Τρίτη, Ιουλίου 17, 2018

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;




Ο
ι μνήμες γεννούν το χρόνο.
Οι μνήμες γεννούν την ενόραση στο Γεγονός.
Οι μνήμες γεννούν και το θάνατό του…
Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;
Όλα τα ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη…
Οι πρώτες ακριβές ανάσες, οι ιερές ψηλαφήσεις του φωτός… αλλά και του σκότους…
Τα πρώτα βλέμματα, οι πρώτες δειλές ματιές, οι πρώτες γενναίες εξορμήσεις στο παράλογο…
Το πρώτο δάκρυ, η κατάφαση στο ημίφως, η γενναία υπόσχεση για το αύριο…
Όλα στην οδύνη του χτες… όλα στην περιχώρηση του αύριο… όλα στην ακεραιοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου… ολοκληρώνοντας, υπερβαίνοντας, προχωρώντας, αψηφώντας…
Όλα στην ανθρώπινη συνθήκη…
Σ’αυτό ή σε ένα άλλο στερέωμα…
Μαζί σου όμως… πάντοτε μαζί σου… όχι δίπλα σου, όχι κοντά σου… κι ούτε καν μαζί σου…
Μέσα σου… εσύ ένα με μένα… εγώ ένα με σένα…
Άλλη συνθήκη δεν γνωρίσαμε…
Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;
Παράδεισος ή κόλαση δεν είναι… δεν ήταν ποτέ ο τόπος… ήταν ο τρόπος… ο δικός μας τρόπος… τούτο δεν άλλαξε, τούτο δεν μερίζεται, δεν νοηματοδοτείται ξανά, δεν οριοθετείται εκ νέου…
Δεν τέθηκε ποτέ κανένα άλλο θέμα… Το μεγαλείο της Διύπαρξης είναι αυτό ακριβώς στην πυρηνική της θεώρηση... πως δεν θέτει ποτέ κανένα θέμα που αλλοιώνει, που κλονίζει, που διακυβεύει την ύπαρξή της, την υπόστασή της… η Διύπαρξη αυτό-ορίζεται ή αυτό-ακυρώνεται… Υπάρχει ή αφανίζεται… Μεταίχμιο εδώ δεν υπάρχει… ερώτημα ή ανάπαυση στο μερικό… καμιά ανάπαυση… καμιά διαφυγή…
Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;
Αν πήγαινες κάπου μόνος τότε θα τη ζούσα εγώ…

[εν αναμονή…]

