Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018

Αποκατάσταση





Σκληρές
πώς έγιναν οι φλέβες
σχοινιά
τεντώνονται κάτω απ’το σώμα
μου μιλούν
όμως δεν τις καταλαβαίνω
μαντεμένιο αίμα…

μεγάλες
πώς έγιναν οι μέρες
χωράφια χέρσα
που κάποιος τα εγκατέλειψε
κι αυτά θρηνούν
στενάζουν
όλα είναι ψέμα…

θανατοφόρος
χρόνος
ύπνος φονικός
σαν λαιμοδέτης
σφίγγει το δέρμα
ώσπου ν’ αγγίξει
τον τσιμεντένιο ουρανό
ο λυγμός
τα χείλη να μαυρίσουν
κέρινο βλέμμα

δικαιοσύνη λες
ψιθυριστά
σήκωσε στον ήλιο η νύχτα
επανάσταση

κι εγώ
σκυμμένος πάνω απ’το χώμα
σου απαντώ

αποκατάσταση…



σεπ2018

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2018

Ο στεναγμός του είναι



Το βαθύτερο δράμα του νοήμονος ανθρώπου δεν είναι ότι γνωρίζει… είναι ότι δεν μπορεί να κρυφτεί…
Ο πόθος να κρυφτείς πίσω από την άγνοια και η άγνοια αυτή καθεαυτή ως χαμένος παράδεισος αποτελούν ρομφαίες που διαπερνούν τον άνθρωπο του στοχάζεσθαι…
Ο πόθος να ελευθερωθείς από οποιαδήποτε προ-γνώση και από οποιαδήποτε προ-βίωση…
Ο πόθος να αποφυλακιστείς από το δεσμωτήριο του συνειδέναι…
Η μετοχή όχι μόνο σε κείνο που βιώνεται με τον οικειωμένο, αρχέγονο αυτοματισμό στον ενδοψυχικό κόσμο αλλά περισσότερο που ιχνεύεται από την ευαίσθητη αντίληψη και εμπειρώνεται ως πρόγευση του ερχόμενου, είναι ένας βαθύς στεναγμός του είναι
Μοιάζει όλο τούτο με τον άνθρωπο που λαχταράει ως τα βαθύτερά του να εισέλθει στη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου και για κάποιο λόγο του απαγορεύεται… φαντασιώνεται την πληθύ των τόμων, τους ωκεανούς των γνώσεων, τη μέθεξη από την κατάδυση σε τόσους τόπους, σε τόσους χρόνους, σε τόσες μαγικές και ανεξερεύνητες χώρες… ζει για χρόνια με όλο αυτό τον ανεκπλήρωτο, μαρτυρικό πόθο και ζει εντελώς και θαυμαστά προσανατολισμένος… άλλο έρωτα δεν γεννά η ψυχή του παρά να μπορέσει να κοινωνήσει όλη αυτή τη διαθέσιμη εμπειρία, να βυθιστεί κυτταρικά και να πλυθεί υπαρκτικά από αυτή τη απειροδιάστατη γνώση που δαψιλώς του προσφέρεται κι όμως δεν του δίνεται…
Και κάποια μέρα… κάποια ευλογημένη μέρα ανοίγουν οι Πύλες και του επιτρέπεται επιτέλους να εισέλθει… ως προσκυνητής ακροπατώντας σχεδόν κι ύστερα ξεθαρρεμένος σαν παιδί που το αφήνουν μόνο στον μεγαλύτερο παιχνιδότοπο του σύμπαντος ορμάει τρέχοντας… τι λαμπρή μέρα, τι ηλιόφωτη μέρα! Γενέθλια ημέρα!
Κι ο άνθρωπος που θέλει να γίνει άνθρωπος της γνώσης, ρίχνεται με τα μούτρα… από τη Γεωγραφία στην Ιστορία, από τα Μαθηματικά στη Βιολογία, από τις Γλώσσες στην Ψυχολογία, από τις Βιογραφίες στη Φιλοσοφία… και τέλος δεν έχουν οι επιστήμες, οι κλάδοι, οι μελέτες, οι απόψεις, οι θεωρήσεις, οι γνώμες, οι αποκλίσεις, οι διαμάχες και οι προκλήσεις…
Για χρόνια πολλά, χρόνια αμέτρητα και μαγικά, ο άνθρωπος της γνώσης ζει έναν έρωτα, ένα παραλήρημα, ένα γιορτάσι φωτός και αγάπης…
Όμως… έρχεται κάποτε και η στιγμή της σκοτεινιάς… η γκρίζα ώρα…
Σιγά σιγά ανακαλύπτει πολλά που κρύβονται πίσω από τις γραμμές, τις εικόνες, τα σχήματα, τα διαγράμματα, τους χάρτες…
Πίσω απ’όλα τούτα υπάρχουν οι άνθρωποι… οι άνθρωποι του χτες, οι άνθρωποι του σήμερα, του πάντα…
Νιώθει σιγά σιγά να σφίγγεται το στομάχι του, να κλείνει ο λαιμός του, να ιδρώνουν οι παλάμες του…
Τούτα που αγγίζουν και ψηλαφούν λαίμαργα τα μάτια της ψυχής του δεν είναι παρά το αίμα και ο πόνος άλλων ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν… μόνοι
Η αντίληψή του έχει ευρυνθεί, η καρδιά του έχει μεγαλώσει, η ψυχή του αιμορραγεί… δεν είναι η γνώση πια που τον καλεί, που τον μεθάει, τον κάνει να ονειρεύεται, να ταξιδεύει… είναι μια βαθιά και αιμάσσουσα επίγνωση… ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα σε ολόκληρο το σύμπαν
 Ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος…
Ο άνθρωπος δεν έχει τη μοναδιαία αρνητική ύπαρξη του Όντος… ο άνθρωπος έχει την ψευδαίσθηση της σχεσιακής απόδρασης… της διαφυγής… της καταφυγής στους απογόνους του…
Την ψευδαίσθηση…
Ο άνθρωπος είναι απαρηγόρητος… ένας πολεμιστής που κουρασμένος από τις αναρίθμητες μάχες αναζητά μια αγκαλιά να αναπαυθεί και να κλάψει…
Δεν είναι πια ευτυχισμένος ο άνθρωπος της γνώσης…
Τώρα πια γνωρίζει… τώρα πια όλο του το είναι γνωρίζει
Δεν βούτηξε στον ποταμό για να γευτεί την αέναη ροή… είναι ο ίδιος πια η ροή και τη βιώνει ως ανελέητη δράση που τον ρηγματώνει, τον εκχυμώνει, τον απομειώνει… δεν ρέει… διαρρέει
Ο άνθρωπος της γνώσης δεν είναι πια παιδί…
Ενηλικιώνεται…
Όχι ακόμα…
Τώρα γυρίζει το βλέμμα του ολόγυρα και δεν βλέπει τόμους που τον προσκαλούν σε ένα ακόμα συναρπαστικό ταξίδι… βλέπει τη μοναχική, ασκητική ανάβαση ενός ακόμη αδελφού του…
Και τούτη η βαθιά συμπόνια τον πληρώνει όπως το νερό στην πλημμυρίδα σκεπάζει με βασανιστική κανονικότητα τον αιγιαλό…
Τον κυριεύει πανικός… αναζητά χώρο να κρυφτεί…
Δύσπνοια…
Όπου κι αν πάει στην απέραντη βιβλιοθήκη, συναντά τον εαυτό του… κρύβεται πίσω από έπιπλα, κάτω από τραπέζια, πίσω από βαριές κουρτίνες… κρύβεται και κλαίει…
Ανώφελο… μάταιο…
Όπου κι αν τρέξει βλέπει τον εαυτό του… ένα πρόσωπο κάθιδρο, μια έκφραση αγωνίας…
Πόσο θα επιθυμούσε να γυρνούσε το χρόνο πίσω!
Πίσω σ’εκείνη την υπέροχη εποχή της αγωνίας, της προσδοκίας, της άγνοιας…
Πίσω σ’εκείνη την μακάρια εποχή που θριάμβευε το αυτογενές, το ενδόκρατο, το ιδιόψυχο…
Πόσο πολύ θα ήθελε να γυρνούσε το χρόνο πίσω… πριν ανοίξουν οι Σκαιές Πύλες του δικού του αφανισμού…

