Παρασκευή, Μαΐου 20, 2022

Missing...

 

Υπάρχει λοιπόν

ένα μυστικό μονοπάτι

μια ατραπός στενή και αθέατη

εσύ καλά τη γνώριζες

και την περπάτησες ώσπου στο τέλος της

σε καλωσόρισαν τα αιώνια όντα του Φωτός

εσύ καλά τη γνώριζες

δεν στραβοπάτησες

δεν λοξοδρόμησες

δεν είχες βλέμμα για το ταπεινό

εσύ καλά τη γνώριζες

και με ένα απλό χαμόγελο

κοιτούσες πάντα όταν σε καλούσαν

απλό

όπως το πρώτο βήμα του ανθρώπου

στην περπατησιά του

οδεύοντας προς το χαμό του

περήφανα

οδεύοντας προς εκείνα τα πλάσματα

του άκτιστου φωτός

που

τι παράξενο

λάμπει και φωτίζει σαν ήλιος

κι όμως

δεν σε καίει!

 

σου αφιερώνω αυτό το συγκλονιστικό θέμα

από έναν καλλιτέχνη που τόσο αγαπούσες

και που νιώθω πως πια θα κάνετε καλή συντροφιά

 



Παρασκευή, Μαΐου 13, 2022

να μπορείς να φύγεις αλλά να μένεις...

 


Θ
υμάμαι ακόμη εκείνη την παγωμένη ημέρα στο ορεινό χωριό στα νότια της Αρκαδίας. Είχε προκύψει μια επείγουσα υψομέτρηση και αποτύπωση μιας χάραξης οδοποιίας που είχε προβλήματα. Κι έπρεπε να γίνει αυθημερόν. Ξεκινήσαμε νύχτα από το γραφείο για να φτάσουμε ξημέρωμα στο χωριό. Και πιάσαμε δουλειά αμέσως. Αρχίσαμε από ψηλά, ο συνάδελφός μου κι εγώ και κατεβαίναμε τον φιδωτό δρόμο. Στόχος ως το τέλος της μέρας να έχουμε φτάσει εκεί που η χάραξη συναντούσε το δημόσιο δρόμο. Κάπου στη μέση της διαδρομής, υπήρχε ένα μικρό χωριό. Έρημο, σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Αναζητήσαμε κάποιο καφενείο για λίγο νερό και κάτι να φάμε και μας υποδέχθηκε ένας γέροντας που καθόταν σε ένα παγκάκι κάτω από έναν θεόρατο πλάτανο.

Η σκηνή ήταν για κινηματογράφηση. Ένας μοναχικός υπέργηρος κάτοικος ενός χωριού – φαντάσματος που καθόταν στο παγκάκι μέσα στο κρύο. Τον πλησίασα κουβαλώντας το όργανο και κάποια εργαλεία. Δίπλα μου ήταν ο συνάδελφος με τον τρίποδα και το ακόντιο.
«Γεια σας», του είπα και μου ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα πλατύ χαμόγελο.
«Ήρθατε για το δρόμο ε;», με ρώτησε και σηκώθηκε. «Πάμε στο σπίτι, να δείτε τη γυναίκα», μου είπε μετά και κοίταξα με νόημα το φίλο μου.
«Λίγο νερό θα θέλαμε μόνο και θα συνεχίσουμε, πρέπει να τελειώσουμε απόψε και…»
«Πάμε, πάμε», είπε και ήδη είχε προηγηθεί.
Τον ακολουθήσαμε. Προσπέρασε δυο τρία σπίτια κι άνοιξε μια παμπάλαια πόρτα και μπήκε στο δικό του. Στο ζεστό εσωτερικό με το τζάκι αναμμένο νιώσαμε να ξαναβρίσκουμε την επαφή με τον εαυτό μας. Είχαμε ξεπαγιάσει τόσες ώρες στο βουνό και δεν το είχαμε αντιληφθεί.
Η κυρά του εμφανίστηκε αμέσως. Μας είχε δει να ερχόμαστε και έφερε ένα δίσκο με κρασί και μεζέδες.
«Μην πιούμε πολύ, έχουμε άλλο τόσο ως κάτω», είπα αλλά το κρασί ήταν υπέροχο και οι μεζέδες οι νοστιμότεροι που είχα δοκιμάσει στη ζωή μου.
Με το κρασί και το κρέας δεν υπάρχει τίποτε ιδανικότερο από μια ωραία συζήτηση. Αποφασίσαμε να μην βιαστούμε τελικά. Το κρύο συνηγορούσε σε μια τέτοια απόφαση. Ήξερα το φίλο μου. Λίγο ακόμη και θα τον έπαιρνε πάνω στο τραπέζι. Εγώ όμως ήθελα να μιλήσω με τους μοναχικούς αυτούς ανθρώπους που τους έβλεπα σαν ακρίτες, σαν φύλακες ενός συνοριακού, μακρινού φυλακίου.

