Σάββατο, Σεπτεμβρίου 07, 2013

Άνθρωπος… ένα αντι-εξελικτικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί… ή απλά, να ξεπεραστεί






Μερικές σκέψεις με αφορμή μόνον την ταινία Wolrd War Z
 (του Marc Forster με τον Brad Pitt).


Εμείς οι άνθρωποι λοιπόν, έχουμε κάποιες πολύ βασικές κατασκευαστικές ατέλειες. Μοιάζουμε με μηχανές εσωτερικής καύσης. Θέλουμε συχνά, πολύ συχνά, κάθε μέρα για την ακρίβεια και όχι μόνον μια φορά, τροφή και νερό και έχουμε, επίσης συχνά, εκπομπές και εκροές και απορρίψεις περιττωμάτων. Έχουμε ανάγκη θερμίδων, ενέργειας για να ελέγχουμε τον εύθραυστο μεταβολισμό μας και την σταθεροποίηση της θερμοκρασίας μας. Πολύ ενεργοβόρα και πολύπλοκα όλα αυτά. Αν ήμασταν σαν τους κροκόδειλους ή σαν τα φίδια, θα τρώγαμε μια στο τόσο και θα αράζαμε στη λιακάδα για να ανεβάσουμε θερμοκρασία. Ύστερα, θα ρίχναμε καμιά δυο βουτιές για να δροσιστούμε και άντε πάλι απ΄την αρχή. Να πως ζεις 200 χρόνια. Ενώ εμείς βία να πιάσουμε τα 80 και τα μισά στα φαρμακεία και στα ΙΚΑ…

Μετά, το άλλο σκάνδαλο… χρειαζόμαστε ύπνο…  έξι τουλάχιστον ως οχτώ ώρες την ημέρα! Για όλη μας τη ζωή. Απίστευτο! Το ένα τρίτο της βιολογικής μας παρουσίας στον πλανήτη Γη καταναλώνεται στα ροχαλητά και στις απλωτές στα στρώματα! Τρομακτική σπατάλη χρόνου! Βέβαια, τα ψυχρόαιμα ζώα θα πει κάποιος κοιμούνται ακόμα περισσότερο. Σωστό κι αυτό. Άρα είμαστε μπροστά στην εξέλιξη. Όχι και τόσο μπροστά όμως… γιατί ακολουθεί κι άλλο σκάνδαλο, εντελώς αντι-εξελικτικό.

Έχουμε αυτά τα καταραμένα τα συναισθήματα!

Αυτό κι αν καθυστερεί την εξέλιξή μας. Καλά η τροφή, καλά το νερό, καλά και ο ύπνος. Ας πούμε ότι τα βολεύουμε με έναν τρόπο. Αλλά με τα συναισθήματα; Τι κάνεις μ’αυτά; Αυτά σε πάνε πίσω, σε κρατάνε κάτω, σε καθυστερούν άσε που καταναλώνουν ένα βουνό ενέργειας. Είσαι χαρούμενος; Χοροπηδάς, χαζολογάς και κάνεις χαβαλέ, καμιά σκέψη για την εξέλιξή σου. Χώρισες και ακούς όλη μέρα Παντελίδη; Είσαι λιώμα, είσαι χώμα, πίνεις, καπνίζεις, μια μαύρη τρύπα ενέργειας είσαι!

Κι έχουμε κι άλλα που ακολουθούν.


Εκτός από όλα αυτά τα φρικώδη, έχουμε και… πάθη. Δεν μας έφταναν τα υπόλοιπα κατασκευαστικά κουσούρια, έχουμε και τα πρόσθετα, τα επίκτητα και τα έξωθεν. Άλλος παίζει χαρτιά, άλλος ταΐζει αλογάκια, άλλος νύχτα μέρα στο γήπεδο βρίζει διαιτητές και πλακώνεται με… αλλόδοξους, άλλος καπνίζει ‘σαν αράπης’, άλλος στο στοίχημα όλο του το βιος… κλπ, κλπ… ων ουκ έστιν αριθμός!

Ύστερα βέβαια, είναι και το κορυφαίο των κορυφαίων… το σεξ!

Ακόμα και αν μπορούσε κανείς να καταπιεί όλα τα προηγούμενα, το θέμα ‘σεξ’ δεν καταπίνεται με τίποτα. Αυτό κι αν καθυστερεί την εξέλιξή μας! Διότι σεξ σημαίνει ηδονές, στις ηδονές οδηγούν οι πυρετικές φαντασιώσεις και φαντασιώσεις σημαίνει… έναν ωκεανό ενέργειας!! Οι νέοι βασανίζονται από τη θυελλική τους λίμπιντο –με άλλα λόγια τους είναι όλη την ώρα σηκωμένη – οι μεγαλύτεροι αναζητούν τρόπους να το κάνουν πιο συχνά γιατί το κάνουν ‘ποιοτικά’ - ένας άλλος τρόπος για να πεις ότι η στύση σου είναι για κλάματα - οι γέροι καταπίνουν τα χαπάκια για μια… καλή ζαριά το μήνα… όλων το μυαλό στο κικιρίκι… άντρες και γυναίκες, γέροι, νέοι και παιδιά.

Τρομερά πράγματα!



Και είναι και ένα ακόμη… ο πλανήτης Γη boys and girls δεν αντέχει άλλο… παραγίναμε πολλοί… πόσους να βάνεις στη βάρκα; Πέντε χωράει κι έχεις βάλει είκοσι… ε, δεν αντέχει άλλο… κάποιοι να μας κάνουν τη χάρη να βουτήξουν παρακαλώ… γιατί ακόμα κι αν μείνετε, δεν έχουμε να σας θρέψουμε, να σας ποτίσουμε και να σας γ… δηλαδή, ό,τι μπορούμε κάνουμε αλλά πόσο πια;

Παραείστε πολυέξοδοι…

Υπάρχει άραγε λύσις; Ημπορεί άραγες ο πανέμορφος μπλε πλανήτης μας να ξανάρθει στα ίσα του; Και από 7, 8 δις να ξαναγίνουμε καμιά εκατοστή εκατομμύρια να την περνάμε ζάχαρη;

Η ταινία με προβλημάτισε παρότι δεν είναι το –πρωτογενές– θέμα της. Αλλά ενέπνευσε για τη λύση… με τον ιό που μεταλλάσσει τον υγιή άνθρωπο σε ζόμπι μέσα σε 12 δευτερόλεπτα!! Αφανίστηκε ο μισός πληθυσμός της Γης σε λίγες μέρες!! Κι αυτό που δεν κατάφερε ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, το κατάφεραν τα Ζόμπι σε χρόνο μηδέν: κατέλαβαν την Ουάσινγκτον!

Να η λύσις!

