Σάββατο, Ιουνίου 29, 2013





Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον ουρανό

τα σύννεφα
άνθρωποι

έκαναν κύκλο πάνω απ’το κεφάλι του

η ένταση
κυμάτισε σαν θάλασσα
πάνω στο δέρμα του

τα χείλη του
λες και ήταν έτοιμα να εκραγούν
σε στερεώματα φωτιάς

και όποιος έχει αγαπήσει τον αδερφό μου
μια φορά
χίλιες φορές θα έχει αγαπήσει εμένα

είπε

κι ύστερα από λίγο

άρχισε να βρέχει…


δεκ2012

Δευτέρα, Ιουνίου 24, 2013



Ακατάληπτο και απρόσιτο θα μένει λοιπόν… το πώς αυτή η τραυματική μετάβαση από το στενόχωρο στο ευρύ συντελείται υπό όρους και συνθήκες που αρνείται να μεταφράσει κανείς ‘λογικά’.
Αν γινόταν διαφορετικά, η επιταγή εκείνου του διδασκάλου πριν χιλιάδες χρόνια, θα έμοιαζε περιττή: να φροντίζεις μονάχα για τα της ημέρας και να αφήνεις το αύριο στο αύριο. Πρόκειται για έναν εξωφρενικό, για έναν σκανδαλώδη παραλογισμό. Όποιος αποφασίσει να κάνει το πρώτο βήμα έχει ήδη σχεδιάσει και το επόμενο. Όμως ο συγκεκριμένος διδάσκαλος είχε δίκιο. Το αύριο μετασχηματίζεται συνέχεια κι εσύ μετά βίας έχεις επάρκεια ενέργειας για το σήμερα.
Ακόμα και το σήμερα είναι γιγαντιαίο για το ανάστημά σου.
Ακόμα και το σήμερα έχει απειρωθεί καθώς εμπεριέχεις πολύ περισσότερη άγνοια από βούληση να την υπερβείς.
Μια μοναδική διέξοδος είναι αυτή η μετάβαση από τον ενικό στον πληθυντικό. Αλλά είναι μια μετάβαση που απαιτεί όλο το δυναμικό σου, την ακύρωση όλων των αναφορών σου, το ξεγύμνωμά σου, τον ευτελισμό κάθε έννοιας περιχαράκωσης, την απαξίωση ακόμα και της απλής μέριμνας για το στοιχειώδες.
Ο διδάσκαλος είχε δίκιο και για έναν ακόμα λόγο.
Εάν σχεδιάζεις συνεχώς τα επόμενα βήματά σου, ο ίδιος ο δρόμος που βαδίζεις είναι διαφορετικός από αυτόν που το Αχανές σου επιφυλάσσει. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να προσπαθείς να προεξοφλείς το αναπάντεχο. Μόλις το κάνεις, αποδεικνύεσαι κρετίνος και το γεύεσαι με την πρώτη ‘αναποδιά’. Κανένα μεταφυσικό ερώτημα δεν θα είχε τεθεί ίσως αν έλειπε ο σχεδιασμός του αύριο.
Το μεταφυσικό από μεγαλειώδες και άχρονο γίνεται σαν ένα αιματοφάγο παράσιτο… σε αναλώνει κάθε φορά που σκέφτεσαι το ‘πως’ και σχεδιάζεις το ‘τι’.
Και η μοναχικότητα;
Ο φόβος;
Η φρίκη της ερημίας;

Για όλα τούτα οι απαντήσεις παρέμεναν εκεί ακριβώς που δεν αναζητά κανείς. Στον αιφνιδιασμό. Τον ελιγμό του απείρου, το μυητικό άλμα. 
Τελικά, το βλέμμα…


“Otoño atrapado”

Παρασκευή, Ιουνίου 21, 2013

Προς... ΔΗΜΑΡ



Τη ΔΗΜΑΡ ψάχνετε;
Λοιπόν, θα πάτε όλο ευθεία αλλά θα κοιτάτε πάντα δεξιά… με το αριστερό σας μάτι… Μόλις φτάσετε στον επόμενο δρόμο, στην οδό «Αγωνιστή Αριστεροστεκούμενου δεξιόχειρα» θα κάνετε ελαφρώς δεξιά και θα δείτε τα γραφεία απέναντί σας… στο αριστερό σας χέρι! Και να μπείτε με ένα ελαφρύ πήδο και με τα δυο σας πόδια!

Μπερδευτήκατε; Και που ν’ακούσετε πως θα πάτε στο Σύριζα!

Παρασκευή, Ιουνίου 14, 2013

Ο πόλεμος είναι πρώτα απ’όλα πνευματικός…



Ο πόλεμος είναι πρώτα απ’όλα πνευματικός…

Λένε πολλοί και το’χω πει κι εγώ και δεν θα βγάλω την αφεντιά μου απ’έξω: που είναι οι πνευματικοί άνθρωποι αυτού του τόπου να σηκωθούν και να… σύρουν το κάρο;

Είχα λάθος!

Ο Ανώνυμος Έλληνας πριν από 200 χρόνια με διόρθωσε με αυτή τη φράση που έσκαβε το κεφάλι μου καιρό τώρα… γιατί δεν λέει σήκω κι αρκεί, δεν λέει, πάρε τα κουμπούρια και αρκεί, δεν λέει, καθάρισε μερικούς και αρκεί… λέει απλά στην πρώτη πρώτη σελίδα, στοχάσου και αρκεί… μέγα σκάνδαλο για τον ανυπόμονο ακτιβίστα, μέγα ατόπημα για τον ετοιμοπόλεμο κουμπουροφόρο… λέει απλά, στοχάσου και αρκεί!