Το κρασί κατέβαινε εύκολα και η συζήτηση σε λίγο πήρε τις μόνες διαστάσεις που αξίζουν. Αυτές της εξομολόγησης. Το ηλικιωμένο ζευγάρι δεν είχε αφήσει ποτέ το χωριό για να πάει οπουδήποτε. Όλη τους τη ζωή είχαν ξοδέψει στο μικρό χωριό τους βλέποντας τα ίδια δέντρα, τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες εικόνες με την αδιάκοπη εναλλαγή αμέτρητων εποχών.
«Κάποτε είχαμε σχολείο εδώ, παιδιά, φασαρία… ίσαμε 600 ψυχές… σήμερα, να, όσους μετράς εδώ…» είπε ο άντρας και χαμογέλασε πικρά. Η γυναίκα του δεν μιλούσε. Σιωπηλή κοιτούσε τη φωτιά και πότε πότε άλλαζε το κρασί ή μας ρωτούσε αν θέλαμε και κάτι άλλο.
Ο φίλος μου δεν άντεξε και κούρνιασε στο μπαουλοντίβανο. Σε δευτερόλεπτα άκουγα το ροχαλητό του.
«Και είσαστε μαζί… όλα αυτά τα χρόνια…» είπα.
«Εξήντα χρόνια!», μίλησε για πρώτη φορά η γυναίκα προλαβαίνοντας τον άντρα της.
«Εξήντα δυο», τη διόρθωσε εκείνος.
Σοκαρίστηκα όταν άκουσα το νούμερο.
«Εδώ, πάντα μαζί…»
«Και μη τη βλέπεις έτσι… κι εμένα… ούτε να με φτύσεις δεν είμαι, έ;», μου είπε ο γέροντας και γέλασε. «Αυτήν όμως… αυτήν έπρεπε να δεις… αυτήν… πως ήταν τότε… πώς κατέβαινε ο λαιμός της…», είπε με μια αποστροφή όχι μονάχα ποιητική αλλά και εξόχως αισθαντική… αυτό το ‘κατέβαινε’ είχε μέσα του την πιο ‘γλυπτική’ περιγραφή που είχα ακούσει. Και τον έκανε για λίγο να σαστίσει καθώς ταξίδεψε σε κείνη την εικόνα που τον αναστάτωνε.
«Χαραμίστηκε μαζί μου… αυτό σου λέω…»
Χαραμίστηκε… η λέξη κόλλησε στο κεφάλι μου.
Η γηραιά οικοδέσποινα δεν μιλούσε.
«Μα όμως δεν ήταν αλλιώς να γίνει», είπε ξαφνικά.
Την κοίταξα με μεγάλη προσοχή.
«Τι θέλετε να πείτε;», τη ρώτησα και το μετάνιωσα. Είχα γίνει αδιάκριτος.
«Η ευθύνη… αυτή να… τα σκέπασε όλα…» είπε η γερόντισσα και αισθάνθηκα ένα ρίγος.
«Η ευθύνη
«Πώς ο ένας να ξυπνήσει και ο άλλος να μην τον νιώθει δίπλα του; Πώς εκείνος να φύγει και μέχρι να πάει στη γωνιά να μην με σκεφτεί εμένα; Πώς αυτός να μπορεί να φύγει αλλά να μένει;»
Είχα σταματήσει να τρώω και να πίνω και απλά την άκουγα. Ο σύζυγός της νομίζω είχε αυτή την υγρασία στα μάτια που επιτρέπουν οι μεγάλοι άντρες στον εαυτό τους χωρίς να ντρέπονται.
 Η γυναίκα ήθελε να πει. Ήθελε να μιλήσει. Ήθελε να ακουστούν όσα είχε αποθησαυρίσει ως πανάκριβη σοφία ζωής.
«Κι αν δεν είχαμε το διάολο μέσα μας; Όμως… αυτό λέω… κι ας μ’ακούσουνε τα ροκανίδια… να μην περάσει ο ήλιος μια μέρα και να σκοτεινιάσει χωρίς ν’ακούσω τη φωνή του… λέω θα έχω την ευθύνη εγώ… γιατί δεν γίνεται αλλιώς… τον δρόμο δεν αντέχεις να τον ανεβείς αλλιώς…», είπε την τελευταία της φράση και γύρισε για μοναδική φορά και με κοίταξε… Για μια στιγμή είχε ακινητοποιηθεί ο χρόνος, είχαν σωπάσει όλα και άκουγα την ανάσα μου βαριά και το αίμα να βροντάει στις φλέβες μου. Το σκηνικό ολόγυρά μου είχε εξαφανιστεί και ένιωθα πίεση στ’αυτιά μου καθώς οι λέξεις χώνονταν μέσα μου μια μια και με πονούσαν… με πονούσαν όμορφα όμως…
«Άντε, να φέρω κανά μεζέ ακόμα», είπε ύστερα και το σκηνικό ξανάγινε αυτό που ήταν μονομιάς κι εγώ πέρασα σε φάση αποσυμπίεσης… Συνήλθα, ξύπνησα τον συνάδελφό μου, ευχαριστήσαμε τους ανθρώπους για την θεσπέσια φιλοξενία και βγήκαμε ξανά στο απογευματινό ψύχος να συνεχίσουμε απρόθυμα τη δουλειά.
«Τι λέγατε τόση ώρα;», μου είπε κάποια στιγμή ενώ χασμουριόταν μεγαλοπρεπώς.
«Διάφορα», είπα για ν’αποφύγω την απάντηση και περπατούσα επηρεασμένος βαθιά από όσα είχα ακούσει, όσα είχα νιώσει και δούλευαν ήδη μέσα μου.
«Που τη βρίσκεις την όρεξη για πάρλα ρε φίλε;», μου είπε ξανά κάποια στιγμή. «Εγώ ευχαρίστως θα κοιμόμουν ως το βράδυ σε αυτή τη ζέστη… δίπλα στο τζάκι… φαί, πιοτί… τέλεια ήταν»
Δεν είπαμε άλλα. Ριχτήκαμε στη δουλειά καθώς είχαμε αργήσει. Μας πήρε το βράδυ για να ολοκληρώσουμε όλη τη χάραξη.

