Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2018

Η 'φυσιολογικότητα' ως δι-ελιγμός επιβίωσης...




Η
φαντασίωση της ‘φυσιολογικότητας’ δεν είναι μια ακόμα κατασκευή, ένα ‘πρότζεκτ’ ή μια δράση του εαυτού δίκην οχυρωματικού υπερ-έργου για την προστασία του από τον εξωτερικό ‘εχθρό’. Είναι βεβαίως και αυτά. Αλλά είναι κάτι περισσότερο. Η φυσιολογικότητα είναι η απόλυτη δια-φαντασιωτική δράση που, στην ουσία, επαν-αρχετυπώνει όλες τις προσληφθείσες ‘πραγματικότητες’ και τις ενοποιεί σε μία. Αυτή η μία πραγματικότητα αρκεί και αποτελεί τον μόνο εξωτερικό εχθρό για τον οποίο οργανώνεται σε όλη του τη ζωή ο εαυτός.

Πρόκειται για τον ύστατο και μεγαλειώδη ελιγμό επιβίωσης του εαυτού. Ένας δι-ελιγμός. Δηλαδή μια εσωτερική και διαδραστική οργάνωση με όλα τα συστήματα και υποσυστήματα του εαυτού αλλά και με το υπό όρους, δηλαδή εμπροϋπόθετα Άγνωστο που ενδέχεται να γίνει γνωστό.

Πιστεύω πως αυτή η εκπληκτική υπερ-κατασκευή που αγνοώ πότε εκκινεί αλλά είμαι βέβαιος πως δεν ολοκληρώνεται ποτέ –αλλιώς θα είχε επιτευχθεί η βιολογική αθανάτιση όλων των συστημάτων που φθείρονται και θνήσκουν- είναι και ο λόγος που ο άνθρωπος αφομοιώνεται τελικά στην εργώδη προσπάθειά του να μην αφανιστεί και αγνοεί όλα τα υπόλοιπα που επισυμβαίνουν στο στερέωμα της ύπαρξης αλλά και κάτω από τα πόδια του, στον ‘μέλαινα ποταμό’ της ύπαρξης. Ο άνθρωπος από την αρχή ως το τέλος επιδίδεται σε μια αγωνιώδη και αγχωτική οικοδομική δραστηριότητα όλου αυτού του οχυρωματικού υπερ-έργου και όταν, κάποτε, αποκαμωμένος σταματά, επέρχεται η αλήθεια του θανάτου.

Ο θάνατος, υπό μια έννοια του συμβαίνει ακριβώς λόγω της θραύσης της φυσιολογικότητας. Ακριβώς όταν έχει επαν-αρχετυπωθεί ο θάνατος, τότε είναι που συντρίβει τον άνθρωπο σε όλα του τα επίπεδα. Η φυσιολογικότητα δεν ανήκει στο Αχανές και γι αυτό δεν μπορεί να αρχετυπωθεί. Δεν έχει σχέση με αυτά τα πεδία. Η αλήθεια όμως έχει και γι αυτό είναι σχεδόν αδύνατον να βιωθεί.

Ας το θέσω με πιο απλούς όρους.

Ο λόγος που δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να αντιμετωπίσουμε αλλά και να εκφράσουμε την αλήθεια είναι ο ίδιος που μας δυσκολεύει να αποδεχθούμε το θάνατο. Ότι η αλήθεια όπως και ο θάνατος απειλούν τη ‘φυσιολογικότητα’. Όταν βρισκόμαστε σε έναν καταιγισμό ‘φυσιολογικών’ καταστάσεων, ο αιφνιδιασμός της τρομακτικότητας της αλήθειας μας σοκάρει και μας είναι αδύνατον να την αρθρώσουμε. Ο θάνατος, η τρομερότερη αλήθεια από όλες δεν μπορεί να μπει στη ‘φυσιολογικότητα’ που ‘υπάρχει’ γύρω μας. [άσχετο εάν εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες και οι εφαρμοστές μηχανικοί του πρότζεκτ]. Παραμένει μια ποιητική έννοια, μια μεταφορά, ένα μόρφωμα που ‘υπάρχει κάπου εκεί πέρα και με το οποίο θα ασχοληθώ κάποια στιγμή’.

Ας το δούμε ακόμη πιο οικειωτικά. Βλέπουμε μια αστυνομική ταινία, ας πούμε. Ο ένοχος που έχει κάνει κάτι τρομερό και αδιανόητο για τη δική του φυσιολογικότητα (σπίτι, δουλειά, παιδιά, σύζυγος, διακοπές, Χριστούγεννα, κλπ) δεν μπορεί να εντάξει το φονικό σε αυτήν. Όταν τον ρωτούν δεν μπορεί να το παραδεχθεί, να το ομολογήσει. Πρώτα θα αποκαλυφθεί και μετά θα ομολογήσει. Η βαρύτητα της φυσιολογικότητας είναι τόσο δυνατή που τον παρασέρνει.

