Τετάρτη, Ιανουαρίου 21, 2026
Ντεσπεράντος...
Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026
Αγαπημένα ονόματα
|
Ο |
ι άνθρωποι (μάς) μελαγχολούν.
Η φύση ολόγυρα είναι ξέπνοη, αδύναμη, στάσιμη. Πεθαίνει.
Δεν είναι φύση, είναι ‘περιβάλλον’. Και είναι πια ψηφιακό.
Ό,τι ακούγαμε σε κάποιες άλλες εποχές, δεν υπάρχει πια. Όλα τα τραγούδια, οι φωνές ακόμα και οι ψίθυροι. Όσα ακούγαμε κάποτε, δεν υπάρχουν πια.
Περνούσαμε από ανοιχτά παράθυρα και μπορούσαμε να ακούσουμε τη ζωή των άλλων. Μπορούσαμε να λαθρακούσουμε συνομιλίες, παραινέσεις, μαλώματα ακόμα και κλάματα και παραπονιάρικους λυγμούς.
Και γέλια. Και παράξενες σιωπές.
Και υπήρχαν χαμόγελα στα κορίτσια που κάθονταν στα μπαλκόνια. Χαμόγελα χωρίς τίποτε το υπόρρητο, το αινιγματώδες. Απλά γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν ανακαλύψει τις διαφυγές στο απρόσωπο.
Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν νωρίτερα από τις εποχές τους. Τώρα πια πεθαίνουν και έχουν προλάβει δυο και τρεις εποχές. Η αλλοίωση είναι φριχτή και οι μεταλλάξεις αναρίθμητες. Κανείς δεν αναγνωρίζει μετά από χρόνια κανέναν.
Όλα επιταχύνονται. Ακόμα και το ταξίδι του ήλιου και της σελήνης και όλων των άστρων στον ουρανό. Όλα τρέχουν γρηγορότερα.
Κι αυτό μελαγχολεί τους ανθρώπους.
Καμιά φορά κατεβαίνω εκεί που παίζαμε με τον αδελφό μου όταν ήμασταν παιδιά. Έχω ακόμα τις εικόνες, τις ανάσες, τις φωνές. Έχω ακόμα τα βλέμματα των περαστικών, τα χαμόγελα των αγοριών και των κοριτσιών, τη μυρωδιά των σωμάτων. Έχω μέσα μου βαθιά την αγριεμένη όψη του αδελφού μου που δεν δεχόταν ποτέ του να χάνει κι είχε άπειρη ενέργεια για να παίζει και δεν χόρταινε. Εκείνα τα απογεύματα ήταν γεμάτα από την αιωνιότητα της παιδικής ηλικίας. Κι από την λαχτάρα να μην τελειώσουν τα παιχνίδια και η μητέρα να μην μας πει ‘ελάτε τώρα, πάμε σπίτι’…
Περνώ από εκεί και συνειδητοποιώ ότι υπάρχει κάτι που αρνείται αυτό τον ίλιγγο τής ‘ύστερης νεωτερικότητας’ που τρέχει ξέφρενη και δεν έχει έλεος για τον άνθρωπο.
Ναι, υπάρχει κάτι που αγαπά να μένει όπως ήταν. Τρυφερό, μόνο και υπέροχο.
Αυτό το απόγευμα που έχει ραντιστεί από αιωνιότητα και δονείται κάθε φορά που το επισκέπτομαι.
Στον αγριεμένο κόσμο που μάς μελαγχολεί αθέλητα, το ταξίδι στο άχρονο δεν είναι διαφυγή.
Είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε να ψελλίζεις τα αγαπημένα ονόματα και να μην φοβάσαι να δακρύσεις…
Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2026
Η αλήθεια και το ξίφος...
Όταν γυμνάσει κανείς τη συνείδησή του,
αυτή τον φιλάει την ίδια στιγμή που τον δαγκώνει
Φρ. Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό
Ώ |
στε αυτό σημαίνει να διέρχεσαι την μεγάλη, παγωμένη νύχτα. Σα να βρίσκεσαι ξαφνικά, άγνωστο πώς, καταμεσής σε ένα αρχαίο, απολιθωμένο δάσος που έχει πια από αναρίθμητους αιώνες εγκαταλειφτεί από χλωρίδα και πανίδα και κατοικείται μονάχα από σκιές. Σκιές και φαντάσματα ειναιικά και χλoμές, παράξενες ανταύγειες από συνειδήσεις που υφέρπουν σε σχηματισμούς του εδάφους, κρύβονται κι εμφανίζονται ξανά και νομίζεις πως ακολουθούν το κάθε σου βήμα.
Όχι, σκέφτεσαι με φρίκη, δεν ακολουθούν, μιμούνται το κάθε μου βήμα.
Και τώρα… τι γίνεται τώρα; Πώς βγαίνει κανείς από αυτό τον αφιλόξενο κόσμο;
Γρήγορα, ακούς τη λαχανιασμένη σου σκέψη, γρήγορα γιατί κάθε λεπτό που περνά σε πλημμυρίζει η λήθη.
