Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2016

Με τη σιωπή μου...





Μέσα από μια ριπή του ανέμου με κοιτάζει.
Ο Γενάρχης στέκει σταθερός, ακλόνητος σαν πεισματάρης βράχος κι επιμένει. Επιμένει με αυτό το βλέμμα που περιέχει πάντοτε το σπαραγμό του αιώνιου και με ρωτά:
Θα έρθεις μαζί μας;
Η ίδια ερώτηση, μέρες, βδομάδες, μήνες τώρα. Από την πρώτη ώρα, την πρώτη στιγμή που αλαφιασμένος άρχισε να πελεκάει τα δέντρα γι αυτό το θηριώδες πράγμα.
Κοιτάζω ολόγυρα. Μπροστά μου όλα αφανίζονται. Ο ορίζοντας είναι πιο μαύρος από ποτέ, δεν φαίνεται καμιά ρωγμή στη βούληση του Αχανούς να τα ρημάξει όλα.
Πίσω μου ορθώνεται το πιο παράξενο πλεύσιμο ανθρώπινο δημιούργημα.
Ανθρώπινο;
Σκέφτομαι και τη σκέψη μου μπορεί να την ακούσει.
Όχι αδελφέ μου. Αν το τολμήσω σημαίνει πως θα πρέπει να αρχίσω να μιλώ ξανά.
Ο άνεμος σταμάτησε άξαφνα να λυσσομανά. Τα σύννεφα σταμάτησαν πια να ταξιδεύουν κι έχουν πυκνώσει πάνω απ’τα κεφάλια μας. Γέμισαν το στερέωμα σκοτάδι. Έχουμε να δούμε τον ήλιο βδομάδες. Κάποιοι δεν θα τον ξαναδούν ποτέ.
Προτιμάς να συνεχίσεις τη σιωπή σου; Για το λίγο που σου μένει;
Είδα τον Γενάρχη να χαμογελά κι αυτό ήταν ένα ανέλπιστο δώρο. Πίσω του ένας ολόκληρος κόσμος χανόταν. Μπροστά του, ένας άλλος έπρεπε να ξεκινήσει το ταξίδι του. Εγώ στεκόμουν στη μέση. Το συνειδητοποίησα και μέριασα.
Κάποιοι από εμάς πλάστηκαν για να μιλούν. Όπως εσύ. Με τα χέρια σου. Με το βλέμμα σου. Με τα παιδιά σου. Με τα πλάσματα που φιλοξενεί στη κοιλιά του αυτό το τέρας. Και κάποιοι άλλοι πρέπει να μείνουν για πάντα σιωπηλοί αδελφέ μου, σκέφτηκα και άκουσε τη σκέψη μου.
Με οδύνη μιλάς, μου λέει.
Πρέπει να φύγετε, του απαντώ.
Το νερό έρχεται. Ως το βράδυ όλα εδώ θα είναι…
Ως το βράδυ θα έχω προλάβει, του απαντώ.
Τι;
Να αφηγηθώ την ιστορία του κόσμου.
Εσύ; Πώς; Με τη σιωπή σου;
Ντράπηκε για την ερώτησή του, με αγκάλιασε, μου χάρισε μια ριπή αιωνιότητας ακόμα με τα μάτια του και χάθηκε στα σωθικά του πλεύσιμου.
Γύρισα την πλάτη μου και άρχισα να κατεβαίνω τη μεγάλη ράμπα.
Πίσω, στον παλιό κόσμο, σκέφτηκα και αμέσως, ξεκίνησε να βρέχει…



Punkt widzenia
Arkadiusz Makowski

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2016

Στήθος



Το σταχτί δεν θα ζήσει
άλλο δε θα τυραννήσει το φως
εκείνο που γεννιόταν απ’τη σκιά του Νάρκισσου…

αν ήσουν ένα κατάλευκο ρόδο
θα σε αρνιόμουν

Το σκοτάδι θα εκλείψει
ο Περσέας βγήκε απ’το κατώφλι του νου
και η Μέδουσα κοιτάζει τον εαυτό της
και αφανίζεται

αν ήσουν ένας απόμακρος κρίνος
θα σε αγνοούσα

Το αγόρι εισέρχεται στο Ναό
με το δεξί του χέρι λαβωμένο
έχει δυο μάτια άπληστα
και ένα σκισμένο τετράδιο ποιημάτων
στον κόρφο του
και του σιγοτρώει την καρδιά
κάθε μέρα