Τρομερό το λάθος μου… το δικό μου λάθος… δεν υπάρχουν κάποιοι μονάχα πνευματικοί άνθρωποι… είμαστε όλοι πνευματικοί αλλιώς δεν είμαστε άνθρωποι… δεν θα περιμένω να μιλήσει ο γηραλέος ακαδημαϊκός που τον τρώνε ήδη τα σκουλήκια για να αποφασίσω να σηκωθώ κι εγώ… δεν θα περιμένω τον καλοβολεμένο κο καθηγητή Πανεπιστημίου να μου κουνήσει το δάχτυλο και να με φέρει κολλήσει στον τοίχο των ευθυνών μου…
Ή είμαστε όλοι όντα ευθύνης ή κανείς…
Ή είμαστε όλοι στοχαζόμενοι και σκεπτόμενοι ή αλλιώς πάλι μια πνευματική ελίτ θα πρέπει να με ‘καθοδηγήσει’ γιατί εγώ είμαι ο τυφλός κι αυτοί οι μονόφθαλμοι…

Δεν υπάρχουν πνευματικοί και μη πνευματικοί άνθρωποι… ο Ανώνυμος Έλληνας πριν από 200 χρόνια μου έδωσε το χαστούκι που μου χρειαζόταν…


Στοχάσου… εσύ… ο καθένας… και αρκεί…

Και περισσότερα (δικά μου) λόγια περιττεύουν


Ανωνύμου του Έλληνος
Ελληνική Νομαρχία Ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας
Ιταλία, 1806

Τρίτη, Ιουνίου 11, 2013

Ακρωτηριασμός





Αυτό(ς) που αρνείται το δεδομένο, είναι μοιραίο, θα αποδειχθεί ελάχιστο(ς) μπροστά στο απρόσμενο… αλλά και πάλι, δεν ενδιαφέρεται κανείς να αγγίξει όταν δεν έχει χέρια… ας πούμε απλά ότι στην περίπτωση της αφής, το σημαντικό είναι η πληροφορία που ο εσωτερικός compiler θα περάσει στον εγκέφαλο… δεν είναι το αντικείμενο της αφής… αυτό έχει ήδη προ-κατασκευαστεί… σημασία έχει λοιπόν να βρεις κάποτε να αγγίξεις αυτό που δεν μπορεί να προ-κατασκευαστεί… από κανένα νου ή υπερ-νου, από κανένα (προ)ιστορικό διανόημα, από κανένα φιλοσοφικό παραλήρημα… το άγγιγμα από μόνο του έχει την ενέργεια να σε μεταμορφώσει… ουπς… ξέχασα μια μικρή λεπτομέρεια… θα χρειαστεί να σε απαλλοτριώσει πρώτα…

Μικρή λεπτομέρεια…

Κι από την μαγεία της ανακάλυψης εκείνου που δεν μπορεί να προ-ανακαλυφθεί, περνάμε στο φεστιβάλ των δεδομένων αληθειών που θα πρέπει να απολαύσεις επί 40 ή 50 ή 100 χρόνια και να προσποιείσαι κάθε μέρα ότι αν ‘νιώσεις’ τη στιγμή είσαι μάγκας και ‘διαφέρεις’ από τον δίπλα που δεν μπορεί να ‘ζήσει’ τη στιγμή… τι κρετίνος!... εσύ είσαι ο θεός των ανεπανάληπτων στιγμών κι αυτός ο ουτιδανός παλεύει να στραγγίξει το παρελθόν του για να έχει μια σταγόνα παρόντος να γλείψει… για να μην πεθάνει… άσχημος και σκυλομούρης είναι ο δίπλα και του αξίζει ένας καθωσπρέπει ακρωτηριασμός… δεν θα είσαι ο μόνος μονόχειρ και κοψομύτης στη γειτονιά… δεν θα είσαι ο μόνος λειψός και ηλίθιος… και δεν θα σώσεις εσύ τον κόσμο… ε, όχι…
…αφού το άγγιγμα στην Κιβωτό κεραυνοβόλησε με κανά εκατομμύριο βολτ τον παπάρα που την ακούμπησε, σκέψου τι έχεις να πάθεις εσύ αν επιχειρήσεις να χειρουργήσεις τον ιδεόκοσμο του νοσηρού σου γείτονα… νέο ουπς… ο γείτονας κι εσύ έχετε ένα εκπληκτικό προνόμιο…