Όσο λιγότεροι, τόσο καλύτεροι…



Για σκεφτείτε την Αθήνα αντί για 4 εκατομμύρια νοματαίους με μόλις εκατό, διακόσιες χιλιάδες; Τι ηδονή θα ήταν αυτή; Ποιες διαθεσιμότητες και τρίχες κατσαρές; Η χαρά των Τροϊκανών θα ήταν αυτή!
Για σκεφτείτε την Αφρική, την Ασία, την Ευρώπη με το ένα δέκατο του πληθυσμού; Νερό για όλους, φαί για όλους, Μερσεντές για όλους…

Θα μου πεις γίνεται;

Κι αν γίνεται δεν πίνεται, καθώς έλεγε και μια θειά μου… αλλά στο σινεμά όλα γίνονται αν έχεις λεφτά, φαντασία και χρόνο για χάσιμο… αλλά ας μην γκρινιάζω…  μπορεί τώρα που με διαβάζετε να έχει αρχίσει κιόλας η μετάλλαξη… και… τρεχάτε ποδαράκια μου!


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 04, 2013

Η πνευματική ακηδία, αλλιώς λέγεται και μαλ…




(γιατί κάποιοι έχουν γενέθλια και… τολμούν να τα γιορτάζουν κιόλας!)

Για τους ανθρώπους της δικής μου γενιάς, -οφείλω να πω, όχι για όλους - αισθάνομαι ότι η βίωση της σημερινής πραγματικότητας –κοινοτοπία να περιγραφεί απλώς ως ‘οδυνηρή’ - προκαλεί μια βεντάλια εσωτερικών αποκρίσεων, από την αμηχανία και την έκπληξη ως την απογοήτευση και την… ενεργειακή ακηδία, ας την αποκαλέσω έτσι… Είναι μια μορφή αδράνειας που δεν εμπεριέχει την απόρριψη αλλά τείνει προς την εσωστρεφή ανάλυση και τον σκεπτικισμό… Βέβαια, ο πολύς σκεπτικισμός καταλήγει στην άρνηση και η άρνηση στον βαρύ και βαθύ πεσιμισμό και την ‘αφασία’…

Πώς μπορεί να το κατανοήσει εύκολα αυτό κανείς; Αυτή την μεταβολή δηλαδή; Ακόμα και από τις ταινίες του κινηματογράφου, αυτές τις χαζο-ταινίες της δεκαετίας του ’80, τότε που η κουλτούρα της βιντεοκασέτας γεννιόταν μαζί με την αναρρίχηση στην εξουσία μιας νέας μικρο-μεσο αστικής τάξης νεόπλουτων ελλήνων… ήταν η εποχή που ‘έπρεπε’ η ακραία πολιτικοποίηση των προηγούμενων χρόνων να δώσει τη θέση της σε μια πιο ‘ξεκούραστη’, πιο ανάλαφρη, πιο ευδαιμονική κοσμοθεώρηση… ήταν η εποχή που έπρεπε το κάθε ελληνικό σπίτι να έχει, επιτέλους, έγχρωμη τηλεόραση (Sony Trinitron ας πούμε), βίντεο Panasonic τριών ή τεσσάρων κεφαλών, ηχοσύστημα Technics, δυο αυτοκίνητα, ανέσεις και σκέψεις αισιόδοξες… Η μαύρη χούντα είχε περάσει πια, η αριστερά είχε αρχίσει να γραφικοποιείται  – άλλωστε με μια έννοια ‘κυβερνούσε’ και άρα δεν υπήρχε λόγος γκρίνιας – και το μέλλον ανοιγόταν φαρδύ πλατύ και ευρύχωρο για όλους… φτωχούς, πλούσιους, άσχημους και ωραίους…

Θυμάμαι αυτό το κλίμα ευφορίας, διάχυτο και σε πολλές περιπτώσεις και εκδηλώσεις, που τότε, δεν μπορούσα να τις δω παρά αποσπασματικά και όχι ενταγμένες στη συνολική ψευδαίσθηση μιας Ελλάδας που, επιτέλους, είχε έρθει η ώρα να πάρει τη θέση της στην Ενωμένη Ευρώπη και τον κόσμο!
Θυμάμαι, ας πούμε τις εκδρομές και τις συζητήσεις μεταξύ φίλων. Ήταν έντονα φορτισμένες ακόμα από τις ‘απόρροιες’ της μετα-χουντικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας, ‘έπαιζαν’ παλιά θέματα – Ο Μάο, η πάλη μεταξύ Αμερικανών και Σοβιετικών, ο ψυχρός πόλεμος κ.α. – αλλά σιγά σιγά, τα θέματα γίνονταν ‘ελαφρύτερα’, πιο χαλαρά, πιο ήρεμα… Υπήρχαν και οι εξαιρέσεις βέβαια. Θυμάμαι όταν πήγα να δω την ταινία ‘Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο’ που μας έβγαλαν έξω λόγω προειδοποίησης για βόμβα στο σινεμά, τι γινόταν απ’έξω, συζητήσεις, αντεγκλήσεις κλπ. Θυμάμαι την ΕΠΕΝ και τους νοσταλγούς του Παπαδόπουλου που ήταν ακόμα νέοι και ακμαίοι και… με τσέπες γεμάτες από την επταετία που βολεύτηκαν μια χαρά…

Ακόμα και στο Πανεπιστήμιο, σιγά σιγά, με την πάροδο των ετών και όσο η ΔΑΠ ανέβαζε τα ποσοστά της, οι φοιτητές γίνονταν ολοένα και πιο αδιάφοροι για τα πολιτικά… Κρατούσε ακόμα βέβαια το κλίμα της ΕΦΕΕ και του Πολυτεχνείου του ’70, οι συνελεύσεις των Τμημάτων είχαν έντονους διαξιφισμούς, ενίοτε και ξυλοδαρμούς, όμως… ήταν το τέλος μιας εποχής που αργοπέθαινε σπαρακτικά…

Ήταν η εκκίνηση μιας άλλης εποχής πλέον, είτε το ήθελαν οι ‘σοβαροί’ είτε όχι… ήταν η αφετηρία της εποχής της ‘ελεύθερης τηλεόρασης’, του ‘ηλεκτρονικού υπολογιστή που θα είναι το μέλλον’, των Media, της ‘αγίας κατανάλωσης’ και της ξεγνοιασιάς… Ό,τι ήταν να γίνει με την μεταπολίτευση είχε γίνει. Κάθε κατεργάρης είχε κάτσει πλέον στον πάγκο του. Η Δεξιά στο… χρονοντούλαπο, οι ‘δημοκράτες’ στο σβέρκο μας και η αριστερά… στο αραχνιασμένο παρελθόν της να ατενίζει το Γράμμο και το Βίτσι και να μοιρολογάει…

Ήταν η εποχή ΠΑΣΟΚ με δυο λόγια. Με συγκεκριμένη αισθητική, μουσική, γλώσσα και ύφος. Με συγκεκριμένους πασοκο-ανθρώπους, εντελώς χαρακτηριστικούς που μιλούσαν παράξενα, είχαν μόνιμα ειρωνικό σχεδόν μπλαζέ ύφος και απολυτότητες. Ήταν ακραίοι αντικομμουνιστές και χλεύαζαν φυσικά ό,τι είχε σχέση με τη ‘δεξιούλα’. Ήταν η εποχή που ακόμα ο Γεννηματάς οραματιζόταν το ΕΣΥ και τα περήφανα γηρατειά μια παχυλή σύνταξη. Και ήταν η εποχή που ο έρωτας δεν είχε κρυφτεί μέσα στις οθόνες των pc αλλά άκμαζε στις γειτονιές, τις πλατείες και τα σινεμά.