Και όταν γυρίσαμε μετά από ώρες κατάκοποι στην Αθήνα, έτρεξα στο σπίτι, παράτησα τη τσάντα μου στο κρεβάτι, άνοιξα το σημειωματάριο για να αποτυπώσω κάποιες σκέψεις που με τυραννούσαν. Ό,τι προλάβαινα, ό,τι κατάφερνα να σώσω…

Σχετιζόμαστε… Το ότι σχετιζόμαστε… Οι σχέσεις… Το μεγάλο αίνιγμα, το μεγάλο σκάνδαλο και μαζί το μεγάλο θαύμα… Τι μεταβολίζει το δηλητήριο σε δροσερό νερό; Και το αντίστροφο… ποια είναι η απάντηση; Πώς ο μοναχικός αχνίζοντας εαυτός επιτρέπει την κοινωνία με τον άλλο; Πέρα απ’την απόλαυση, πέρα απ’τις ηδονές, πέρα απ’τις χαρές και τις λύπες… πώς αντέχεται τούτη η δοκιμασία για 20 ή 30 ή 60 χρόνια;

Το ότι επιβιώνουμε, το ότι λαχταράμε αυτή την περιπέτεια που φτάνει ως την εξόντωση και το ότι μέσα από αυτή αποκτούμε ίσως, αν είμαστε τυχεροί και ικανοί, την μέγιστη αρετή από όλες:  να γίνουμε όντα ευθύνης



φωτο: http://e-parembasis.blogspot.gr/

Τρίτη, Μαΐου 03, 2022

Ενδοχώρα

 


Ο Κήπος της Τρυφής

Δεν υπήρξε Ημέρα που να γεννηθεί χωρίς την προσδοκία της Νύχτας.
Μέσα από την Ημέρα ψηλαφούμε τα ίχνη Σου.
Μέσα από τη Νύχτα φιλοτεχνούμε το μύθο Σου.
Ο ημέριος λογισμός μας μοιάζει με διστακτικό βηματισμό νηπίου προ της στερέωσής του.
Ο νύχτιος λογισμός έγινε η αναπνοή του είναι μας.
Την ημέρα δεν ακούμε την καρδιά μας καθώς ο νους φωνασκεί και επαίρεται. Θορυβεί και μεγαλαυχεί.
Τη νύχτα συντονίζουμε όλοι τους παλμούς της καρδιάς μας. Και κλείνουμε μέσα μας τις ατμώσεις του είναι μας.
Τις ημέρες καταστέλλουμε τα πάθη και ονειρευόμαστε το αεί.
Τις νύχτες φορούμε το μανδύα της σάρκας μας και οργώνουμε το νυν.