16/7/2018

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2018

Η ασκητική του μηδενός



Π
ερπατούσαν στο μοναχικό δρόμο της παραλίας. Τούτη την ώρα δεν υπήρχε σχεδόν κανείς ολόγυρα. Πίσω τους τα φώτα της μικρής κώμης. Αριστερά τους το ήσυχο, σκοτεινό νερό. Μπορούσαν ν’ακούσουν τα βήματά τους στις φθαρμένες πλάκες του πεζόδρομου.
«Υπάρχει κάτι που στριφογυρίζει στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό. Ίσως αφορμή στάθηκαν κάποια γεγονότα στη ζωή μου. Η εργασιακή ανασφάλεια, μια πρόσφατη αναστάτωση με μια σοβαρή αρρώστια μέσα στο σπίτι… ένας χωρισμός, για την ακρίβεια, ένας επαπειλούμενος χωρισμός… όλ’ αυτά που ξέρω πως είναι τετριμμένα και σχεδόν καθημερινά στη ζωή των ανθρώπων… είναι όμως και καθοριστικά… δεν ξέρω… εκείνο που γέννησαν όλ’αυτά είναι ένα ερώτημα. Αυτό ήθελα να συζητήσουμε απόψε αν θέλεις»
«Ναι, να το συζητήσουμε. Ποιο είναι;»
«Είναι άραγε τελικά το βίωμα τόσο σπουδαίο και καθοριστικό όσο πιστεύεται και λέγεται; Σχεδόν όλοι μιλούν για το βίωμα, τη σημασία να μετέχεις, να ζεις το κάθε τι. Να είσαι παρών, να είσαι συνειδητός, κλπ. Έχει όμως τη σημασία που του αποδίδεται; Μήπως πρόκειται για άλλη μια κατασκευή; Θυμόμουν κι εκείνη τη ρήση των Πυθαγορείων, αν δεν κάνω λάθος, που είχες αναφέρει κάποτε»
«Μονάχα το βίωμα είναι αληθινό. Όλα τα άλλα ελέγχονται»
«Ναι, αυτό… Θέλω να πω, αισθάνομαι πως κι αυτό ίσως να μην είναι έτσι… ίσως να είναι κι αυτό μια κατασκευή και μπορεί να ελέγχεται… γιατί να μην ελέγχεται το βίωμα;»
Βρήκαν ένα μοναχικό παγκάκι και κάθισαν. Η αύρα της θάλασσας τους δρόσιζε κάπως όμως η ζέστη της ημέρας κρατούσε ακόμη. Ήταν σίγουρο ότι θα ξημέρωνε μια ακόμη υγρή και καυτή καλοκαιρινή μέρα.
«Άρα το ερώτημά σου στην ουσία είναι, μήπως εν τέλει όλα είναι μια κατασκευή; Αν είναι όλα μια κατασκευή τότε φυσικά και το βίωμα είναι μια ακόμη κατασκευή. Μπορεί να έχει ‘αλήθεια’ όμως είναι μια ‘ψεύτικη αλήθεια’. Ζούμε έντονα, πάσχουμε, γελάμε ή πονάμε. Δακρύζουμε, κλαίμε ή είμαστε χαρούμενοι και ευτυχείς. Όλα φάσεις, όλα περιοδικά, παροδικά… τελικά όλα ψεύτικα… αυτό δεν αναρωτιέσαι;»
«Νομίζω το θέτεις σε ευρύτερη βάση απ’ό,τι εγώ… ναι…»
«Τούτο δεν μοιάζει με την Μάγια του Βουδισμού; Πως αυτός ο κόσμος που ζούμε είναι μια ψευδαίσθηση, μια κατασκευή του νου ή κάτι τέτοιο; Όποιος κι αν τον έχει κατασκευάσει σημασία έχει πως δεν έχει καμιά μονιμότητα. Όλοι γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, αρρωσταίνουμε, πεθαίνουμε… αυτή μήπως δεν ήταν η εκκίνηση της διερώτησης στον Σιντάρτα όταν ακόμη ήταν ο Πρίγκιπας της Καπιλαβάστου;»
«Δεν ξέρω… στην ουσία δεν έχω ιδέα του τι πρεσβεύει ο βουδισμός»