Συγκατοικείτε
στο ίδιο σώμα…

άθλιος κόσμος…

Πέμπτη, Ιουνίου 06, 2013

Η εποχή του Ερπετού




Παρακολουθώ όλο αυτό το διάστημα συζητήσεις επί συζητήσεων για ‘το φαινόμενο Χρυσή Αυγή’… ακούω ‘βαθυστόχαστες αναλύσεις’, διαβάζω άρθρα, βλέπω στις ειδήσεις τους ‘ανησυχούντες’ δημοσιογράφους και μπουρδολόγους μεγαλοσχήμονες καθηγητάδες να ζορίζονται ελέω πνευματικής δυσκοιλιότητος μάλλον να πουν κάτι το ουσιώδες, πρωτότυπο και… συγκλονιστικό. Οι περισσότεροι μάλιστα, τελικά καταφεύγουν μοιραία στις ελεεινές κοινοτοπίες που σχετίζονται με το μεσοπόλεμο, τη Βαϊμάρη, τον Χίτλερ και όλα τα σχετικά και νυσταλέα. Περιμένεις από έναν δυνατό στοχαστή, όπως ο αγαπημένος μου, ομολογώ, Γιανναράς να διατυπώσει έναν αιχμηρό λόγο, να βγάλει το ζουμί, να χειρουργήσει τον ασθενή και προτιμά κι εκείνος την ασφάλεια της μικροαστικής του καταφυγής στους ‘επικίνδυνους αυτούς ανθρώπους που μαχαιρώνουν’.
Όλα αυτά βέβαια έχουν να κάνουν και με την ηλικία και να με συμπαθά όποιος με διαβάζει και μορφάζει ενοχλημένος αυτή τη στιγμή. Δεν πρόκειται για ηλικιακό ρατσισμό. Όμως, βλέπετε, δεν απαιτεί μονάχα η δράση νιάτα, απαιτεί και ο στοχασμός σφρίγος. Και ένας κεκοπιακώς πλέον καθηγητής που έχει ξοδευτεί και τα έχει πει όλα – όσα του αναλογούσαν – δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνει τον εαυτό του διαρκώς. Ακόμη και τον καλύτερο εαυτό του.
Και επειδή ο στοχασμός προσφέρει απλόχερα μονάχα ό,τι προϋποθέτει, δηλαδή το βλέμμα, όταν το βλέμμα είναι θολό και γηρασμένο, ο στοχασμός γίνεται φοβικός, αμυντικός, ολοένα και περισσότερο συντηρητικός. Τελικά, οδηγεί στη σιωπή και την απόσυρση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια, δεν είναι το πρόβλημα ο ξεπερασμένος και πτωτικός στοχασμός κάποιων λαμπρών διανοιών που ‘εξεμέτρησαν το (πνευματικό) ζην’ και δεν μπορούν να εισφέρουν άλλο τι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόβλημα είναι πως κι αυτοί που έχουν ακόμα ρωμαλέα σκέψη και ζουμερό λόγο, δεν τολμούν να κάνουν το απαραίτητο βηματάκι στα ενδότερα. Και μάλιστα εφοδιασμένοι με πενιχρά μέσα και εξοπλισμένοι ανεπαρκώς.
Είναι σα να σε στέλνουν σε μια σκοτεινή σπηλιά. Στη φωλιά του Μεγάλου Ερπετού που προκαλεί το ραχιαίο ρίγος και κάνει τα γόνατα και του πλέον τολμητία νέου να παραλύουν. Και ενώ η αποστολή σου είναι να φωτίσεις το σπήλαιον και να επιστρέψεις ταχέως για να αναφέρεις, σε εφοδιάζουν με ένα φακό περίπτερου και… με τις ευχές τους. Τώρα, εσύ ξέρεις βέβαια πως με το φακουδάκι αυτό το πολύ πολύ να μπορείς να φωτίσεις τα πόδια σου που θα κάνουν τα δειλά βήματα προς τη κρυψώνα του θηρίου αλλά… κάνεις το σταυρό σου, λες και τα ‘πατερημά’ σου και εισέρχεσαι… Και καλά εισήλθες, άντε να δούμε πως θα εξέλθεις…
Υπάρχουν, ευτυχώς, πνευματικές ένοπλοι δυνάμεις! Θωρακίσεις και άμυνες. Ενίοτε μάλιστα άμυνες που έχουν και επιθετικά χαρακτηριστικά, κάπως σαν το σύστημα που ευφυώς εφήρμοσε ο ‘κόουτς’ του Ολυμπιακού στο μπάσκετ –κάποιοι μίλησαν για ‘πνευματικό μπάσκετ’, μπάσκετ δηλαδή που ακυρώνει τη σκέψη του αντιπάλου!! – και εθριάμβευσε προσφάτως στο final 4 στο Λονδίνο.
Ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης –ξαφνικά το κάθε τσόκαρο των ΜΜΕ τον αποκαλεί ‘ο ποιητής μας’ ή ‘ο μεγάλος μας ποιητής’ και δονείται από ρίγη και τρέμουλα – απευθύνθηκε (με περισσή και περιττή θα έλεγα ευγένεια) στον πρωθυπουργό μας και του είπε ‘πέντε πραγματάκια’. Απάντηση δεν θα λάβαινε ποτέ βέβαια αν δεν έπαιρνε διαστάσεις το θέμα καθώς, ως γνωστός, οι ποιητές στη χώρα αυτή έχουν γλαστριαίο ήτοι διακοσμητικό χαρακτήρα ή είναι και λαπάδες κατά τη ρήση Κούβελα. Τελικώς ο πρόεδρος της κυβερνήσεως αξιώθηκε να απαντήσει στον γέροντα ποιητή και με μια επιστολή απείρου ανοησίας και ρηχότητας τον… έριξε στο καναβάτσο… στο καναβάτσο της μπλαμπλαολογίας, της μίμησης κακής έκθεσης ιδεών Γυμνασίου και της ανάλυσης των κοινωνικών δεδομένων λες και απευθυνόταν σε κάποιο παιδάκι με νοητική υστέρηση ή σε κάποιο φίλο μας εξωγήινο, άρτι αφιχθέντα από τον Άλφα του Κενταύρου… για όλα φταίνε οι μετανάστες το λοιπόν… το ότι οι χρυσαυγίτες αντρειώνονται και θεριεύουν μέρα τη μέρα το ρίξαμε στους μετανάστες και στην ‘πύλη εισόδου και χώρα υποδοχής’ που είναι η Ελλάς και καθαρίσαμε.
Αυτό είναι το επίπεδο ανάλυσης του –σχεδόν – πρώτου πολίτη της χώρας. Δεν αναφέρω αποσπάσματα της ίδιας της επιστολής γιατί δεν αντέχεται. Είμαι και σε ηλικία που πρέπει να προσέχω τι τρώω, τι πίνω και τι διαβάζω.
Ας μην αναφερθώ σε άλλους πολιτικούς που έχω δει στην τηλεόραση να ‘πιάνουν το θέμα από την αρχή’. Εκεί το επίπεδο ολισθαίνει με τέτοια ταχύτητα προς το – 100 που αναρωτιέται κανείς πόσο πλατύ θα πρέπει να είναι το χαμόγελο του Μιχαλολιάκου. Με τέτοιους αντιπάλους θα πρέπει να βλέπει την… απαλλοτρίωση της κυβέρνησης πολύ ενωρίτερα κι από την πιο τολμηρή πρόβλεψη.
Το πνιγηρό συμπέρασμα: Πνευματικοί άνθρωποι σιωπούντες ή επιστολογράφοντες με ισχνά  και αναιμικά επιχειρήματα, πολιτικοί με νοητικό βάθος μπανιέρας και δημοσιογράφοι με ανάστημα νάνου –κύπτοντος μάλιστα – καθιστούν το τοπίο ένα ιδανικό θερμοκήπιο… έναν παραδείσιο κόσμο όπου τα κάθε είδους ερπετά ημπορούν να κυκλοφορούν ανέμελα, να σουλατσάρουν θρασύτατα, να βωμολοχούν ανερυθρίαστα, να ουρούν και να κοπρίζουν άνευ αιδούς και να ονειρεύονται την εποχή που ανατέλλει… την εποχή τους, την εποχή του Ερπετού…

