Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2019

Στέφανος


Π
ερπατούσαμε για αρκετή ώρα στα κατηφορικά δρομάκια της περιοχής. Μας άρεσε κάποτε να κατεβαίνουμε αυτά τα στενά και να εξετάζουμε τα παλαιά, διώροφα με τις ωραίες θύρες, τα ανάγλυφα και τις κοσμήσεις με τους ρόδακες. Έπειτα βγαίναμε στον παραλιακό δρόμο, προσπερνούσαμε τις ταβέρνες και τα φωτεινά καταστήματα που προορίζονται περισσότερο για τους τουρίστες και τους προνομιούχους αυτού του κόσμου και καθόμασταν σε ένα απόμερο καφέ, στο τέλος του δρόμου. Πολλές φορές είχαμε κάνει αυτές τις βόλτες και απολαμβάναμε πάντα τον καφέ μας συζητώντας για χίλια δυο. Απόψε δεν είχαμε το ίδιο κέφι όπως τότε, πολλά χρόνια πριν, όμως δεν βιαστήκαμε να κατέβουμε στον δρόμο της θάλασσας. Είχαμε τόσο καιρό να ανταμώσουμε και θέλαμε να χαρούμε την ευκαιρία σαν γιορτή. Όμως το παλιό μας καφέ δεν το βρήκαμε. Στη θέση του είχε ‘σηκωθεί’ ένα κακάσχημο, ‘μοδέρνο’ κτήριο γραφείων με φιμέ υαλοπίνακες να καλύπτουν όλη του την πρόσοψη από πάνω ως κάτω σαν πένθιμο σάβανο.
‘Υπάρχει ένα άλλο, εδώ κοντά’, είπε ο Στέφανος χαμογελώντας. ‘Το είδα καθώς ερχόμουν’. Έτσι τον θυμόμουν, να μην αποθαρρύνεται ποτέ, να βρίσκει λύσεις σε όλα.
‘Πάμε λοιπόν’, του είπα καθώς επιζητούσα τη ζεστασιά ενός χώρου και τη γεύση ενός καλού καφέ.
Και πράγματι, δεν αργήσαμε να το εντοπίσουμε. Ο φίλος μου με οδήγησε ανάμεσα στα στενά δρομάκια και κάποια στιγμή το είδαμε σε μια γωνιά. Φαινόταν για στέκι φοιτητών. Φοβήθηκα πως θα είχε κόσμο και θόρυβο και δεν θα μπορούσαμε να συζητήσουμε. Τούτη την ώρα όμως ήταν σχεδόν άδειο και τα παιδιά που το λειτουργούσαν μάς καλωσόρισαν με χαμόγελο.
Καθίσαμε σε μια γωνιά και παραγγείλαμε τους καφέδες μας.
‘Να λοιπόν που μετά από πολλά χρόνια ξανανταμώνουμε φίλε’, τού είπα και ένιωθα βαθιά στην καρδιά μου εκείνο το ρίγος μιας εποχής που είχε περάσει πια για πάντα αλλά είχε αφήσει θερμές αναμνήσεις.
Ο Στέφανος χαμογέλασε γλυκά. Ήταν όμορφος τότε με πυκνά, μαύρα μαλλιά και έξυπνο, ανήσυχο βλέμμα. Η φωνή του είχε μια ένταση και ταυτόχρονα μια μουσικότητα που δεν είχα σε άλλον άνθρωπο συναντήσει. Τού έλεγα τότε πως σε κείνον μπορούσε εύκολα κανείς να διδαχθεί τις δασυνόμενες λέξεις και γελούσε. Μα και σήμερα διατηρούσε πολλή από την ομορφιά και την μεγαλοπρέπειά του. Ήμασταν και οι δυο στο κατώφλι των γηρατειών όμως εκείνος φαινόταν να απολαμβάνει κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας από το χρόνο.
Ήρθαν δυο μεγάλες κούπες με αχνιστό καφέ και οι πρώτες γουλιές μάς ζωντάνεψαν.
‘Έλειπα πολλά χρόνια στην Αμέρικα’, μού είπε και άστραφτε το βλέμμα του. ‘Δεν έχω παράπονο, καλά τα πήγαμε… παντρεύτηκα και μια αμερικάνα… τη Λορίν… μια μέρα θα σε καλέσω δάσκαλε να τη γνωρίσεις… τής έχω πει πολλά για μάς τότε…’
Συνήθιζε τότε να με αποκαλεί ‘δάσκαλο’ αστειευόμενος περισσότερο επειδή ήμουν ο επικεφαλής της ολιγομελούς ομάδας. Στην ουσία δεν υπήρχε καμιά διάκριση, κανένας ρόλος, καμιά ιεραρχία έστω και άτυπη. Ήμασταν όλοι ‘αναζητητές τού αόρατου και αψηλάφητου’, όπως συνήθιζα να λέω κι απλώς τύχαινε εγώ να είμαι ο παλιότερος στο μονοπάτι…
‘Και βέβαια θέλω να γνωρίσω τη Λορίν. Παιδιά;’
‘Δυο… ο γιος σπουδάζει ναυπηγική και η κόρη… είναι η χαϊδεμένη μου… σχολείο ακόμα…’, είπε και έφυγε για λίγο το βλέμμα του… ένιωσα στη φωνή του πάλι εκείνη τη δασεία και το ρίγος της συγκίνησης… ήμουν βέβαιος πως ήταν ένας θαυμάσιος πατέρας.
‘Μού έλειψες… μού έλειψες πολύ δάσκαλε… όλοι σας εδώ μού λείψατε… υπήρχαν μέρες, να ξέρεις, που λίγο ήθελα να τα βροντήξω όλα και να καβαλήσω το πρώτο αεροπλάνο για Ελλάδα… αν δεν υπήρχε η Λορίν και τα παιδιά θα είχα σαλέψει…’
Δεν σχολίασα τον αφορισμό του και δραπέτευσα στον αχνιστό καφέ.
‘Βλέπεις κανέναν από την ομάδα μας;’, με ρώτησε.
‘Πολύ σπάνια πλέον επικοινωνώ με τη Ραχήλ… τη θυμάσαι; Όλοι οι άλλοι εξαφανίστηκαν… εδώ και χρόνια… αγνοείται η τύχη τους’, είπα μελαγχολικά.
Ο Στέφανος κούνησε το κεφάλι του και κάποιες τούφες από τα πυκνά ακόμα μαλλιά του έπεσαν στο μέτωπό του.
‘Πώς δεν τη θυμάμαι τη Ρέιτσελ… το πιο έξυπνο θηλυκό που γνώρισα σε δυο ηπείρους δάσκαλε… μακάρι να την είχα στο μαγαζί εκεί πέρα… θα τους είχα κατατροπώσει όλους…’
Χαμογέλασα. Δεν είχε άδικο. Η Ραχήλ διέθετε μια ιδιαίτερη ευστροφία που κάποιες φορές σε άφηνε έκπληκτο. Και μια δυνατότητα ανάλυσης που δεν είχα συναντήσει ξανά.
‘Καμιά φορά σκέφτομαι… όλα εκείνα… όλα εκείνα που μάς έδιναν ορμή και ενέργεια τότε… ώρες ατελείωτες, θυμάσαι Αντώνη; Ώρες ατελείωτες να συζητάμε για κείνο και το άλλο… για το πνεύμα, την ψυχή, το θείο, το καλό και το κακό και το διαλογισμό και τόσα άλλα… να αναλύουμε… να μιλάς εσύ και να σε ακούμε και μετά να πετάγομαι εγώ σαν εξυπνάκιας να λέω τα δικά μου, ύστερα εκείνος ο οργανοπαίκτης με τα γυαλάκια…’