Ο βασιλιάς από όλους τους ριγώδεις εφιάλτες που έχει κάθε έλλογο ον, πως ξυπνά μια μέρα και δεν θυμάται τίποτα. Και τούτο το εγκατιαίο ρίγος δεν σταματά στα αντικείμενα ή στα βιώματα. Η λήθη σαν καρκινική εξαλλαγή έχει κάνει μετάσταση στον ίδιο τον πυρήνα του είναι σου.
Χάνεις τον εαυτό σου… χάνεσαι… αφανίζεσαι…
Ο κρύος ιδρώτας είναι το πρώτο αλλά όχι και το χειρότερο από όσα σωματοποιούνται στην συνειδητοποίηση αυτής της φρικαλέας συνθήκης.
Πώς είναι άραγε να είσαι χωρίς… εαυτό;
Κι αρχίζεις να τρέχεις…
Η νύχτα προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μέρας και την αυγή μιας επόμενης.
Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, υπήρχε αλώβητη η ετερότητα.
Κάποτε, στο ίδιο πεδίο, το Εν δεν ενοχλείτο από την μετουσίωση του φθαρτού σε άφθαρτο ούτε του έγχρονου σε άχρονο.
Κάποτε, πριν τη μεγάλη παγωμένη νύχτα, ο φορέας του ψεύδους είχε ρωγμές και τραύματα, είχε πληγές που το αίμα δεν στέγνωνε και το ίδιο το κορμί του φλεγόταν από τη φανέρωση και την αποκάλυψη.
Μα τώρα, ο λαιμοδέτης χρόνος σε περισφίγγει τόσο που κόβεται η αρχέγονη ανάσα.
Τώρα που δεν μοιράζεσαι πια ανάμεσα στο δυνάμει και στο ενεργεία, εκμηδενίζονται οι ελπίδες σου για τον ενικό εαυτό που θα πυργωνόταν πάνω απ’τη φθορά.
Τώρα η συνείδηση δεν είναι το γλυκό χαμόγελο της ημέρας που θέρμαινε τα σωθικά σου αλλά το σκληρό δάγκωμα της οχιάς στο λαιμό σου.
Τώρα δεν γεύεσαι πια πώς είναι να ζεις ανάμεσα στους Πρεσβύτερους αλλά αναλώνεις το είναι σου και πεθαίνεις.
Τώρα έχεις εγκαταλειφτεί και τρέχεις…
Στον ίδιο απελπισμένο τόνο που χτυπά ο χρόνος τα δευτερόλεπτα, χτυπά και η καρδιά του μοναχικού πολεμιστή. Του ριγμένου στο πεδίο, του αφημένου, του απαρηγόρητου, του πρίγκιπα της μοναξιάς.
Δεν έχει πια νόημα να τρέχεις. Σταματάς. Η καρδιά σφυροκοπάει μέσα στο στήθος, η ανάσα παλεύει να βρει ένα ρυθμό κανονικότητας. Όλος ο οργανισμός ανασυντάσσεται.
Δεν είναι πια λόγος να κινείσαι.
Δεν έχει στερέωμα ελπίδας πάνω απ’το κεφάλι σου.
Όλο το νόημα έχει ρουφηχτεί απ’το παράλογο.
Κι αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.
Υπάρχει αυτό που έμελλε να είναι.
Ένα διάνυσμα με αρχή την πνοή του Ενός και τέλος το Αχανές.
Ένα βέλος που βλέπει πάντα προς το Αχανές.
Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, δεν υπήρχε απ’την αρχή.
Όλα όσα προστέθηκαν αργότερα τώρα έχουν αφανιστεί.
Παραμένει το γυμνό άνυσμα.
Η τελευταία ελπίδα.
Μπορεί κανείς να ελπίζει όσο μπορεί να προσανατολίζεται.
Μετά την πτώση ο άνθρωπος περιέπεσε στην κατάσταση του ονειρέματος αλλά διατήρησε ελάχιστες ιδιότητες από το συνεχές. Όπως την ικανότητα να προσανατολίζεται οργανισμικά, δηλαδή ψυχο-πνευματο-σωματικά κάτω από οιαδήποτε περίσταση.
Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι σημαίνει πως διατηρείς ακέραιες τις όποιες ελπίδες σου να δεις την αυγή μιας νέας ημέρας.
Το να είσαι ικανός να προσανατολίζεσαι πιο συγκεκριμένα, σημαίνει πως έχεις ακόμα στην οργανισμική σου σκευή το νου σου καθαρό και αμόλυντο, τη ψυχή σου σε εγρήγορση και το σώμα σου σε ετοιμότητα.
Όμως όλα τούτα δοκιμάζονται πολύ έντονα όσο βρίσκεσαι σε τούτον εδώ τον αλλό-τοπο. Γιατί η Μεγάλη Παγωμένη Νύχτα είναι ο κόσμος όπου ο πολεμιστής εγκαταλείπεται από τις παραστάσεις του Γνωστού και βυθίζεται σε μια ημί-ρευστη κατάσταση αντιληπτικής μέθης.
Και η μέθη αυτή είναι το έσχατο πεδίο πριν τον αφανισμό.
