Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2011




Αἴφνης

Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Νίκος Καρούζος

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2011



«…‘μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε πάνω στο κάθε τι’, είπε, ‘και κατόπι μαθαίνουμε τα μάτια μας να κοιτάζουν όπως σκεφτόμαστε πάνω στα πράγματα που κοιτάζουμε. Κοιτάζουμε τον εαυτό μας σκεφτόμενοι ήδη πως είμαστε σημαντικοί. Κατά συνέπεια έχουμε υποχρέωση να νιώθουμε σημαντικοί! Όταν όμως ένας άνθρωπος μάθει να βλέπει, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να σκέφτεται πάνω στα πράγματα που κοιτάζει, κα αν δεν μπορεί να σκέφτεται ό,τι κοιτάζει, τότε όλα γίνονται ασήμαντα’…»

«…’Έμαθα να βλέπω και σου λέω πως τίποτα πραγματικά δεν έχει σημασία. Τώρα είναι η σειρά σου. Ίσως κάποια μέρα να δεις κι εσύ και τότε θα μάθεις αν τα πράγματα έχουν σημασία ή όχι. Για μένα τίποτα δεν έχει σημασία αλλά για σένα μπορεί να έχουν όλα. Θα πρέπει να γνωρίζεις από τώρα ότι ο σοφός άνθρωπος ζει δρώντας και όχι σκεφτόμενος πάνω στη δράση, ούτε στοχαζόμενος αυτό που θα σκεφτεί όταν θα έχει τελειώσει τη πράξη. Ο σοφός άνθρωπος εκλέγει μια κατεύθυνση με την καρδιά και την ακολουθεί. Και κατόπι κοιτάζει και χαίρεται και γελά. Και κατόπι βλέπει και γνωρίζει. Γνωρίζει ότι η ζωή του θα τελειώσει πολύ γρήγορα. Γνωρίζει ότι τόσο αυτός όσο και κάθε άλλος δεν πηγαίνει πουθενά (μετά το θάνατο). Γνωρίζει επειδή βλέπει ότι τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από ένα άλλο. Μ’άλλα λόγια, ένας σοφός άνθρωπος, δεν έχει τιμή, αξιοπρέπεια, οικογένεια, όνομα, χώρα, αλλά μονάχα μια ζωή για να τη ζήσει και κάτω απ’αυτές τις συνθήκες το μόνο που τον δένει με τους συνανθρώπους του είναι η ελεγχόμενη τρέλα του. Έτσι, ο σοφός άνθρωπος αγωνίζεται, ιδρώνει, λαχανιάζει κι όταν τον βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι τους φαίνεται σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Η μόνη διαφορά του είναι ότι ελέγχει τη τρέλα της ζωής του’…»

Κάρλος Καστανέντα: ‘Μια ξεχωριστή πραγματικότητα’

Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2011

Οχι βιβλία στην παραλία, αλλά η ίδια η παραλία ως βιβλίο...