‘Ο Μηνάς’
‘Α, ναι… μπράβο… αυτός και μετά πάλι να λες εσύ κι εμείς να ακούμε και να σημειώνουμε και να πιάνουμε τον Πυθαγόρα και τα Χρυσά Έπη και τον Ιάμβλιχο και τον ένα και τον άλλο και να ξημερώνουμε με δαύτα… ξέρεις πως τα θυμάμαι όλα τούτα φίλε; Έχουν ζωντανέψει όλα και έχουν πάρει σάρκα και οστά… μέχρι και μάτια έχουν και με κοιτάνε με παράπονο… γιατί μάς παράτησες;, έτσι με ρωτάνε και δεν έχω απάντηση να δώσω… καταπιάστηκες να ανοίξεις μαγαζί, να κάνεις επιχείρηση, να κάνεις οικογένεια και με μάς… τι γίνεται με μάς; Μάς πρόδωσες… έτσι μού λένε και με κοιτάνε σαν παραπονιάρικα σκυλιά…’
Τον είδα να κοιτάζει την κούπα με τον καφέ του, να την στριφογυρίζει στα χέρια του, να έχει φορτιστεί πολύ…
‘Μού φαίνεται πως από όλους μας… μονάχα εσύ κράτησες την αξιοπρέπειά σου δάσκαλε… δεν ήταν τυχαίο που ήσουν ο πρώτος ανάμεσά μας… ήσουν ο πιο αφοσιωμένος, ο πιο ζεστός, ο πιο έντιμος… όσο για μένα… ξύστρας… παχιά λόγια και γκομενιλίκια… τα λεφτά σκεφτόμουνα και να σηκωθώ να πάω στο θείο μου στην Αμερική που πέθαινε και θα έμενε το μαγαζί στους αραπάδες… πήγα να σώσω το μαγαζί του θείου μου δήθεν… ψέμα… πήγα να βγάλω ντόλαρς και να ζήσω όπως όλοι οι άλλοι… κι εμείς σπουδάζαμε τα μεγάλα και τα σημαντικά… και τελικά τα φτύσαμε όλα και γίναμε ένα με όσα κοροϊδεύαμε…’
Είχε καρφώσει το βλέμμα του στον καφέ του λες κι αναζητούσε εκεί μια διέξοδο… άνοιγε την καρδιά του κι έκανε τον απολογισμό του… στον εαυτό του, όχι σε μένα…
‘Ξέρεις τι είπα στη Λορίν ένα βράδυ που είχε σχεδόν ένα μέτρο χιόνι στη μεγάλη λεωφόρο και δεν τολμούσες να ξεμυτίσεις; Πως έναν έντιμο πνευματικό άνθρωπο έχω γνωρίσει στη ζωή μου και μια μέρα, στο λέω μια μέρα μάτια μου, θα γυρίσουμε στην Ελλάδα και θα σού τον γνωρίσω… όχι σαν κι εμένα που ήμουν μονάχα λόγια και ουσία μηδέν… θα σού γνωρίσω έναν άνθρωπο που είχα την τιμή να λέω φίλο μου και δάσκαλό μου και…’
Κόμπιασε, δεν είπε άλλα, σιώπησε. Ήπιε μια γουλιά καφέ και ύστερα σήκωσε το υγρό του βλέμμα και με κοίταξε όχι στα μάτια μα κατευθείαν στην καρδιά.
Είχα φορτιστεί κι εγώ ακούγοντάς τον και έμενα σιωπηλός καθώς τέτοιες στιγμές είναι ιερές και την ιερότητα δεν μπορεί να την διαταράσσει κανείς.
‘Από εκείνους δεν μπορώ δάσκαλε να ζητήσω συγνώμη’, είπε.
‘Από ποιους εννοείς;’, τον ρώτησα σμίγοντας τα φρύδια.
‘Από τους δασκάλους… τους παλιούς εννοώ… τους Μεγάλους… τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο… μπορώ να ζητήσω συγνώμη από σένα; Και να μού υποσχεθείς πως θα μεσιτέψεις για μένα; Μπορώ;’
Άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και τον μιμήθηκα. Μού έσφιξε δυνατά την παλάμη.
‘Θα τούς το πεις για μένα φίλε μου; Θα το κάνεις;’
Τον είδα να χαμογελά ξανά με κείνον τον ιδιαίτερο και γοητευτικό τρόπο που έβρισκαν ακαταμάχητο κάποτε οι κοπέλες.
‘Στέφανε…’, πήγα να πω όμως δεν σήκωνε αντίλογο. Όχι εκείνη τη βραδιά, όχι στην έντονη συγκίνησή του.
‘Να είμαι ήσυχος δάσκαλε;’
Χαμογέλασα και του ανταπέδωσα το σφίξιμο.
‘Να είσαι ήσυχος φίλε μου’, τού είπα ζεστά και ειλικρινά μέσα απ’την καρδιά μου.
Ο φίλος μου δεν άργησε να ξαναβρεί το ρέον κέφι του και άρχισε να μου διηγείται τη ζωή του στην ξενιτειά, τις χαρές και τις λύπες του, τη συνύπαρξή του με τους αμερικανούς, το πώς αποφάσισε τελικά να γυρίσει στην πατρίδα με την οικογένειά του. Ήθελε να πει πολλά, εγώ δεν μιλούσα, άκουγα. Σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση κι ένιωθε ευλογημένος που τα είχε καταφέρει και επέστρεψε.
Η ώρα είχε περάσει, αποφασίσαμε να φύγουμε. Βγήκαμε από το καφέ με πολλά και δυνατά συναισθήματα. Είχε βραδιάσει και το κρύο έφτανε στο κόκαλο.
‘Θα σου τηλεφωνήσω να ανταμώσουμε ξανά δάσκαλε, να γνωρίσεις την οικογένεια. Και θα πάμε σε ένα ρεμπετάδικο να κάνουμε κέφι… να τα πιούμε, να γελάσουμε και να χαρούμε… δεν θα μού αρνηθείς…’
‘Δεν θα σού αρνηθώ Στέφανε’, τού είπα.
Αγκαλιαστήκαμε για ώρα κι έπειτα χωρίσαμε.
Πήρα τον ανηφορικό δρόμο προς τον επάνω δρόμο για το σπίτι μου γεμάτος σκέψεις, αναμνήσεις και ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Ο Στέφανος κράτησε την υπόσχεσή του, εν μέρει όμως. Δεν μου τηλεφώνησε ξανά όμως μού έστειλε μετά από μήνες ένα ηλεκτρονικό μήνυμα… είχε ξαναγυρίσει στην Αμερική… όλα του φαίνονταν ξένα εδώ, έτσι μού έγραφε… η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν αμερικανοί κι εκείνος δεν ήξερε πια τι ήταν… μονόδρομος, σκεφτόμουν… Μού ζητούσε και συγνώμη που δεν κράτησε την υπόσχεσή του… ‘Την επόμενη φορά που θα ξανάρθω, δάσκαλε… θα είναι πριν πεθάνω… να με περιμένεις…’, μού έγραφε στο τέλος και νομίζω πως τον έβλεπα να χαμογελάει με κείνον τον ωραίο, λεβέντικο, γενναιόδωρο τρόπο του.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2018