εδώ
στο βωμό θα το αφήσει
και θα επιστρέψει το αίμα του
στις φλέβες

αν ήσουν ένα κλεμμένο βλέμμα
θα σε εξόριζα
στο Νότιο σύνορό μου

είσαι ένας επαναστάτης ήλιος
και σε φιλοξενώ
στο στήθος

για να με καις…



José Antonio Sánchez

Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2016

δεν χάνονται…



Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο εξερευνητή; Τι τον σπρώχνει να φύγει; Να μακρυνθεί, να χαθεί;

Συζητούσαν για ώρες. Ήταν φίλοι, κάτι περισσότερο… πολλά χρόνια τώρα. Ο ένας έβρισκε ανάπαυση στο στοχασμό του άλλου. Χρειάζονταν μόνο λίγα λεπτά κάθε φορά για να αισθανθούν αυτό το πρωτογενές ρίγος της μεγάλης φιλίας, της βαθιάς αγάπης που πολύ σπάνια ευλογεί τους ανθρώπους. Κι είχαν πάντοτε ερωτήματα ανήσυχα όταν αντάμωναν. Και μια γλυκύτητα ειρήνης όταν χώριζαν.
Τα ερωτήματα δεν τίθονταν για να απαντηθούν. Δεν έχουν αυτό το λόγο ύπαρξης ποτέ τα ερωτήματα. Τα σημαντικά και μεγάλα ερωτήματα τίθενται για να τα ψελλίσεις, να τα ακούσεις, να γευτείς το μέγεθός τους… να πάρουν τις διαστάσεις τους αφού εκφωνηθούν, να καταλάβουν το ζωτικό τους χώρο… κάποτε, μερικά από αυτά θα απαντηθούν, ίσως ελάχιστα, ίσως κανένα…

Τι είναι αυτό που δεν βρίσκει καταφυγή στο τώρα, στο εδώ και αναζητά πάντα έναν άλλο χώρο, έναν άλλο τρόπο, έναν άλλο κόσμο;

Η σπουδαιότητα της φιλίας δεν είναι μονάχα η συγκλονιστική αίσθηση πως δεν είσαι, έστω για λίγο, έστω και σε κάποιο βαθμό μόνος… είναι πως έχεις μια γέφυρα επικοινωνίας και μια τράπεζα κοινωνίας με μια ψυχή που μπορεί να πάλλεται σε συνήχηση με τη δική σου… τούτο και μόνο αρκεί για να σιγήσει τους φοβερούς δαίμονες που θορυβούν μέσα σου, τούτο και μόνο αρκεί κάποιες φορές για να αισθανθείς την ίδια τη ζωή και το κατηγόρημά της.

Τι νοηματοδοτεί το βίο αν όχι η ίδια η διακινδύνευσή του; Να συσσωρεύεις διαρκώς και να στερεώνεις οικοδομήματα του ψεύδους… το ένα πάνω στο άλλο… το ένα πιο σαθρό από το άλλο… δεν μπορεί να είναι αυτό… τι αξιοδοτεί το βίο αν όχι ο κρυφός πόθος να τον ακυρώσεις; Να τον εκτοξεύσεις σε μια άλλη διάσταση; Να τον πυροδοτήσεις με το δικό σου, ολόδικό σου πυρ και να τον αναλώσεις;

Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωναν, άλλαζαν όμως όσα τους έδεναν βάθαιναν και αποκτούσαν μια ποιότητα παράξενη και εντελώς καινούργια. Δεν έρχεται η φθορά ποτέ όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει υπάρξει η συντριβή της απογοήτευσης, η ήττα της προδοσίας, η περιπέτεια της εγκατάλειψης. Δεν θα νικήσει η φθορά όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει εκμαυλιστεί η ιερότητα του βλέμματος, δεν έχει δηωθεί το άβατο της εμπιστοσύνης, δεν έχει απαλλοτριωθεί το πιο μυστικό δωμάτιο της σιωπής… δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τις φωνές του κόσμου και επιβίωσαν έχουν καλές ελπίδες να περπατούν μαζί για χρόνια. Δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τη τρομερή σιωπή της ύπαρξης και δεν δείλιασαν, δεν έφυγαν, δεν λιποτάκτησαν… θα είναι μαζί για πάντα…