Η δεκαετία του ’80, θα τολμούσα να πω ότι ήταν για μένα μισητή και αηδιαστική σχεδόν. Η όλη αισθητική ‘Γαρδέλη’ και ‘Ψάλτη’, με τα ‘φιλτιρέ’ μπλουζάκια, τα μπουφάν με τα πτερύγια και τα πέτα, το μαλλί ‘επαρχιώτη ποδοσφαιριστή’ με τις ξυρισμένες φαβορίτες και την αλογοουρά, τις μικρές δερμάτινες γραβάτες που κρέμονταν σαν λιγνά φίδια από το λαιμό, τις άσπρες κάλτσες έξω από τα μοκασίνια… Την αποστρεφόμουν εκείνη την αισθητική που μας έκανε να μοιάζουμε με ξελιγωμένους μετανάστες – μετά συγχωρήσεως - που έβαλαν πέντε δραχμές στην τσέπη και ‘κάνουν τους ωραίους’. Κι αυτό ακριβώς γινόταν τότε… αυτό ακριβώς ξεκίνησε να οικοδομείται τότε… μια φρικώδης, μπανάλ, κακαίσθητη, νέο-ευκατάστατη Ελλάδα που έχει αφήσει οριστικά πίσω της κάθε ενασχόληση με τα ουσιώδη –κουρασμένη και εξοντωμένη άλλωστε από τις αλλεπάλληλες χούντες, κινήματα, κ.α. – και θέλει να το ρίξει μανιωδώς στο ‘σορολόπ’.

Ξέρουμε όλοι μας τι έγινε σιγά σιγά… Ξέρουμε όλοι πως από το πλατύ χαμόγελο Colgate του Παπαντωνίου –ποιος τον θυμάται πλέον ε; - που πανηγύριζε ότι με την είσοδό μας στο Ευρώ θα τρώμε με χρυσά κουτάλια, φτάσαμε στις ακροβασίες στο κενό για να ‘την βγάλουμε’ ακόμα ένα μήνα…

Τι γίνεται όμως με εκείνους που ΔΕΝ συμμετείχαν σε κείνο το ξέσπασμα, σε κείνο το φουσκωμένο τσουνάμι, σε εκείνη την επανάσταση των ‘αθλίων ενστίκτων’;
Τι γίνεται με εκείνους που ΔΕΝ ήταν και δεν ήταν συνειδητά μέρος όλης εκείνης της ‘γιορτής’ του κιτς και της υποβάθμισης;
Πώς νιώθει άραγε σήμερα εκείνος που δεν ήθελε και ΔΕΝ ήταν συνένοχος και συμμέτοχος αλλά και ομόσταυλος και ομοτράπεζος των εμετικών δήθεν ‘αισιόδοξων’ και στην ουσία συνειδητών λαμόγιων που κανείς ποτέ δεν δίκασε, καταδίκασε, τιμώρησε;
Πώς νιώθει άραγε εκείνος που όταν γινόταν μια μοιρασιά κλοπιμαίων δεν συμμετείχε και αδιαφορούσε συνειδητά να συμμετάσχει, έρχεται αργότερα ένα μεγάλο χέρι και τον τοποθετεί μαζί με τους ‘κλεφταράδες και μασκαράδες’;
Πώς νιώθει εκείνος που κάποτε τον έλεγαν ‘κορόιδο’ και ‘χαϊβάνι’ γιατί δεν χτύπησε πόρτες βουλευτών να ικετέψει για μια ‘θεσούλα’ στο δημόσιο ή οπουδήποτε και σήμερα καλείται να απολογείται για τους χαμερπείς έλληνες που κοίταζαν πάντοτε μόνο την πάρτη τους;

Βλέπω, χαζεύω καλύτερα, καμιά φορά στην τηλεόραση, κάποιες σκηνές από τις ταινίες του Δαλιανίδη του ’80… είναι σπουδή, ξέρετε αυτές οι ταινίες… δείχνουν ανάγλυφα, καλύτερα από οποιοδήποτε ντοκιμαντέρ, τι γέννησε την αρρώστια που μας σκοτώνει σήμερα… Θα πρότεινα στους νεότερους φίλους να μην τις σνομπάρουν, να τις βλέπουν και να τις μελετήσουν μάλιστα.
Θα πάρουν πολλές απαντήσεις, θα έχουν τροφή για σκέψη και υλικό για επεξεργασία…

Για όσους τα ζήσαμε από κοντά, κυριαρχεί μάλλον μια νοσταλγική μελαγχολία. Ήταν τα νιάτα μας, τίποτε άλλο. Και αν δεν ανήκαμε ποτέ σε κείνη την συνομοταξία με τους ‘καπάτσους’, τα ‘καμάκια’ και τους ‘αετονύχηδες’, ήμασταν δίπλα τους, κοντά τους και σιωπούσαμε…

Κι αυτή η σιωπή τότε, έγινε μια κραυγή που σήμερα ακόμα κι αν βγει, είναι άηχη, βουβή και δεν ωφελεί σε τίποτα…

Και κάτι τελευταίο… κάποιοι έχουν γενέθλια αυτές τις μέρες… έγιναν 39 ετών… κι αντί τουλάχιστον να κρυφτούν πίσω από κανένα παραβάν, καμιά κουρτίνα να μην βλέπουμε τις μούρες τους τολμούν να βγαίνουν εορταστικοί και χαμογελαστοί στους δέκτες και να απαιτούν να… υπάρξουν ξανά. Μονάχα που πλανώνται πλάνην οικτράν. Μπορεί τότε να είχαμε την αφέλεια του πρωτάρη που μπαίνει για πρώτη φορά στο πάρτι και δεν ξέρει να φερθεί και να μιλήσει όμως σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Και ξέρουμε καλά και τι χορό έχουν στήσει και ποιος είναι ο dj και τι θα μας σερβίρουν στο μπουφέ για να βουλώσουν τα στόματά μας.


Κι αν το στόμα ορισμένων είναι ακόμα γεμάτο, να ξέρουν πως σημασία δεν έχει πλέον το στόμα αλλά το βλέμμα…

Τετάρτη, Αυγούστου 28, 2013

Θα μπορούσες να κάνεις λιγότερο θόρυβο!!