Άλλες σκέψεις: http://issuu.com/nimertis/docs/snake


Τετάρτη, Ιουνίου 05, 2013




Είπε
μπορώ ακόμα με τα δάχτυλα του νου
να σε ψηλαφήσω
είχες πάντα
μια γεωγραφία μυστική

όχι πια…

και δεν χρειάζομαι τώρα
τις προσδοκίες
τις φαντασιακές αναστατώσεις
για να επαίρομαι πως σε πυρπολώ
ή πως σε αγνοώ
στα όνειρά μου

σ’αγαπώ σαν μια απέραντη έρημο
από κόκκους μίσους

σε αφομοιώνω…

Είπε
τις νιώθω
να σκαρφαλώνουν στο σώμα μου
σαν αναρριχώμενο φυτό
τις ώρες
τις νύχτες
τις ματαιώσεις…

ακινητοποιούμαι
έχοντας το βλέμμα

στο γενέθλιο φως…


Σεπ2012

Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

όχι ότι είμαι τοπικιστής...









Πηγή:
http://www.artment.net/photography/index.php/places/piraeus

και κάποιες... Νημερτικές...






αυτός είναι ο Κολόμπο... άσχετο...


Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες...


Αγνωστον ακόμη παραμένει αν τούτη η ιστορία είναι 'αληθινή' ή 'φανταστική'... ανάλογα το ποιος φαντάζεται και ποιος προβάλει τούτη τη φαντασία στο πεδίο του πραγματικού... της εγρήγορσης, καθώς λένε... ώσπου να ξεκαθαριστεί τούτο το ακανθώδες - για ποιον άραγε; - ζήτημα, ας πούμε ότι παραμένει στο χώρο της μυθοπλασίας...




Ε
ίμαι ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες.
Αρκούμαι στο απλό, το απέριττο, το απαιτητό για την λειτουργική οργάνωση της καθημερινότητάς μου. Και τα πηγαίνω μια χαρά.
Έτσι έμαθα να λέω στον εαυτό μου τουλάχιστον.

Δεν είμαι άνθρωπος του έχειν. Για την ακρίβεια, είμαι κάτοχος ελαχίστων πραγμάτων. Και το πιο ακριβό είναι αυτή η μαύρη πένα από λάκα που μού δώρισε ο πατέρας μου στα 18α γενέθλιά μου. Ήταν πολύ χαρούμενος εκείνη την ημέρα. Γιόρταζε την επιτυχία μου στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Όλοι ήμασταν χαρούμενοι εκείνη τη βραδιά. Οι γονείς μου χόρεψαν ως και ταγκό, κάτι που δεν είχα δει ποτέ πριν και δεν έμελλε να ξαναδώ. Μετά από λίγα χρόνια τους έχασα και τους δυο. Πρώτος έφυγε ο πατέρας. Τον ακολούθησε μετά από έξι μήνες η μητέρα.

Δεν ήθελα ποτέ μου να γίνω πλούσιος.
Για την ακρίβεια, δεν σκεφτόμουν ποτέ το χρήμα. Ο πατέρας μου έλεγε πως ‘πλούσιοι γίνονται όσοι σκέφτονται από το πρωί ως το βράδυ το χρήμα’. Βέβαια, κι εκείνος το σκεφτόταν γιατί το συζητούσε συνέχεια, πέρα από τους καθημερινούς καυγάδες με τη μητέρα αλλά δεν έγινε πλούσιος. Κάτι έφταιγε στη θεωρία του μάλλον που δεν πρόλαβε να εξετάσει.

Είχαν κι άλλοι στην οικογένεια ενδιαφέρουσες αμπελο-βιοθεωρίες. ‘Μονάχα ο Χάρος είναι πλούσιος παιδί μου’, μου έλεγε η θεία Βαμβακία και χαμογελούσε πικρά. ‘γι αυτό κοίτα να μπεις στο Δημόσιο, να χωθείς σε μια τρύπα, όπου να’ναι… να’χεις το σταθερό… το πρωί, πριν πας στη δουλειά, θα βάζεις τη μάσκα… το μεσημέρι που θα γυρνάς στο σπίτι θα τη βγάζεις… αυτό έκανε και ο θείος σου και μεγαλώσαμε τα ξαδέρφια σου…’
‘Τι εννοείς να βάζω τη μάσκα θεία;’, τη ρωτούσα, δήθεν αφελώς αλλά στην ουσία παρατείνοντας την επίσκεψή μου κανένα τεταρτάκι ακόμα. Ήξερα πως σ’αυτό το σημείο θα μου εξιστορούσε –όλο και περισσότερο περιληπτικά βέβαια από χρονιά σε χρονιά- τη δραματική ιστορία του θείου Ευάγγελου που κυνηγήθηκε ανελέητα από το κράτος της Δεξιάς και αντί να τελειώσει τη Νομική κατήντησε σταθμάρχης των ΣΕΚ. Βέβαια, φρόντιζα κι εγώ, πότε πότε να την ωθώ να προσθέσει κάποια νέα ‘ξεχασμένη’ λεπτομέρεια για να διανθίζεται η αφήγησή της και να αυξάνεται η ένταση. Και είτε έτσι είτε αλλιώς, συμμετείχα, ή προσποιούμουν ότι συμμετείχα στα δρώμενα. Δεν ήθελα να φανώ ότι την επισκεπτόμουν μονάχα για το καθιερωμένο χαρτζιλίκι. Που κι αυτό δεν έτυχε ποτέ κάποιας γενναίας αναπροσαρμογής!
Και μετά την ξαναρωτούσα.
‘Και τι είναι αυτή η μάσκα θεία;’
‘Η μάσκα του καλού και του υπάκουου… ό,τι σου λένε οι ανώτεροι θα το κάνεις κι ό,τι σου λένε οι περίεργοι θα πηγαίνεις παρά πέρα…’, εκεί συνήθως με κερνούσε ένα φοντάν, με ρωτούσε για το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο και ετοιμαζόμουν να πάρω τα χρήματα… πάντα τσαλακωμένα αλλά και πάντα με ένα χαμόγελο.