Ο τρελός των τρελών και η ενηλικίωση του βλέμματος



Θ
έτω το ερώτημα… να πω, τα ερωτήματα… και τα θέτω καθώς τα στοχάζομαι και για να τα ακούω, να τα νιώθω, να με διαπερνούν, να μην ησυχάζω… όταν θέτεις το ερώτημα είναι γιατί δεν ησυχάζεις… και δεν ησυχάζεις γιατί δεν σε αναπαύουν οι ‘απαντήσεις’… δεν σε ενδιαφέρουν κάποιες απαντήσεις… εκείνο που σε πονάει είναι το ίδιο το ερώτημα και ο φόβος πως ό,τι και αν ‘ανακαλύψεις’ ως απάντηση είναι κι αυτό ένας ωραίος ελιγμός… να μπορείς να το βλέπεις τουλάχιστον… τούτο θεωρώ ως ‘ενηλικίωση’… την εποπτεία… η εποπτεία είναι η ενηλικίωση του βλέμματος… πάει να πει δεν μπορώ να κρυφτώ… δεν μπορώ και πλέον δεν θέλω να κρυφτώ… όλο μου το είναι φωνάζει ‘κρύψου’… σε όλη σου τη ζωή μαθαίνεις να κρύβεσαι… ώσπου στο τέλος βαριέσαι, δεν αντέχεις άλλο να κρύβεσαι… ο εαυτός γνωρίζει, ο οργανισμός γνωρίζει, το είναι γνωρίζει… από πού να κρυφτείς και γιατί πλέον;
Όταν γνωρίζεις δεν μπορείς να κρυφτείς.
Τι είναι αυτό που μάς μικραίνει; Ρωτάω λοιπόν, ξεκάθαρα, όσο πιο ξεκάθαρα αντέχω, τι είναι αυτό που μάς κρατάει μικρούς, μαραζωμένους, συρρικνωμένους; Γιατί δεν απλωνόμαστε, γιατί δεν ανοίγουμε φτερά, γιατί δεχόμαστε αυτόν τον καθημερινό θάνατο; Τι είναι αυτό που μάς έχει πείσει ότι είναι προτιμότερο το μερικό, το μικρό, το λίγο; Γιατί είμαστε χαμηλότερα από εκεί που αξίζουμε; Γιατί επιτρέπουμε σε άλλους να ορίζουν το δικό μας ύψος; Γιατί ανεχόμαστε να μάς στενεύουν, να μάς περιφράσσουν, να μάς προσαρμόζουν; Γιατί δεχόμαστε να είμαστε αριθμοί, νούμερα, δείγματα, μέσοι όροι; Πώς το επιτρέψαμε κάποτε αυτό; Πώς το παραχωρήσαμε κάποτε αυτό σε όποιους; Πώς το καταδεχθήκαμε; Γιατί; Τι πήραμε ως αντάλλαγμα γι αυτή την εκπόρνευση των ονείρων μας; Ασφάλεια; Χρήματα; Το αύριο; Το κάποτε στο αύριο; Το ποτέ;
Γιατί γίναμε εκτροφείς δειλών ονείρων, μικρών θεών, ασήμαντων εαυτών;
 Ο άλλος δρόμος θα πει κάποιος, είναι η ρήξη, η στάση, η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος δεν είναι η ρήξη. Ούτε η επανάσταση. Ο άλλος δρόμος είναι η αξιοπρέπεια. Και δεν είναι ‘άλλος’ δρόμος. Είναι ο μόνος δρόμος. Αν δεν μπορείς να έχεις εποπτεία των εννοιών σημαίνει μηδενική διάκριση. Ο άλλος δρόμος απαιτεί την ενηλικίωση. Δεν θέλουμε να ενηλικιωθούμε. Γιατί ενηλικίωση του βλέμματος σημαίνει πως έχω επίγνωση πως είμαι υπόδουλος και δεν αντέχω να είμαι υπόδουλος. Προτιμώ να μην ενηλικιωθώ. Προτιμώ να είμαι χωμένος στη ημισκότεινη γωνιά μου, να ‘κάνω τη δουλειά μου’, να μην ενοχλώ κανέναν, κυριότερα, να μην με ενοχλεί κανένας. Να είμαι διαρκώς και πάντα αφανής και αθέατος.
Θα πει κάποιος υπάρχει και το ‘λάθε βιώσας’… ‘έζησε καλά όποιος κρύφτηκε καλά’… τούτο είναι μια ‘στάση’… το γνωρίζω… το δοξολογώ κι εγώ και το λιβανίζω… μα τα οχυρωματικά έργα απέναντι στον άλλο δεν σημαίνει να πεθάνεις οχυρωμένος… η στάση αυτή αφορά τη θωράκιση απέναντι στη χυδαιότητα, την ευτέλεια, τη φτήνια. Λάθε βιώσας αν σημαίνει την απόδραση από τη ζωή για να μην ‘μολυνθείς’ απ’τη ζωή τότε αυτό δεν είναι στάση… είναι θάνατος. Πάει και τέλειωσε. Πες καλύτερα ότι θέλεις να πεθάνεις. Είναι πιο τίμιο.
Όμως, επιμένω, γιατί το κάνουμε; Γιατί έχουμε γίνει τόσο ‘εύκολοι’, τόσο ‘διαχειρίσιμοι’, τόσο δειλοί; Δεν με πείθει καμιά εύκολη απάντηση, καμιά διαφυγή στο πεπερασμένο των επιλογών ή στην αφοσίωση στο εγώ που καταπίνει σαν μαύρη τρύπα και την εσχάτη ικμάδα αντίστασης. Ο έχων εποπτεία δεν μπορεί να εξαγοράζεται τόσο εύκολα από τέτοια ‘καθρεφτάκια’ και ‘χαντρούλες’ που έδιναν κάποτε οι ελεεινοί κονκισταδόρες στους αφελείς ιθαγενείς των νέων κόσμων που ‘ανακάλυπταν’.
Και πώς καταδέχεσαι να εξαγοράζεσαι από οποιονδήποτε και με οποιοδήποτε νόμισμα;
Θέτω τα ερωτήματα και ιχνεύω απαντήσεις… αναδύονται κάποιες, μού είναι φτηνές και φτενές δικαιολογίες, δεν τις δέχομαι, τις πετάω στα σκουπίδια.