Μόλις σήμερα το πρωί ‘έπεσα πάνω’ σε μια συζήτηση στην δημόσια τηλεόραση… η αφορμή ήταν τα όσα γίνονται στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή που για μια ακόμη φορά δοκιμάζουν το μυαλό και τις ήσυχες συνειδήσεις των καλοβολεμένων αστών και των ‘βαθυστόχαστων’ καθηγητών που περισσότερο μπερδεύουν όσους τους ακούν παρά φωτίζουν τα σκοτεινά δωμάτια. Και με την Συρία, τους σουνίτες και τους σιίτες, περάσαμε στην ‘τολμηρή και αιχμηρή και ανατρεπτική σκέψη του Λεωνίδα Κύρκου’ που μας λείπει τόσο πολύ που δεν κοιμόμαστε το βράδυ –όχι πως φταίει ο καύσωνας βέβαια. Και μετά τις βαθύπλοκες μπούρδες που ειπώθηκαν σχετικά με το ‘πόσο αναγκαία θα ήταν η σκέψη και η σύνθεση του Κύρκου σήμερα’, η συζήτηση πέρασε ως συνήθως στο απαραίτητο και ηδονιστικό αυτομαστίγωμα… δηλαδή στην Ελλάδα και το μεγάλο της σκάνδαλο – για τον κ. Νίκο Δήμου τουλάχιστον – που είναι πως ‘επιμένει’ να αρνείται να ενταχθεί στη νεωτερικότητα και εμφανίζει μεσαιωνικές δομές και ζει στη ‘φαντασιακή της πραγματικότητα’. Οι έλληνες - που δεν είναι έλληνες βέβαια, όπως πρέπει να τονίζεται όταν είσαι σε ‘σοβαρό’ πάνελ ανάμεσα σε ανθρώπους με σπηλαιώδες βάθος σκέψης - αλλά Ρωμιοί και καθυστερημένοι και όλα τα σχετικά – είναι ένα παγκόσμιο παράδοξο τελικά.  Ένα παράδοξο που έρχεται κόντρα σε κάθε σχεδιασμό, κάθε ανάλυση και κάθε ‘εφαρμογή’. Οι έλληνες δεν είναι ‘εύκολοι’, δεν είναι ‘διαχειρίσιμοι’, δεν είναι πειθαρχικοί. Με μια έννοια, επιμένουν να θέλουν να… ζουν ενάντια σε κάθε πρόγραμμα επιβίωσης των ‘ζόμπι’ αρχιμηχανικών… θεωρίες συνωμοσίας, θα πει κανείς στις οποίες είμαστε ευόλισθοι και δεν αργούμε να υιοθετήσουμε το παράλογο αρνούμενοι να δούμε το προφανές.
Και για κάποιους κυρίους και κυρίες με χοντρές καταθέσεις, υψηλές αποδοχές και κοσμοπολίτικη συνείδηση, το προφανές που θα πρέπει να αποδεχτούν οι έλληνες είναι να τους ανατρέπουν σε μια νύχτα κάθε έννοια αξιοπρεπούς διαβίωσης – γιατί ‘κάναμε πάρτι’ και τώρα πληρώνουμε το λογαριασμό – και να το δέχονται χωρίς αντίδραση. Να τους υποθηκεύουν το μέλλον για 40 χρόνια και να μην είναι τόσο ‘ορθολογιστές’ να το υποδεχτούν με χαρά.
‘Αυτό που λείπει από την Ελλάδα είναι ο ορθολογισμός και το ήθος’ είπε ο κ. Δήμου και όλοι ένευσαν καταφατικά κατασυγκινημένοι.
Ήθος είναι λοιπόν να οδηγούνται άνθρωποι με νοητική ή σωματική αναπηρία στην εξόντωση και αυτό να πρέπει ‘ορθολογικά’ να το πιπιλίσουμε στο κεφάλι μας και να το αποδεχθούμε ευχαρίστως (σε τι διαφέρουν στο σημείο αυτό, αναρωτιέμαι από τις θεωρίες ευγονικής που θέλει να εφαρμόσει η Χρυσή Αυγή;).
Ήθος είναι να οδηγούνται άνθρωποι στο ‘απονενοημένο’ αλλά ‘τα ποσοστά των αυτοκτονιών είναι χαμηλά στην Ελλάδα ακόμα’… (πόσο ελεεινό και τρισάθλιο να μιλούν κάποιοι με όρους στατιστικής όταν αναφέρονται σε ανθρώπινες ζωές… πόσος κυνισμός ακόμη περισσεύει;)
Ήθος είναι να ξενιτεύονται τα καλύτερα μυαλά της χώρας ως διέξοδο από την μαύρη κατάθλιψη της ‘νεωτερικής’ σύγχρονης Ελλάδας…
Ήθος είναι να σου αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής σε μια νύχτα και εσύ το πρωί να ξυπνάς τραγουδώντας και σφυρίζοντας ‘always look on the bright side of life’ καθώς θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Πάιθονς…

Όλο τούτο μοιάζει με εκείνη την τρελή ιστορία που ένα ζευγάρι καβγαδίζει θυελλωδώς και κάποια στιγμή η γυναίκα βγάζει ένα περίστροφο, πυροβολεί τον άντρα, εκείνος πισωπατεί, πέφτει από το μπαλκόνι και σκάει με πάταγο στο πεζοδρόμιο. Η γυναίκα πάει στο μπαλκόνι, κοιτάζει το άψυχο σώμα του πρώην συντρόφου της και του φωνάζει:

«Θα μπορούσες να κάνεις λιγότερο θόρυβο!!»

Κυριακή, Αυγούστου 25, 2013

Οζυμανδίας




Οζυμανδίας

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία·
είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο…
Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο·
τα σκυθρωπά του χείλη, πτυχωμένα
σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
‘‘Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!’’
Άλλο τίποτα δεν απομένει.
Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.


Percy Bysshe Shelley

Μετ: Κατερίνα Σχινά

Παρασκευή, Αυγούστου 16, 2013

...το στομάχι, το φαί ή τα τσουκάλια...