Ο πολεμιστής δεν είναι μόνος του σε αυτή την άχαρη αλλά εξαιρετικά σημαντική εργασία. Έχει μαζί του όλες τις δημιουργικές μονάδες του σύμπαντος, έχει μαζί του την ψυχή του κόσμου κι έχει μαζί του όλες τις αναφορές του από τότε που ήταν παιδί ως την ενηλικίωσή του. Οι αναφορές αυτές ενεργοποιούνται ξανά, μία προς μία καθώς ο πολεμιστής εκτελεί το έργο της αφήγησης και ανασυγκρότησης του εαυτού. Όλα όσα κάποτε αγάπησε και όσα κάποτε τον ενέπνευσαν να εισέλθει στην ατραπό, είναι εκεί και τον στηρίζουν με την ενέργειά τους και την αλήθεια τους.
Το ξίφος, πάει να πει η αρετή της διάκρισης με την οποία ο πολεμιστής αποφεύγει όλες τις παγίδες και κόβει από τη ρίζα όλα τα μυθεύματα που σχηματοποιούνται από τη Νύχτα την κάθε στιγμή για να τον παραπλανήσουν.
Και στενή ατραπός της εξόδου είναι πλέον ανοιχτή…
Πέμπτη, Ιανουαρίου 01, 2026
Το δώρο
Ε |
ίμαστε ανήσυχοι. Όπως αυτοί που κάτι ζητούν. Ναι, κάτι ζητάμε. Κάτι που, τι παράδοξο, ενώ το ‘έχουμε’ δεν μας ανήκει. Κάτι που μοιάζει με όνειρο αλλά δεν είναι. Κάτι που μοιάζει με φάντασμα αλλά δεν μας στοιχειώνει. Είναι εύμορφο και φωτεινό, έτσι το θέλουμε να είναι. Κι είναι καλά κρυμμένο στις πιο αθέατες πτυχές του ένδον γνόφου. Στον Ιερό Γνόφο του είναι. Σε κείνη τη γωνιά που μάθαμε από παιδιά να μην την σκεπτόμαστε, να μην ψελλίζουμε καν το όνομά της, αν έχει κάποιο όνομα, να μην μοιραζόμαστε με κανέναν την μαγική ύπαρξή της. Είναι σαν ένα πανάκριβο αλλά και αινιγματικό δώρο. Ξέρουμε ότι είναι σπάνιο, ότι είναι το πιο σπάνιο πράγμα που φιλοξενούμε αλλά ταυτόχρονα δεν ξέρουμε τι είναι. Από τι είναι φτιαγμένο, αν είναι κάτι ζωντανό, αν μπορεί να καταστραφεί, να πεθάνει. Και κάθε διανόημα γι’αυτό το αποδιώχνουμε. Γιατί, είπαμε, γι’αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά σκέψη, καμιά συγκεκριμένη σκέψη, τίποτε που να μπορεί ο αδιάκριτος νους να ψηλαφήσει, να ονοματίσει, να μολύνει, να του βάλει ετικέτα, να του φορτώσει ιδιότητες και κατηγορήματα.
Μα, είναι εκεί, πάντοτε ήταν. Πριν καν έχουμε την πιο αμυδρή αίσθηση της ύπαρξής μας.
Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές, κάποιες τόσο δα μικρές ρωγμούλες χρόνου, που έχουμε την απόλυτηβεβαιότητα, τη βιωματική και συγκλονιστική βεβαιότητα πως το ‘βλέπουμε’, το αγκαλιάζουμε, το κάνουμε δικό μας, με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ειπωθεί, να μπει σε λέξεις, να χωρέσει σε καμιά περιγραφή. Είναι σχεδόν ακαριαία αλλά τόσο δυνατή αυτή η εμπειρία που συνταράσσει όλο μας το είναι, από τα απαιώνια θεμέλιά του ως τους πόρους του δέρματός μας ώστε πλημμυρίζουμε με μια ευφορική και απίστευτα ηδονική αλήθεια. Ναι, η αλήθεια είναι αυτή η υπερ-διάσταση που ισοδυναμεί με μια νέα και βαθιά αντίληψη. Και ξαφνικά όλο τούτο αναδύεται από τα έγκατα του είναι μας και βγαίνει από το στόμα μας σαν ανάσα η λέξη αγάπη.
Ώστε η αγάπη είναι μια εντελώς διαφορετική ποιότητα αντίληψης και είναι ταυτόσημη με την αλήθεια. Αλήθεια… αγάπη… αγάπη… αλήθεια… Γευόμαστε τις συλλαβές και τις λέξεις όπως τις γουλιές ενός πανάκριβου, αρχαίου οίνου που προορίζεται μονάχα για μας!
Κι αυτό είναι το κρυφό δώρο που φιλοξενούμε εντός μας, στα κύτταρά μας, σε κάθε πτυχή των εκδιπλώσεων της ύπαρξής μας, σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χρόνους και έξω από το χρόνο.
Αυτό; Αυτό είναι;
Όχι. Αυτή είναι μονάχα η αρχή.