Είναι ζήτημα ‘παιδείας’ λένε κάποιοι. Αυτή είναι η κλασική γεροντική μουρμούρα. Όλοι οι δύοντες οργανισμοί μισούν τους ανατέλλοντες. Από αρχή εμφάνισης του ‘ελλόγιμου’ είδους στον πλανήτη. Όσο είμαι νέος και ακμαίος και δυνατός δεν με ενδιαφέρει η ‘παιδεία’. Με ενδιαφέρει να ζήσω. Μπορεί να μην ξέρω πως αλλά θέλω να τρυγήσω τη ζωή. Θέλω να είμαι άτακτος, απειθάρχητος, ‘ανήλικος’. Όταν γεράσω τα ρίχνω όλα στην ‘έλλειψη παιδείας’ και κουνάω το κεφάλι μου. Τα ίδια μού έλεγαν κι εμένα οι δικοί μου και τα ίδια έλεγαν και σε κείνους οι δικοί τους γονείς. Ο Σωκράτης κάποτε κατηγορήθηκε πως διέφθειρε τους νέους. Ο Αλέξανδρος κάποτε κατηγορήθηκε από τους συντρόφους του ότι δεν σέβεται τον πατέρα του και κάνει ‘τα δικά του’. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ούτε ως φάρσα ούτε ως αστείο. Επαναλαμβάνεται, πάει και τέλειωσε [δεύτερο του είδους].
Μα έστω να το δεχθώ… η παιδεία δεν είναι αυτή που ‘θα έπρεπε’, η εκπαίδευση είναι ένα ‘μπάχαλο’, τίποτε δεν λειτουργεί και υπάρχουν, όπως πάντα οι ολίγιστοι διδάσκαλοι, οι φωτισμένοι λειτουργοί που αγαπούν τα παιδιά, τη γνώση, τη δουλειά τους… φυσικά είναι όλα ‘ζήτημα παιδείας’… όμως δεν ενηλικιώνεσαι μονάχα πεπαιδευθείς… κι αν ενηλικιώνεσαι δεν αλλάζεις… δεν έχεις μεγαλύτερη ορμή να αλλάξεις τη ρότα που κάποιοι άλλοι σού χάραξαν, δεν έχεις την απαίτηση να δεις έναν άλλο ήλιο, δεν διεκδικείς το όνειρο, δεν οργίζεσαι απέναντι στο άδικο, δεν αρνείσαι πια να είσαι ένας ‘καλός πολίτης’ που αγαπά την πατρίδα του και δεν ‘πειράζει ούτε μυρμήγκι’ ενώ την ίδια στιγμή όλοι οι από πάνω ασελγούν και στο σώμα σου και στο σώμα των αγέννητων ή γεννημένων παιδιών σου…
Δεν είναι η απάντηση η χωλή παιδεία, η ανεπαρκής παιδεία…
Κάποιοι λένε πως η απάντηση είναι η ψυχική υγεία… είμαστε η ανθρωπότητα των καταθλιπτικών ανθρώπων… δεν μάς εμπνέει τίποτε πλέον, δεν μάς ‘φουσκώνει’ τίποτε, δεν μάς συναρπάζει τίποτε… είμαστε η ανθρωπότητα των πληκτικών και βαριεστημένων ανθρώπων… Σε κάποια συντροφιά, από κάποια κοπέλα στα 27 της άκουσα ‘θέλω να κάνω ένα παιδί… πλήττω’.
Το τελευταίο ‘κοινό όραμα’ της ανθρωπότητας προσεληνώθηκε πριν από μισό αιώνα περίπου και από την επομένη σχεδόν κιόλας αρχίσαμε να χασμουριόμαστε. ‘Κατακτήσαμε’ τη σελήνη… και λοιπόν; Και τι έγινε; Τι άλλαξε; Πόσο πιο ευτυχισμένοι, πιο πλήρεις, πιο ισορροπημένοι γίναμε; Βάλαμε ένα στοίχημα με τον εαυτό μας και το κερδίσαμε… ξοδέψαμε ένα τάνκερ λεφτά και τα καταφέραμε… πέρα που για πολλούς ήταν κι αυτό μια σκηνοθεσία… δεν το λογαριάζω… τα καταφέραμε… στις εξωτερικές δράσεις ήμασταν πάντα πολύ καλύτεροι… και στον Άρη θα φτάσουμε κάποτε και τον Γαλαξία όλο θα διατρέξουμε… και λοιπόν; Πήγαμε την κατάθλιψή μας ως τη σελήνη και τη φέραμε πίσω… το να την πάμε βόλτα και ως τις εσχατιές του σύμπαντος ποια η διαφορά;
Γιατί όμως είμαστε καταθλιπτικοί; Γιατί δεν νοηματοδοτεί και σημασιοδοτεί τίποτε τη ζωή μας; Γιατί είμαστε τόσο αυτοκαταστροφικοί;
Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι κοινωνιολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι θεολόγοι δεν μπορούν να απαντήσουν. Οι ψυχίατροι απαντούν συνήθως με φάρμακα. Δεν κοιμάσαι καλά; Πάρε αυτό… Έχεις νοσηρές σκέψεις; Πάρε αυτό… Έχεις ενοχές, σε ελέγχει ο εαυτός σου, έχεις επιθετικότητα, δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν; Πάρε αυτό, σε συνδυασμό με αυτό και λίγο απ’αυτό… 
Όμως ούτε η θρυμματισμένη ψυχική υγεία είναι η απάντηση.
Υπάρχουν ακόμα εκείνοι που πιστεύουν πως έχουμε πάρει την κάτω βόλτα επειδή τάχα είμαστε υπερβολικά ναρκισσικοί. Με δυο λόγια φταίει το εγώ. Το υπερτροφικό εγώ. Έχει γίνει του συρμού άλλωστε που σε πιάνει ναυτία. Το εγώ να γίνει εμείς. Κι άλλες τέτοιες ‘ποπ’ ψυχολογικίζουσες αδολεσχίες της πεντάρας… Από τη μια δοξολογούν τις υγιείς σχέσεις και από την άλλη υμνωδούν την αυτοπραγμάτωση… πάει να πει, να παντρευτούν δυο κολοσσιαία εγώ που να μην χωρούν στο διαμέρισμα και να πρέπει να ‘ενιδρύσουν’ και υγιή σχέση… και αν δεν σκοτωθούν στο πρώτο εξάμηνο και κάνουν και παιδιά, Κύριος οίδε τι πρόκειται να ζήσουν κι αυτά τα έρμα με τέτοιους γονείς που ‘αυτοπραγματώθηκαν’ μεν αλλά… μόνοι τους… με άλλες σχέσεις… με ελεύθερες επαφές… ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, αυτονομημένοι… λέξεις και πάλι λέξεις που γεμίζουν ‘ενδιαφέροντα βιβλία’ που αντί να τα πετάει ένα αόρατο χέρι σε κάποιο αποθέτη του σύμπαντος, τα παρουσιάζουν τιποτολόγοι εκδότες και σκουπιδολόγοι συγγραφείς με ύφος εκατό καρδιναλίων… άλλη μια σειρά εκατοντάδων σελίδων για πολτοποίηση…