Για το διάβασμα στη παραλία
Στο προηγούμενο αποπειράθηκα να εξετάσω την οικογένεια των μεταφορών που συνδέουν (έτσι τουλάχιστον όπως εγώ το αισθανόμουν) την ανάγνωση με το βάδισμα στην πόλη ή στην ύπαιθρο εφόσον, βέβαια, η αλληλουχία των βημάτων μπορούσε ακριβώς να θεωρηθεί περιπλάνηση της συνείδησης του ανθρώπου στο κείμενο του κόσμου, στο οποίο αναφέρονταν οι αρχαίες και κυρίως μεσαιωνικές παραδόσεις και το οποίο εξακολουθούσαν μέχρι πρόσφατα να υπαινίσσονται οι ποιητές.
Επιπλέον, περιττεύει να θυμίσω ότι είναι η ίδια θεώρηση, αν και ολοκληρωτικά αντεστραμμένη, που προωθείται απ' τη μετανεωτερικότητα μέσω της πεποίθησης πως «τα πάντα αποτελούν κείμενο» και πως το κάθε τι που γίνεται αντιληπτό, δηλαδή παρουσιάζεται προικισμένο με μια κάποια δομή, συνιστά εντέλει καθαρή γλώσσα. Απ' όπου τεκμαίρεται ότι, εδώ, θα υποθέταμε μάλλον μια παρωδία περιπάτου, που τη βρίσκουμε εξάλλου αβίαστα στον εγκεφαλικό ή μοιρολατρικό αυτοματισμό με τον οποίο μετακινούνται οι λεγεώνες των τουριστών διαβάζοντας μυωπικά τον χάρτη.
Οδηγώντας τη μεταφορά στα άκρα, θα τολμούσα να πω ότι, κάποτε, η σκοπιμότητα της πεζοπορίας (μυστική ειδικά για να μη χάσει τα θέλγητρά της) προϋπέθετε την πίστη στο θάμπωμα των ματιών είτε απ' τις εκρήξεις της ωραιότητας του τοπίου είτε απ' τους σημειολογικούς αιφνιδιασμούς του αντιθέτου: μιας κουλτούρας της δυστυχίας, της φτώχειας, της ανηθικότητας και της βίας· επρόκειτο ουσιαστικά για το είδος του σοκ που αδυνατείς να νιώσεις σήμερα, αφού εκπαιδεύεσαι να κυκλοφορείς σαν τυφλός και κουφός. Με δυο λόγια, οι άνθρωποι κινούνταν υποπτευόμενοι ότι, στην ακατάστατη αλλά σημαίνουσα ροή των εικόνων, η απόκλιση από το αναμενόμενο περισπούσε την προσοχή, την αιωνίως καθηλωμένη στον θάνατο, κι ότι το ξάφνιασμα, η αναστολή της «λογικής» ακολουθίας των γεγονότων, το σταμάτημα της παρέλασης όλων εκείνων των συναρτήσεων αίτιου/αιτιατού, εξασφάλιζε πίστωση χρόνου -ο χρόνος, τυπικά μηδενικός, αφαιρούνταν από τη μετά θάνατον ζωή.
Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς συνειδητοποιώντας ότι, βαθμιαία, το περπάτημα και η ακινησία συγχωνεύθηκαν, περίπου όπως συνέβη με την ανάγνωση και τον (μεταμοντέρνο) «αναλφαβητισμό», των οποίων η ολέθρια συναίρεση οδήγησε στην παντοδυναμία των multiple choices και στα κάθε είδους τεστ ετοιμοπαράδοτης γνώσης προσαρμοσμένης στην περίφημη τριπλή κατανομή των ανακλαστικών ΝΑΙ - ΟΧΙ - ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΩ. Ομολογουμένως, αυτή η γελοιογραφία των τριών βημάτων της κατανόησης ως αξιών της εμπειρίας που αντηχούσαν στο veni, vidi, vici, λίγο απείχε απ' το να συμπέσει με τα τρία