Κυριακή, Μαρτίου 06, 2016

ο χρόνος μισεί τους αχάριστους...



Η ίδια η ζωή διδάσκει πως δεν είναι δυνατόν να επιβιώσεις. Μπορείς βέβαια να παλέψεις. Το δικαιούσαι. Μεγαλώνεις με τούτη την κληρονομιά. Οι πρόγονοι πάλεψαν, οι παλαιοί πάλεψαν, οφείλεις να κάνεις το ίδιο. Είσαι έγκλειστος σε ένα πολιορκούμενο οχυρό από την πρώτη ως την τελευταία ημέρα. Και μάχεσαι, παλεύεις. Οι ορδές ατελείωτες, τα κύματα των επιτιθέμενων αναρίθμητα. Κάποιες στιγμές πιστεύεις πως ‘καθάρισες’. Πως εσύ ‘τη γλύτωσες’ ή πως τελικά, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα όσο νόμιζες. 

Είναι οι λιακάδες, οι μεθυστικές λιακάδες της ζωής σου. Τα ερωτικά πρωινά, τα μαγικά απογεύματα, τα ονειρικά βράδια που είσαι ξέγνοιαστος… ξεγελασμένος… ας είναι…

Η ίδια η ζωή, επίσης, διδάσκει πως όταν σκέφτεσαι πολύ στοχάζεσαι λίγο και ζεις λιγότερο. Τα ξέφωτα είναι σύντομα σε διάρκεια αλλά δυνατά κι ευεργετικά αν ξέρεις να τα εκμεταλλεύεσαι. Αν ερωτευτείς να δοθείς ολόκληρος, αν είσαι χαρωπός να γελάς δυνατά, εκκωφαντικά, να μην μειδιάζεις επειδή φοβάσαι την ύβρη. Το γέλιο δεν είναι ύβρις απέναντι στην ειμαρμένη. Είναι χλευασμός του παραλόγου του βίου και οφείλεις να το υπηρετείς. Κάτι ήξεραν οι ‘σκυθρωποί’ Σπαρτιάτες. Έστω…

Κι όλα αυτά είναι λιακάδες, οφείλεις να το αναγνωρίσεις, οφείλεις να το χαρτογραφήσεις, να το ψηλαφήσεις. Όχι με τα χέρια του κορμιού σου. Με τα χέρια της ψυχής σου.

Η ίδια η ζωή διδάσκει ακόμα πως ο χρόνος μισεί τους αχάριστους. 

Γιατί όταν αρνείσαι τα δώρα των αγαπημένων φίλων σου μπορείς να αναπαύεσαι στην ευρυχωρία της ψυχής τους. Όταν αρνείσαι όμως τα δώρα των εχθρών σου, τότε χτίζεσαι μέσα στο σπήλαιο της ίδιας της αρνητικότητας και υπηρετείς μονάχα το σκοτάδι μέσα σου.

Και το Στόμα θρέφεται πάντα απ’το σκοτάδι…


Σάββατο, Μαρτίου 05, 2016

ό,τι με περιβάλλει δεν είναι αληθινό...


«… Ο φίλος μου Κ. μου λέει πως η ζωή είναι εφιάλτης. Η απογραφή των πραγμάτων που συνθέτουν τον εφιάλτη είναι βάρβαρη και κοινότοπη: γέννηση και θάνατος, φόνοι και γενοκτονίες, γεωλογικές και κοσμικές καταστροφές, κάτεργα και καταπίεση, βία και τρόμος. Γνωστά πράγματα από χρόνια. Κι όμως, ζούμε. Δεν θα έπρεπε να αποδεχθούμε αυτή την μοίρα, στην οποία φαίνεται ότι έχουμε παραδοθεί εδώ και χιλιετίες. Αυτή η ανθρωπότητα, όμως, συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο το αβίωτο αυτού του κόσμου, δεν θα έπρεπε να αυτοκτονήσει: Ακόμη και αν ζει κανείς ήσυχα, τα γηρατειά δεν είναι κάτι απαράδεκτο;…