Τι κάνει το βήμα μας τόσο βαρύ, τόσο αβέβαιο; Αν το νόμισμα για να πληρωθεί τούτη η αγωνία ήταν ένα σύμπαν, θα στο προσέφερα ευχαρίστως αδελφέ μου… ίσως να μην το έχω κι όμως, επειδή ακριβώς είσαι κοντά μου, το διεκδικώ…
Σκέψου μονάχα, κάθε φορά που ανταμώνουμε, το σύμπαν αυτό αλλάζει… με έναν περίεργο, όμορφο, μουσικό τρόπο… για λίγο, για λίγο έστω, εμείς είμαστε οι πρωτουργοί τούτης της κοσμογένεσης… για πολύ λίγο έστω, το χώμα θα το πλάσουμε στα δικά μας χέρια… κι αν όταν χωρίσουμε ο πύργος χαλάσει και διαλυθεί, όσα βιώσαμε έγραψαν στη ψυχή μας
Και δεν χάνονται

Αφού σου μιλώ ακόμα και το ρίγος σπάει τούτες τις συλλαβές… όχι, δεν χάνονται…


Unfinished symphony
Ben Goossens 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2016

να παρέμβεις στο τοπίο...



απομακρυνόμαστε…

στο σχολείο θυμάμαι πόσο με είχε συνεπάρει μια εικόνα… ο καθηγητής της Φυσικής μας έλεγε πως το σύμπαν διαστέλλεται… μοιάζει με ένα μπαλόνι που φουσκώνει συνεχώς… όλα τα σημεία του μπαλονιού –και ζωγράφισε κάποιες κουκίδες – απομακρύνονται διαρκώς το καθένα από όλα τα άλλα από μια μυστική, παράξενη και αρχέγονη εντελέχεια που όλοι ψάχνουν να βρουν κι ακόμη κανείς δεν έχει καταφέρει…

τι φοβερή αναλογία με την καθημερινή πραγματικότητα, σκέφτηκα χρόνια αργότερα… οι άνθρωποι έρχονται για μια στιγμή κοντά αλλά στην ουσία, όλοι απομακρυνόμαστε… ακόμα κι αν ζούμε μαζί, κάτω απ’την ίδια στέγη… νομίζουμε ότι με τον καιρό γνωριζόμαστε καλύτερα, γινόμαστε ‘οικείοι’ –τι ξεπεσμός τούτη η λέξη όταν συναντιέται με την καθημέρια φθορά – αλλά συμβαίνει το αντίθετο… κλεινόμαστε στο ένδον σύμπαν μας και παρατηρούμε το ‘μπαλόνι’ να φουσκώνει και να απομακρυνόμαστε… το ίδιο από όλους κι απ’τον καθένα χωριστά, χωρίς να φταίμε… χωρίς να μπορούμε τούτη τη μυστική εντροπία να την ανατρέψουμε…

και γιατί άλλωστε;

κάποια στιγμή δεν θέλουμε να γνωρίσουμε κανέναν άλλο, να μας γνωρίσει κανείς άλλος… μας αρκεί το χαοτικό ισοδύναμο που κληρονομήσαμε, δεν έχουμε καμιά ανάγκη να γίνουμε Κολόμβοι σε άλλους ωκεανούς… ήδη ο δικός μας παραμένει εφιαλτικά ανεξερεύνητος…

εφιαλτικά ή και παρηγορητικά…

σε τούτη την διαστολική συμμετρική κίνηση πάνω στη σφαίρα του κόσμου, απλώνουμε τα χέρια και δεν φτάνουν πια στον άλλο… δεν κόντυναν τα χέρια μας, εμείς αλλάζουμε θέση… κάθε μέρα, κάθε χρονιά όλο και περισσότερο…

και στη μελαγχολική αυτή διάγνωση, τι αντίδοτο υπάρχει; μια αυξημένη επίγνωση; τι να την κάνεις; η αίσθηση της συνέχειας μέσα από τα παιδιά μας –όσοι έχουν; - πόσο εγωτική δράση αυτή! το θρησκευτικό παραλήρημα της ‘μετά θάνατον’ α ή β ή γ συνέχισής μας με τον α ή β ή γ τρόπο; αυτό κι αν χαϊδεύει το εγώ μας…