Έχω και κάτι ακόμα μιας σημαντικής, συναισθηματικής όμως, αξίας στη κατοχή μου. Μια παλιά κάμερα για ερασιτεχνικές κινηματογραφικές λήψεις. Μου την είχε δωρίσει ο νονός μου στις παλιές καλές εποχές που ερχόταν από τα ταξίδια του με τις βαλίτσες φορτωμένες με δώρα για όλους. Δεν δούλευε πια. Ήταν όμορφη όμως και την κρατούσα για να θυμάμαι το νονό μου. Τον θυμάμαι να με κοιτάζει με ένα συνωμοτικό βλέμμα και να με τσιμπάει στο μάγουλο. Και με την ίδια πάντα ερώτηση. ‘τι γίνεται ρε μπαγάσα, πως πάνε οι γκόμενες;’ Τώρα δεν ξέρω τι απάντηση περίμενε από ένα 8χρονο ή 10χρονο παιδί αλλά μάλλον ήταν μια έκφραση που αγαπούσαν οι ναυτικοί γιατί όλοι την έβρισκαν χαριτωμένη και χαμογελούσαν.

Κάποτε ο νονός μου είχε φέρει από την Ιαπωνία ένα βιολί. Ήταν κατάμαυρο και γυάλιζε. Κανείς στην οικογένεια δεν ήξερε βιολί ούτε και έμαθε ποτέ, απ’όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω βέβαια, αλλά ο νονός μου καμάρωνε πολύ γι αυτό. ‘Μου το χάρισε ο πρώτος!’, έλεγε και το χάιδευε λες και ήταν παιδί του. ‘Θα μάθεις βιολί Αντώνη;’, τον ρώτησε εκείνη την ημέρα στη βεράντα η μητέρα μου κρατώντας και ένα δίσκο με σπανακοπιτάκια που της άρεσε να φτιάχνει. ‘Βρε τι σε νοιάζει εσένα’, είπε εκείνος και μου έκλεισε το μάτι. ‘Είναι ακριβό… θα το βάλω στο σαλόνι… ωραίο δε θα είναι;… που ξέρεις, μπορεί αργότερα να μάθω να το γρατζουνάω κιόλας!’. Το βιολί έμεινε στο δικό μας σαλόνι τελικά κάποια χρόνια πριν αποφασίσει η μητέρα μου να το επιστρέψει μαζί με κάποια άλλα πράγματα στον αδερφό της πάνω σε ένα φοβερό καυγά. Παρά λίγο να το σπάσει από τα νεύρα της μάλιστα.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά η παρουσία αυτού του γιαπωνέζικου μαύρου βιολιού στο σπίτι μας δεν με ερέθισε ποτέ να στραφώ προς τη μουσική.

Αυτό που μου άρεσε πάντα ήταν να παρατηρώ τα γλυπτά. Μπορούσα να σταθώ επί ώρα μπροστά σε ένα άγαλμα και να το παρατηρώ. Καμιά φορά βυθιζόμουν σε μια παράξενη κατάσταση, θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς ‘έκσταση’ ή αν ήταν λιγότερο ευγενικός ‘αποβλάκωση’ και συνερχόμουν μονάχα από κάποια απότομη θερμοκρασιακή μεταβολή ή έναν οξύ πόνο στο σώμα μου από την ακινησία. Με γοήτευε η ‘ενεργητική’ αυτή ακινητότητα των αγαλμάτων… αυτή η ‘ένταση’ όπως λένε κάποιοι ειδικοί… καμιά φορά έκανα και κάποιες χρήσιμες σκέψεις, κάποιες παραβολές με την δική μου κατάσταση, τη δική μου ζωή που έμοιαζε, σκεφτόμουν, πολύ με την… σιωπηλή ‘ζωή’ ενός αγάλματος… η διαφορά μας ήταν πως συνήθως τα αγάλματα ή τα γλυπτά που θαύμαζα ήταν διάσημα ενώ εγώ θα τελείωνα κάποτε το βίο μου εντελώς άσημος.