«Ας αφήσουμε τι οδήγησε τον Σιντάρτα να γίνει Βούδας και ας επιστρέψουμε σε μας. Νομίζω πως ο πυρήνας του ερωτήματός σου δεν είναι ακριβώς οντολογικός. Εάν όμως είναι τότε κι αυτό που κάνουμε εμείς τώρα δεν είναι αληθινό. Ως κι εμείς οι ίδιοι δεν υπάρχουμε… ίσως είμαστε οι πρωταγωνιστές στο όνειρο ενός θεού… οι ήρωες ενός παραμυθιού ή ενός εφιάλτη… ούτε η θάλασσα, η παραλία, ο δρόμος, η λουτρόπολη… τίποτε δεν υπάρχει… για κάποιο λόγο μοιραζόμαστε αυτό το τίποτε και το θεωρούμε αληθινό…»
«…»
«Οδηγούμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο… συνεπώς, η μόνη βάση συζήτησης είναι αν αξιωματικά θεωρήσεις κάτι ως αληθές… γιατί διαφορετικά χάνεσαι σε μια ασκητική του μηδενός… δεν ξεκινάς από πουθενά, δεν οδηγείσαι πουθενά… με μια άλλη έννοια, πρόκειται για μια ‘σημειακή’ θεώρηση των πάντων…»
«Που σημαίνει;»
«Σημαίνει πως τίποτε δεν έχει διαστάσεις… όλα συρρικνώνονται σε ένα σημείο, σε μια κουκίδα αδιάστατη… κατά κάποιο τρόπο αυτό παραπέμπει στην αναστροφή της εξέλιξης πίσω στο χρόνο… ως και το σύμπαν γεννήθηκε από μια τέτοια κουκίδα… βέβαια αυτό είναι μια θεωρία επίσης… όπως και το κάθε τι…»
«Το ότι νιώθω όμως τη στιγμή… αυτή τη στιγμή που μιλάμε, αυτό είναι αληθινό… ή όχι;»
«Αν είναι αληθινό ή όχι αυτό δεν αναιρεί το μεγάλο ψέμα που το εμπεριέχει… είναι σαν να έχεις ένα υπερ-σύνολο ετερόκλητων οντοτήτων… η κάθε μια έχει τη δική της αυτό-θεώρηση… τη δική της αυτό-εικόνα… η κάθε μια διεκδικεί την ‘αληθινότητά’ της σε ένα ψευδές υπερ-σύνολο»
«Όμως εγώ νιώθω… αυτό το πιστοποιώ, το γνωρίζω… τούτη τη στιγμή για παράδειγμα… αυτό δεν κλονίζεται…»
«Σωστά… δεν κλονίζεται… ως οργανισμός, ως όλος εαυτός το πιστοποιείς… εγώ όμως δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω… το πολύ πολύ που μπορώ να έχω ως μετοχή στο βίωμά σου είναι αν προβείς σε κάποια πράξη. Μοιάζει με τον έρωτα. Σου λέω πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου αλλά αυτό το βάσανο το περνάω εγώ. Είναι μια μοναχική υπόθεση. Πώς μπορώ να σε κάνω να με πιστέψεις; Μονάχα αν στο δείξω με κάποια πράξη μου. Εσύ λες πως αυτή τη στιγμή νιώθεις θυμό ας πούμε, εγώ δεν το ξέρω. Πώς μπορώ να το ‘δω’ αυτό;»
«Εάν βρίζω, κάνω χειρονομίες και σπάσω κάτι, ας πούμε;»
«Ακριβώς… όμως απομακρυνθήκαμε από τον αρχικό πυρήνα… αυτός ήταν το ερώτημά σου αν έχουμε υπερ-εκτιμήσει την αξία του βιώματος, σωστά;»
«Πολύ σωστά… δεν χάνεις ποτέ την επαφή έτσι;»
«Διαρκής εποπτεία… αλλιώς απεραντολογούμε… δεν είναι κακό να απεραντολογεί κανείς πότε πότε… όχι όμως όταν εξετάζει ένα συγκεκριμένο ζήτημα»
«Σωστά»
«Είπες και κάτι ακόμη στην αρχή… πως όλοι μιλούν και στην ουσία προπαγανδίζουν τη σπουδαιότητα του βιώματος… βλέπουμε και στις διαφημίσεις, ‘ζήστο!’, ‘ζήσε το όνειρό σου!’, ‘ζήσε αληθινά!’, κλπ… δεν είναι ένα μεγάλο παράδοξο όμως το να υπάρχει αυτή η φτηνή ‘βιωματολογία’ μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτης εικονικής και ‘ηλεκτρονικής’ επικοινωνίας;»