Δεν ευθύνεται όμως ούτε ο αυξημένος ναρκισσισμός του μετα-νεωτερικού ανθρώπου…
Ξαναγυρίζω στην αρχή γιατί κάποιος θα πει ή θα σκέφτεται, ‘τελείωνε θέλω να δω το ματς’, ή ‘θα φτάσεις κάπου ή να πάμε για ύπνο;’ Ή και χειρότερα. Το δηλώνω από τώρα, δεν θα φτάσω κάπου… απλά γράφω… κι αν φτάσω τι σημασία έχει; Πάλι ετεροπροσδιορισμός; Από μένα περιμένει κάποιος να φτάσω κάπου για εκείνον; Δηλαδή γύρω γύρω όλοι και στη μέση η χοντρή κολώνα όπως στο τρελάδικο του ‘Εξπρές του Μεσονυχτίου’ για όσους έχουν δει την ταινία. Ο ‘τρελός’ εκεί δεν ήταν αυτός που γυρνούσε αενάως και ασκόπως γύρω απ’την κολώνα αλλά αυτός που γυρνούσε κόντρα στο ρεύμα των άλλων… ο τρελός των τρελών είναι μάλλον λογικός…
Γυρνώ το λοιπόν στην αρχή… τι είπα στην αρχή… για την ενηλικίωση, την εποπτεία… να παρατηρείς τις δράσεις σου, να έχεις επίγνωση του τι γίνεται μέσα σου, να μην σε ‘αιφνιδιάζει’ ο εαυτός σου, εσύ να τον αιφνιδιάζεις… να μην σε κοροϊδεύει ο εαυτός σου, εσύ να τον κοροϊδεύεις.
Κι ο εαυτός επειδή γνωρίζει σε χλευάζει μέσα στους αναρίθμητους αιώνες. Ξέρει την κυκλοτερή αδιέξοδη και ατέρμονη κίνηση… την ξέρει καλά και καγχάζει κάθε προσπάθεια να ‘φτάσεις’ κάπου, να ‘πραγματώσεις’ κάτι.
Ο χριστιανός έχει ως πρότυπο τον Χριστό. Άλλος ένας ετεροπροσδιορισμός. Μιμητές μου να είστε όπως εγώ του Κυρίου, λέει ο σκηνοποιός από την Ταρσό. Μην ψάχνεις τον δικό σου δρόμο, πάει να πει, υπάρχει δρόμος. Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή… το είπε κι αυτό Εκείνος. Άρα για τον χριστιανό δεν υπάρχει σπαζοκεφαλιά και τώρα που διαβάζει κουνάει το κεφάλι του και γελάει. Άλλος τον βρήκε τον δρόμο κι εγώ ακολουθώ λέει και δεν γνοιάζεται. Κι εγώ λέω πως ο Διδάσκαλος δεν είναι διδάσκαλος αν δεν αποτελεί μαγκούρα που τώρα την έχεις κι αύριο θα την πετάξεις για να αρχίσεις να περπατάς μονάχος σου. Φαντάζομαι τον Ιησού να κατεβαίνει μετά από αιώνες κι αντί για Δευτέρα Παρουσία να τα έχει πάρει πολύ άγρια γιατί δεν λένε να τον αφήσουν στην ησυχία Του. ‘Μαγκούρα ήμουν, αφήστε με επιτέλους, ποδάρια έχετε, περπατάτε!’, Τον ακούω να λέει έξαλλος.
Άλλη μια ενηλικίωση εδώ. Πνευματική. Να είσαι χριστιανός αν θέλεις κι ό,τι θέλεις να είσαι. Αλλά χωρίς μαγκούρες αδελφέ μου. Ποδάρια έχεις, περπάτα!
Πάλι στην αρχή.
Πάντα στην αρχή.
Ο τρελός των τρελών… αυτό μου μοιάζει για κλειδί…
Ή άρνηση στην ενηλικίωση… αυτό μού μοιάζει για δρόμος.
Πώς το μπορείς, πώς το καταφέρνεις, πως το επιτυγχάνεις;
‘Γίνε ο εαυτός σου’, λένε οι σοφοί, οι σπουδαίοι, οι μεγάλοι.
‘Πραγμάτωσε τον εαυτό σου’, λένε αυτοί που ξέρουν για μένα αντί για μένα.
Ο τρελός των τρελών όμως ακούει και γελάει και πάει ενάντια στη ροή… οι άλλοι πάνε δεξιόστροφα αυτός πάει αριστερόστροφα.
Όλοι πάνε στο βορρά αυτός πάει στο νότο.
Όλοι πάνε στις εκβολές αυτός αναζητά την πηγή.
Όλοι αναζητούν το φως και ανοίγουν τα παράθυρα, αυτός νιώθει πως παράθυρο είναι αυτός και μονάχα αυτός μπορεί να ανοίξει και να κλείσει… όταν θέλει, όπως θέλει… αν το θέλει
Όλοι φοβούνται τη σκιά τους… αυτός πιάνει το βουκεφάλα εαυτό του, στρέφει την πλάτη του στον ήλιο και χαμογελάει…
Ο τρελός των τρελών…
Πιάνει τα χάμουρα του α-λόγου εαυτού του και αρχίζει να καλπάζει… που; Δεν ξέρει; Για πόσο; Δεν τον ενδιαφέρει…
Ποιος είναι;
Αρνείται να ονοματίζει πια… να ορίζει, να περιορίζει, να αιχμαλωτίζει, να εγκλωβίζει…
Αρνείται να είναι ή να μην είναι…
Είναι ελεύθερος;
Ποιος ξέρει…
Είναι τρελός… έτσι λένε όλοι…