Κάποτε, σε ένα μουσείο, καθώς είχα αρχίσει να βυθίζομαι πάλι στην γνωστή μου αυτή κατάσταση εμπρός από το εντυπωσιακό άγαλμα ενός εφήβου της ελληνιστικής περιόδου, άκουσα τη φωνή μιας νεαρής κοπέλας που είχε σταθεί δίπλα μου αλλά, φυσικά, δεν την είχα αντιληφθεί.
‘Μου φαίνεται εντελώς αφύσικο όλο αυτό!’
Γύρισα, ομολογώ ενοχλημένος από την βίαιη εξαγωγή μου από την ονειρική μου βυθιότητα και την κοίταξα. Ήταν μια μελαχρινή, κοντόσωμη κοπέλα με γυαλιά και ένα μολύβι στο στόμα της. Κρατούσε ένα μπλοκ ακουαρέλας και κοιτούσε τον έφηβο μάλλον απαξιωτικά.
Δεν είχα καμιά όρεξη να της μιλήσω αλλά δεν ήθελα και να μετακινηθώ από το προνομιακό σημείο που είχα για να θαυμάζω το άγαλμα.
‘Τι να αποτυπώσεις στο καμβά απ’αυτό; Μου λες;’, είπε και δεν φάνηκε να απευθύνεται σε κανέναν… στον εαυτό της μόνο.
Γύρισα και κοίταξα πάλι τον μαρμάρινο έφηβο. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
‘Αυτές οι γραμμώσεις στους κοιλιακούς… σκέτη αλαζονεία!’, κραύγασε με την βεβαιότητα του εξπέρ που καλείται δυσφορώντας να ανεχτεί την ταπεινή δημιουργία ενός βλάκα.
Γύρισα να την κοιτάξω πάλι. Είχε αρχίσει να σχεδιάζει κάτι κι εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω πως, με πλημμύρισε μια ακατανόητη επιθυμία να της αρπάξω το μπλοκ από τα χέρια της και να το κάνω χίλια κομμάτια!
Η επιθυμία αυτή δεν επικράτησε. Το αντίθετο. Ήταν η γυναίκα που έμελλε να με συντροφεύσει για τα επόμενα 3 χρόνια της ζωής μου ως τη στιγμή που αισθάνθηκε να ‘πνίγεται’ από τη σχέση μας και αναζητώντας ‘ζωτικό χώρο’ με εγκατέλειψε.

Θυμάμαι πως εκείνο το απόγευμα που γύρισα στο σπίτι και αντίκρισα τις άδειες ντουλάπες και το σημειωματάκι στο γραφείο μου, ένιωσα μια τρομακτική πείνα για παγωτό φράουλα με σιρόπι σοκολάτα.
Πήγα στο γειτονικό ζαχαροπλαστείο, αγόρασα ένα κιλό, γύρισα στο ερημικό μου σπίτι, το έφαγα και έπεσα για ύπνο…

Ναι, τελικά, είμαι ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες.

Αυγ2010


 “The alternative way.”

Τετάρτη, Μαΐου 22, 2013

"Call me Ishmael…"





Το τέρας είναι αληθινό… πάντοτε ήταν… ξέραμε πως κρυβόταν σε εκείνα τα αρχαία βάθη, σε κείνα τα ανήλιαγα έγκατα του Απείρου και δεν τολμούσαμε να σκεφτούμε παρά μόνο τη μέρα που θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με τη μοχθηρία του, το βλέμμα του, την αβυσσαλέα ψυχή του. Γιατί το ξέραμε πως είχε κι αυτό ψυχή. Μονάχα που δεν μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε πόσο σκοτεινά, πόσο απόκοσμα ήταν τα χρώματά της. Κι όμως, έπρεπε κάποια στιγμή να αναμετρηθούμε μαζί του. Οι φωνές των προγόνων μας καλούσαν, οι ιαχές του χρόνου που ρυτίδωνε τη σκέψη μας, οι εφιάλτες που μας μαστίγωναν κάθε βράδυ. Το τέρας ήταν εκεί, βαθιά στις σπηλιές του Απέραντου και μας περίμενε. Κάπου κάπου ανέβαινε στην επιφάνεια, εμφανιζόταν σε όλη του τη φριχτή μεγαλοπρέπεια και ύστερα πάλι βυθιζόταν στα ανεξερεύνητα στρώματα της Δημιουργίας.
Δέσαμε την ύπαρξή μας με τη δική του. Τούτο θα γινόταν χωρίς αμφιβολία κάποτε. Και όσο αυτός ο νοσηρός ομφάλιος λώρος σφιγγόταν γύρω από το λαιμό μας, τόσο πιο καθαρό γινόταν το βλέμμα μας. Το τέρας είχε γεννηθεί μαζί μας. Ήταν ο Κάιν με το σημάδι στο μέτωπο που ζητούσε να μας παρασύρει στη δική του Άβυσσο. Ήταν ο Λεβιάθαν και όλα τα ανοσιουργήματα του Κακού που αιμοδοτούσαμε από την ώρα που είδαμε το φως αυτού του κόσμου. Και όσο αυξανόμασταν εμείς και ο κόσμος, τόσο κι αυτό αυξανόταν μέσα μας. Και θα ερχόταν η στιγμή που ως και τα αρχέγονα βάθη του είναι δεν θα του ήταν αρκετά. Θα ερχόταν η ώρα που θα διεκδικούσε το φως και τον ορίζοντα. Και τότε, οι φωνές στο κεφάλι μας θα γίνονταν κραυγές και ουρλιαχτά και ριπές πύρινης βροχής.

Και αναλάβαμε κάποια μέρα την μεγάλη και σπουδαία αποστολή. Και βγήκαμε στα ανοιχτά της ύπαρξης για να το ανταμώσουμε. Και φορέσαμε μονάχα το πανωφόρι της ελπίδας και στα χέρια μας κρατάμε σφιχτά τα καμάκια με τις ποτισμένες στο δηλητήριο του μίσους αιχμές. Χρειάστηκε όλο το κουράγιο των αιώνων για να ανοιχτούμε μεσοπέλαγα και για τούτη την αναμέτρηση με το τέρας δεν περισσεύει κανείς.