«Ναι… πράγματι…»
«Φαίνεται πως το παράδοξο αυτό λειτουργεί επειδή ακριβώς το αληθινό βίωμα αποτελεί περίπου ένα επίτευγμα… ακόμη και η φυσική, σωματική επαφή… φυσικά υπάρχει και ο αντίλογος… κι αυτός δικαιώνει μάλλον το πνεύμα του δικού σου ερωτήματος…»
«Δηλαδή;»
«Γιατί η σωματική επαφή να είναι τόσο σπουδαία; Ποιος το λέει αυτό; Κάποτε δεν γινόταν αλλιώς. Τώρα όμως γίνεται. Τώρα μπορείς να έχεις σεξουαλική ηδονή χωρίς το ‘τραύμα’ της επαφής… χωρίς καμιά διακινδύνευση… βέβαια υπάρχει ένταση, φόρτιση και οργασμός ακόμη μέσω της ‘κυβερνο-επαφής’. Όμως δεν υπάρχει έκθεση… δεν κινδυνεύεις να ξυπνήσεις σε ένα κρεβάτι μόνος και πληγωμένος. Ξυπνάς στο δικό σου κρεβάτι. Μόνος μεν αλλά όχι εγκαταλελειμμένος… Γιατί λοιπόν να επιδιώξει κάποιος οπωσδήποτε τη σωματική επαφή; Θα αναγκαστεί να το πράξει όταν θα αποφασίσει να παντρευτεί, να κάνει παιδιά κλπ. Το τι θα γίνει τότε είναι μια άλλη υπόθεση. Το ίδιο λοιπόν αναρωτιέσαι κι εσύ… αν δεν είχα σχετιστεί μαζί σου, αν δεν είχα επενδύσει συναισθήματα, αν δεν είχαμε κοινές αναμνήσεις, αν δεν είχαμε κάνει εκδρομές, βόλτες, τρέλες, κλπ… όσο κοινότοπα κι αν ακούγονται, τώρα δεν θα ένιωθα έτσι χωρίς εσένα… δεν θα υπήρχε χωρισμός… θα ήσουν μια ακόμα επαφή στο δίκτυο… σε διαγράφω, με διαγράφεις και σε λίγες ημέρες είμαι πάλι ‘καθαρός’… ούτε αναμνήσεις βαριές και ασήκωτες, ούτε λαϊκά άσματα και μπουκάλες ουίσκι, ούτε να πέφτω στα πατώματα κλαίγοντας με το όνομά σου στα χείλη… σωστά;»
«Ναι… κάπως έτσι… ωραία τα λες…»
«Οι παλαιότεροι αναρωτιόμαστε γιατί οι νέοι είναι με ένα κινητό στο χέρι όλη μέρα μέχρι εξουθενώσεως… τους προτρέπουμε να έρθουν σε επαφή, να ‘ζήσουν’ τον έρωτα όχι να τον… πληκτρολογούν…»
«Ναι, γκρινιάζουμε διαρκώς…»
«Όμως να που κι εσύ έρχεσαι μια μέρα και λες, αν δεν είχα μπει τόσο πολύ σε εκείνο ή το άλλο βίωμα τώρα δεν θα ένιωθα έτσι… δεν θα ένιωθα εγκατάλειψη, απόρριψη, μοναξιά. Θα ένιωθα ίσως κάποιο θυμό… αλλά ως εκεί. Θα ήμουν ‘καθαρός’ και έτοιμος να προχωρήσω… όλο τούτο το συναισθηματικό φορτίο με φρενάρει…»
«Πολύ σωστά…»
«Καταλαβαίνεις όμως που οδηγεί όλο τούτο έτσι;»
«Στην πλήρη απουσία επαφών;»
«Στην πλήρη αποστασιοποίηση… αυτό θεωρείται ψυχική διαταραχή…»
«Ναι… ας το πούμε ασκητική του μηδενός… έτσι δεν το είπες;»
«Το προτιμάς;»
«Να σου πω την αλήθεια, ναι…»
«Μην το λες… επειδή αισθάνεσαι έτσι, γι αυτό συμφωνείς… αν το πρόσημο από πλην γίνει συν τότε θα αλλάξεις άποψη…»
«…»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να βαδίζουν αργά πίσω προς τη φωτισμένη μικρή πόλη. Ήθελε τρεις ακόμη ώρες μέχρι το ξημέρωμα.