Και οι λογικοί έχουν πάντα ‘δίκιο’…


Δεκ2018

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2018

ο θεός που έκρυψε το πρόσωπό του...



Για τα περισσότερα ή πιθανώς για όλα όσα συμβαίνουν μπορεί κανείς να αποφανθεί πως επικρατεί αχλή αβεβαιότητος και σιωπή αμηχανίας. Και αναφέρομαι σε όσα κυριολεκτικώς συμβαίνουν. Πέρα δηλαδή και έξω από τη θέληση, τη βούληση ή την επιθυμία μας. Μερικά έχουν οπωσδήποτε ιχνευθεί κι ερευνηθεί ακόμη επιστημονικώς. Σημειώνουμε πρόοδο μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, αιώνα τον αιώνα. Αλίμονο, δεν είμαστε στη νηπιώδη ηλικία όπου ξύναμε τη κεφαλή μας και γουρλώναμε τα μάτια μας εμπρός στα φαινόμενα της λυχνίας πυρακτώσεως ή της φωτογραφικής μηχανής. Έχουμε κάνει 'βήματα', έχουμε περάσει το ποτάμι της θολερής άγνοιας και εξερευνούμε λίγο λίγο το Άγνωστο που πρόκειται να γίνει Γνωστό

Ο εξωτερικός κόσμος, με μια έννοια, είναι εύκολο πεδίο. Συναρπαστικό, ενίοτε επικίνδυνο αλλά τελικά ‘κατακτήσιμο’. Θέλει δε θέλει η φύση που ‘κρύπτεσθαι φιλεί’ θα γίνει εν τέλει κάποτε ολοκληρωτικά ‘δική μας’. Είναι μια δύστροπη ερωμένη, γοητευτική και άγρια αλλά που θα πάει, στο τέλος θα λυγίσει. Θα ‘πέσει’ κατά το κοινώς λεγόμενο. Θα υποκύψει. Ακόμη δεν λέει να το δεχτεί ολοκληρωτικά και σε κάποια πεδία παραμένει απροσκύνητη και ξεροκέφαλα περήφανη. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι ούτε γορίλας, ούτε μαϊμού ούτε γατόπαρδος. Ο άνθρωπος είναι ο βασιλεύς της κτήσης, είναι ο κληρονόμος, είναι αυτός που… δικαιωματικά έχει και πρέπει να έχει πρόσβαση παντού. Στα ύψη των ορέων και στα βάθη των ωκεανών. Στις τροπικές ζούγκλες ως και στις άνυδρες ερήμους. Ούτε χιλιοστό αυτού του πλανήτη δεν πρέπει να μείνει απάτητο, αχαρτογράφητο, αναφές κι απρόσιτο. Ακόμη κι αν χρειαστούν κάποιες… θυσίες. Θυσίες ανθρώπων που ανθίστανται, ζώων που εκπλήττονται, εκτάσεων που αποψιλώνονται. Θυσίες ‘πρωτόγονων’ που βλακωδώς αντιστέκονται στην επέλαση των πολιτισμένων, θυσίες ‘αγρίων’ που δεν νοούν να αναγνωρίσουν την υπεροχή των ‘ευγενών’… Αλλά και άλλες θυσίες. Θυσίες χρόνου και χρήματος ας πούμε. Αυτές είναι τελικά, πιο σοβαρές, ψηλαφητές και επώδυνες. Αυτές, ναι, τις καταλαβαίνουμε απολύτως. Θέλει θυσίες για να κατακτήσεις το ‘διάστημα’. Μερικά εκατομμύρια παιδιών που αφανίζονται από την πείνα και τις αρρώστιες ας πούμε. Όμως το Διάστημα απαιτεί θυσίες. «Αλλά το διαλέξαμε», είπε στον περίφημο και συγκινητικό λόγο του κάποτε ο JFK… πριν γίνει μακαρίτης βεβαίως… «όχι γιατί είναι εύκολο, αλλά γιατί είναι δύσκολο»…

Προσωπικώς διαφωνώ πάντως με το διάσημο πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ. Ναι, τολμώ να διαφωνήσω παρότι τον εξετέλεσαν ακροδεξιά ή ακροαριστερά καθάρματα και πέρασε στην αθανασία ως ο ‘αδικοχαμένος’ dead Kennedy… Κι έγινε και συγκρότημα… και βιβλία και ταινίες και τηλεοπτική μίνι σειρά (‘11.22.1963’). 

Και επιμένω στην αρχική μου πρόταση που υπενθυμίζω. Το εξωτερικό δεν είναι δύσκολο. Μοιάζει δύσκολο αλλά δεν είναι. Πολλά πράγματα ομοιάζουν άλλα ενώ στην ουσία τους δεν είναι… είναι αυτά που είναι και όχι αυτά που ομοιάζουν… και το εξωτερικό Τζον Φιτζέραλντ είναι εύκολο.
Γιατί είναι η τέλεια διαφυγή.

Κάθε τι έξω που γίνεται εκτός και όχι εντός είναι εύκολο. Μπορεί να το βαφτίζουν κάποιοι δύσκολο, επίτευγμα, achievement, άθλο, Έβερεστ και άλλα γραφικά. Δεν είναι. Ό,τι είναι έξω δεν έχει κορυφές. Γιατί το βλέμμα μας είναι πάντα από ψηλά. Και όταν είσαι εσύ ψηλότερα, όταν έχεις τοποθετήσει εαυτόν ψηλότερα από οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχουν κορυφές. Υπάρχουν απλά κάποιες ‘αποστολές’. Κάποια ‘καθήκοντα’. Κάποια ‘έργα’.

Και ο άνθρωπος είναι συνηθισμένος να εκτελεί περίφημα όλα τα εξωτερικά έργα. Έργα που δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ μέτοχοι του εντός. Έργα που ανήκουν στο Άγνωστο που πρόκειται να γίνει Γνωστό

Όμως… υπάρχει και ο θεός που έκρυψε το πρόσωπό του.
Υπάρχει και ο θεός που δεν γράφεται με θήτα κεφαλαίο αλλά μικρό.
Υπάρχει και ο θεός που σε περιφρονεί όταν τον πλησιάζεις ως προσκυνητής ενώ κρύβεις στην πλάτη το μαχαίρι του ασσασίνου.
Αυτός ο θεός δεν σε κοιτάζει. Δεν σε γνωρίζει. Σε απαρέσκεται. Σε αγνοεί.
Και φυσικά, δεν σε σκοτώνει.
Έχεις μάθει ό,τι μισείς να το σκοτώνεις ή να σε σκοτώνει.
Όμως ο θεός αυτός δεν μάχεται για τη ζωή του ή για το αίμα το δικό σου. Δεν θέλει αίμα, σπέρμα ή πνεύμα.
Αυτός ο θεός έκρυψε για πάντα κάποτε το πρόσωπό του.
Γιατί δεν έχει τίποτε έξω από αυτόν που να μην το περιέχει.
Γιατί όλα όσα βρίσκονται εκτός ήταν πάντοτε εντός και τίποτε δεν τον θέλγει, δεν τον γητεύει, δεν τον κλονίζει.
Η αθλιότητα, η αγριότητα, ο κυνισμός, η βαρβαρότητα.
Ο πόνος, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, η αδικία, το ψεύδος, η πλαστότητα…
Το μίσος, η τρέλα, ο κανιβαλισμός.
Η φενάκη, το κίβδηλο, το λερό, το ασήμαντο…

Όλα τα εκτός είναι εντός και στην ενότητα δεν χρειάζεται ούτε το πρόσωπο, ούτε καν το βλέμμα…

Δεν απορεί λοιπόν κανείς που τούτος ο θεός είναι παντελώς άγνωστος. Σε όλους… ή σχεδόν σε όλους…

Γιατί πρόσφατα για να πω την αλήθεια, είχα την σπάνια ευκαιρία ν’ανταμωθώ με τούτο το θεό…

Χαμογέλασα πλατιά σε ένα άγνωστο παιδί κι εκείνο έσκυψε το βλέμμα…

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2018

Το κύτταρο του Ενός



Έζησα μαζί σου
όλες τις στιγμές
από την πρώτη ως την τελευταία
οι δυο μας που είχαμε απομείνει
οι πιο μοναχικοί άνθρωποι
σε όλο το σύμπαν

χρειάστηκε η Μεγάλη Νύχτα
να μάς χαμογελάσει
για να νιώσουμε το ρίγος
να μάς διαπερνά
όπως το κρύο χτίζει ολόγυρα απ’τον άστεγο
και τον αλήτη
ένα τοίχο ευσπλαχνίας
ώσπου να τον αναλώσει