κι όμως
υπάρχει αντίδοτο… κάποιο ‘γιατρικό’… όχι ασπιρίνη για τον καρκίνο αλλά ένα άλλο βλέμμα για το ίδιο τοπίο… η ευρυγώνια οπτική του ίδιου τοπίου… σα να ζεις χρόνια σε ένα σπίτι, να βλέπεις έξω από το παράθυρο τα ίδια δέντρα, τα ίδια σπίτια, τα ίδια βουνά αλλά μια μέρα…

αποφασίζεις να… παρέμβεις στο τοπίο
να μην είσαι αυτός μονάχα που παρατηρεί
αλλά κι αυτός που μετέχει…

και στο επικοινωνιακό θαύμα, δεν χρειάζεται καμιά διαφυγή και καμιά… οικειότητα... το σοκ της ‘ετερότητας’ άλλωστε είναι από μόνο του αρκετό… για να σε πληρώσει με ενέργεια, να σε αιμοδοτήσει, να κινητροδοτήσει ξανά εκκινήσεις και βλέμματα…

και αυτό αν δεν είναι συγκλονιστικό, οπωσδήποτε είναι καλοδεχούμενο…

καμιά φορά αρκούν λίγες σταγόνες από μια πηγή για να ξεδιψάσει κανείς… αρκεί το νερό να είναι καθαρό, κρύο και να αφεθείς να το απολαύσεις… 



Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2016

Θηρευτής




Γ
υρίζει μέσα στο μυαλό μου όπως ο θηρευτής που αναζητά το ζωντανό του γεύμα.
Αθόρυβος.
Επιβλητικός.
Άτρομος.
Αληθινός.
Μπαίνει με θράσος στα όνειρά μου… δεν μου επιτρέπει να ησυχάσω… στην εγρήγορση παίρνει την όψη περαστικών που εμφανίζονται ξαφνικά από γωνίες σπιτιών… στην ονειρική διάσταση εμφανίζεται ως ένα πελώριο αιλουροειδές… ή κάποια γιγάντια σκιά…
Το μόνο που ξέρω γι αυτόν είναι πως είναι αρχαίος όσο και ο κόσμος.
Κι αυτή τη γνώση δεν έχω ιδέα πως την κατέχω. Είναι μια ειναιική εγγραφή. Ένα ψυχικό πυρογράφημα. Κάτι που γεννήθηκε μαζί μου. Κάτι που φιλοξενώ στα κύτταρά μου. Σα μνήμη.
Σαν εγκατιαίο ρίγος.
Αυτό που μου γεννάει η παρουσία του είναι φοβερό και ανείπωτο.
Κατά κάποιο τρόπο με οδηγεί στο να σκοτώσω…

Κανείς δεν με αναζητά μέσα στη νύχτα… τα σπλάχνα της σελήνης μείχτηκαν με τα δικά μου αξεχώριστα… κι ο πόθος της νύχτας κορμίστηκε με το δικό μου…
Τον ακούω να πλησιάζει… η ανάσα του έγινε η νυχτερινή δροσιά που σφυρίζει στ’αυτιά μου… ανάσα ήρεμη και σταθερή… καμιά αγωνία… καμιά βιάση… έχει έρθει για μένα… και ξέρω πως θέλει να μου μιλήσει… θέλει να μου μιλήσει για το στερέωμα της μεγάλης φωτιάς… για τον ουρανό της πύρινης θέλησης… για τα αστέρια της ασύνορης νύχτας… για το ένα που κοχλάζει στα ερείπια της λήθης…
για όλα όσα εικονίστηκαν και ξανάγιναν στάχτη…
για όλα όσα τραγουδήθηκαν κι έγιναν πάλι γόος και κλαυθμός…
για όλα όσα προδόθηκαν πριν γεννηθούν…
για όλα όσα νεκρώθηκαν στη μήτρα του χρόνου…

Στο ένα μου βλέφαρο στέκεται η νύχτα ακροπατώντας…

Στο δεξί μου χέρι το στιλέτο…

Το αίμα του συριχτό και αφρίζον πετιέται από τις τουμπανιασμένες φλέβες του… μια μαύρη λίμνη απλώνεται αργά γύρω απ’το χοντρό κορμί και ποτίζει την αυγή… αχνίζει ακόμα καθώς το γεύομαι…
αχνίζει σπηλαιώδεις ορμές, αβύσσου όνειρα και βρυαρούς φόνους...
αφρίζει στόματα μαινάδων που ξεκοίλιασαν βλάσφημους και ιδρώτα ερωτικής σμίξης παρθένων ιερειών άγνωστων, πρόστυχων θεαινών…
αφρίζει λυγρές συλλαβές ρυπαρών ηδονών και λιμναίων πόθων από αιχμάλωτες σκέψεις αιώνων…