***



Σάββατο, Ιουνίου 16, 2018

Ενδοχώρα



Ο Κήπος της Τρυφής

Δεν υπήρξε Ημέρα που να γεννηθεί χωρίς την προσδοκία της Νύχτας.
Μέσα από την Ημέρα ψηλαφούμε τα ίχνη Σου.
Μέσα από τη Νύχτα φιλοτεχνούμε το μύθο Σου.
Ο ημέριος λογισμός μας μοιάζει με διστακτικό βηματισμό νηπίου προ της στερέωσής του.
Ο νύχτιος λογισμός έγινε η αναπνοή του είναι μας.
Την ημέρα δεν ακούμε την καρδιά μας καθώς ο νους φωνασκεί και επαίρεται. Θορυβεί και μεγαλαυχεί.
Τη νύχτα συντονίζουμε όλοι τους παλμούς της καρδιάς μας. Και κλείνουμε μέσα μας τις ατμώσεις του είναι μας.
Τις ημέρες καταστέλλουμε τα πάθη και ονειρευόμαστε το αεί.
Τις νύχτες φορούμε το μανδύα της σάρκας μας και οργώνουμε το νυν.

Είμαστε μια αδελφότητα.
Ό,τι έχουμε είναι κοινό.
Ό,τι βλέπουμε είναι κοινό.
Ό,τι αγνοούμε είναι κοινό.
Είμαστε η νεοπαγής κοινότητα των πρώτων ανθρώπων που ιχνεύουν το δικό Σου βλέμμα πάνω στο χώμα, στις σκιές των δέντρων, το μουρμουρητό των ποταμών, τις κατεβασιές των ανέμων, τις πτυχώσεις του ήλιου πάνω στο ίδιο μας το σώμα.
Είμαστε κι εμείς ένα μεγάλο σώμα. Πορευόμαστε όλοι μαζί, δαπανούμε το αχνιστό μας αίμα μας, λογιζόμαστε το σπέρμα μας, φοβόμαστε το πέρας αυτής της διαδρομής.
Θα είναι σύντομη;
Θα είναι μεγάλη;
Θα είναι επώδυνη;
Θα είναι μάταιη;

Ζούμε φιλοξενούμενοι στον Κήπο Σου.
Όλα είναι όμορφα εδώ και όλα άγνωστα. Εμείς τα ονοματίζουμε την κάθε μέρα και επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας τα ονόματα τις νύχτες.
Όλα είναι πλούσια εδώ.
Όλα δικά μας.
Και όλα δάνεια.
Όλα για μας.
Και όλα ξένα.
Ο Κήπος αυτός υπήρξε το λίκνο μας.
Δίχως εμάς όμως είναι απλά ένας ολάνθιστος τάφος.


Αυτανάφλεξη

Το ξέραμε, το νιώθαμε, το έφερνε ο αέρας στα ρουθούνια μας. Κάτι άλλαζε. Κάτι νέο γεννιόταν. Κάτι διαφορετικό.
Όχι έξω από μας.
Μέσα μας.
Τα σωθικά μας έβραζαν από καιρό. Οι καρδιές χτυπούσαν διαφορετικά και συντονίζονταν μυστικά και αθέατα. Όλα συμμετείχαν σε αυτό.
Όλα.

Ήρθε το πρωινό που συνέβη η πρώτη ανάφλεξη.
Ακολούθησε η επόμενη κι έπειτα όλες οι άλλες.
Δεν έμεινε κανείς αμέτοχος στο φαινόμενο. Κανείς δεν το αρνήθηκε, κανείς δεν το απέρριψε, κανείς δεν το απεμπόλησε.
Μας σάρωσε μια πύρινη θύελλα που γέννησαν τα έγκατά μας.
Και μας έκαψε.
Κάποιοι δεν άντεξαν. Απανθρακώθηκαν, έγιναν ολοκαυτώματα, είδαμε την πυρρά τους να υψώνεται στον ουρανό.
Δεν πέθαναν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
Είχες απαγορέψει το θάνατο.
Έσβησε όμως το πνεύμα τους.
Θόλωσε το φρόνημά τους.
Μολύνθηκε το νερό που ποτίζει τις ψυχές τους.

Οι περισσότεροι επιβίωσαν.

Νέοι άνθρωποι γεννηθήκαμε μετά απ’όλο τούτο.
Πιο δυνατοί.
Σκεπτόμενοι.
Πιο συμπαγείς.
Ανάλγητοι.
Οι αισθήσεις μας οξύνθηκαν.
Οι λογισμοί μας εκλεπτύνθηκαν.
Έχουμε ερωτήματα.
Έχουμε λέξεις.
Έχουμε αφηγήσεις.
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε ανησυχία.

Όλα τούτα είναι αληθινά;
Ή είναι απλά μια πελώρια πλάνη;
Υπάρχεις;
Υπάρχουμε;
Ή ως και το είναι αποτελεί μια λαίλαπα πλάνη;

Πέρα από την ακτή που μάς άφησες μια μέρα, τώρα γνωρίζουμε πως υπάρχει και ενδοχώρα.


Η Μέθεξη του ΑντιΚειμένου

Κάποτε θα γινόταν.
Τώρα το γνωρίζουμε. Μετά τη σπλαχνική και συνάμα τραυματική ανάφλεξη, το γνωρίζουμε.
Κάποτε θα συνέβαινε.