χρειάστηκε ο Μαύρος Ποταμός
να μάς βρέξει τα πόδια
για να ψελλίσουμε το αρχαίο τραγούδι
για να νανουριστούμε
μέσα στο ένυδρο χώμα
ν’αγκαλιάσουμε το κύτταρο
του Ενός
που σχίζεται στα δυο
κι ακέραιος μένει…

χρειάστηκε όλο μας το βλέμμα
για να δούμε καθαρά
ο ένας το απέραντο του άλλου
ο ένας
το πελώριο του άλλου
και η Σκιά
δεν μάς τρόμαξε ποτέ
και το Στόμα
δεν μάς γεύτηκε ποτέ…

κι εσύ έχεις δώρα
κρυμμένα καλά στις χούφτες σου
όταν χαμογελάς το ξέρω
πως συνωμοτείς ξανά με τον ήλιο
και του διηγείσαι όλα μας τα κατορθώματα
τις σκανταλιές
και τα καμώματα
και μεσιτεύεις
για μας τους δυο

τους πιο μοναχικούς ανθρώπους
σε ολόκληρο το σύμπαν…


 [στον αδερφό μου]




the knot

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2018

ὄψις ἀδήλων τὰ φαινόμενα…



Περιμέναμε να συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο.

Λέγαμε, θα το αναγνωρίσουμε πριν καν ενσκήψει, θα το ψελλίζουμε, θα το ανασαίνουμε σχεδόν… χωρίς να το γνωρίζουμε… θα έρχεται από μακριά, θα αναδύεται από βαθιά, θα μάς σκεπάσει σαν ουρανός και δεν θα το βλέπουμε… μα θα το νιώθουμε γιατί θα έχουμε ενδυθεί αυτό κι εκείνο θα έχει ενδυθεί εμάς…
Έτσι πιστεύαμε, έτσι λέγαμε, έτσι ονειρευόμασταν… κι ονειρευόμασταν συχνά… κάθε βράδυ σχεδόν κι έπειτα, όλη την ημέρα… ονειροπολούσαμε, τραγουδούσαμε, ψέλναμε ή θρηνούσαμε…
Γιατί κάτι παράξενο, κάτι μοναδικό είχε συμβεί και η αθάνατη ψυχή μας το γνώριζε… η απώλεια… το είχαμε κιόλας χάσει… κάποτε το είχαμε και το χάσαμε… ο νους δεν γνώριζε, ο νους αγνοούσε… η καρδιά το γνώριζε, η καρδιά ποτέ δεν αγνοεί ό,τι είναι φτιαγμένο από καρδιά…

Περιμέναμε να συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο. Και αυτό είχε γεννηθεί κι είχε πεθάνει ήδη. Πριν από μας. Πριν καν υπάρξει οτιδήποτε.

Πονούσαμε. Πονούσαμε πολύ που το σώμα προδόθηκε, ο νους λάθεψε… είχαμε ξεχάσει την καρδιά… ποτέ δεν ακούσαμε την καρδιά… ζούσαμε με τα νεφρά, ζούσαμε με τη σάρκα, ζούσαμε με την Μεγάλη Πνοή αλλά… όχι και με την καρδιά…
Ζούσαμε σε ένα σύμπαν ολομόναχοι και πιστεύαμε πως όλοι αυτοί τριγύρω ήταν ζωντανοί… δεν βλέπαμε… κοιτάζαμε με το νου, ήμασταν τυφλοί με την καρδιά…
Πλανηθήκαμε…

Περιμέναμε αναρίθμητες αιωνιότητες κάτι να συμβεί. Κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο.

Δεν καταδεχθήκαμε ποτέ να ‘διαβάσουμε’ τα αόρατα, τα αψηλάφητα, τα ονειρόχτιστα και σκιώδη… φοβόμασταν… φοβόμασταν να ζήσουμε.
Δεν γείραμε το κεφάλι να μετρήσουμε βήματα, να δούμε τα γεώδη, να οσμιστούμε τα χοϊκά… ήμασταν ψηλά εμείς, ήμασταν αιθέριοι, υψιπέτες, επηρμένοι…
Δεν δώσαμε σημασία στα σημεία, στους οιωνούς, στα δρώμενα των ιερών ωρών, των μεγάλων ημερών… ήμασταν επιστήμονες εμείς και επιστατούσαμε το στέρεο, το κραταιό, το έμπεδο, το ακλόνητο.

Περιμέναμε κάτι να συμβεί, κάτι θαυμαστό και μεγάλο.

Και ήρθαν οι εποχές που μάς προσπερνούσαν οι θύελλες, μάς περιφρονούσαν οι κεραυνοί, μάς διαπερνούσαν οι φλόγες… κι εμείς ανέγγιχτοι, ακέραιοι, αλώβητοι στεκόμασταν και ανώλεθροι και απορούσαμε…
Απορούσαμε και θρηνούσαμε… θρηνούσαμε γιατί δεν πεθαίναμε.
Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε…
Και τότε καταλάβαμε, τότε κατανοήσαμε…

Εκείνο που περιμέναμε, ήταν ο θάνατος κι αυτός δεν ερχόταν.

Ζούσαμε πεισματικά, ζούσαμε σαν από θράσος.
Ζούσαμε όχι από τόλμη αλλά από αναίδεια και οίηση.
Ζούσαμε όχι γιατί το αξίζαμε, γιατί το’χαμε κερδίσει.
Ζούσαμε σαν από λάθος, σαν από κοσμικό σφάλμα… σαν από… συμπαντική παραγνώριση…

Μάς είχαν ολότελα ξεχάσει!
Και ο πανικός μάς τύλιξε και ο τρόμος πως θα ζήσουμε αιώνια περιμένοντας εκείνο που ποτέ δεν θάρθει.
Να είμαστε ολοζώντανοι και όμως ξεχασμένοι.
Νεκροί ζωντανοί που περιμένουν επιτέλους μια συμπόνια.
Ένα βλέμμα καταδεκτικό, ένα τρυφερό χάδι του Αχανούς.

Ζωντανοί που λησμονήθηκαν στην αέναη περιδίνηση μιας αόρατης θύελλας.
Ζωντανοί που δεν μπορούν πια να γευτούν, να ερωτευτούν, να αγγίξουν, να βιώσουν…
Ζωντανοί υγιέστατοι και θαλεροί, ακμαίοι και ρωμαλέοι που ικετεύουν τον Άδη να τους σπλαχνιστεί.

Ζωντανοί που ως και ο θάνατος τους γύρισε την πλάτη.