κακά της μοίρας του εγκσυγχρονισμού. Τώρα οι τουρίστες, πρόσφυγες των διαφημιστικών ερειπίων της παγκοσμιοποίησης και νομαδικοί καταναλωτές κάθε φτηνής αξιοθέατης κοινοτοπίας, περπατούν τρόπον τινά ακίνητοι, σε σταθερή απόσταση απ' το κέντρο της έλλειψης ταυτότητας, πέριξ του οποίου στρέφονται, σε άτακτες τροχιές, εκατομμύρια εικόνες παντελώς αδιαφοροποίητες ως προς τη νοηματική τους μηδαμινότητα. Είναι επομένως μάταιο να ψάχνουμε για αποστάσεις στρωμένες με μάρμαρο, όπως το δάπεδο όπου ηχούσαν τα σανδάλια του Ερμή. Οι αποστάσεις τυλίγονται σαν χαλί και τις παίρνεις μαζί σου.
Παρεμπιπτόντως, η συσχέτιση μεταξύ του Ερμή (ως ψυχοπομπού και θεού της γραφής) και του θανάτου ήταν ανέκαθεν αυτονόητη, αφού ο γραφέας, ο ομιλητής, ο χειριστής της γλώσσας, δικαίως λογιζόταν σαν κάποιος που έχει «πεθάνει», παραιτούμενος από την αμιγώς σωματική ύπαρξη του ζώου προκειμένου να αντιληφθεί το Είναι του μέσω των γλωσσικών αναπαραστάσεων. Εξ ου και, στην αρχαιότητα, κάθε περιπατητής λάμβανε μηνύματα από τους τάφους. Αυτό επιβεβαιώνει την αληθοφάνεια της μεταφοράς που σχολιάζω, καθώς οι επιτύμβιες επιγραφές απευθύνονταν στον διαβάτη, τον περαστικό. Διαβάζω, διαβαίνω, διαβιβάζω κ.λπ. -ο διαβάτης (διαβιβαστής) λάμβανε υπ' όψιν τις φωνές των νεκρών και προσανατολιζόταν (γεωγραφικά, συναισθηματικά, ηθικά κ.λπ.), όπως ο αναγνώστης που ακολουθεί τις φωνές των κειμένων, φωνές νεκρών συγγραφέων.
Ετσι, ο Ερμής προστάτευε ξένους, οδοιπόρους, μετανάστες, κυνηγούς και όσους βάδιζαν σε δρόμους και μονοπάτια· τα σταυροδρόμια ήταν τόποι ερμητικής λατρείας, τουτέστιν περιοχές όπου η σήμανση θεωρούνταν ιερή. Οσο για τους λεγόμενους φαλλικούς οδοδείκτες (Ερμείς), που χρησίμευαν επίσης σαν σήματα κτηματικής απαλλοτρίωσης, όχι μόνον δεν ευνοούσαν τη γονιμότητα, όπως νόμιζαν οι αρχαιολόγοι, αλλά θα επαρκούσαν, κάλλιστα, στο να στρέψουν την επαγρύπνηση σε αντικείμενα της ψυχικής και γλωσσικής λειτουργίας που όντως φωτίστηκαν, αιώνες αργότερα, απ' την ψυχανάλυση και τη γλωσσολογία. Αρχικά, αυτά τα λειτουργικά εμβλήματα ήταν σωροί από πέτρες (έρμαια), ενώ υποτίθεται ότι «κάθε οδοιπόρος που περνούσε έριχνε μια καινούρια πέτρα στον σωρό κι έτσι ξαλάφρωνε απ' την κούραση, η οποία μεταβιβαζόταν στην πέτρα που είχε ρίξει» (Ρισπέν). Τέτοια είναι η κόπωση του σημαίνοντος, η κούραση που νιώθουμε διαβάζοντας. Η κούραση που νιώθαμε, κατά το παρελθόν, περπατώντας. Οι προφητείες έλεγαν ότι, στον παράδεισο (ουτοπία, ου-τόπος), δεν θα διαβάζαμε πια, δεν θα υπήρχε τόπος περιπάτου, διότι η λύση του γρίφου που προσανατόλιζε το σύνολο των δυνατών περιπάτων, το σύνολο των διαδρομών της ειμαρμένης ή της ελεύθερης πρωτοβουλίας, θα είχε τελεσιδικήσει. Πράγματι, το βάδισμα του Διογένη του Κυνικού, γνωστού και ως υπηρέτη του Ερμή, δεν έμοιαζε διόλου μ' εκείνο της Περιπατητικής Σχολής.