Είμαστε μια αδελφότητα.
Ό,τι έχουμε είναι κοινό.
Ό,τι βλέπουμε είναι κοινό.
Ό,τι αγνοούμε είναι κοινό.
Είμαστε η νεοπαγής κοινότητα των πρώτων ανθρώπων που ιχνεύουν το δικό Σου βλέμμα πάνω στο χώμα, στις σκιές των δέντρων, το μουρμουρητό των ποταμών, τις κατεβασιές των ανέμων, τις πτυχώσεις του ήλιου πάνω στο ίδιο μας το σώμα.
Είμαστε κι εμείς ένα μεγάλο σώμα. Πορευόμαστε όλοι μαζί, δαπανούμε το αχνιστό μας αίμα, λογιζόμαστε το σπέρμα μας, φοβόμαστε το πέρας αυτής της διαδρομής.
Θα είναι σύντομη;
Θα είναι μεγάλη;
Θα είναι επώδυνη;
Θα είναι μάταιη;

Ζούμε φιλοξενούμενοι στον Κήπο Σου.
Όλα είναι όμορφα εδώ και όλα άγνωστα. Εμείς τα ονοματίζουμε την κάθε μέρα και επαναλαμβάνουμε στα παιδιά μας τα ονόματα τις νύχτες.
Όλα είναι πλούσια εδώ.
Όλα δικά μας.
Και όλα δάνεια.
Όλα για μας.
Και όλα ξένα.
Ο Κήπος αυτός υπήρξε το λίκνο μας.
Δίχως εμάς όμως είναι απλά ένας ολάνθιστος τάφος.


Αυτανάφλεξη

Το ξέραμε, το νιώθαμε, το έφερνε ο αέρας στα ρουθούνια μας. Κάτι άλλαζε. Κάτι νέο γεννιόταν. Κάτι διαφορετικό.
Όχι έξω από μας.
Μέσα μας.
Τα σωθικά μας έβραζαν από καιρό. Οι καρδιές χτυπούσαν διαφορετικά και συντονίζονταν μυστικά και αθέατα. Όλα συμμετείχαν σε αυτό.
Όλα.

Ήρθε το πρωινό που συνέβη η πρώτη ανάφλεξη.
Ακολούθησε η επόμενη κι έπειτα όλες οι άλλες.
Δεν έμεινε κανείς αμέτοχος στο φαινόμενο. Κανείς δεν το αρνήθηκε, κανείς δεν το απέρριψε, κανείς δεν το απεμπόλησε.
Μας σάρωσε μια πύρινη θύελλα που γέννησαν τα έγκατά μας.
Και μας έκαψε.
Κάποιοι δεν άντεξαν. Απανθρακώθηκαν, έγιναν ολοκαυτώματα, είδαμε την πυρρά τους να υψώνεται στον ουρανό.
Δεν πέθαναν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν.
Είχες απαγορέψει το θάνατο.
Έσβησε όμως το πνεύμα τους.
Θόλωσε το φρόνημά τους.
Μολύνθηκε το νερό που ποτίζει τις ψυχές τους.

Οι περισσότεροι επιβίωσαν.

Νέοι άνθρωποι γεννηθήκαμε μετά απ’όλο τούτο.
Πιο δυνατοί.
Σκεπτόμενοι.
Πιο συμπαγείς.
Ανάλγητοι.
Οι αισθήσεις μας οξύνθηκαν.
Οι λογισμοί μας εκλεπτύνθηκαν.
Έχουμε ερωτήματα.
Έχουμε λέξεις.
Έχουμε αφηγήσεις.
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε ανησυχία.