Και είμαστε ακόμα σε τούτη την αρχαία σιωπή, στη θάλασσα των ναυαγίων και το περιμένουμε. Το ξέρουμε, είναι εκεί, κάτω, μας περιμένει, μας μετράει… μας ανασαίνει… συσσωρεύει όλη του τη δύναμη, καταστρώνει το τελικό του σχέδιο. Θα μας αφανίσει ακέραιους. Έτσι το θέλει. Θα μας οργώσει, θα μας αναλώσει.

Και έχει πέσει ο άνεμος εδώ και χρόνια αμέτρητα πια που δεν μετριέται σε ζωές ανθρώπινες. Και στην απόλυτη νηνεμία, την αρρωστημένη αυτή άπνοια, γεννιούνται οι πιο φρικαλέοι στοχασμοί… καλύτερα έτσι… για να μπορέσουμε να το αντικρίσουμε ολοκάθαρα όταν θα αναδυθεί κάποια στιγμή που οι καρδιές όλων μας θα συντονιστούν… καλύτερα έτσι… για να μιχτεί το αίμα μας με τη πηχτή αυτή παράξενη θάλασσα που μας σηκώνει αφιλόξενα στη ράχη της…

Και ο πρώτος που θα το δει απ’το ψηλότερο κατάρτι και θα ουρλιάξει ‘εκεί ξεφυσάει!’ θα ξέρει μέσα στη βασανισμένη του ψυχή πως θα είναι και ο πρώτος που γιορτάζει με μια κραυγή το χαμό του…

Τετάρτη, Μαΐου 15, 2013

Πρωτουργοί...




Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο εξερευνητή; Τι τον σπρώχνει να φύγει; Να μακρυνθεί, να χαθεί;

Συζητούσαν για ώρες. Ήταν φίλοι, κάτι περισσότερο… πολλά χρόνια τώρα. Ο ένας έβρισκε ανάπαυση στο στοχασμό του άλλου. Χρειάζονταν μόνο λίγα λεπτά κάθε φορά για να αισθανθούν αυτό το πρωτογενές ρίγος της μεγάλης φιλίας, της βαθιάς αγάπης που πολύ σπάνια ευλογεί τους ανθρώπους. Κι είχαν πάντοτε ερωτήματα ανήσυχα όταν αντάμωναν. Και μια γλυκύτητα ειρήνης όταν χώριζαν.
Τα ερωτήματα δεν τίθονταν για να απαντηθούν. Δεν έχουν αυτό το λόγο ύπαρξης ποτέ τα ερωτήματα. Τα σημαντικά και μεγάλα ερωτήματα τίθενται για να τα ψελλίσεις, να τα ακούσεις, να γευτείς το μέγεθός τους… να πάρουν τις διαστάσεις τους αφού εκφωνηθούν, να καταλάβουν το ζωτικό τους χώρο… κάποτε, μερικά από αυτά θα απαντηθούν, ίσως ελάχιστα, ίσως κανένα…

Τι είναι αυτό που δεν βρίσκει καταφυγή στο τώρα, στο εδώ και αναζητά πάντα έναν άλλο χώρο, έναν άλλο τρόπο, έναν άλλο κόσμο;

Η σπουδαιότητα της φιλίας δεν είναι μονάχα η συγκλονιστική αίσθηση πως δεν είσαι, έστω για λίγο, έστω και σε κάποιο βαθμό μόνος… είναι πως έχεις μια γέφυρα επικοινωνίας και μια τράπεζα κοινωνίας με μια ψυχή που μπορεί να πάλλεται σε συνήχηση με τη δική σου… τούτο και μόνο αρκεί για να σιγήσει τους φοβερούς δαίμονες που θορυβούν μέσα σου, τούτο και μόνο αρκεί κάποιες φορές για να αισθανθείς την ίδια τη ζωή και το κατηγόρημά της.

Τι νοηματοδοτεί το βίο αν όχι η ίδια η διακινδύνευσή του; Να συσσωρεύεις διαρκώς και να στερεώνεις οικοδομήματα του ψεύδους… το ένα πάνω στο άλλο… το ένα πιο σαθρό από το άλλο… δεν μπορεί να είναι αυτό… τι αξιοδοτεί το βίο αν όχι ο κρυφός πόθος να τον ακυρώσεις; Να τον εκτοξεύσεις σε μια άλλη διάσταση; Να τον πυροδοτήσεις με το δικό σου, ολόδικό σου πυρ και να τον αναλώσεις;

Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωναν, άλλαζαν όμως όσα τους έδεναν βάθαιναν και αποκτούσαν μια ποιότητα παράξενη και εντελώς καινούργια. Δεν έρχεται η φθορά ποτέ όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει υπάρξει η συντριβή της απογοήτευσης, η ήττα της προδοσίας, η περιπέτεια της εγκατάλειψης. Δεν θα νικήσει η φθορά όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει εκμαυλιστεί η ιερότητα του βλέμματος, δεν έχει δηωθεί το άβατο της εμπιστοσύνης, δεν έχει απαλλοτριωθεί το πιο μυστικό δωμάτιο της σιωπής… δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τις φωνές του κόσμου και επιβίωσαν έχουν καλές ελπίδες να περπατούν μαζί για χρόνια. Δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τη τρομερή σιωπή της ύπαρξης και δεν δείλιασαν, δεν έφυγαν, δεν λιποτάκτησαν… θα είναι μαζί για πάντα…

Τι κάνει το βήμα μας τόσο βαρύ, τόσο αβέβαιο; Αν το νόμισμα για να πληρωθεί τούτη η αγωνία ήταν ένα σύμπαν, θα στο προσέφερα ευχαρίστως αδελφέ μου… ίσως να μην το έχω κι όμως, επειδή ακριβώς είσαι κοντά μου, το διεκδικώ…
Σκέψου μονάχα, κάθε φορά που ανταμώνουμε, το σύμπαν αυτό αλλάζει… με έναν περίεργο, όμορφο, μουσικό τρόπο… για λίγο, για λίγο έστω, εμείς είμαστε οι πρωτουργοί τούτης της κοσμογένεσης… για πολύ λίγο έστω, το χώμα θα το πλάσουμε στα δικά μας χέρια… κι αν όταν χωρίσουμε ο πύργος χαλάσει και διαλυθεί, όσα βιώσαμε έγραψαν στη ψυχή μας
Και δεν χάνονται

Αφού σου μιλώ ακόμα και το ρίγος σπάει τούτες τις συλλαβές… όχι, δεν χάνονται…


Unfinished symphony
Ben Goossens 

Τρίτη, Μαΐου 07, 2013

Ελευθερία και απελευθέρωση...