Στρέφει το βλέμμα του στον εαυτό του… βαθιά… πολύ βαθιά…
Αν δεν υπάρχει έξοδος εκεί, δεν υπάρχει πουθενά…
Τώρα που σιώπησαν όλα γύρω του… ακούει την ανάσα του… ακούει το είναι του…
Ιδρύει μια παράξενη, καινούργια, πρωτόγνωρη σχέση… με κάτι άλλο… με κάτι αρχαιότερο απ’αυτόν…

Τώρα ενηλικιώθηκε… όχι επειδή κατανάλωσε τις γνώσεις όλου του κόσμου…
Αλλά επειδή έμαθε να ανασαίνει τη γλώσσα της ύπαρξής του…




Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2018

Ο πληθυντικός της αποκάλυψης


salvador dali_birth

Αν ήθελε κάποιος να μου κάνει μια πολύ δύσκολη ερώτηση… αυτή θα ήταν… μια σειρά από ερωτήματα… ποτέ μια δύσκολη ερώτηση δεν είναι μοναχική… πάντα τη συνοδεύουν όλες αυτές που τη συμπληρώνουν, τη βαθαίνουν, την πυρώνουν…
Πες μου, τι είναι ο άλλος για σένα;
Να η μητέρα…
Όχι ο άλλος… οι άλλοι…
Τι σημαίνουν για σένα;
Ποια είναι η θέση τους στη ζωή σου;
Ποια είναι η θέση τους μέσα σου;
Να τα παιδιά…
Γιατί όχι ο άλλος; Γιατί οι άλλοι;
Γιατί ο άλλος με υποχρεώνει να εμπλακώ σε μια φιλοσοφική διερεύνηση… δεν θέλω να χαθώ, θέλω να βρεθώ… ψέματα… δεν ήθελα ποτέ μου να βρεθώ… όχι ολοκληρωτικά τουλάχιστον…
Πιο εύκολο είναι να χαθείς μέσα από τον άλλο παρά μέσα από τους άλλους…
Εδώ έχουμε τον ενικό της απώλειας και τον πληθυντικό της αποκάλυψης…
Γιατί μπορείς να χαθείς πιο εύκολα μέσα από τον άλλο;
Γιατί μπορώ να επινοήσω τον άλλο όπως θέλω εγώ… κι αν επινοήσω τον άλλο όπως είμαι εγώ τότε μπορώ να χαθώ μέσα του… όπως το κάνω για μένα… σε μένα…
Όταν ο άλλος είναι πολλοί, αυτή η δράση αναχαιτίζεται, οπισθοβατεί… ακυρώνεται.
Οι άλλοι με αναγκάζουν να σχετιστώ…
Οι άλλοι με υποχρεώνουν να υπάρξω…
Οι άλλοι αποτελούν το γεωμετρικό τόπο της εξωτερίκευσης… είμαι αναγκασμένος να τους δω, να τους ορίσω… να τους φιλοξενήσω στο πεδίο μου…
Ο άλλος μπορεί να είναι αόρατος… οι άλλοι είναι πάντα ορατοί.
Δεν απαντάς στο ερώτημα-μητέρα…
Ήταν πάντοτε ένα αίνιγμα για μένα… οι άλλοι είναι ένα μυστήριο, είναι ο γνόφος του αγνώστου… είναι ένας αλλόκοτος κόσμος… δεν τους φοβάμαι όμως αισθάνομαι το ρίγος της σχέσης μαζί τους… συντίθεμαι και αποσυντίθεμαι διαρκώς… λυπάμαι για μένα, θυμώνω με μένα, χαίρομαι κάποιες στιγμές και άλλοτε κρυώνω ανάμεσά τους…
Οι άλλοι… σε σκοτώνουν;
Οι άλλοι δεν μπορούν να με σκοτώσουν αν είμαι ήδη νεκρός…
Οι άλλοι σε πληγώνουν;
Οι άλλοι αιωνίζουν τη δική μου ανάγκη να τους υπερβαίνω… συνέχεια… από παιδί… να τους αρνούμαι και να τους αποδέχομαι, να τους αποδομώ και να τους πλάθω ξανά… οι άλλοι με κουράζουν, με εξαντλούν, με προσανατολίζουν…
Ο προσανατολισμός είναι κοπιώδης;