Ντύνομαι το αίθοπο αίμα σου…
Πλένομαι στο λιπαρό αίμα σου…

Κοινωνώ το ανίερο αίμα σου…

εύκρατος αλκυώνειος
θάνατος

και μεταμορφώνομαι…


οκτ2016


Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2016

ανα-κάλυψα τον εαυτό μου...


Άργησα να ανταμωθώ με τον Ηράκλειτο. Το ομολογώ. Άργησα πολύ. Ασυγχώρητα πολύ ίσως.

Διάβαζα και άκουγα γι αυτόν τα χειρότερα… πώς ήταν ένας παράξενος και μυστικοπαθής και ιδιότροπος άνθρωπος που ενώ είχε βασιλική καταγωγή και γαλάζιο αίμα, κάποτε αποφάσισε να τα βροντήξει όλα και να πάρει τα βουνά. Μόνος, μισάνθρωπος και αγριάνθρωπος. Να αχνίζει η ψυχή του από απέχθεια και αηδία και το κεφάλι του απ’το στοχασμό. Να τρώει βότανα και ρίζες και να απαρνιέται το ‘είδος του’… Φιλόσοφος βέβαια… όμως τι να το κάνεις; Μέσα στο πυκνό σκοτάδι, μέσα στο γνόφο του Αχανούς… Έτσι τον αποπήρα κάποτε…

Στα σχολεία διδάσκεται μαζί με όλους τους σπουδαίους Προσωκρατικούς, λεγόμενους φιλοσόφους… η αρχή της διερώτησης, η αρχή της επιστήμης των Ελλήνων… άλλοι τον μνημόνευαν με δέος και θαυμασμό, άλλοι κουνούσαν το κεφάλι κι άλλοι το έξυναν γιατί δεν κατανοούσαν τίποτα… κάποιοι το πάλεψαν φιλότιμα… να τον χώσουν κι αυτόν στο μαντρί της ‘κατηγορίας’ και στο συρτάρι της ταξινόμησης… ο Πλάτων σεβόταν το γίγαντα αυτό, ο Αριστοτέλης είχε χίλια ερωτήματα, οι μεταγενέστεροι του κόλλησαν ένα σωρό ταμπέλες για να τον ξορκίσουν ή να τον λατρέψουν… ένας σκοτεινός θεός δεν παύει να είναι θεός…

Δεκάρα δεν έδινε ο ‘φίλος μου’ για όλα τούτα… όλα όσα γίνονταν τότε… όλα όσα θα γίνονταν κατόπιν… κι αν ζούσε σήμερα πάλι στα όρη και στ’άγρια βουνά θα ήταν και θα ‘διητάτο πόας και βοτάνας’…

Είναι εκείνη η ρημαδιασμένη φράση του που με ανάγκασε να τον… αναζητήσω…

εδιζησάμην εμεωυτόν…
εδιζησάμην…
εμεωυτόν…

Αναζήτησα τον εαυτό μου… ή πάλι έψαξα βαθιά για τον εαυτό μου, ή ακόμα ανακάλυψα τον εαυτό μου…

Δεν αρκούν στον παθιασμένο φιλόλογο… στον πωρωμένο φιλόλογο, στον γραφειοκράτη της γνώσης και τον νυχτοκαματιάρη του βιώματος… έχει κι άλλα… θα έχει πάντα κι άλλα… αναζήτησα την κρυμμένη φύση μου, έψαξα για το νόημα του είναι μου, βρήκα το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης…