Περιμένουμε κάτι να συμβεί.
Κάτι μεγάλο.
Κάτι θαυμαστό…

Κι όχι πια γύρω μας…
Δεν θα έρθει από μακριά… δεν θα μάς τυλίξει σαν ουράνιο σεντόνι…

Γιατί αυτό γεννιέται μέσα μας…
και μέσα μας πεθαίνει…


Stairway in the alley

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2018

Η παραμυθία της ‘φυσιολογικότητας’…



Ε
πιστρέφω, υπό νέες συνθήκες σε ένα ζήτημα που με έχει απασχολήσει έντονα και το άγγιξα απλώς σε μια παλαιότερη ανάρτηση στο ιστολόγιο αυτό (Η ‘φυσιολογικότητα’ ως δι-ελιγμός επιβίωσης...).
Δεν άλλαξαν πολλά από εκείνη την ‘εποχή’… ήρθαν τα πάνω κάτω, απλώς… κι όμως, στην ουσία λίγα άλλαξαν… Και ο πιο φανατικός ηρακλείτειος αναγνώστης αυτών των αναρτήσεων θα συμφωνήσει πως ακόμη και η πιο τεκτονική αλλαγή δεν μπορεί να αλλάξει κατ’ουσίαν τίποτε εάν δεν επισυμβεί αυτό που ονομάζω ‘θραύση της φυσιολογικότητας’… κι αυτό είναι ο πυρήνας, τελικά, όλων των αλλαγών… κάτι θραύεται για να υπάρξει στη θέση του κάτι άλλο… άθραυστο εισέτι…
Το παράδοξο είναι πως η φυσιολογικότητα δεν έχει καμία χρεία υπερασπιστών παρότι είναι αυτή που ‘βιάζεται’ συνεχώς… Υποστηρίζω την άποψη ότι η μη αναγκαιότητα εύρεσης υπερασπιστών εδράζεται στο έδαφος της διάχυσής της σε όλες δράσεις του ανθρώπου. Και επίσης επειδή η φυσιολογικότητα αποτελεί φορέα παρηγορίας και παραμυθίας. Ο άνθρωπος καταφεύγει στη φυσιολογικότητα ακόμα και όταν θέλει να αποδράσει απ’αυτή την ίδια. Είναι μια ενδοστρεφής εαυτική προβολή –που θεωρώ ότι συνάπτεται με μια άλλη αρχαιότερη δράση, αυτή της κατασκευής του μυθικού κόσμου.
Η ‘από-υποστασίωση’ του ‘πραγματικού’ κόσμου είναι βασικός άξονας της παρηγορίας. Αυτό που συμβαίνει εκεί έξω ‘δεν είναι’ και συνεπώς δεν μπορεί να μας πληγώσει. Από την άλλη, σε καθαρά ψυχολογικό πεδίο, δεν γνωρίζω ακριβώς ‘τι είναι’ και συνεπώς δεν υφίσταται πυρήνας οδύνης. Παρόλα αυτά, οδύνη βιώνεται και εμπειρώνεται και αποτελεί παράγοντα ανάσχεσης κάθε περαιτέρω ‘εξελικτικής’ δράσης του οργανισμού. Μια αληθινή, πυρηνική αντινομία, πάει να πει.
Επαγωγικά θα μπορούσε να υποθέσει κανείς –αυτό προς μελέτη- πως ο οργανισμός –ο περίφημος ‘όλος’ εαυτός- καταφεύγει στην επισφάλεια της φυσιολογικότητας. Είναι μια κίνηση κυκλοτερής –τι άλλο;-, εαυτο-συντονική –οπωσδήποτε- όμως λυτρωτική.
Ωστόσο, ακόμα και αν εμβαθύνει κανείς στους ‘μηχανισμούς’ –ή τη λειτουργική αλληλουχία δράσεων- της παρηγορίας της φυσιολογικότητας, δεν μπορεί να αποδράσει με κανέναν τρόπο από αυτή. Στο κάτω κάτω αποτελεί έναν ‘δι-ελιγμό επιβίωσης’ όπως έγραφα στην παλαιότερη ανάρτησή μου. Και ό,τι δικαιώνεται από τον οργανισμό ως εργαλείο επιβίωσης και συνέχισης –ακόμη και μέσα από το ‘τραύμα’- υποστηρίζεται, γίνεται αποδεκτό και τελικώς αφομοιώνεται στον ‘όλο εαυτό’. Δεν είμαι βέβαιος αν αποτελεί πλέον και οργανικό τμήμα της περίφημης ‘αυτό-αντίληψης’ ή ‘αυτό-εικόνας’. Αυτό είναι ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια της συγκεκριμένης μικρής πραγμάτευσης.
Σε κάθε περίπτωση αισθάνομαι πως εκείνο που κάνει ανάγλυφη την αναγκαιότητα της φυσιολογικότητας είναι η εμφάνιση της ‘απειλής’ εναντίον της συνοχής και ‘αλήθειας’ της. Ο εαυτός έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια ένταξης μιας τέτοιας θεώρησης στην περιοχή των ‘πραγματικών’ λειτουργιών. Κι αυτό δεν τον κλονίζει στο παραμικρό, Ο εαυτός γνωρίζει πως και η φυσιολογικότητα ‘δεν είναι’ όμως την νοηματοδοτεί ως ‘αλήθεια’ και την αξιοδοτεί ως ‘αναγκαία αλήθεια’. Κοντολογίς, δίχως αυτήν δεν μπορεί να επιβιώσει, δηλαδή να εξασφαλίσει –έστω και μια τραυματική- συνέχειά του.
Τούτο κατανοείται ίσως καλύτερα με την εικόνα ενός στρατιώτη που βρίσκεται ‘παγιδευμένος’ σε ένα χαράκωμα και δειλιάζει να εξέλθει στην ανοιχτή έκθεση στα πυρά του ‘εχθρού’. Κάποια στιγμή ‘κατασκευάζει’ μια ασπίδα, μια ‘θωράκιση’, τη ‘φοράει’ και το ηθικό του ανορθώνεται. Οι ‘μαγικές’ ιδιότητες που αποκτά η θωράκιση αυτή ομοιάζουν με την παραμυθιακή και ανακουφιστική δράση της φυσιολογικότητας. Εξερχόμενος του χαρακώματος, δέχεται τα απανωτά πυρά του εχθρού αλλά εφορμά με την πεποίθηση πως είναι πλέον απρόσβλητος. Η κατασκευή αυτής της θωράκισης έχει πολλαπλά οφέλη. Κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα όμως. Το τέλος είναι αναμενόμενο, γνωστό. Ο στρατιώτης θα ‘πέσει’ τελικώς όμως εκεί υπεισέρχονται και οι μαγικές θεωρήσεις, οι αρχαϊκές θεωρήσεις του εαυτού για τη ζωή και το θάνατο. Δεν έφταιγε η ανεπάρκεια της ‘θωράκισης’. Είναι κάτι άλλο, πολύ βαθύτερο και υπέρ-λογο που ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναμετρηθεί μαζί του.
Μπορεί να μην είναι εφικτό να αποδράσει κανείς από το Μεγάλο Στόμα όμως όσο η φυσιολογικότητα παραμένει απρόσβλητη και κατ’ουσίαν άθραυστη, η συνέχιση του εαυτού εξασφαλίζεται.

Και ας μην γελιόμαστε… ακόμα κι ένα επισφαλές και καταθλιπτικό χαράκωμα είναι απείρως προτιμότερο από το ‘ανοιχτό’ πεδίο όπου η ακύρωση του εαυτού και η παύση κάθε λειτουργίας –αυτό που αποκαλούμε θάνατο- είναι μια βεβαιότητα ακλόνητη, τρομακτική και… μη διαχειρίσιμη…