Ο Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και Τιμωρία ίσως εμβάθυνε περισσότερο από όλους. Η ίδια η φυσιολογικότητα ανάγκασε το Ρασκόλνικοφ-φονιά να ομολογήσει. Η θράυση της φυσιολογικότητας επέφερε και τη δική του. Η κατάρρευσή του προυπήρχε. Ή φυσιολογικότητα όλων των άλλων μεγέθυνε το έγκλημά του τρομακτικά. Το έκανε να μοιάζει έργο ενός άλλου όντος. Όταν σκότωνε όμως όλα αυτά δεν υπήρχαν μέσα του. Εκεί υπήρχε μια άλλη φυσιολογικότητα.

Φαίνεται σχεδόν κωμικό, ασύμβατο με αυτή τη φυσιολογικότητα πως θα συμβεί κάτι τόσο αμετάκλητο που θα την διακόψει. Ο θάνατος δεν εντάσσεται σε κανένα σύστημα ‘καθημερινής φυσιολογικής ζωής’. Δεν συμβαίνει κάθε λεπτό ολόγυρα, δεν πεθαίνουν στο δρόμο συνεχώς άνθρωποι, δεν εξοικειωνόμαστε μαζί του παρά μονάχα τον αντιμετωπίζουμε ‘όταν ερθει η ώρα’ ή ως βιο-φιλοσοφικό διανόημα…

Τι θα συνέβαινε αν όλη αυτή η φυσιολογικότητα ήταν διαφορετική;

Γιατί δεν είμαστε οι μόνοι ‘μηχανικοί φυσιολογικοτήτων’.

Σε ένα νεκροταφείο όπου φυσιολογικότητα είναι ο θάνατος, δεν είναι κωμικό να ισχυρισθείς πως ζεις; Πως έχεις όνειρα, κάνεις έρωτα, σου αρέσει το παγωτό ή πονάει ένα δόντι σου; Δεν είναι κόντρα στην… ταφική φυσιολογικότητα όλο αυτό;

Σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποια είναι η φυσιολογικότητα;

Στο ασυνείδητο [αν υφίσταται] ποια είναι;

Μήπως ανάστροφη από αυτή του συνειδητού;

Ο Ρασκόλνικοφ δεν μπόρεσε να εντάξει το δικό του ελιγμό στον μέγα δι-ελιγμό και γι αυτό έμεινε εντελώς μόνος. Ο φονιάς όπως και ο ποιητής, ο τρελός ή ο ξένος –ο ανοικείωτος- βιώνει μια άλλη κατάσταση, στις σκοτεινές περιοχές του Αχανούς. Η ενέργεια εκεί είναι τρομακτική και εύκολα συντρίβεσαι. Όταν το οχυρωματικό σου υπερ-έργο καταρρεύσει από μια αιφνίδια δράση, είσαι καταδικασμένος. Φωτίζεσαι για μια στιγμή και αφανίζεσαι αμέσως…

Τέσσερις το πρωί διαβάζω Λόρκα



Μην σου φανεί παράξενο
για μένα τίποτε δεν πέθανε
και όλα είναι ζωντανά
κάθε στιγμή

λέω πως οι ιχνευτές μου δεν γύρισαν ακόμα
από τον άγνωστο λειμώνα που τους έστειλα
λέω πως οι φύλακες του ιερού μας
δεν έγιναν νεκραγωγοί
και σπαταλούν ήλιο και αιώνες
όσο τους κάνει ακόμα κέφι
να σε αναπαριστούν στο χώμα

τέσσερις το πρωί διαβάζω Λόρκα
Θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο των μήλων…
θα ξημερώσει πάλι
όλα όσα κρύβονταν
ψηλαφητά θα γίνουν πάλι
κι όλα όσα έζησαν μια νύχτια δόξα
θα μπουν ξανά βαθιά στην αγκαλιά μου

τέσσερις το πρωί διαβάζω Λόρκα
…θέλω να ζήσω μ'εκείνο το σκοτεινό παιδί
πούθελε την καρδιά του να σταματήσει
στη θάλασσα την ανοιχτή.

λέω πως το κάστρο μου είναι ακόμα στέρεο
είμαι ακροβολισμένος όπως πάντα
στην ανατολική μου έπαλξη
σε περιμένω
οι αισθήσεις μου πανηγυρίζουν
γιορτάζουν στη βοή της νύχτας
και το αχανές σαλεύει ολόγυρα
σαν μεθυσμένο ερωτικό σεντόνι

και δεν ψελλίζω
ούτε κρατιέμαι απ’το ελάχιστο
γίνεται ο χρόνος μεθεκτός
και τον αρνούμαι
ενεργός με θράσος
κι ακέραιος
είμαι
συντροφιά με την αρχαία Αναπνοή… 

μαρ2018


Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2018

Παρουσία...