Ο Διδάσκαλος εκείνη την ημέρα δεν θέλησε να μιλήσει σε κανέναν. Ξύπνησε όπως πάντοτε πριν το χάραμα και έφυγε προς το ποτάμι. Μετά τον είδαν να κάθεται στην ιερή του πέτρα. Ολομόναχος! Οι μαθητές τον πλησίασαν και τους απομάκρυνε. Ακόμα και οι δυο αγαπημένοι του δεν είχαν καλύτερη τύχη. Δυο χωρικοί τον ζήτησαν και τους έδιωξε. Ως και ο γραμματέας του Άρχοντα τον ζήτησε και εκείνος του έδωσε έναν ‘λωτό σιωπής’ και τον έδιωξε.
Οι μαθητές μαζεύτηκαν στην μεγάλη αυλή και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους ανήσυχοι.
«Ο Διδάσκαλος δεν είναι καλά»
«Είναι χλωμός»
«Το τσι του διαρρέει από τα δάχτυλά του πια…»
«Ο φυσικός του φορέας γέρασε. Δεν αντέχει άλλο»
«Ίσως να είναι ταξιδεμένος πια…»
«Ίσως να είναι στο μεγάλο του όνειρο και δεν θέλει να επιστρέψει…»
«Ίσως να μην μας θέλει άλλο πια»
«Οι Δυνάμεις δεν τον ευνοούν άλλο. Και ντρέπεται να μας το πει»
«Ξεκούτιανε. Και δεν καταλαβαίνει»
Έτσι συζητούσαν οι μαθητές και είχαν αρχίσει να θορυβούν γύρω από τον γέρικο κορμό στη μέση της αυλής.
Κάποια στιγμή τους πλησίασε η γριά μαγείρισσα της σχολής. Έκανε πως κάτι είχε χάσει και το έψαχνε ενώ είχε στήσει αυτί κι άκουγε τους μαθητές να λένε αυτά για τον διδάσκαλο. Κι όσο άκουγε τόσο κούναγε το κεφάλι της. Ύστερα, χωρίς να της δώσει κανείς σημασία ξεγλίστρησε ανάμεσά τους και άρχισε να κατηφορίζει προς το ποτάμι. Εκεί, στην αγαπημένη του λευκή πέτρα καθόταν ο Διδάσκαλος από το πρωί. Ολομόναχος.
«Ήρθα», του είπε σιγηλά και κάθισε λίγο πιο πέρα.
«Πες μου», είπε εκείνος αμέσως και η γερόντισσα άρχισε να του λέει όσα είχε ακούσει. Κάποιες στιγμές κόμπιαζε, δίσταζε μα μετά συνέχιζε ώσπου να τελειώσουν όλα όσα είχε να του πει.
Για λίγο έπεσε σιωπή.
«Τι λες εσύ για όλα αυτά;», τη ρώτησε άξαφνα ο Διδάσκαλος κι εκείνη σάστισε. Στύλωσε το βλέμμα της στο ποτάμι λες κι εκείνο θα της έδινε διέξοδο.
«Τι να σου πω εγώ σοφέ; Δεν έχω ιδέα…»
«Δεν είναι αυτό που σε ρώτησα!», έκανε θυμωμένος ο Διδάσκαλος και το αίμα της πάγωσε. «Πες μου τι σκέφτεσαι για όλα αυτά;»
Μέτρησαν οι χτύποι της καρδιάς της το χρόνο που πέρασε και ύστερα άρχισε να μιλάει.
«Σκέφτομαι πως… πως είχες δίκιο τις προάλλες», άρχισε να ψελλίζει και μαζί κούναγε πάλι και το κεφάλι της.
«Τι απ’όλα;»
«Να, στο δείπνο που είχαμε στον… πως τον λένε… κείνον που γράφει την ιστορία του Άρχοντα και τη ζωή του και τα σημαντικά και τα ασήμαντα… κι επέμενε πως όλα είναι ο Διδάσκαλος… πως ένας δάσκαλος κάνει χίλιους μαθητές άξιους όπως ένα δοχείο μελάνι κάνει για εκατό σελίδες όμορφες γραμμές και ιστορίες… και άρα σε όλη σου τη ζωή ψάχνεις τον δάσκαλό σου και… κάτσε να δεις, δεν τα θυμάμαι η καημένη όλα… κι έπειτα εσύ χτύπησες το χέρι στο τραπέζι και του είπες… μια μέρα, του είπες, μια μέρα να λείψει ο διδάσκαλος όλα πάνε στα τσακίδια! Κι όμως, η μαθητεία μένει σε κείνον που ήταν πάντα έτοιμος και τώρα πρέπει να το δει για τα καλά… αν δεν λείψει ο δάσκαλος, μένει ανάπηρος και ο πιο φωτισμένος μαθητής… και πως… αυτό ήταν όμορφο που είπες… πως σε όλη σου τη ζωή δεν ψάχνεις τον δάσκαλο αλλά ο δάσκαλος ψάχνει εσένα… τον ένα… τον ένα στους χίλιους και… αυτός ο ένας είσαι εσύ ο ίδιος… μα στάσου γιατί μπορεί να τα μπερδεύω… άλλο δεν θυμάμαι... κάπως έτσι τα είπες και να με συμπαθάς γιατί μια απλή γυναίκα είμαι σοφέ και λέω ανοησίες…»
Για λίγο έπεσε σιωπή ανάμεσά τους και τότε, τι περίεργο πράγμα, άκουγε τον ήχο του νερού η γυναίκα πιο δυνατά από ποτέ!
Και τότε έβαλε τα γέλια ο σοφός… και άρχισε να τραντάζεται το σώμα του και τις δονήσεις να τις νιώθει και η γριά μαγείρισσα που είχε σαστίσει και δεν ήξερε τι να κάνει. Βρε λες να είχαν δίκιο τα παλιόπαιδα, σκέφτηκε, λες να ξεκούτιανε και διαρρέει το τσι από τα δάχτυλά του;
Σιώπησε ξαφνικά ο σοφός και της είπε:
«Είδες καλή μου; Μια μέρα μόνο κι ούτε ολόσωστη… πέθανα για μισή μέρα και ήταν αρκετή… μα για εκείνον που ήταν έτοιμος, ήμουν πάντα πεθαμένος!», τέλειωσε τη φράση του και σηκώθηκε κεφάτος με ένα πήδο από την ιερή του πέτρα και γύρισε το βλέμμα του πάνω της. Η γυναίκα σηκώθηκε στα πόδια της με δυσκολία αλλά δεν τόλμησε να σταθεί στο βλέμμα του σοφού.
«Εσύ… εσύ αν μια μέρα λείψεις από το τσουκάλι… τι λές θα γίνει στα στομάχια μας;»
Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια και πάλευε στο μυαλό της να βάλει τα τσουκάλια στη σειρά και τις σκέψεις της επίσης.
«Δεν… δεν…», ψέλλισε και ο σοφός συνέχισε.
«Αναρωτιέμαι λοιπόν αν το στομάχι διδάχτηκε να περιμένει το φαγητό σου και καλόμαθε πως εσύ είσαι πιο υπεύθυνη από εκείνο. Γιατί αν συμβαίνει αυτό κυρά μου, μας πήρε όλους ο διάολος και μας σήκωσε!», φώναξε ο σοφός και ύστερα ήρθε κοντά της και της χτύπησε την πλάτη.

«Έλα, μη σκοτίζεσαι εσύ μ’αυτά… αρκετά… πάμε τώρα πάνω να δούμε ποιο είναι το πιο σπουδαίο… το στομάχι, το φαί ή τα τσουκάλια σου!», έκανε και γελώντας δυνατά κίνησε μαζί της το δρόμο πίσω στη σχολή. 