… είμαι μέσα στο άρρητο…

…το πρωινό είναι οδυνηρό. Η επιθυμία να μην ξανασηκωθώ, την οποία πρέπει να ξεπερνώ κάθε πρωί…

… αυτό είναι η χάρη: να αισθάνεσαι πως ο κόσμος είναι βαθύτατα, πνευματικά, μεταφυσικά πραγματικός και πλήρης. Χωρίς τη συνειδητή, ή κατά το ήμισυ συνειδητή, αίσθηση της μεταφυσικής πραγματικότητας, όλα είναι φευγαλέα, ο κόσμος δεν είναι υποστατός, δεν έχει ενσαρκωθεί…

…δεν φοβάμαι πραγματικά, ή δεν φοβάμαι μόνο. Αυτό που με παραλύει είναι η αηδία…

…για ν’ανεχθώ το αφόρητο, κρέμομαι απελπισμένα από τη σκέψη πως ό,τι με περιβάλλει δεν είναι αληθινό, πως ο κόσμος δεν είναι πραγματικός…

…έχουμε ξεχάσει τι σημαίνει παρατήρηση. Δεν μπορούμε πια να βλέπουμε, δεν μπορούμε πια να σταματήσουμε μέσα στη γενική αναταραχή και να παρατηρήσουμε, ακίνητοι για λίγο, την ίδια τη δίνη. Δεν ξέρουμε πλέον να κοιτάμε ούτε τα κάγκελα του κλουβιού μας, ούτε τη γη. Δεν έχουμε την ευχέρεια να το κάνουμε. Εντούτοις, θα μπορούσαμε, κοιτώντας γύρω μας, παρατηρώντας τον εαυτό μας να δούμε κάτι να εμφανίζεται. ‘Παρατηρώντας’, με τεταμένη την προσοχή, θα μπορούσαμε να ξαναβρούμε τη φρεσκάδα της έκπληξης, μιας έκπληξης παιδικής η οποία θα έκανε τον κόσμο τόσο νέο και παρθένο, όσο την πρώτη μέρα της δημιουργίας. Θα έπρεπε να μάθουμε εκ νέου την έκσταση…

…ο άνθρωπος, ακριβώς για να ζήσει και να δράσει, δεν μπορεί να αποφύγει να θέσει στον εαυτό του το εσχατολογικό πρόβλημα. Αν δεν το θέσει, μένει στάσιμος. Αν δεν υπάρχει προορισμός, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αρκεσθεί στην ατομική του μοίρα, έχει ανάγκη να πιστεύει στο μέλλον της ανθρωπότητας…»

IONESCO,  Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2016

Απολιθώματα





Ώστε λοιπόν όλα θα σιγήσουν…

μια μέρα…
όλα όσα ψηλαφήσαμε
κάτω απ΄το μεθυσμένο ήλιο της εφηβείας μας
όλα όσα αρνηθήκαμε
κάτω απ’το σπαραγμό
της ασημένιας σελήνης
στις ποιητικές μας περιπλανήσεις
ενθουσιώδεις κι ερωτευμένοι
μέσα στο γνόφο της γερασμένης πλήξης μας
απόστατοι και κουρασμένοι

έτσι ή αλλιώς

δίκαια ή άδικα
πιο πολύ άδικα
θα χαθούν
θ’ αφανιστούν

μονάχα όμως
απ’το δικό μας βλέμμα…

κι ακόμη τότε
θα υπάρχουν
για κάποιους άλλους
που θα πιστέψουν για μια στιγμή
πως είναι αθάνατοι
και πως μπορούν…
αλίμονο, χειρότερα
πως είναι βέβαιο
θ’αλλάξουνε τον κόσμο!