Ο προσανατολισμός είναι η μέγιστη ηδονή του νου… όταν όμως θέλεις να αφήνεσαι οι άλλοι σε εμποδίζουν… οι άλλοι υπάρχουν για να μην αρέσκεσαι ποτέ στην ανάπαυση… οι άλλοι σε οργώνουν, σε αρδεύουν, σε μεγαλώνουν… οι άλλοι σε ωριμάζουν…
Η ωρίμανση είναι ανεπιθύμητη;
Η ωρίμανση είναι απόλυτη πιστοποίηση ότι είσαι θνητός… ότι είσαι μερικός… ότι είσαι πεπερασμένος…
Είναι κακό να έχεις όρια; Να είσαι πεπερασμένος;
Οι έννοιες του καλού και του κακού αποτελούν θέματα φιλοσοφικής αναδίφησης στην οποία δεν θέλω να εμπλακώ.
Είναι δεσμευτικό να είσαι πεπερασμένος; Μπορεί κάποιος να είναι απέραντος;
Πρόκειται για μια διαρκή, αέναη, ατελεύτητη διαπραγμάτευση… αυτό σου επιβάλλουν οι άλλοι… τη διαρκή διαπραγμάτευση… όταν εγώ επιθυμώ την Ησυχία εκείνοι θορυβούν… όταν εγώ απλώνομαι στον εαυτό μου, εκείνοι ποδοπατούν τα ίχνη μου… οι άλλοι είναι οι ολετήρες της Ησυχίας…
Άρα κάθε έννοια σχέσης σχεδόν εξαλείφεται, απαλλοτριώνεται, εξατμίζεται…
Να γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό το ζήτημα. Γιατί εγείρει αυτο-ενοχικά συναισθήματα. Γιατί προβάλλει μια ιδεατή εικόνα για τη σχέση, την ηθική, τη μόνωση, τη μετοχή, την κοινώνηση. Στην ουσία όλες αυτές είναι πτυχώσεις του μερικού. Αν ήταν πτυχώσεις του Όλου θα ήταν διαστάσεις. Δεν θα μιλούσαμε γι αυτές. Θα τις ζούσαμε. Μιλούμε πάντα για ό,τι δεν ζούμε. Φιλοσοφούμε για τις πτυχώσεις ενώ θα έπρεπε να ζούμε στις διαστάσεις…
Δεν είναι μονόδρομος η σχέση με τους άλλους;
Όλα όσα ζούμε είναι ένας δρόμος. Ένας και μόνος. Δεν υπάρχουν παράδρομοι ούτε ατραποί… αυτά είναι φιλοσοφήματα της δεκάρας. Τα βδελύττομαι. Τα σιχαίνομαι. Τα απορρίπτω. Όμως πιο σημαντικός από το δρόμο είναι ο υπόγειος ποταμός. Ο πρώτος είναι η ορατή ιχνηλατή πορεία. Ο δεύτερος είναι ο αόρατος, βαθύς και σκοτεινός κόσμος στον οποίο αληθινά ζούμε. Δεν θέλω να το αναλύσω… δεν είναι εύκολο…
Η πρώτη λέξη σε ένα νεογέννητο σύμπαν;
Σ[χ]ώμα…
Και η τελευταία;
Σ[χ]ήμα…


Σεπ2018

Δευτέρα, Αυγούστου 13, 2018

Άληστος γνώσις…


Άληστος γνώσις…

Δεν τολμώ να κοιτάξω πια στη γη
ούτε και στον ουρανό
υπάρχει μονάχα ένα ξέφωτο μικρό
στη μνήμη
για να καταφεύγω

πριν παραδώσω ό,τι ιερότερο έχω
στον Γέροντα με το λευκό χιτώνα
πριν αξιωθώ να περπατήσω το μονοπάτι εκείνο
που δεν έχει ούτε στερέωμα
ούτε φως
θα έλθω πάλι για λίγο μόνο να σε δω
να σε αγκαλιάσω

φεύγουμε άρτιοι και οι δυο
ευτυχισμένοι
γιατί όλα τα ζήσαμε ολόκληρα
μαζί
ακέραια
ακόμα και στην αγρύπνια
ακόμα και στον πόλεμο

και δεν μιλούμε πια
και δεν ακούμε
δεν κοινωνούμε ούτε τη σιωπή
ή τη λαχτάρα ενός χαμόγελου
δεν το έχουμε ανάγκη

ανάγκη έχει μόνο εκείνος
που πάνω στο σώμα του έχει κηλίδες θλίψης
και πάνω στη ψυχή του
ένα διάπυρο γιατί
και φλέγεται


