιοι αναρωτιούνται εύλογα γιατί οι Αχαιοί έκαναν δέκα χρόνια για να σκεφτούν το ‘στρατήγημα’ του Αλόγου που θα έμπαινε στα σωθικά της πόλης»

«Δεν ήταν έτοιμοι;»

«Δεν είναι μόνο ο βαθμός επίγνωσης που έλειψε από τον ‘Οδυσσέα’, τον άνθρωπο – αρχέτυπο της Σοφίας. Ήταν βέβαια και ο χρόνος. Ο καιρός, η ώρα. Αυτό που γίνεται όταν πρέπει να γίνει. Δεν το ξέρουμε αυτό το ‘πότε’. Δεν μπορούμε να το καθορίσουμε από πριν. Ξέρουμε όμως όταν συμβαίνει. Δεν αρκεί μονάχα ο χρόνος, χρειάζεται και τρόπος. Και η ‘αποκάλυψη’ αυτή για τον έξυπνο –αφυπνισμένο, μυημένο Οδυσσέα – ήταν δράση της Ευελιξίας. Το σημείο τομής το αποκαλύπτει το Βλέμμα. Ο Οδυσσέας, ένας άνθρωπος που γεννήθηκε δυο φορές – η δεύτερη στο στερέωμα του μαύρου ήλιου – δεν θα μπορούσε να ‘σκεφτεί’ τον Δούρειο Ίππο αν δεν είχε το Βλέμμα»

«Η δράση και των τριών αξόνων ταυτόχρονα!»

«Ακριβώς, είναι η στιγμή του απόλυτου συντονισμού. Η Δίψα – πόλεμος για την άπαρτη μυριόχρονη πόλη, η Ευελιξία με το σχέδιο του Ίππου, το Βλέμμα για την λύση του μεγάλου αινίγματος. Εάν δεν δει κανείς με μυητικές ορίζουσες την Ιλιάδα, μια κι αυτήν πιάσαμε απόψε, όλα στον Όμηρο μοιάζουν σχεδόν εξωφρενικά, παράλογα και ανόητα. Ένας ποταμός αίματος, ένα ατελείωτο μακέλεμα αναρίθμητων πολεμιστών χωρίς κανένα αντίκρισμα. Γιατί, μην ξεχνάμε, η Ιλιάδα δεν τελειώνει με το πάρσιμο της Τροίας»

«Αυτό το αφηγείται ο Οδυσσέας, ναι, στους Φαίακες»

«Η Ευελιξία είναι λοιπόν, για να επανέλθουμε στα καθ’ημάς, η διαρκής και ατελεύτητη εγρήγορση του είναι μας να ανταπεξέρχεται ικανοποιητικά στο παράλογο της Δίψας. Και το Βλέμμα είναι το πέρασμά μας από τις αλλεπάλληλες Συμπληγάδες στη διάρκεια του βίου μας. Γιατί όταν περάσουμε μια φορά μας περιμένουν κι άλλες, κι άλλες… ως το πέρας…»

Έμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί κάτω απ’τα ερείπια του κάστρου και ο ήλιος κόντευε πια να κάνει τη μεγάλη του βουτιά στη σκοτεινή θάλασσα. Ολόγυρά του ένα στεφάνι από πορτοκαλί φωτιά που εκπύρωνε το στερέωμα. Το θέαμα ήταν πέρα από περιγραφές.

«Χμμ…», είπε εκείνη επανερχόμενη, «κι οι αθλητές που δίνουν και παίρνουν τη σκυτάλη;» 

«Αυτό αφορά περισσότερο τη δική μας Δίψα. Αν είμαστε ‘κατ’εικόνα και ομοίωση’. Και είμαστε. Η δίψα για οτιδήποτε μικρό και καθημερινό που εκφράζεται ως βουλητική δύναμη, απόφαση για επίτευξη στόχων, η ευελιξία για να επιτυγχάνουμε τους στόχους, το βλέμμα για να έχουμε διαρκή εποπτεία… Μονάχα που όσο κατεβαίνουμε σε επίπεδα, όλα γίνονται πιο ψηλαφητά, χάνουμε τη γενική εικόνα, είμαστε ισοϋψείς με την αθλιότητα και το ευγενές και δεν διακρίνουμε καθαρά… άλλωστε και η δική μας δίψα γεννά τους δικούς μας δαίμονες, τους δικούς μας ήρωες και τις δικές μας ‘Ιλιάδες’. Μπορεί να μην έχουμε φτερά για να πετάξουμε αλλά τα δικά μας τα φτερά είναι το βλέμμα. Τότε ανασηκωνόμαστε και μπορούμε πια να δούμε…»

Του κράτησε το χέρι. Είχε σουρουπώσει πια για τα καλά και η αύρα είχε φουσκώσει. Ψύχραινε. Στη χώρα κάτω άναβαν τα φώτα στα παραθύρια των σπιτιών.

Σηκώθηκαν για το δρόμο της επιστροφής.

«Είναι δύσκολο το θέμα τούτο… χρειάζομαι δουλειά ακόμα», του είπε σφίγγοντας το κορμί της στο δικό του.

Δεν της απάντησε μονάχα έφερε το ένα του χέρι αγκαλιά στον ώμο της και άρχισαν να κατηφορίζουν σιωπηλοί στο μονοπάτι…