κι έτσι είναι

γιατί γερνάς εκείνη την ημέρα ακριβώς
που παύεις να πιστεύεις πως εσύ
μπορείς ν’αλλάξεις τον κόσμο…

γιατί πεθαίνεις για πρώτη σου φορά
όταν αυτή η αλήθεια
η πικρή ματαίωση
σού πλημμυρίσει την καρδιά

η φοβερή αλήθεια

και μέσα σου η… στερεότητα
η σταθερότητα
και η… σοφία
αποκαλύπτουν το αληθινό τους πρόσωπο…

απολιθώματα…


Ώστε λοιπόν
μια μέρα
όλα θα σιγήσουν…

για σένα μόνο

για το στερέωμα είναι πάντα
εκκωφαντικός ο ήχος της δημιουργίας
και οι φωνές των αδύναμων βροτών
ούτε που φτάνουν ως τα μισά
του ουράνιου ωκεανού

σκέλεθρα
σαπισμένοι σάκοι
ρυπαροί
λεροί
άχυρα γεμάτοι

σκιάχτρα
φαντάσματα

ζοφερές σκιές που αχνίζουν
στους αιώνιους βράχους…

απολιθώματα…


φεβ2016





Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Ιερό ίχνος



Τ
ο μεγάλο ‘ψεύδος’ που συνοδεύει τους ποιητές μέσα στους θολούς αιώνες είναι η μεγάλη θεώρηση, η εποπτεία… το καθαρό βλέμμα στο Κεκρυμμένο και στο Επέκεινα… ναι, ακόμα και στο επέκεινα… γιατί χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής είναι ένας κρεμασμένος βλάσφημος από το καταραμένο δέντρο… χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής απλώς αντιγράφει, δεν αφηγείται… στην καλύτερη περίπτωση μεταγράφει όμως δεν ποιεί… δεν μπορεί να δομήσει ένα άρτιο σύμπαν… και ποιητής χωρίς άρτιο σύμπαν είναι ένας σβηστός ήλιος, μια μέλαινα οπή στο μαύρο του στερεώματος… ένα περιττό ίσως, και τα ίσως το Αχανές τα ξεβράζει στους αποθέτες του χρόνου…

Όμως κι αυτός ακόμα ο αρχαίος άνεμος που φυσάει πάντα όταν γεννιέται ένας μεγάλος ποιητής, ακόμα κι αυτός είναι ένα μεγάλο ψεύδος… υπάρχει αλλά δεν είναι. Ο ποιητής που θα πιστέψει πως αυτός ο κόσμος είναι έχει υπογράψει την οριστική συνθηκολόγησή του με το θάνατο. Και ο ποιητής γεννιέται για να περάσει στην αθανασία, αλλιώς είναι ένας ‘κοινός’ θνητός… ένας ακόμα που δεν τόλμησε να ξεμυτίσει απ’τη Σπηλιά… οπότε, ό,τι γράφει δεν έχει και τόση σημασία… όσο τυφλοί είναι όλοι είναι κι εκείνος, όσο νεκροί είναι όλοι είναι κι εκείνος… νομίζει πως βλέπει όμως όλα είναι γεννήματα, κατασκευές… ένας ευφυής προγραμματισμός, μέσα, πάντοτε μέσα στη Σπηλιά…

Ο ποιητής νιώθει τον άνεμο του παρελθόντος, ακούει τις φωνές των παλαιών διδασκάλων, των νεκρών αδελφών και μπορεί να ιχνηλατήσει κάποιες λίγες γιάρδες στην ατραπό του μέλλοντος… από τούτη την άποψη η παραμυθία του μεγάλου ψεύδους προσφέρει σε όλους μας… όμως όσο είναι σύσκηνος και ισοϋψής με το χτες και το φθαρτό όσα προσφέρει είναι μαζί όνειρα και φαντασία, πυρετός και έρωτας, αυτισμός και αυτόματη γραφή, γλωσσολαλιά και τρέμενς… το βλέμμα του ποιητή μπορεί να υψωθεί μονάχα αν συνδεθεί απευθείας με το Αχανές σε μια τραυματική και οδυνηρή σχέση που θα τον ματώσει, θα τον σκοτώσει και θα τον αθανατίσει… και οφείλουμε όλοι να τον συνδράμουμε σ’αυτό!