Ακαταμάχητος συνήγορος των παραπάνω αποδεικνύεται ο Οιδίπους (οιδώ + πους: αυτός που έχει πρησμένα πόδια), αφού, όπως έξυπνα μας υπενθυμίζει ο Σεφέρης, αυτό που σκοτώνει το τέρας (τη Σφίγγα) είναι η εκφώνηση της λέξης άνθρωπος, προφανώς με όλα τα ηθικά και υπαρξιακά συμφραζόμενα. Εννοείται ότι, στο σύμπαν της μεταφοράς (συνεπώς με δεδομένο ότι τίποτα στο γλωσσικό ασυνείδητο δεν είναι συμπτωματικό), αξίζει να προσεχθεί η διάσημη παρετυμολογία σύμφωνα με την οποία η λέξη άνθρωπος σημαίνει αυτόν που (έχει την ικανότητα να) κοιτάζει ψηλά (άνω+θεωρώ), πιθανόν διαβάζοντας τα άστρα, τα σημάδια του ουρανού, όπου «όλα είναι γραμμένα» ως μοίρα, άρα και ως μοίρα της γνώσης (κι όχι απλώς γνώση της μοίρας). Ομως αυτό συνδέεται με μιαν άλλη βαθιά μεταφορά, που η λακωνική σκιαγράφησή της εδώ δεν θα ωφελούσε ιδιαίτερα, οπότε θα περιοριστώ μετά χαράς στο να υπογραμμίσω ότι το αίνιγμα ήταν -ποιο άλλο;- αυτό του βαδίσματος. Στα σύνορα φύσης και πόλης, εκκρεμούσε ένα τρομακτικό ερώτημα σχετικά με το ζώο που περπατάει το πρωί με τέσσερα πόδια, το μεσημέρι με δύο και το βράδυ με τρία (= νήπιο, ενήλικος, γέροντας).
Ωστόσο, πέρα απ' τη συσχέτιση της ψυχικής παρακμής του βαδίσματος με τον τουριστικό αναλφαβητισμό, θα είχα ίσως το δικαίωμα να επαληθεύσω (αρνητικά) την υπό συζήτησιν μεταφορά εξετάζοντας, στον ορίζοντα του μεταμοντέρνου, έναν ολόκληρο αστερισμό συμπτωμάτων -λ.χ. τη λατρεία του catwalk, όπου πανέμορφα αιλουροειδή περπατούν με το βλέμμα καρφωμένο στο πουθενά ως σημείο φυγής ή σημείο σύγκλισης όλων των λιμπιντικών επενδύσεων των θεατών που παρακολουθούν τις νεκροφιλικές τελετουργίες της πασαρέλας κι όπου το βλέμμα και ο κώλος, αν μου επιτρέπετε μια νότα ωμότητας, δηλαδή ο κώλος ως αντίποδας του προσώπου, γίνονται κυριολεκτικά κώλος και βρακί.
Οχι, δεν ζούμε πλέον στις χώρες όπου κάποτε το μέτρο του ποιήματος, ο «πους» (= το πόδι, η μετρική μονάδα), είχε καισαρικές εξουσίες τύπου veni, vidi, vici. Ούτε οι μονάδες μέτρησης του μήκους (πόδες) υπολογίζονται με το μήκος του πέλματος του βασιλιά, τουτέστιν κάποιου που θα εμφανιζόταν ως ιθύνων νους ή εγγυητής του συμβολικού Νόμου. Για να το πούμε κάπως ρομαντικά, χαιρετίζοντας συνάμα τις ινδαλματικές θαλασσογραφίες του Αυγούστου, το πιο γενναίο μεταξύ των αιτημάτων μιας επανάστασης στα ήθη έπρεπε να συνοψίζεται στο σύνθημα: «Οχι βιβλία στην παραλία, αλλά η ίδια η παραλία ως βιβλίο». Δεν θα ήθελες να σου πουν πώς τελειώνει.