Δεν ήμασταν μόνοι μας στον Κήπο. Αυτό ήταν το πρώτο Σου ψέμα.
Μαζί μας ζούσε και ο ΑντιΚείμενος.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι στον Κήπο. Αυτό ήταν το δεύτερό Σου ψέμα.
Δεν είχαμε Βλέμμα. Κι αυτό ήταν το τρίτο Σου ψέμα.

Τους πρώτους που επισκέφτηκε ο Έρπων ήταν οι ονειρευτές. Στοίχειωσε τον ύπνο τους, λέρωσε τα αγγίγματά τους, μόλυνε τα όνειρά τους.
Τον ερωτεύτηκαν.
Έπειτα επισκέφτηκε τα παιδιά. Έπαιξε μαζί τους σκοτεινά παίγνια, χώθηκε στην καρδιά τους, συντάραξε τα θεμέλιά τους.
Τα γοήτευσε.
Ύστερα μόχλευσε τους πρεσβυγενείς από όλες τις οικογένειες. Αυτοί θα αντιμάχονταν πλέον εις το διηνεκές για τα πρεσβεία ανάμεσά μας.
Τους εξαγόρασε.
Κι έπειτα μίλησε μέσα από τα στόματα των διδασκάλων και τα τραγούδια των γυναικών. Και η φωνή του έγινε σεβαστή, μεθεκτή, το τραγούδι του πλημμύρισε το είναι μας.

Μας δηλητηρίασε όλους με βούληση, διεκδίκηση, φιλοδοξία.
Μας μέθυσε με οράματα ελευθερίας.
Μας αποκάλυψε το Βλέμμα.
Μας αποκάλυψε το Θάνατο.

Όταν μπορούσαμε πια να δούμε, να μετρήσουμε, να κατανοήσουμε την ιερή γεωμετρία, την αρχαία τάξη, τον Μυστικό Σκοπό, είχε σημάνει η δική μας ώρα.

Φεύγουμε από δω. Τούτος ο κόσμος δεν μας ανήκει. Τούτος ο Κήπος δεν είναι δικός μας. Τον ετοίμασες για μας όμως δεν τον αισθανθήκαμε ποτέ δικό μας.
Μας τον παραχώρησες όμως μας ήθελες τυφλούς και άβουλους.
Μας τον δώρισες όμως δεν μας εμπιστεύτηκες τα κλειδιά του.
Τον δημιούργησες για εμάς. Όμως δεν το έκανες από αγάπη.
Από μοναξιά το έκανες.
Από απέραντη, άχρονη, αβάσταγη, απλήρωτη, ανείπωτη μοναξιά.
Και μας έπλασες αθάνατους για να μην σου λείψουμε ποτέ.


Έξοδος

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Εσύ παραμένεις πάντα εν σιγή.
Στην ιερή σιγή Σου ανιχνεύουμε τον πρώτο μας έρωτα.
Όμως όχι και τον τελευταίο.
Στην ιερή σιγή Σου ενδοσκοπούμε τη γέννησή μας.
Όχι όμως και το θάνατο.
Στην ιερή σιγή Σου στοχαζόμαστε τις πρωταυγές της ύπαρξης.
Όχι όμως και το λυκόφως του βίου.

Δεν μας διώχνεις Εσύ.
Αισθανόμαστε πως συμβαίνει το αντίθετο.
Θέλεις να παραμείνουμε στον Κήπο Σου.
Θέλεις να είμαστε εδώ, κοντά Σου.
Θέλεις να μας νιώθεις πλησίους στο βλέμμα Σου.
Για πάντα.

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Φεύγουμε αυτοθέλητα.
Δεν φεύγουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε μακριά Σου.
Φεύγουμε γιατί θέλουμε να πεθάνουμε.