Όμως το κόστος είναι μεγάλο όσο και ο πόνος έξω από τα ανθρώπινα.

Τούτο τον έσχατο και οριακό πόνο ένιωσε κάποτε ο Άνθρωπος επάνω στον σταυρό ενώ πίσω του ο χρόνος ούρλιαζε, πάνω του το Αχανές γεννούσε άπειρα μορφώματα και δυνατότητες, κάτω του το έδαφος της θλίψης ήταν γεμάτο στόματα που έχασκαν για να υποδεχθούν τα περιττώματα του φθόνου…

Σημείο συνάντησης, σημείο τομής… η οδός που ανοίχτηκε προσφέρθηκε για όλους όμως δεν ήταν όλοι έτοιμοι. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είναι έτοιμη όλη η ανθρωπότητα. Έτοιμη για την έξοδο. Έτοιμη για το αλλιώς. Και δεν ήταν σχεδόν κανείς.

Γιατί μεγάλος ποιητής χωρίς την αλληλεγγύη της ανθρωπότητας δεν υφίσταται. Μονάχα που είναι η πλήρης αναστροφή της συνήθους διαδικασίας. Εδώ οι άνθρωποι συμβάλλουν στη θανάτωση του ποιητή για να έχει ελπίδες αθανασίας. Και όχι επιβίωσης μέσα στη λάσπη του τώρα. 

Ο ποιητής έτσι μεταρσιώνεται, μεθίσταται, υπερβαίνει το ψεύδος και περνάει στον αληθινό κόσμο… ακόμη και στη ιερή σιγή του ανασαίνει κάτι απ’αυτόν και ό,τι μιλά είναι σύμβολο. 

Και η ανθρωπότητα βαδίζει συντροφιά με τα σύμβολα. Ώσπου να μετοικήσει ολόκληρη στο αληθές… κι ολόκληρη θα πει ακέραια… κι ακέραια θα πει αρηγμάτωτη, σωσμένη, φυλαγμένη … κάποτε στον χρόνο… κάπου στο άπειρο…

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η ανθρωπότητα αναγνώρισε τον ποιητή και τον βοήθησε στην έξοδο από τη σπηλιά θαυμαστά πράγματα συνέβησαν. Τα φέρουμε όλοι μας. Τα νιώθουμε και τα ψελλίζουμε όλοι. Είναι η παρακαταθήκη μας, η ακριβή κληρονομιά μας. Θα τα έχουμε μαζί μας για πάντα. Θα τα περάσουμε κι εμείς σαν ιερά σύμβολα... λέξεις, ανάσες, προσευχές, τραγούδια, παραμύθια, μορφές, αγγίγματα, έρωτες, θάνατοι, αφηγήσεις, όνειρα… θα τα κληροδοτήσουμε στους επόμενους κι ας μην ξέρουμε τι είναι, πως ήρθαν ως εμάς, γιατί πάλλονται από το αιώνιο…

Το ιερό ίχνος του ποιητή…

Ο καθένας από εμάς το έχει, το φορά, μας μιλά, μας συντροφεύει…

Και κάθε που χαμογελάμε στον ήλιο που σηκώνεται κάθε αυγή πάνω απ’τη θάλασσα, τούτο πάλλεται και ορθώνεται και μας πονά…

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2016

Σχίσμα...




Τούτη τη φορά το βλέμμα της ήταν αυστηρό. Ελεγκτικό, σχεδόν θυμωμένο.

Και τα χέρια της παγωμένα.

«Νομίζω πως είναι πολύ δυσάρεστο. Θα πρέπει να είναι», είπε με σκληρό τόνο.

Δεν της μίλησε. Την περίμενε. Άκουγε όμως προσεκτικά. Άκουγε με όλο του το είναι.