Αυγ2018

Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2018

Μετουσία




Ο κεχρισμένος που δεν βολεύεται παρά με την απόλυτη προσήλωση, την άνευ όρων αποδοχή… την απροϋπόθετη, την αδιαπραγμάτευτη προσοχή… έτσι είναι… σε όρους προσωπικής ενδιάθετης δράσης αλλά και σε όρους αναστοχασμού… Και ο μυημένος που απεργάζεται πάντα, εσαεί, το έργο, ωσάν αυτό να μην έχει προ-οικονομηθεί, ωσάν να υφίσταται εν δυνάμει… πάντα εν δυνάμει… Ο κεχρισμένος που επιδομεί εαυτόν σε μια διαρκή και εργώδη προσπάθεια να πείσει σε όσα εκείνος δεν έχει πειστεί… και ο μυημένος που με μια του κίνηση φιλοτεχνεί κάθε φορά κι ένα καινούργιο σύμπαν…
Εκείνος που σε εκδικείται κάθε αφιλόξενη μέρα δεν είναι ο ακέραιος εαυτός… εκείνος που σε παρηγορεί τις νύχτες δεν είναι ο φύλακας της πύλης… εκείνος που σε διδάσκει κάθε ξημέρωμα τα σύμβολα του ζην δεν είναι ο απολωλός αδερφός σου… εκείνος που σε καμαρώνει για την επιμονή σου να επιβιώνεις δεν είναι ο ηγαπημένος…
Και από το μηδέν αν δεν άρχιζες κάποτε να μετράς, θα το περιείχες στο ρίγος της απώλειας… κάθε απώλειας, κάθε στιγμής…
Και στο άπειρο αν δεν φιλοδοξούσες να αρτιωθεί κάποτε ο στοχασμός σου, η μελαγχολία της ειμαρμένης θα σε αποκαθιστούσε κάθε φορά που θα την άφηνες αφρόντιστη… μέσα σου… καθώς ολόγυρα οργώνει αέναα το χωράφι της…
Ο κεχρισμένος, σαν μικρό παιδί, παραπονείται για τη μοναξιά που δεν του επιστρέφει το κόσμημα-χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμορφο πρόσωπο…
Ο μυημένος λεπτολογεί στο θρήνο του καταστάσεις που δεν άδραξε και παραθέτει εικόνες από τον πνιγηρό βίο της τελευτότητας. Όλα τα ανέχτηκε ο μυημένος όμως την απώλεια της καθημέριας ραστώνης δεν μπόρεσε να την αντέξει…
Στη μνήμη έρχονται ξανά και ξανά οι λέξεις, τα πρόσωπα, τα νεύματα, οι υποσχέσεις… ζεις για τη στιγμή της αθανάτισης όλων… πως κάποτε θα έχεις εποπτεία… ψέματα… πως τούτη κι αν την είχες θα την εγκατέλειπες… φτάνει να μην σε παραμελούσε τόσο το ονειρικό τοπίο… να μην σε πρόδιδε ο διαμορφωμένος, ο ναρκισσικός σου αρμοστής… εκείνο που τάχθηκες να υπηρετείς και πάντα σου δεσπότη είχες…
Ο κεχρισμένος θα λάμπει, θα τραγουδά, θα υφαιρεί απ’το θάνατο το χυδαία απόλυτο…
Ο μυημένος θα διέρχεται τις διαστάσεις ανώλεθρος και μόνος…
Μετουσία του είναι και απόστατη δόξα… αν έτσι κλείνομαι, ας είμαι έτσι…

Όταν θα με συναντώ ξανά και ξανά…  


Τρίτη, Ιουλίου 17, 2018

Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;




Ο
ι μνήμες γεννούν το χρόνο.
Οι μνήμες γεννούν την ενόραση στο Γεγονός.
Οι μνήμες γεννούν και το θάνατό του…
Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;
Όλα τα ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη…
Οι πρώτες ακριβές ανάσες, οι ιερές ψηλαφήσεις του φωτός… αλλά και του σκότους…
Τα πρώτα βλέμματα, οι πρώτες δειλές ματιές, οι πρώτες γενναίες εξορμήσεις στο παράλογο…
Το πρώτο δάκρυ, η κατάφαση στο ημίφως, η γενναία υπόσχεση για το αύριο…
Όλα στην οδύνη του χτες… όλα στην περιχώρηση του αύριο… όλα στην ακεραιοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου… ολοκληρώνοντας, υπερβαίνοντας, προχωρώντας, αψηφώντας…
Όλα στην ανθρώπινη συνθήκη…
Σ’αυτό ή σε ένα άλλο στερέωμα…
Μαζί σου όμως… πάντοτε μαζί σου… όχι δίπλα σου, όχι κοντά σου… κι ούτε καν μαζί σου…
Μέσα σου… εσύ ένα με μένα… εγώ ένα με σένα…
Άλλη συνθήκη δεν γνωρίσαμε…
Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;
Παράδεισος ή κόλαση δεν είναι… δεν ήταν ποτέ ο τόπος… ήταν ο τρόπος… ο δικός μας τρόπος… τούτο δεν άλλαξε, τούτο δεν μερίζεται, δεν νοηματοδοτείται ξανά, δεν οριοθετείται εκ νέου…
Δεν τέθηκε ποτέ κανένα άλλο θέμα… Το μεγαλείο της Διύπαρξης είναι αυτό ακριβώς στην πυρηνική της θεώρηση... πως δεν θέτει ποτέ κανένα θέμα που αλλοιώνει, που κλονίζει, που διακυβεύει την ύπαρξή της, την υπόστασή της… η Διύπαρξη αυτό-ορίζεται ή αυτό-ακυρώνεται… Υπάρχει ή αφανίζεται… Μεταίχμιο εδώ δεν υπάρχει… ερώτημα ή ανάπαυση στο μερικό… καμιά ανάπαυση… καμιά διαφυγή…
Θα έρθεις μαζί μου στην κόλαση που πάω;
Αν πήγαινες κάπου μόνος τότε θα τη ζούσα εγώ…