Αν το αίτημα της ελευθερίας δεν ήταν τόσο δυσδιάκριτο από ένα άλλο, όμορο αλλά σχεδόν κατοπτρικό, αυτό της απ-ελευθέρωσης, ίσως να μην υπήρχε καν αιτία και λόγος ύπαρξης φιλοσοφικών ερωτημάτων… γιατί ακόμη κι ο θάνατος που η μελέτη του, ως γνωστόν κατά τον Πλάτωνα, είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας, δεν έχει προβολικά σημεία, δεν έχει δηλαδή υπαρκτικές ορίζουσες που να είναι αντιληπτές από τον άνθρωπο, αν δεν τίθενται σε συνάφεια και συνοχή και… συνενοχή με το αίτημα της ελευθερίας… κι έτσι, με συνέπεια και ακολουθία, το ανθρώπινο ον, συγχέοντας την ελευθερία με την απελευθέρωση, στέκεται αλαζονικά και με έπαρση όρθιο και κοιτάζει τα άστρα… ενώ θα έπρεπε να κοιτάζει τα ένδον άστρα, τους ένδον γαλαξίες, τους ένδον κόσμους… ας πούμε ότι απελεύθερος είναι εκείνος που ρουφάει άπληστα το οξυγόνο της ζωής και παλεύει να την παρατείνει έστω κι ένα λεπτό όχι για να της δώσει ένα περιεχόμενο αλλά, απλώς για να ζήσει… πόσο απλό είναι αυτό το ‘απλώς’ είναι ένα άλλο ζήτημα… τουναντίον, ο ελεύθερος άνθρωπος δεν έχει καν την ανάγκη να ζήσει ή να μην ζήσει οτιδήποτε, να πράξει ή να μην πράξει, να σκεφτεί ή να αδρανήσει, να ομοιάσει με ένα ανώτερο Ον ή να παραμείνει σκυφτός και αθέατος στον ενικό του χώρο…


Με μια ανάστροφη πορεία, το οντολογικό ‘θέαμα’ δεν έχει καμιά άλλη προϋπόθεση παρά την ίδια τη βουλητική του ορμή… είναι αξιοθαύμαστο το πώς η ίδια η δίψα για ελευθερία οδηγεί στο έγκλημα κι εκεί ταυτίζεται με την πρώτη πράξη του δράματος που είναι η δράση της απελευθέρωσης… τα ζητήματα αυτά δεν είναι τόσο απλά, θα πει κάποιος… κι όμως, ενίοτε τίθενται και στον πιο ‘απλό’ νου… το ότι τα εγκαταλείπει γρήγορα λόγω περιπλοκότητος δεν σημαίνει ότι δεν εγέρθησαν…

Κι ενώ η απελευθέρωση μοιάζει με την σκεπτόμενη δραστηριότητα, η ελευθερία είναι η καθαρή δράση… άλλο ένα χτυπητό παράδειγμα διαχωρισμού του βήματος του πλαδαρού και αναιμικού όντος που λέγεται ‘άνθρωπος’ και του σφριγηλού εκείνου αρχετύπου του, του πολεμιστή… γιατί ο πολεμιστής – που πρέπει να είναι πάντα ‘άψογος’ καθώς λέει και ο Δον Χουάν στον Καστανέντα – περιφρονεί κάθε κίνηση προς και απολαμβάνει την ίδια την κίνηση… δεν έχει να σκεφτεί τίποτα, δεν ρυπαίνει το είναι του με τα τοξικά απόβλητα του νου – τη σκέψη δηλαδή. Ο πολεμιστής είναι ελεύθερος ακόμη και στη φυλακή ή στο καλύβι του… ο καθημερινός άνθρωπος είναι σκλάβος ακόμη και στον ευρύτερο ωκεανό…


Και αν αποφασίσεις να αποδεσμευτείς από την βουλητική ορμή και να την τιθασέψεις, τι συμβαίνει; Ίσως αναρωτηθεί κάποιος… το ίδιο το ερώτημα όπως και τόσα άλλα ερωτήματα, αποτελέσματα νοητικών… κενώσεων, δεν έχουν καμία σημασία. Ο νους ρωτάει, ο νους απαντάει… Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει… ακόμα κι όταν έχει αποφασίσει ότι έπαυσαν οι ερωτήσεις και έχει δώσει επαρκείς 'απαντήσεις' και πάλι δικό του έργο είναι. Το σκηνοθέτησε, το επένδυσε μουσικά, πρωταγωνιστεί ο ίδιος – σε πολλές μορφές και όψεις – του δίνει την αρχή που θέλει και επίσης συνήθως ένα happy end που τον βολεύει… 


Η ελευθερία, αδελφή και ομογάλακτη του Αχανούς, δεν ζητάει, δεν απαιτεί, δεν θωπεύει, δεν συγχωρεί… και το πιο τρομακτικό, αδύνατον να το αφομοιώσει ο άνθρωπος... δεν ενδιαφέρεται...οι δονήσεις της είναι τόσο καθαρές που δεν τις μολύνει ποτέ ο ρόγχος του νου…


Όμως περιμένει… τους ημίτρελους, τους ήρωες, τους μύστες και τους ποιητές…