«Εννοώ να γίνει κάποιος με τα χρόνια πικρός. Να γίνει ένας πικρός άνθρωπος. Ναι… είναι δυσάρεστο… κι όχι μόνο για τον ίδιο…»

Έπεσε ξαφνικά ανάμεσά τους εκείνο το πέπλο της σιωπής που κανείς δεν τολμά εύκολα να αγγίξει. Ένα βαρύ πέπλο φορτισμένης σιωπής.

Πέρασε ώρα ώσπου να μιλήσει εκείνη ξανά.

«Πιστεύω πως όταν ένας άνθρωπος γίνεται πικρός σημαίνει πως είναι πια εντελώς άδειος… δεν ξέρω… κενός… υπάρχει ένα κενό εκεί… και πρέπει να γεμίσει…», συμπλήρωσε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. 

Δεν την ακολούθησε. Την άκουγε σιωπηλός. Σε ένταση.

«Η πίκρα δεν είναι κραυγή ούτε έκκληση για βοήθεια όπως λένε κάποιοι. Είναι απλώς αυτό που είναι. Μια μουτζούρα στη ψυχή του ανθρώπου. Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ακούς, πως έπαψες να συνομιλείς, πως έπαψες πια να βλέπεις. Μάλλον σημαίνει πως… πως είσαι πια νεκρός»

Εκείνος κάθισε σε ένα παγκάκι που λίγο πριν φιλοξενούσε ένα ζευγάρι. Έσκυψε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του. Μετά από λίγο εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα του. Χωρίς να τον κοιτάζει.

«Το να είσαι πικρός σημαίνει πως έπαψες να ψηλαφείς, να αναζητάς, να λυπάσαι… ακόμα και να φοβάσαι… η πίκρα τα σκεπάζει όλα, τα δηώνει όλα, τα καταναλώνει… κι ίσως έτσι να γεμίζει το τεράστιο κενό…», είπε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά.

Έβγαλε από το παλτό της ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε ένα. Φύσηξε με δύναμη τον καπνό μπροστά της.

«Κι ακόμα… το να είσαι πικρός σημαίνει πως δεν μπορείς πια να αγαπάς. Κι ίσως… δεν ξέρω… ίσως ακόμη χειρότερα, δεν έχεις πια καμιά ανάγκη να αγαπάς… τίποτε… και κανέναν…»

Της ζήτησε ένα τσιγάρο και του προσέφερε. Το έβαλε στο στόμα του αλλά δεν το άναψε.

«Θυμάσαι τι μου είχες πει κάποτε; Πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δεν είναι μια κατάσταση… είναι μια διάσταση. Το θυμάσαι; Κι επίσης πως έχουμε βαθιά ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Διαφορετικά… η ψυχή αφυδατώνεται, ο άνθρωπος συρρικνώνεται, αργοπεθαίνει… τα θυμάσαι; Εγώ τα θυμάμαι όλα… λέξη προς λέξη…»

Σηκώθηκε και περπάτησε λίγα βήματα μακριά του. Δεν την ακολούθησε. Την κοιτούσε όμως.
Γύρισε και ξανακάθισε.

«Έχει μείνει ένας υπέροχος νους και μια δηλητηριασμένη ψυχή. Αυτό συμβαίνει… όπως με τον καρκίνο… το σώμα διαλύεται όσο κι αν πασχίζει το πνεύμα να γραπωθεί στη ζωή… έρχεται ο θάνατος και τελικά τον υποδέχεται με ανακούφιση το σώμα και με κραυγή απελπισίας η ψυχή… ο απόλυτος διχασμός… ο πιο τραυματικός! Ο ένας φορέας λαχταρά να πεθάνει για να λυτρωθεί, ο άλλος λαχταρά να ζήσει… αδιέξοδο… σχίσμα…»

Οι τελευταίες της λέξεις έμοιαζαν με κοτρώνες που έπεφταν με γδούπο στο κεφάλι του. Δεν αντέδρασε. 

Έμεινε σιωπηλός ως το τέλος.

Ως τη στιγμή που την είδε να σηκώνεται και να χάνεται περπατώντας αργά μέσα στην παγωμένη νύχτα…