Κυριακή, Αυγούστου 11, 2013

Ανατολή και Δύση...










Ανατολή και Δύση...
Δύση και Ανατολή...
Γέννηση και Θάνατος...
Αναγέννηση...
το πέρασμα από το φωτεινό στο αθέατο
από το οικείο στο ξένο
από το γνωστό στο άγνωστο...
μια μετάβαση
ένας αέναος κύκλος...
και επιστροφή
ενσάρκωση
ενοίκηση...


'όπως μέσα
έτσι κι έξω
όπως πάνω
έτσι και κάτω'

[Ερμής Τρισμέγιστος, Κυμβάλιον]

Δευτέρα, Αυγούστου 05, 2013

τότε και... τώρα...

Κάποτε…  οι Έλληνες



Πράττε δίκαια
Ύβριν μίσει
Ευσεβείας έχου
Επαίνει τα καλά
Κακίας απέχου
Χάριν απόδος
Ικέτας ελέει
Υιούς παίδευε
Σοφούς χρω
Έριν μίσει
Αγαθούς τίμα
Άκουε τα προσήκοντα
Μηδενί φθόνει
Το δίκαιον μιμού
Ελπίδος νέμε
Διαβολήν μίσει
Ευπροσήγορος γίνου
Αμαρτών μεταβουλεύου
Χρόνιαν φιλίαν φύλαττε
Φίλους ευνόει
Ομόνοιαν επιδίωκε
Μη λάλει προς ηδονήν
Σ(ε)αυτού μη αμέλει
Τα λεωφόρους μη βαδίζειν
Θνήσκε υπέρ πατρίδος
Μη επαίρου
Μη άρχου αδικείν
Άκουε πολλά, λάλει ολίγα
Νόει και τότε πράττε
Ανάξιον άνδρα, δια πλούτον μη επαινής
Πείσας λάβε, μη βιασάμενος
Ανέχου τον πλησίον σου μικρά ελαττούμενος
Μη έριζε γονεύσι, καν δίκαια λέγης
Παιδείας αντέχου
Επαίνει αρετήν
Εχθρούς αμύνου
Ευγένειαν άσκει
Ίδια φύλασσε
Αλλοτρίων απέχου
Φίλω χαρίζου
Μέτρον άριστον
Γνώθι σαυτόν
Χρόνου φείδου
Μηδέν άγαν
Φιλόσοφος γίνου
Όσια κρίνε
Γνους πράττε
Φόνου απέχου
Ήθος δοκίμαζε
Ευεργεσίας τίμα
Δικαίως κτω
Κριττήν γνώθι
Γάμους κράτει
Δαπανών άρχου
Αισχύνην σέβου
Χάριν εκτέλει
Ακούων όρα
Αδωροδόκητος δοκίμαζε
Βίας μη έχου
Ομίλει πράως
Φιλοφρόνει πάσιν
Γλώττης άρχε
Σαυτόν ευ ποίει
Αποκρίνου εν καιρώ
Πόνει μετά δικαίου
Οφθαλμόν κράτει
Καιρόν προσδέχου
Έχθρας διάλυε
Επί ρώμης μη καυχώ
Γήρας προσδέχου
Ευφημίαν άσκει
Πλούτει δικαίως
Κακίαν μίσει
Κινδύνευε φρονίμως
Πρεσβύτερον αιδού
Νεώτερον δίδασκε
Προγόνους στεφάνου
Χαρίζου αβλαβώς
Επαγγέλου μηδενί το παράπαν
Μη ψεύδου, αλλ'αλήθευε
Μη επιθύμει αδύνατα
Περί θεών λέγε, ως εισίν
Νόει το πραττόμενον
Μελέτα το παν
Γηράσκω αεί διδασκόμενος
Αγάπα τα του πλησίον σου και [δια]τήρει ως τα σαυτού
Ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις
Η περί του μέλλοντος πρόνοια, ανδρός έστιν άρετή
Συνετών ανδρών, πριν τα δυσχερή γενέσθαι προνοήσαι


Σήμερα… οι νεοέλληνες

Άρπαξε να φας και κλέψε να’χεις…
Ωχ αδερφέ!
Δε βαριέσαι…
Μην ανακατεύεσαι…
Σώπα καημένε!
Μην είσαι κορόιδο
Εσύ θα βγάλεις το φίδι απ’τη τρύπα;
Βρε κάτσε στ’αβγά σου!
Βουρ στο πατσά
Γ.. τους όλους!
Να καεί το σύμπαν!
Όλοι κλέφτες είναι
Άραξε στα κιλά σου
Μην ασχολείσαι μωρέ!
Την πάρτη σου να κοιτάς!
Που πας να μπλέξεις;
Το πορτοφόλι μου γεμάτο να’χω…
Πλέρωσε να κάνεις τη δουλειά σου…
Βρε δεν πα να γ… όλα!

και πολλά πολλά ακόμα...

Σάββατο, Αυγούστου 03, 2013

Μια επιστολή στα όρια της ύβρεως...



(επιλεγμένο απόσπασμα)

Αγαπημένε φίλε,

Καμιά φορά σκέφτομαι πόσα κοινά έχω με τον μυθικό Οδυσσέα. Αυτόν που έζησε κάτω από τον μαύρο ήλιο της ύπαρξής του, τον ήλιο των ηρώων και όχι των ανθρώπων. Εσύ και μόνο εσύ, μπορείς αυτό να το καταλάβεις, να το νιώσεις, να το δικαιώσεις για τον εαυτό μου αν όχι και για κάποιους άλλους που γνωρίζεις. Τουλάχιστον για μένα, μονάχα εσύ μπορείς να είσαι δίκαιος κριτής, όχι βέβαια αντικειμενικός. Απλά δίκαιος. –Το να είσαι ‘υποκειμενικός’ δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να είσαι δίκαιος, μάλλον το αντίθετο, έτσι δεν είναι;
Μην φανταστείς πως θέλω να συγκρίνω την ταπεινότητά μου με τον  περίεργο, μισο-πραγματικό, μισο-φανταστικό ήρωα της Ομηρικής Ελλάδας. Κι όμως αισθάνομαι πως έχω περισσότερα κοινά με έναν μυθικό πολεμιστή παρά με έναν σύγχρονό μου ‘συνέλληνα’. Κι αυτό γιατί πολύ φοβάμαι πως έξω από χρονικούς περιορισμούς, κάποιοι άνθρωποι είναι αδελφοί, έστω κι αν τους χωρίζουν χιλιάδες χρόνια ‘εξέλιξης’. Έστω και αν κάποιοι γεννήθηκαν βασιλιάδες και άλλοι όχι, έστω και αν κάποιοι με τη ζωή τους έγιναν παγκόσμια αρχέτυπα ενώ άλλοι συμπλήρωσαν εβδομήντα ή ογδόντα βασανισμένα χρόνια μέσα στην ανωνυμία. (Ελπίζω να μην με έχουν καταραστεί οι θεοί με αυτή την… βραχύβια ‘αθανασία’). Όταν είσαι φύση μοναχική –έστω κι αν αντιδράς στο να το αποδεχθείς ολοκληρωτικά- τότε οι πραγματικές σχέσεις, οι αληθινές σχέσεις, οι υπαρξιακές σχέσεις με τον οποιονδήποτε συναντήσεις στο απέραντο και σκοτεινό σύμπαν που ζεις, είναι σαν πυρηνικές εκρήξεις, μοιάζουν με το μεταφυσικό σοκ του περίεργου συγγραφέα της Αποκάλυψης –ήταν ένας άραγε;- ή την μοιραία και τρομακτική ‘συνάντηση’ του Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό με τον Κύριο –ή ό,τι και αν συμβόλιζε ως ψυχικό παράγωγο ο Ιησούς για τον εμμονικό διώκτη του. Αυτές οι συναντήσεις είναι συγκλονιστικές, αποφασιστικές, έχουν απόλυτο χαρακτήρα και ορίζουσες ανατροπής.