Ο
πατέρας πάντοτε φεύγει.
Εγώ πάντοτε του φωνάζω και δεν ακούω τη φωνή μου. Έχω την αγωνία της κραυγής μου, την παραμόρφωση στο πρόσωπο, το μορφασμό, το τέντωμα στο στήθος. Ξέρω ότι θα φύγει, όπως κάνει πάντοτε. Όμως, εγώ του φωνάζω.
Θέλω να τον κρατήσω;
Θέλω να τον κάνω να με δει;
Ο πατέρας με ακούει, το ξέρω. Δεν χρειάζεται τον ήχο της φωνής μου. Δεν χρειάζεται κανέναν ήχο, καμιά δόνηση, καμιά ένταση. Με ακούει και δεν μου γυρνά ούτε ένα βλέμμα. Σα να βιάζεται. Πάντοτε βιάζεται και πάντοτε φεύγει.
Είναι όπως όταν αποχωρίζεσαι έναν αγαπημένο φίλο μετά από μια τραυματική συνάντηση. Ειπώθηκαν πολλά κι όμως αρκούσαν πολύ λιγότερα για να σκοτώσει ο ένας τον άλλο. Κι ο αποχωρισμός έχει ανάστημα και σκιά και πόνο. Αλλά έχει και χαρά. Δεν ήθελες πραγματικά να σκοτώσεις κανέναν. Ήθελες απλά να είσαι εκεί. Ορατός, ψηλαφητός, σαρκικός. Όχι με τη σκέψη ή το πνεύμα σου. Καμιά παράξενη ενέργεια, κανένας απροσδιόριστος καημός. Καμιά ανάσα.
Παρουσία…
Είναι όπως όταν αποχωρίζεσαι έναν αγαπημένο μετά από μια αιματηρή συνάντηση.
Ήταν αιματηρή, βέβαια… μα μην ξεχνάς, ήταν συνάντηση
Μη βλέπεις εκείνο που διαλύεται στο τέλος της, κράτα το μεγαλείο της παρουσίας όσο εκείνη υπήρχε…
Κράτα το δώρο κι ας λείπει εκείνος που στο χάρισε…
Το φως που πάλλει κι ας χάθηκε η πηγή του… αλλόκοτο…
Παρουσία…


Μαρ2018

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2018

γίνε ο κανένας κι ελευθερώσου…


Ο Πολύφημος δεν σου είναι άγνωστος.

Δεν τον γνώρισες ξαφνικά. Δεν σε αιφνιδίασε ποτέ.

Ο Πολύφημος είναι το αρχαίο πεδίο που σε φιλοξενεί από τη γενέθλια αυγή σου. Σπηλιά και βράχος, μήτρα και τάφος. Είναι οι γονείς και ο αδελφός σου.

Ο Πολύφημος σε θεωρεί όντας ολόκληρος ένας παλλόμενος οφθαλμός… δεν σου δίνει το χέρι γιατί τα χέρια σου δεν μπορούν να ψηλαφήσουν παρά μονάχα τοίχους φυλακής… στη στενόχωρη γεωμετρία της ειρκτής σου, δεν χρειάζεσαι ούτε χέρια, ούτε οφθαλμούς… χρειάζεσαι τον ιδρώτα της σκέψης και το στερέωμα είναι ασύνορο… εσύ όμως είσαι πεπερασμένος…

Η ειρκτή σου είναι σώμα και σήμα… είναι σταθμός και οδός… είναι σημείο και πέρασμα… είναι λίκνο και μνήμα… Σε γνωρίζει… έχει το σχήμα σου… έχει την ανάσα σου να δροσίζει τους τοίχους, έχει τους φόβους σου να λερώνουν το χώμα… το σκοτάδι σου… ακόμα κι αυτό γνωρίζει… είναι το οικείο που γεννήθηκε μαζί σου…

Η σπηλιά του Πολύφημου… η προσωπικότητα που σε αιχμαλώτισε… το μεγακυδές εγώ σου… το μεγαλαυχές λαρύγγι σου… το κυκλώπειο στομάχι σου… εσύ είσαι ο Κύκλωπας και δεν χωράς σε τούτο το σπήλαιο. Εσύ ήσουν πάντα ο Πολύφημος. Σκότωσες τους συντρόφους σου έναν προς έναν και η πείνα σου μεγαλύνθηκε αντί να κορεστεί. Εσύ είσαι που ψάχνεις τώρα τον τρόπο να γλιτώσεις από εσένα

Σκοτώνεις τον Πολύφημο, τον Μεγάφημο, τον πολύσημο, τον σπουδαίο εαυτό σου και ελευθερώνεσαι… γίνε ο κανένας αν έχεις τα κότσια κι ελευθερώσου… γίνε ο κανένας και τρέξε…