[εν αναμονή…]

16/7/2018

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2018

Η ασκητική του μηδενός



Π
ερπατούσαν στο μοναχικό δρόμο της παραλίας. Τούτη την ώρα δεν υπήρχε σχεδόν κανείς ολόγυρα. Πίσω τους τα φώτα της μικρής κώμης. Αριστερά τους το ήσυχο, σκοτεινό νερό. Μπορούσαν ν’ακούσουν τα βήματά τους στις φθαρμένες πλάκες του πεζόδρομου.
«Υπάρχει κάτι που στριφογυρίζει στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό. Ίσως αφορμή στάθηκαν κάποια γεγονότα στη ζωή μου. Η εργασιακή ανασφάλεια, μια πρόσφατη αναστάτωση με μια σοβαρή αρρώστια μέσα στο σπίτι… ένας χωρισμός, για την ακρίβεια, ένας επαπειλούμενος χωρισμός… όλ’ αυτά που ξέρω πως είναι τετριμμένα και σχεδόν καθημερινά στη ζωή των ανθρώπων… είναι όμως και καθοριστικά… δεν ξέρω… εκείνο που γέννησαν όλ’αυτά είναι ένα ερώτημα. Αυτό ήθελα να συζητήσουμε απόψε αν θέλεις»
«Ναι, να το συζητήσουμε. Ποιο είναι;»
«Είναι άραγε τελικά το βίωμα τόσο σπουδαίο και καθοριστικό όσο πιστεύεται και λέγεται; Σχεδόν όλοι μιλούν για το βίωμα, τη σημασία να μετέχεις, να ζεις το κάθε τι. Να είσαι παρών, να είσαι συνειδητός, κλπ. Έχει όμως τη σημασία που του αποδίδεται; Μήπως πρόκειται για άλλη μια κατασκευή; Θυμόμουν κι εκείνη τη ρήση των Πυθαγορείων, αν δεν κάνω λάθος, που είχες αναφέρει κάποτε»
«Μονάχα το βίωμα είναι αληθινό. Όλα τα άλλα ελέγχονται»
«Ναι, αυτό… Θέλω να πω, αισθάνομαι πως κι αυτό ίσως να μην είναι έτσι… ίσως να είναι κι αυτό μια κατασκευή και μπορεί να ελέγχεται… γιατί να μην ελέγχεται το βίωμα;»
Βρήκαν ένα μοναχικό παγκάκι και κάθισαν. Η αύρα της θάλασσας τους δρόσιζε κάπως όμως η ζέστη της ημέρας κρατούσε ακόμη. Ήταν σίγουρο ότι θα ξημέρωνε μια ακόμη υγρή και καυτή καλοκαιρινή μέρα.
«Άρα το ερώτημά σου στην ουσία είναι, μήπως εν τέλει όλα είναι μια κατασκευή; Αν είναι όλα μια κατασκευή τότε φυσικά και το βίωμα είναι μια ακόμη κατασκευή. Μπορεί να έχει ‘αλήθεια’ όμως είναι μια ‘ψεύτικη αλήθεια’. Ζούμε έντονα, πάσχουμε, γελάμε ή πονάμε. Δακρύζουμε, κλαίμε ή είμαστε χαρούμενοι και ευτυχείς. Όλα φάσεις, όλα περιοδικά, παροδικά… τελικά όλα ψεύτικα… αυτό δεν αναρωτιέσαι;»
«Νομίζω το θέτεις σε ευρύτερη βάση απ’ό,τι εγώ… ναι…»
«Τούτο δεν μοιάζει με την Μάγια του Βουδισμού; Πως αυτός ο κόσμος που ζούμε είναι μια ψευδαίσθηση, μια κατασκευή του νου ή κάτι τέτοιο; Όποιος κι αν τον έχει κατασκευάσει σημασία έχει πως δεν έχει καμιά μονιμότητα. Όλοι γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, αρρωσταίνουμε, πεθαίνουμε… αυτή μήπως δεν ήταν η εκκίνηση της διερώτησης στον Σιντάρτα όταν ακόμη ήταν ο Πρίγκιπας της Καπιλαβάστου;»
«Δεν ξέρω… στην ουσία δεν έχω ιδέα του τι πρεσβεύει ο βουδισμός»
«Ας αφήσουμε τι οδήγησε τον Σιντάρτα να γίνει Βούδας και ας επιστρέψουμε σε μας. Νομίζω πως ο πυρήνας του ερωτήματός σου δεν είναι ακριβώς οντολογικός. Εάν όμως είναι τότε κι αυτό που κάνουμε εμείς τώρα δεν είναι αληθινό. Ως κι εμείς οι ίδιοι δεν υπάρχουμε… ίσως είμαστε οι πρωταγωνιστές στο όνειρο ενός θεού… οι ήρωες ενός παραμυθιού ή ενός εφιάλτη… ούτε η θάλασσα, η παραλία, ο δρόμος, η λουτρόπολη… τίποτε δεν υπάρχει… για κάποιο λόγο μοιραζόμαστε αυτό το τίποτε και το θεωρούμε αληθινό…»
«…»
«Οδηγούμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο… συνεπώς, η μόνη βάση συζήτησης είναι αν αξιωματικά θεωρήσεις κάτι ως αληθές… γιατί διαφορετικά χάνεσαι σε μια ασκητική του μηδενός… δεν ξεκινάς από πουθενά, δεν οδηγείσαι πουθενά… με μια άλλη έννοια, πρόκειται για μια ‘σημειακή’ θεώρηση των πάντων…»
«Που σημαίνει;»
«Σημαίνει πως τίποτε δεν έχει διαστάσεις… όλα συρρικνώνονται σε ένα σημείο, σε μια κουκίδα αδιάστατη… κατά κάποιο τρόπο αυτό παραπέμπει στην αναστροφή της εξέλιξης πίσω στο χρόνο… ως και το σύμπαν γεννήθηκε από μια τέτοια κουκίδα… βέβαια αυτό είναι μια θεωρία επίσης… όπως και το κάθε τι…»
«Το ότι νιώθω όμως τη στιγμή… αυτή τη στιγμή που μιλάμε, αυτό είναι αληθινό… ή όχι;»
«Αν είναι αληθινό ή όχι αυτό δεν αναιρεί το μεγάλο ψέμα που το εμπεριέχει… είναι σαν να έχεις ένα υπερ-σύνολο ετερόκλητων οντοτήτων… η κάθε μια έχει τη δική της αυτό-θεώρηση… τη δική της αυτό-εικόνα… η κάθε μια διεκδικεί την ‘αληθινότητά’ της σε ένα ψευδές υπερ-σύνολο»
