Παρασκευή, Ιουνίου 14, 2024

Δάκρυα-πέτρες


 

Έμεινε η αγάπη όλη να μετράει ώρες και μήνες και χρόνια…

τόσα χρόνια… ψέματα…

Όλα είναι ψέματα…

 

Μα κι αν ήταν κάποτε αλήθεια

Ότι υπήρξαμε, ότι μεγαλώσαμε, ότι γεράσαμε μαζί

Δεν το αποδέχομαι

Δεν το πιστεύω

Το αρνούμαι…

 

Έμεινε η αγάπη καλέ μου

Να μαζεύει σαν βοτσαλάκια τις ώρες

τις μέρες

τους μήνες

να φτιάχνει στοίβες όμορφες

πυραμιδούλες από αιώνιες στιγμές

και δάκρυα που κρυσταλλώθηκαν

κι έγιναν πέτρες

 

και ο χρόνος σαν άτακτο παιδί

ρίχνει κλωτσιές στο βουναλάκι

και σκορπίζει χαιρέκακα όλες μου τις πέτρες

 

και ξεκινάω να τα μαζεύω πάλι απ’την αρχή

ένα ένα όλα τούτα τα δάκρυα-στιγμές 

κρυσταλλωμένης αιωνιότητας

 

και να τα φτιάχνω όπως ήταν πριν…

 

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2024

Αποκατάσταση....

 

Σκληρές
πώς έγιναν οι φλέβες
σχοινιά
τεντώνονται κάτω απ’το σώμα
μου μιλούν
όμως δεν τις καταλαβαίνω
 
μαντεμένιο αίμα…

μεγάλες
πώς έγιναν οι μέρες
χωράφια χέρσα
που κάποιος τα εγκατέλειψε
κι αυτά θρηνούν
στενάζουν
 
όλα είναι ψέμα…

θανατοφόρος
χρόνος
ύπνος φονικός
σαν λαιμοδέτης
σφίγγει το δέρμα
ώσπου ν’ αγγίξει
τον τσιμεντένιο ουρανό
ο λυγμός
τα χείλη να μαυρίσουν
 
κέρινο βλέμμα

δικαιοσύνη λες
ψιθυριστά
σήκωσε στον ήλιο η νύχτα
επανάσταση

κι εγώ
σκυμμένος πάνω απ’το χώμα
σου απαντώ

αποκατάσταση…
 

Σάββατο, Μαΐου 25, 2024

Ο παλαιστής όρθιος. Ο Σίσυφος όρθιος...





Βλέπω στο βράχο που ανασαίνει μπροστά μου
είδωλα και εικόνες
όλη την ανθρωπότητα αγγίζω
στο βρώμικο αυτό ανάγλυφο
και το βάρος ελαφραίνει
κάθε φορά
που μπορώ να κοιτάξω
έναν μονάχα
χωρίς ντροπή

το κοινό καθιστό
με κομμένη την ανάσα
όσο ο ήρωας απαγγέλλει

βλέπω στο βράχο τις θάλασσες
τα πρωτοβρόχια
και τις ήρεμες Κυριακές της άνοιξης
κάποια απογεύματα
ευλογημένης ανίας
και κάποιες νύχτες που ο φόνος
έκανε τα δάχτυλά μου
να μυρμηγκιάζουν
και ήθελα τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντούσα
να τον αφανίσω
και ύστερα χώνευα το θυμό μου
μαζί με το φριχτό μαρτύριο της ήττας
και σε όλα τούτα που βλέπω μπροστά μου
δεν ανήκω
λέω με έπαρση

και σε όλα αυτά που δεν βλέπω
ξέρω πως ανήκω

ο παλαιστής όρθιος
ο Σίσυφος όρθιος
οι θεατές καθιστοί

και η ανάσα ακόμα ηχεί παράταιρη

βλέπω στο βάθος του ορίζοντα
ένα κορίτσι
δεν έρχεται για μένα
θα με προσπεράσει
έχει αλλάξει τόσο η μορφή μου
που δεν με αναγνωρίζει
ούτε η βροχή
ούτε ο ήλιος
κι εγώ με βία καταφέρνω
να ψελλίσω δυο λόγια συμπόνιας

κι εγώ αρνούμαι άλλο να μιλήσω
με λόγια συμπόνιας

και ο παλαιστής αφήνει το βράχο
και ο Σίσυφος αφήνεται στο βράχο

και ο βράχος συνθλίβει τον παλαιστή
και ο βράχος αθανατίζει τον Σίσυφο

όρθιο το κοινό χειροκροτεί 
και αλαλάζει...