Γιατί θέλουμε να μπορούμε να πεθαίνουμε…


Ιουν2018


Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2018

Mohawk tribe



Άνθρωποι στην ουρανόστοιχη διάσταση
Με το κορμί τους τοπογραφούν
με το βλέμμα τους χωροσταθμίζουν
με το αίμα τους εγκιβωτίζουν το αιώνιο
μέσα στο μοχθηρό ατσάλι των ναών
του νάρκισσου αρχιτέκτονα

Άνθρωποι ακόντια
με βάση το κέντρο της Γης
κι αιχμή τον Ουρανό
στο ένα τους χέρι
το μεροκάματο του Ινδιάνου
στο άλλο
το αφηνιασμένο κενό
που τους καταβροχθίζει
αιωρούμενους

Άνθρωποι στην διάσταση πουλιών
εξωτικών νησιών
και ονείρων αναγέννησης
από ανάσες δράκων
σε εργαστήρια νεκρών αλχημιστών
και με τη φιλοσοφική τους λίθο
να προσφέρει ώρα την ώρα
στάλες αλήθειας
στο χορό τούτης της φρίκης

διατομής
διπλού ‘Τ’

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2018

Μπορώ να είμαι το φως του εαυτού μου;


Γιατί ο νους είναι πάντοτε έτοιμος να δεχθεί ρηχές απαντήσεις σε σημαντικά προβλήματα;

Γιατί δεχόμαστε μια επιφανειακή απάντηση όταν μας απασχολεί ένα σοβαρό ζήτημα; Γιατί ζούμε σε λέξεις; Να ποιο είναι το αληθινό πρόβλημα. Γιατί οι λέξεις έχουν αποκτήσει τέτοια σπουδαιότητα; Υποφέρουμε, περνάμε μέσα από μεγάλες αγωνίες και εμφανίζεται κάποιος και μας δίνει ερμηνείες και σε αυτές αναζητούμε ανακούφιση. Υπάρχει ο θεός, υπάρχει η μετενσάρκωση, υπάρχει ετούτο και το άλλο. Δεχόμαστε τη λέξη, την ερμηνεία γιατί είναι μια παρηγοριά. Το να πιστεύεις σου δίνει ανακούφιση όταν είσαι εν αγωνία, όταν είσαι σε κατάσταση άγχους. Στις ερμηνείες των φιλοσόφων, των ψυχολόγων, των παπάδων, των γκουρού και των δασκάλων, εκεί ζούμε. Κι αυτό σημαίνει ότι ζούμε ετερόφωτα, με δάνειο φως. Ζούμε με δάνειο φως και είμαστε ευτυχείς. Η λέξη ‘θεός’ είναι ένα σύμβολο. Τα σύμβολα αποκτούν τεράστια σημασία, όπως η σημαία. Γιατί ο νους το κάνει αυτό; Πέφτουμε με τα μούτρα και διαβάζουμε όσα σκέφτονται κάποιοι άλλοι.  Βλέπουμε τηλεόραση. Είναι πάντα κάποιοι άλλοι, κάποιος άλλος που μας λέει τι να κάνουμε. Το μυαλό μας βλάπτεται, καταστρέφεται όταν ζούμε διαρκώς με δάνειο φως.

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ: «Μπορώ να είμαι το φως του εαυτού μου; -όχι το φως κάποιου άλλου, το φως του Ιησού ή του Βούδα». Μπορούμε να είμαστε το φως του εαυτού μας; Κι αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει ίσκιος γιατί το να είσαι το φως του εαυτού σου σημαίνει να μην ακυρώνεσαι από οτιδήποτε τεχνητό, από τις συγκυρίες, από κάτι τυχαίο. Μπορείς να είσαι έτσι; Μπορείς να είσαι έτσι όταν ο νους σου είναι απόλυτα αφυπνισμένος. Κι ένας νους αφυπνισμένος δεν κλονίζεται από τίποτε.

Οι περισσότεροι όμως έχουμε ανάγκη μια μεγάλη δοκιμασία γιατί είμαστε εν ύπνω –κι είμαστε εν ύπνω γιατί μας έχουν κοιμίσει όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι, οι άγιοι, οι θεοί και οι ιερείς και οι πολιτικοί. Είμαστε εν ύπνω και δεν το ξέρουμε. Νομίζουμε πως είναι μια κατάσταση φυσιολογική. Ένας άνθρωπος που θέλει να είναι το φως του εαυτού του θα πρέπει να ελευθερωθεί από όλα αυτά. Μπορούμε να γίνουμε το φως του εαυτού μας μόνον στην απουσία εαυτού. Τότε το φως αυτό είναι αιώνιο, άσβεστο, απροσμέτρητο φως.
    