«Όμως εγώ νιώθω… αυτό το πιστοποιώ, το γνωρίζω… τούτη τη στιγμή για παράδειγμα… αυτό δεν κλονίζεται…»
«Σωστά… δεν κλονίζεται… ως οργανισμός, ως όλος εαυτός το πιστοποιείς… εγώ όμως δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω… το πολύ πολύ που μπορώ να έχω ως μετοχή στο βίωμά σου είναι αν προβείς σε κάποια πράξη. Μοιάζει με τον έρωτα. Σου λέω πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου αλλά αυτό το βάσανο το περνάω εγώ. Είναι μια μοναχική υπόθεση. Πώς μπορώ να σε κάνω να με πιστέψεις; Μονάχα αν στο δείξω με κάποια πράξη μου. Εσύ λες πως αυτή τη στιγμή νιώθεις θυμό ας πούμε, εγώ δεν το ξέρω. Πώς μπορώ να το ‘δω’ αυτό;»
«Εάν βρίζω, κάνω χειρονομίες και σπάσω κάτι, ας πούμε;»
«Ακριβώς… όμως απομακρυνθήκαμε από τον αρχικό πυρήνα… αυτός ήταν το ερώτημά σου αν έχουμε υπερ-εκτιμήσει την αξία του βιώματος, σωστά;»
«Πολύ σωστά… δεν χάνεις ποτέ την επαφή έτσι;»
«Διαρκής εποπτεία… αλλιώς απεραντολογούμε… δεν είναι κακό να απεραντολογεί κανείς πότε πότε… όχι όμως όταν εξετάζει ένα συγκεκριμένο ζήτημα»
«Σωστά»
«Είπες και κάτι ακόμη στην αρχή… πως όλοι μιλούν και στην ουσία προπαγανδίζουν τη σπουδαιότητα του βιώματος… βλέπουμε και στις διαφημίσεις, ‘ζήστο!’, ‘ζήσε το όνειρό σου!’, ‘ζήσε αληθινά!’, κλπ… δεν είναι ένα μεγάλο παράδοξο όμως το να υπάρχει αυτή η φτηνή ‘βιωματολογία’ μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτης εικονικής και ‘ηλεκτρονικής’ επικοινωνίας;»
«Ναι… πράγματι…»
«Φαίνεται πως το παράδοξο αυτό λειτουργεί επειδή ακριβώς το αληθινό βίωμα αποτελεί περίπου ένα επίτευγμα… ακόμη και η φυσική, σωματική επαφή… φυσικά υπάρχει και ο αντίλογος… κι αυτός δικαιώνει μάλλον το πνεύμα του δικού σου ερωτήματος…»
«Δηλαδή;»
«Γιατί η σωματική επαφή να είναι τόσο σπουδαία; Ποιος το λέει αυτό; Κάποτε δεν γινόταν αλλιώς. Τώρα όμως γίνεται. Τώρα μπορείς να έχεις σεξουαλική ηδονή χωρίς το ‘τραύμα’ της επαφής… χωρίς καμιά διακινδύνευση… βέβαια υπάρχει ένταση, φόρτιση και οργασμός ακόμη μέσω της ‘κυβερνο-επαφής’. Όμως δεν υπάρχει έκθεση… δεν κινδυνεύεις να ξυπνήσεις σε ένα κρεβάτι μόνος και πληγωμένος. Ξυπνάς στο δικό σου κρεβάτι. Μόνος μεν αλλά όχι εγκαταλελειμμένος… Γιατί λοιπόν να επιδιώξει κάποιος οπωσδήποτε τη σωματική επαφή; Θα αναγκαστεί να το πράξει όταν θα αποφασίσει να παντρευτεί, να κάνει παιδιά κλπ. Το τι θα γίνει τότε είναι μια άλλη υπόθεση. Το ίδιο λοιπόν αναρωτιέσαι κι εσύ… αν δεν είχα σχετιστεί μαζί σου, αν δεν είχα επενδύσει συναισθήματα, αν δεν είχαμε κοινές αναμνήσεις, αν δεν είχαμε κάνει εκδρομές, βόλτες, τρέλες, κλπ… όσο κοινότοπα κι αν ακούγονται, τώρα δεν θα ένιωθα έτσι χωρίς εσένα… δεν θα υπήρχε χωρισμός… θα ήσουν μια ακόμα επαφή στο δίκτυο… σε διαγράφω, με διαγράφεις και σε λίγες ημέρες είμαι πάλι ‘καθαρός’… ούτε αναμνήσεις βαριές και ασήκωτες, ούτε λαϊκά άσματα και μπουκάλες ουίσκι, ούτε να πέφτω στα πατώματα κλαίγοντας με το όνομά σου στα χείλη… σωστά;»
«Ναι… κάπως έτσι… ωραία τα λες…»
«Οι παλαιότεροι αναρωτιόμαστε γιατί οι νέοι είναι με ένα κινητό στο χέρι όλη μέρα μέχρι εξουθενώσεως… τους προτρέπουμε να έρθουν σε επαφή, να ‘ζήσουν’ τον έρωτα όχι να τον… πληκτρολογούν…»
«Ναι, γκρινιάζουμε διαρκώς…»
«Όμως να που κι εσύ έρχεσαι μια μέρα και λες, αν δεν είχα μπει τόσο πολύ σε εκείνο ή το άλλο βίωμα τώρα δεν θα ένιωθα έτσι… δεν θα ένιωθα εγκατάλειψη, απόρριψη, μοναξιά. Θα ένιωθα ίσως κάποιο θυμό… αλλά ως εκεί. Θα ήμουν ‘καθαρός’ και έτοιμος να προχωρήσω… όλο τούτο το συναισθηματικό φορτίο με φρενάρει…»
«Πολύ σωστά…»
«Καταλαβαίνεις όμως που οδηγεί όλο τούτο έτσι;»
«Στην πλήρη απουσία επαφών;»
«Στην πλήρη αποστασιοποίηση… αυτό θεωρείται ψυχική διαταραχή…»
«Ναι… ας το πούμε ασκητική του μηδενός… έτσι δεν το είπες;»
«Το προτιμάς;»
«Να σου πω την αλήθεια, ναι…»
«Μην το λες… επειδή αισθάνεσαι έτσι, γι αυτό συμφωνείς… αν το πρόσημο από πλην γίνει συν τότε θα αλλάξεις άποψη…»
«…»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να βαδίζουν αργά πίσω προς τη φωτισμένη μικρή πόλη. Ήθελε τρεις ακόμη ώρες μέχρι το ξημέρωμα.