Σάββατο, Μαΐου 18, 2024

Χαντάκι

 

 

Κρυμμένος

κι αθέατος είμαι σε μια γωνιά

σ’αυτό το χαντάκι

στο χαράκωμα

και σου γράφω αυτές τις λέξεις

 

ολόγυρά μου

η τρέλα

άνθρωποι ντυμένοι σαν κι εμένα

και ολόγυμνοι

όπως κι εγώ

πηγαινοέρχονται, φωνάζουν

κάποιοι ουρλιάζουν

κάποιοι δεν έχουν ένα χέρι

ή ένα πόδι

κάποιοι έμειναν τυφλοί

κάποιοι σέρνονται στα τέσσερα

χωρίς προορισμό

κάποιοι σηκώνουν το κεφάλι τους

και αφανίζονται από ριπές

κάποιοι δειλοί

όπως εγώ

ψάχνουν γωνιές να κρύψουν τη ντροπή τους

ψάχνουν ρωγμές

να ησυχάσουν την ψυχή τους

ψάχνουν μια τρύπα

να πεθάνουν

με λίγη αξιοπρέπεια

 

κι εγώ σου γράφω αυτές τις λέξεις

και με το ζόρι σηκώνω το βλέμμα μου στον ήλιο

και ήλιος δεν υπάρχει πια

μονάχα ένας θολός, συννεφιασμένος ουρανός

σα βάλτος

που στάζει βρόμικο νερό

 

κάποιος με αρπάζει απ’τον ώμο

θέλει να με σηκώσει

θέλει να με ρίξει στη μάχη

με κοιτάζει με ένα θυμωμένο βλέμμα

κόκκινο σαν τους λεκέδες στο πρόσωπό του

κάτι φωνάζει μες στ’αυτιά μου

κάτι που δεν ακούω

τίποτε δεν ακούω πλέον

έπειτα με τραβολογάει με ένταση

και τότε ξαφνικά κάποια ριπή τον διαπερνά

μένει το χέρι του κολλημένο στο δικό μου

το βάρος του νιώθω πάνω μου

τον απωθώ

έχω να γράψω, του φωνάζω στα νεκρά του αυτιά

έχω να γράψω ακόμα

 

εδώ

μέσα στο χαντάκι

πλακωμένος από πτώματα

ανασαίνω με δυσκολία

θέλω να ζήσω, κάτι λέει μέσα μου

εγώ δεν θέλω, όχι πια του αντιγυρίζω

τότε γιατί δεν πολεμάς;

το προσπάθησα του λέω

κάποιες φορές, 56 χρόνια τώρα

πολλές φορές

 

κάποιες νύχτες που δεν ξημέρωνε

κάποια πρωινά που δεν σηκωνότανε ο ήλιος

το προσπάθησα

ως και το πουκάμισό μου άνοιξα διάπλατα

και τους περίμενα

άκουσα τις ριπές να με διαπερνούν

ένιωσα τη φωτιά

πίστεψα πως τελειώνω

όμως έζησα

 

το προσπάθησα

αλήθεια στο λέω

μα δεν μπορούσα να πεθάνω

 

και κάποτε ανακάλυψα

πως ούτε να ζήσω ήθελα

ούτε να πολεμήσω

ούτε να με σκοτώσει η μοναξιά

ή η τρέλα

 

μονάχα λίγη ησυχία

να γράψω τούτες τις λιγοστές γραμμές

και να αφεθώ έπειτα

στο χάδι του χρόνου

 

αν είναι η νύχτα πιο σπλαχνική απ’το Στόμα

αν είναι το όνειρο πιο μαλθακό απ’το χώμα

αν είναι το αεί πιο στιγμιαίο απ’το πάντα

 

θα έρθει και για μένα

σαν απάντηση στην προσευχή μου

η ωραία στιγμή

και βέβαια θα’ρθει

 

των αφηγήσεων το πέρας

των ποιημάτων το κλείσιμο

και όλων των ανθρώπων που αγάπησα

και με αγάπησαν

το αληθινό χαμόγελο…