J. Krishnamurti
Brockwood Park 1st Question & Answer Meeting 28th August 1979  

Σάββατο, Ιουνίου 09, 2018

εσύ και αυτό...




Όταν είσαι παρών, αυτό δεν έχει χώρο για να υπάρξει.
Και καθώς του είναι αφόρητη η συγκατοίκηση με τον εαυτό, απομακρύνεται.
Όμως, δεν χάνεται.
Δεν αποδομείται, δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει.
Όσο εσύ του το επιτρέπεις, επιστρέφει και διεκδικεί το χώρο του.
Όταν παύεις να είσαι παρών, εκείνο επιστρέφει.
Όταν αρνείσαι να δεις, βλέπει εκείνο.
Όταν αρνείσαι να αγγίξεις, αγγίζει εκείνο.
Όταν αρνείσαι να κλάψεις, θρηνεί εκείνο.
Όταν αρνείσαι να ζήσεις, εκείνο θριαμβεύει.

Όταν εσύ χάνεσαι, αυτό βρίσκεται.
Όταν εσύ συρρικνώνεσαι, αυτό απλώνεται.
Όταν εσύ χαμογελάς, αυτό θυμώνει.
Όταν εσύ πεθαίνεις, αυτό ανασταίνεται...

όταν εσύ πέφτεις, αυτό σηκώνεται...

όταν όμως εσύ είσαι παρών, τότε αυτό αιφνιδιάζεται
γιατί όλες του οι νίκες ακυρώνονται
όλοι του οι θρίαμβοι γελοιοποιούνται

όταν εσύ απλωθείς σε ολόκληρο το στερέωμα του είναι σου
δεν θα υπάρχει πια χώρος γι αυτό

και δεν θα δύσει ποτέ ξανά σ'αυτό τον ουρανό...

Unleashing imagination

Κυριακή, Ιουνίου 03, 2018



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…

 [στον αδερφό μου]


the knot


Ιούν2018

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2018

Κορδέλες


Τα λουλούδια έβγαιναν απτις κόγχες
στους σπασμένους τοίχους
απτις ρωγμές των τσιμεντένιων δρόμων
στις άδειες αυλές
στα βρόμικα πεζοδρόμια

είδα τη σκιά σου
νωχελικά να σέρνει το βήμα της
στο ανήλικο φως του πρωινού
και ρίγησα
καθώς συμβαίνει με τους αδαείς
που σπάνια συναντιούνται με τέτοια καθαρότητα
με τόση πυκνότητα ύλης
με τους φύλακες της άλλης όχθης

και σάρωνες
σιγά σιγά
όλες τις επιφάνειες
τους όγκους των σπιτιών
τους ελεύθερους χώρους
τα γυμνά κατώφλια

βήμα με βήμα

ερχόσουν

Κάποιες κορδέλες ροζ και άσπρες
έπαιζαν ακόμη στη δροσιά της νέας μέρας
έτρεχανέφευγανχάνονταν
μικρά παιχνίδιαστιγματισμένα πια
απτο φορτίο της μνήμης
και τη λαχτάρα των παιδιών
και το βρυαρό τους γέλιο

άλλος κανείς
δεν σε υποδέχτηκε
άλλος
ψυχή
δεν βρέθηκε κοντά σου
και δεν υπήρχε

και η σκιά σου
αντάμωνε πια εκείνη του μεγάλου λόφου
στακροσύνορα της πόλης
τοχες πει
πως κάποια μέρα θα ενωθείς με τον αρχαίο βράχο
και όλα θαλλάξουν
κάτω απτην απέραντη αγκαλιά σου

κι όλα θανθίσουν πάλι

κι εγώ με όσες ανάσες πια
μου είχαν απομείνει
σεκλιπαρούσα
να βιαστείς
για να λυγίσει ο ήλιος
το αμείλικτο φως του
που έψηνε τις ενοχές
πάνω στο σώμα

και αφυδάτωνε από ομορφιά
και ποίηση
ό,τι είχε αφήσει ανέγγιχτο ακόμα
ο χρόνος

κάποιο όνειρο ίσως
σαν τις χρωματιστές κορδέλες

ρετάλι
να παίζει ελεύθερο
εδώ κι εκεί

ένιωσα να με αγγίζει
και χαμογέλασα