***



Σάββατο, Ιουνίου 16, 2018

Ενδοχώρα



Ο Κήπος της Τρυφής

Δεν υπήρξε Ημέρα που να γεννηθεί χωρίς την προσδοκία της Νύχτας.
Μέσα από την Ημέρα ψηλαφούμε τα ίχνη Σου.
Μέσα από τη Νύχτα φιλοτεχνούμε το μύθο Σου.
Ο ημέριος λογισμός μας μοιάζει με διστακτικό βηματισμό νηπίου προ της στερέωσής του.
Ο νύχτιος λογισμός έγινε η αναπνοή του είναι μας.
Την ημέρα δεν ακούμε την καρδιά μας καθώς ο νους φωνασκεί και επαίρεται. Θορυβεί και μεγαλαυχεί.
Τη νύχτα συντονίζουμε όλοι τους παλμούς της καρδιάς μας. Και κλείνουμε μέσα μας τις ατμώσεις του είναι μας.
Τις ημέρες καταστέλλουμε τα πάθη και ονειρευόμαστε το αεί.
Τις νύχτες φορούμε το μανδύα της σάρκας μας και οργώνουμε το νυν.

Είμαστε μια αδελφότητα.
Ό,τι έχουμε είναι κοινό.
Ό,τι βλέπουμε είναι κοινό.
Ό,τι αγνοούμε είναι κοινό.
Είμαστε η νεοπαγής κοινότητα των πρώτων ανθρώπων που ιχνεύουν το δικό Σου βλέμμα πάνω στο χώμα, στις σκιές των δέντρων, το μουρμουρητό των ποταμών, τις κατεβασιές των ανέμων, τις πτυχώσεις του ήλιου πάνω στο ίδιο μας το σώμα.
Είμαστε κι εμείς ένα μεγάλο σώμα. Πορευόμαστε όλοι μαζί, δαπανούμε το αχνιστό μας αίμα μας, λογιζόμαστε το σπέρμα μας, φοβόμαστε το πέρας αυτής της διαδρομής.
Θα είναι σύντομη;
Θα είναι μεγάλη;
Θα είναι επώδυνη;
Θα είναι μάταιη;

Ζούμε φιλοξενούμενοι στον Κήπο Σου.
Όλα είναι όμορφα εδώ και όλα άγνωστα. Εμείς τα ονοματίζουμε την κάθε μέρα και επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας τα ονόματα τις νύχτες.
Όλα είναι πλούσια εδώ.
Όλα δικά μας.
Και όλα δάνεια.
Όλα για μας.
Και όλα ξένα.
Ο Κήπος αυτός υπήρξε το λίκνο μας.
Δίχως εμάς όμως είναι απλά ένας ολάνθιστος τάφος.


Αυτανάφλεξη

Το ξέραμε, το νιώθαμε, το έφερνε ο αέρας στα ρουθούνια μας. Κάτι άλλαζε. Κάτι νέο γεννιόταν. Κάτι διαφορετικό.
Όχι έξω από μας.
Μέσα μας.
Τα σωθικά μας έβραζαν από καιρό. Οι καρδιές χτυπούσαν διαφορετικά και συντονίζονταν μυστικά και αθέατα. Όλα συμμετείχαν σε αυτό.
Όλα.