Μήπως αυτό δεν έγινε –αν όχι και με τόσο… Βιβλικό τρόπο- όταν συναντηθήκαμε εμείς; Μια αποκάλυψη. Μπορεί να μην συνέγραψα εμπνεόμενος από την επαφή μας το τέλος του κόσμου και την μάχη του Αρμαγεδδώνα, μπορεί να μην άρχισα να κηρύττω σε γειτονιές και χωριά μια νέα θρησκεία και να γιατρεύω ασθενείς και πάσχοντες, όμως η ζωή μου πήρε μια άλλη πορεία, μια πορεία που την διατηρεί ως σήμερα. Γιατί είναι αλήθεια, ακριβέ μου φίλε, ότι η μόνη σταθερά που έχει παραμείνει σε μια τόσο θυελλώδη και τρικυμιώδη ζωή, είναι η φιλία μας.
Από τότε βέβαια, δεν στο κρύβω, έβλεπα αυτό το φοβερό μαύρο ήλιο να αχνοφέγγει στο βάθος του ορίζοντα της ζωής μου, με μια έννοια τον ένιωθα, τον αισθανόμουν να ‘φωτίζει’ –και να μην τη ζεσταίνει ποτέ- τη μοναχική ζωή μου και όσο και αν πάλεψα να ξημερωθώ κάποια μέρα σε ένα άλλο σύμπαν, στο σύμπαν των ‘φυσιολογικών’ ανθρώπων, ηττήθηκα, όπως ηττήθηκε και ο μοναχικός Βασιλιάς της Ιθάκης που γυρνώντας ‘νικητής’ και τροπαιούχος από την Τροία, η οίηση και η αλαζονεία του τον συνέτριψαν.
Με τον Οδυσσέα μοιάζουμε –με την εσωτερική έννοια πάντα- σε πολλά ίσως αλλά διαφέρουμε σε ένα θεμελιώδες: Εκείνος υπήρξε πάντα τολμηρός, παράτολμος μάλλον, θρασύς και αλαζόνας –με την ελληνική ορολογία διέπραξε την περίφημη ύβρη που τον ταλαιπώρησε ως το τέλος.
Μπορεί να μην υπήρξα ποτέ στη ζωή μου θρασύς και παράτολμος –μακάρι να ήμουν- όμως ύβρη διέπραξα κι εγώ και σήμερα αισθάνομαι περισσότερο από ποτέ τα αποτελέσματά της.

Γιατί είναι ύβρις, φίλε μου, να αψηφάς το αύριο και να κρύβεσαι πάντοτε στην ασφάλεια του σήμερα –ποια ασφάλεια;
Είναι ύβρις να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου περισσότερο απ’όσο δικαιούσαι.
Είναι ύβρις να λατρεύεις ιδεολογίες του τύπου ‘άρπαξε να φας και κλέψε να’χεις’.
Είναι ύβρις να γράφεις ύμνους στο παρόν και να ακυρώνεις το μέλλον με εξυπνακίστικες μεγαλοστομίες του τύπου ‘ζήσε το σήμερα και άσε το αύριο να κουρεύεται’.
Είναι ύβρις να περιφρονείς τις συνέπειες των πράξεών σου και πολύ περισσότερο, των μη-πράξεών σου.

Οι θεοί τιμώρησαν τον μυθικό βασιλιά γιατί παρά τις αυστηρές προειδοποιήσεις, εντολές ή απειλές τους, εκείνος σήκωσε κεφάλι, έπραξε όπως ήθελε, εισέπραξε την οργή τους και τιμωρήθηκε σκληρά. Διαβάζοντας τις περιπέτειές  του όπως τις επινόησε ο Όμηρος, αισθάνεσαι όμως πως την ζωή του φωτίζει από την αρχή –από την στιγμή που φεύγει με τα πλοία του από την Ιθάκη- ένας διαφορετικός ήλιος, ένας μαύρος ήλιος, ο ήλιος των καταραμένων…

Ξέρω, αγαπημένε μου φίλε ότι οι φιλολογικές αναλύσεις δεν σε ενδιέφεραν ποτέ ιδιαίτερα και μάλλον σου προκαλούν μια ακατανίκητη επιθυμία για… ύπνο. Όμως, επικαλούμαι όση απέμεινε υπομονή σου καθώς δεν έχω πια το κέφι να γράφω όπως παλιά και, άρα, δεν είναι τόσο βαρύ το καθήκον να μελετήσεις με προσοχή τα όσα σου γράφω.
Είμαι βέβαιος πως και σε σένα έχει συμβεί πολλές φορές, να διαβάζεις κάποιο κείμενο, να απολαμβάνεις μια ταινία και να αισθάνεσαι πως με τον ήρωα, την ιστορία, τα δρώμενα, έχεις κάποια συγγένεια. Κάποιες ελάχιστες φορές μάλιστα, ίσως τούτη η συγγένεια έχει…περίεργες ποιότητες, ανεξήγητες συμπτώσεις με σκηνές της ζωής σου, ειρωνικές ομοιότητες με αποφάσεις, αναστολές ή επιπολαιότητες δικές σου. Είναι οι στιγμές που χαμογελάς πικρά, κουνάς το κεφάλι σου και αναλογίζεσαι τα πεπραγμένα σου. Πόσες φορές σου συνέβη φίλε; Και πόσες φορές θα σου ξανασυμβεί;

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που μπορεί να μας συμβεί, φίλε μου, είναι να έχουμε κάποια στιγμή θέαση ολόκληρης της ζωής μας, της αλήθειας μας, των συντεταγμένων μας στο κοσμικό σύστημα αναφοράς. Η συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε τίποτε ξεχωριστό, -ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις όμως μπορούμε να κάνουμε πράγματα ξεχωριστά-, ότι βηματίζουμε αργά και σταθερά προς τον αφανισμό μας, ότι είμαστε τόσο ευάλωτοι στις ασθένειες, στα περάσματα των εποχών, στα συναισθήματά μας, στους φόβους που όσο γερνούμε αυξάνουν και κάποιες φορές μας πνίγουν, στις λέξεις, ναι, ακόμη και στις λέξεις, σε μια πικρή κουβέντα, σε μια αυστηρή ματιά, σε ένα αποχαιρετισμό απόρριψης, σε ένα παγωμένο αντίο…
Η συνειδητοποίηση του εφήμερου αλλά και του μάταιου όλων των προσπαθειών μας είναι ό,τι συγκλονιστικότερο και ό,τι σπουδαιότερο μπορεί να μας συμβεί.