Όλα τούτα είναι αληθινά;
Ή είναι απλά μια πελώρια πλάνη;
Υπάρχεις;
Υπάρχουμε;
Ή ως και το είναι αποτελεί μια λαίλαπα πλάνη;

Πέρα από την ακτή που μάς άφησες μια μέρα, τώρα γνωρίζουμε πως υπάρχει και ενδοχώρα.


Η Μέθεξη του ΑντιΚειμένου

Κάποτε θα γινόταν.
Τώρα το γνωρίζουμε. Μετά τη σπλαχνική και συνάμα τραυματική ανάφλεξη, το γνωρίζουμε.
Κάποτε θα συνέβαινε.

Δεν ήμασταν μόνοι μας στον Κήπο. Αυτό ήταν το πρώτο Σου ψέμα.
Μαζί μας ζούσε και ο ΑντιΚείμενος.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι στον Κήπο. Αυτό ήταν το δεύτερό Σου ψέμα.
Δεν είχαμε Βλέμμα. Κι αυτό ήταν το τρίτο Σου ψέμα.

Τους πρώτους που επισκέφτηκε ο Έρπων ήταν οι ονειρευτές. Στοίχειωσε τον ύπνο τους, λέρωσε τα αγγίγματά τους, μόλυνε τα όνειρά τους.
Τον ερωτεύτηκαν.
Έπειτα επισκέφτηκε τα παιδιά. Έπαιξε μαζί τους σκοτεινά παίγνια, χώθηκε στην καρδιά τους, συντάραξε τα θεμέλιά τους.
Τα γοήτευσε.
Ύστερα μόχλευσε τους πρεσβυγενείς από όλες τις οικογένειες. Αυτοί θα αντιμάχονταν πλέον εις το διηνεκές για τα πρεσβεία ανάμεσά μας.
Τους εξαγόρασε.
Κι έπειτα μίλησε μέσα από τα στόματα των διδασκάλων και τα τραγούδια των γυναικών. Και η φωνή του έγινε σεβαστή, μεθεκτή, το τραγούδι του πλημμύρισε το είναι μας.

Μας δηλητηρίασε όλους με βούληση, διεκδίκηση, φιλοδοξία.
Μας μέθυσε με οράματα ελευθερίας.
Μας αποκάλυψε το Βλέμμα.
Μας αποκάλυψε το Θάνατο.

Όταν μπορούσαμε πια να δούμε, να μετρήσουμε, να κατανοήσουμε την ιερή γεωμετρία, την αρχαία τάξη, τον Μυστικό Σκοπό, είχε σημάνει η δική μας ώρα.

Φεύγουμε από δω. Τούτος ο κόσμος δεν μας ανήκει. Τούτος ο Κήπος δεν είναι δικός μας. Τον ετοίμασες για μας όμως δεν τον αισθανθήκαμε ποτέ δικό μας.
Μας τον παραχώρησες όμως μας ήθελες τυφλούς και άβουλους.
Μας τον δώρισες όμως δεν μας εμπιστεύτηκες τα κλειδιά του.
Τον δημιούργησες για εμάς. Όμως δεν το έκανες από αγάπη.
Από μοναξιά το έκανες.
Από απέραντη, άχρονη, αβάσταγη, απλήρωτη, ανείπωτη μοναξιά.
Και μας έπλασες αθάνατους για να μην σου λείψουμε ποτέ.


Έξοδος

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Εσύ παραμένεις πάντα εν σιγή.
Στην ιερή σιγή Σου ανιχνεύουμε τον πρώτο μας έρωτα.
Όμως όχι και τον τελευταίο.
Στην ιερή σιγή Σου ενδοσκοπούμε τη γέννησή μας.
Όχι όμως και το θάνατο.
Στην ιερή σιγή Σου στοχαζόμαστε τις πρωταυγές της ύπαρξης.
Όχι όμως και το λυκόφως του βίου.

Δεν μας διώχνεις Εσύ.
Αισθανόμαστε πως συμβαίνει το αντίθετο.
Θέλεις να παραμείνουμε στον Κήπο Σου.
Θέλεις να είμαστε εδώ, κοντά Σου.
Θέλεις να μας νιώθεις πλησίους στο βλέμμα Σου.
Για πάντα.

Δεν μας διώκεις Εσύ.
Φεύγουμε αυτοθέλητα.
Δεν φεύγουμε γιατί θέλουμε να ζήσουμε μακριά Σου.
Φεύγουμε γιατί θέλουμε να πεθάνουμε.

Γιατί θέλουμε να μπορούμε να πεθαίνουμε…