Ήρθε το πρωινό που συνέβη η πρώτη ανάφλεξη.
Ακολούθησε η επόμενη κι έπειτα όλες οι άλλες.
Δεν έμεινε κανείς αμέτοχος στο φαινόμενο. Κανείς δεν το αρνήθηκε, κανείς δεν το απέρριψε, κανείς δεν το απεμπόλησε.
Μας σάρωσε μια πύρινη θύελλα που γέννησαν τα έγκατά μας.
Και μας έκαψε.
Κάποιοι δεν άντεξαν. Απανθρακώθηκαν, έγιναν ολοκαυτώματα, είδαμε την πυρρά τους να υψώνεται στον ουρανό.
Δεν πέθαναν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
Είχες απαγορέψει το θάνατο.
Έσβησε όμως το πνεύμα τους.
Θόλωσε το φρόνημά τους.
Μολύνθηκε το νερό που ποτίζει τις ψυχές τους.

Οι περισσότεροι επιβίωσαν.

Νέοι άνθρωποι γεννηθήκαμε μετά απ’όλο τούτο.
Πιο δυνατοί.
Σκεπτόμενοι.
Πιο συμπαγείς.
Ανάλγητοι.
Οι αισθήσεις μας οξύνθηκαν.
Οι λογισμοί μας εκλεπτύνθηκαν.
Έχουμε ερωτήματα.
Έχουμε λέξεις.
Έχουμε αφηγήσεις.
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε ανησυχία.

Όλα τούτα είναι αληθινά;
Ή είναι απλά μια πελώρια πλάνη;
Υπάρχεις;
Υπάρχουμε;
Ή ως και το είναι αποτελεί μια λαίλαπα πλάνη;

Πέρα από την ακτή που μάς άφησες μια μέρα, τώρα γνωρίζουμε πως υπάρχει και ενδοχώρα.


Η Μέθεξη του ΑντιΚειμένου

Κάποτε θα γινόταν.
Τώρα το γνωρίζουμε. Μετά τη σπλαχνική και συνάμα τραυματική ανάφλεξη, το γνωρίζουμε.
Κάποτε θα συνέβαινε.

Δεν ήμασταν μόνοι μας στον Κήπο. Αυτό ήταν το πρώτο Σου ψέμα.
Μαζί μας ζούσε και ο ΑντιΚείμενος.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι στον Κήπο. Αυτό ήταν το δεύτερό Σου ψέμα.
Δεν είχαμε Βλέμμα. Κι αυτό ήταν το τρίτο Σου ψέμα.

Τους πρώτους που επισκέφτηκε ο Έρπων ήταν οι ονειρευτές. Στοίχειωσε τον ύπνο τους, λέρωσε τα αγγίγματά τους, μόλυνε τα όνειρά τους.
Τον ερωτεύτηκαν.
Έπειτα επισκέφτηκε τα παιδιά. Έπαιξε μαζί τους σκοτεινά παίγνια, χώθηκε στην καρδιά τους, συντάραξε τα θεμέλιά τους.
Τα γοήτευσε.
Ύστερα μόχλευσε τους πρεσβυγενείς από όλες τις οικογένειες. Αυτοί θα αντιμάχονταν πλέον εις το διηνεκές για τα πρεσβεία ανάμεσά μας.
Τους εξαγόρασε.
Κι έπειτα μίλησε μέσα από τα στόματα των διδασκάλων και τα τραγούδια των γυναικών. Και η φωνή του έγινε σεβαστή, μεθεκτή, το τραγούδι του πλημμύρισε το είναι μας.

Μας δηλητηρίασε όλους με βούληση, διεκδίκηση, φιλοδοξία.
Μας μέθυσε με οράματα ελευθερίας.
Μας αποκάλυψε το Βλέμμα.
Μας αποκάλυψε το Θάνατο.

Όταν μπορούσαμε πια να δούμε, να μετρήσουμε, να κατανοήσουμε την ιερή γεωμετρία, την αρχαία τάξη, τον Μυστικό Σκοπό, είχε σημάνει η δική μας ώρα.

Φεύγουμε από δω. Τούτος ο κόσμος δεν μας ανήκει. Τούτος ο Κήπος δεν είναι δικός μας. Τον ετοίμασες για μας όμως δεν τον αισθανθήκαμε ποτέ δικό μας.
Μας τον παραχώρησες όμως μας ήθελες τυφλούς και άβουλους.
Μας τον δώρισες όμως δεν μας εμπιστεύτηκες τα κλειδιά του.
Τον δημιούργησες για εμάς. Όμως δεν το έκανες από αγάπη.
Από μοναξιά το έκανες.
Από απέραντη, άχρονη, αβάσταγη, απλήρωτη, ανείπωτη μοναξιά.
Και μας έπλασες αθάνατους για να μην σου λείψουμε ποτέ.


Έξοδος

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Εσύ παραμένεις πάντα εν σιγή.
Στην ιερή σιγή Σου ανιχνεύουμε τον πρώτο μας έρωτα.
Όμως όχι και τον τελευταίο.
Στην ιερή σιγή Σου ενδοσκοπούμε τη γέννησή μας.
Όχι όμως και το θάνατο.
Στην ιερή σιγή Σου στοχαζόμαστε τις πρωταυγές της ύπαρξης.
Όχι όμως και το λυκόφως του βίου.

Δεν μας διώχνεις Εσύ.
Αισθανόμαστε πως συμβαίνει το αντίθετο.
Θέλεις να παραμείνουμε στον Κήπο Σου.
Θέλεις να είμαστε εδώ, κοντά Σου.
Θέλεις να μας νιώθεις πλησίους στο βλέμμα Σου.
Για πάντα.

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Φεύγουμε αυτοθέλητα.
Δεν φεύγουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε μακριά Σου.
Φεύγουμε γιατί θέλουμε να πεθάνουμε.

Γιατί θέλουμε να μπορούμε να πεθαίνουμε…


Ιουν2018