Πεποίθησή μου είναι φίλε ότι, από τη στιγμή που συνειδητοποιείς την ύπαρξή σου, το σενάριο της ζωής σου και ‘βλέπεις’ ποιος είσαι, τι είσαι και τι αληθινά συμβαίνει, τότε, μεταπηδάς σε μια άλλη διάσταση, σε αυτή που σκοτεινά ανέφερε ο Ηράκλειτος [τοις εγρηγορόσιν έναν και κοινόν κόσμον είναι των δε κοιμωμένων έκαστον εις ίδιον αποστρέφεσθαι (Για τους ξύπνιους ένας και κοινός κόσμος υπάρχει, αλλά κάθε κοιμισμένος ξαναγυρνά στον δικό του ιδιαίτερο κόσμο) ]  και σε ένα άλλο… ηλιακό σύστημα. Ένα σύστημα με άστρο έναν μαύρο ήλιο. (Μήπως γι’αυτό έλεγαν τον Ηράκλειτο ‘σκοτεινό’;) Αυτό συμβαίνει –πάλι κατ΄’εμέ- όχι απαραίτητα σε έναν μύστη ή σε κάποιον που ασκείται πνευματικά κλπ. Μπορεί να επισυμβεί στον καθένα μας. Μετά από ένα πολύ ισχυρό σοκ, μια παρ’ολίγον μοιραία ασθένεια, ένα τραγικό δυστύχημα από το οποίο κανείς ‘ως εκ θαύματος’ γλιτώνει, κλπ. Και τι ακολουθεί; Η προσπάθεια να διαχειριστείς τα δρώμενα στο νέο αυτό πλανήτη αλλά και την ιδιόμορφη αυτή επίγνωση μιας θλιπτικής πραγματικότητας.
Μερικοί λένε ότι όταν συμβεί ένα τέτοιο σοκ, έχεις εμπειρία ανάλογη του θανάτου λόγω της τρομακτικής ψυχικής ενέργειας που απελευθερώνεται και διανοίγει όλες τις εσωτερικές πύλες.

Ο αδελφός και φίλος Οδυσσέας όμως, δεν σκοτιζόταν για όλα αυτά τα περίεργα και ομιχλώδη.
Η συνύπαρξη, περίπου συμβίωση, νεκρών και ζωντανών στον ελληνικό κόσμο είναι τόσο σοκαριστική για μας όσο απολύτως φυσιολογική γι αυτούς. Μπορεί το βασίλειο του Αδη να προκαλεί δέος, ακόμη και τρόμο, όμως η μεταφυσική αναζήτηση δεν έχει το… θεολογικό περιεχόμενο που μας βαριοφόρτωσε ο Χριστιανισμός και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε. Όταν η ζωή σου έχει περιεχόμενο, περιεχόμενο ηρωικό, δεν αγωνιάς για τον θάνατο αλλά τον θεωρείς μια ακόμη πρόκληση, μια ακόμη μάχη που δεν είναι βέβαιο πως θα χάσεις!

Όταν, αντίθετα, ζεις μια ζωή αναιμική, με όλους τους πήχεις χαμηλά, με όλα τα συναισθήματα χλιαρά, με όλες τις προσδοκίες πεπερασμένες και απτές, χωρίς ρίσκο, χωρίς το ηρωικό φρόνημα του πολεμιστή, φοβάσαι και τρέμεις το θάνατο γιατί φοβάσαι και τρέμεις τα πάντα!

. . . . . . . . . . . 

Δευτέρα, Ιουλίου 29, 2013




έλλειψη οξυγόνου…

ήταν πολύ δύσκολο εκείνο το πρωινό
κάποιος ή κάτι
μου είχε ρουφήξει όλη την ενέργεια
για την ακρίβεια, αισθανόμουν ότι θα λιποθυμήσω
κάθισα σ’ένα παγκάκι
και αμέσως ένιωσα μια τρομερή σκοτοδίνη να με αρπάζει
οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν παράξενες καρικατούρες
ο κόσμος
ορμούσε πάνω μου
μέσα μου
οι εικόνες
τα πρόσωπα
ακόμα και ο χρόνος
χανόμουν
έβαλα 'ασυναίσθητα' το χέρι μου στη τσέπη
ψηλάφισα μερικά αντικείμενα
ίδρωνα
κρύωνα
φοβόμουν

…ο αναπτήρας
τα κλειδιά
καραμέλες
χαπάκια
ο αναπτήρας ξανά…
κάτι άλλο αναζητούσε κάποιος μέσα μου
κάτι άλλο...

δεν ξέρω αν πέρασε ένα λεπτό ή μια ώρα
τα δάχτυλα χάιδεψαν το διπλωμένο φάκελο
αυτόν που έχω πάντα μαζί μου
αυτόν που γράφει με κεφαλαία το όνομά σου
και με το γραφικό σου χαρακτήρα
το δικό μου

έσφιξα το φάκελο με απληστία
σα να ήταν ο μοναδικός τροφοδότης οξυγόνου στο σύμπαν
και ήταν...

αίμα πλημμύρισε το πρόσωπό μου
εικόνες από το χαμόγελό σου σε μια αμμουδιά
η γεύση από ένα φιλί σου
δρόσισε τα χείλη μου
και όταν ήρθα αντιμέτωπος με το βλέμμα σου
άνοιξα τα μάτια
πήρα μια βαθιά ανάσα
όπως αυτή που παίρνει κάποιος που βγαίνει στην επιφάνεια της
θάλασσας
μετά από ένα μακροβούτι
και άρχισα να νιώθω το βροντοκόπημα της καρδιάς στο λαιμό
μου...

ένα μοναχικό δάκρυ συνάντησε στα χείλη μου
τη δροσιά σου
ένα παράξενο φιλί... δεν ήταν;

έκλεισα πάλι τα μάτια
αυτή τη φορά όχι για να μην πονώ
αλλά για να το απολαύσω...




Ursula Abresch
“lentejuelas”