αναζήτησα
έψαξα
ανακάλυψα…

Δίζημαι λέει, πάει να πει ‘ψάχνω, αναζητώ, ανακαλύπτω’… ξετρυπώνω ίσως… αποκαλύπτω με μια έννοια, ξεγυμνώνω… τραβώ το πέπλο και βλέπω… τι είμαι, το τέρας που είμαι… το μάταιο που είμαι… το φθαρτό, το πρόσκαιρο, το θνησιγενές…
Αναζήτησα φιλότιμα, φιλόπονα τον εαυτό μου… κι αυτό που ανακάλυψα με γέμισε τέτοιο τρόμο που δεν με χωρούσε η κοινωνία των ανθρώπων… ίσως ούτε και τα βουνά και οι απόμερες σπηλιές να με χωρέσουν ποτέ…

Κι έτσι πήρα τον ανάστροφο δρόμο… γύρισα τα έξω μέσα και κάλυψα όσα είδα με τη σιωπή μου…

Κάλυψα… ανα-κάλυψα τον εαυτό μου…

Και κρύφτηκα για πάντα από τους ανθρώπους, τους σοφούς και τους ανόητους, τους ευγενείς και τους χυδαίους, τους βασιλείς και τους πένητες… κρύφτηκα πίσω από τη λέξη ‘σκοτεινός’ και ανασαίνω την τραγικότητα της υπέροχης και φυλλοβόλας ύπαρξής μου…
Ανασαίνω και αρνούμαι πια να σκεφτώ οτιδήποτε

Μετά από μένα θα έρθει ο Οιδίποδας κι όταν ανακαλύψει κι αυτός το μεγάλο μυστικό θέαμα της δικής του φρίκης, θα βγάλει τα μάτια του και θα ακούγεται η κραυγή του στους αιώνες…


Τυφλός ναι… στην ένοχη σιωπή όμως ποτέ!

Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2016

Άσωτος



Λοιπόν να ξέρεις

δε σε φοβάμαι εσένα γιε μου
γιατί μια μέρα
και τούτο να κρατήσεις όπως σήμερα
στο λέω
μια μέρα θα γυρίσεις
και θα΄χεις τον ουρανό στα μάτια
και άμμο απ’τις ερήμους που περπάτησες
στα φθαρμένα σου σανδάλια
και τη δροσιά απ’τα φιλιά των γυναικών
στα δυο σου χείλη
και βιωμένο πόνο από τη μοναξιά
την εγκατάλειψη
τη πείνα και τις κακουχίες
σε κάθε κύτταρό σου
σε κάθε αμυχή της σάρκας σου
και θα’χεις συσσωρεύσει γνώση και σοφία
και εμπειρίες πολύτιμες
και οι εκδορές σου με το αίμα ξεραμένο θα’ναι
αλλά στο άγγιγμα πάντα θα πονάνε

μα για τον αδελφό σου

γι αυτόν έχω στο στήθος μου το βάρος
που προτιμά την ησυχία της γλυκερής ασφάλειας
από την περιπέτεια να ζήσει
να μεγαλώσει, να γεράσει
στο πεπερασμένο, το εφικτό
το λίγο
απ’το να κλέψει ακτίνες του ήλιου της αυγής
για να ζεσταίνει το κορμί του
και νερό να πίνει απ’τα ποτάμια
για να πορεύεται ως το βράδυ

για κείνον πάντοτε θ’ανησυχώ

που θα ξυπνήσει μια μέρα
γέρος
όπως εγώ είμαι τώρα
και θα πονάει παντού μα όχι απ’του σώματος αρρώστιες
αλλά απ’του μυαλού και της ψυχής τις κατηγόριες
πως ενώ μπορούσε δεν το τόλμησε
πως ενώ του έπρεπε, δεν θάρρεψε
πως ενώ το έβλεπε, δεν το άγγιξε

και τότε

σε ξορκίζω γιε μου
να τον σπλαχνιστείς το μεγαλύτερο αδελφό σου
και λίγο απ’τον ουρανό σου να του δώσεις
λίγη απ’τη φλόγα της ψυχής σου
λίγο απ’το απέραντο του ορίζοντά σου
κι από του βλέμματός σου
την ελπίδα
τη χαρά
την αγάπη

πως κι αύριο και πάντα
αδελφός σου θα’ναι
και άλλος ποτέ κανείς
δεν θα στον δώσει πίσω ακέραιο
αν στον απρόσβλητο κόσμο
που διάλεξε να ζει
τεμαχισμένος σου ψελλίσει ένα πνιχτό
συγχώρεσέ με’
και μόνος
πιο μόνος απ’όσο έζησε ποτέ

στην αγκαλιά σου ξεψυχήσει…


Αυγ2015