Ευγένιος Αρανίτσης


πηγή: Enet

Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2011



Ξένε
με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ' άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν' άστρο κόκκινο μεσ' το κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μεσ' την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλι
αν τ' αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

(Μίλτος Σαχτούρης)

Τρίτη, Ιουλίου 12, 2011



συμπαγείς
στο χρόνο
αρηγμάτωτοι
θρασείς
στον πόνο
από αισθήματα
ξαρμάτωτοι
μελετούμε τον άνθρωπο
τι ψεύτες !
ανθρωποποιούμαστε
στο διηνεκές…

συγχώρεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
ιερή αλυσίδα του αιτίου και του αιτιατού
μη μας φυλακίζεις στην αθανασία άλλο
δεν το βαστάμε
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

πολεμιστές φωτός
και άθλιοι σαρκοβόροι
τεμαχισμένοι Προμηθείς
έκπτωτοι Εωσφόροι
δεν έχουμε άλλη περπατησιά
ξεμάθαμε
ως και το βλέμμα
ακατάδεχτοι;
μην πεις
ελεεινοί
πένητες πυροφόροι
έχουμε το μερτικό μας στο φθαρτό
και αλήθεια
ορφανέψαμε νωρίς

συμπόνεσέ μας Ειμαρμένη
εσύ
που έχεις τα κλειδιά της πτώσης
και της ανόδου
και της σπηλιάς την έξοδο γνωρίζεις
διώξε μας
τούτο το φορτίο μας λύγισε
δεν το βαστάμε
σάρκινες πλάτες κληρονομήσαμε
σάρκινο πνεύμα
κληροδοτούμε…

Ιαν 2010

Σάββατο, Ιουλίου 09, 2011

Sören Kierkegaard: Περί αγωνίας



                                                                    
                                                                  
Κ Ι Ρ Κ Ε Γ Κ Α Ρ Ν Τ
1813–1855

Αγωνία  και  ανθρώπινο  άτομο


§1
Ο  Κίρκεγκαρντ είναι ο φιλόσοφος που έφερε στο κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης την έννοια της αγωνίας και από αυτόν στη συνέχεια την παρέλαβε και την εμπλούτισε με τις δικές του σημάνσεις ο σύγχρονος υπαρξισμός. Τη συγκεκριμένη έννοια τη συζητεί ουσιωδώς στο έργο του η έννοια της αγωνίας.  Τι μας λέει συγκεκριμένα; Πως η αγωνία δεν ταυτίζεται με το συναίσθημα του φόβου, του άγχους και της ανησυχίας. Ενώ αυτά εδώ τα συναισθήματα γεννιούνται από ένα συγκεκριμένο κίνητρο, η αγωνία δεν προκύπτει από κάτι συγκεκριμένο. Ο φόβος, ας πούμε, προκαλείται από την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου. Η αγωνία όμως δεν έχει να κάνει με κάποιον κίνδυνο, γιατί τότε θα ήταν φόβος και όχι αγωνία. Με τι έχει να κάνει;Με το γεγονός της ύπαρξης του ανθρώπινου ατόμου.    

§2
Πιο ειδικά, το ανθρώπινο άτομο αρχίζει να καταλαμβάνεται από αγωνία, όταν αναλογίζεται την κατάστασή του μέσα στον κόσμο. Ορισμένως λοιπόν η αγωνία είναι μια μορφή απελπισίας, χωρίς όμως να γίνεται ή να είναι ουσιαστικά εμφανής ο λόγος γι’ αυτό. Αυτό ωστόσο που είναι  εμφανές σχετίζεται με ακόλουθο: η αγωνία δεν συνιστά ένα δευτερεύον συναίσθημα της ύπαρξής μαςαλλά ουσιώδη κατάσταση που προσδιορίζει την ανθρώπινη φύση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αγωνία ανήκει στην πνευματικότητά μας ως ανθρώπινων όντων. Ανάλογα με την ένταση ή την ανάπτυξη της εν λόγω πνευματικότητας, η αγωνία είναι κι αυτή μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας ή έντασης. Εφόσον το ανθρώπινο άτομο είναι στον έναν ή τον άλλο βαθμό πνευματικό ον, η αγωνία δεν μπορεί να απουσιάζει από τη ζωή του. Είναι αναπόφευκτη και δεν αποβάλλεται ή δεν εξαλείφεται με κανέναν τρόπο.

§3
Στο βιβλίο του η έννοια της αγωνίας, ο Κίρκεγκαρντ σημειώνει, μεταξύ άλλων, πως το άτομο, ως ελεύθερη ύπαρξη, διαθέτει τη δυνατότητα να επιλέγει και να πραγματοποιεί την ελευθερία του με πολλούς τρόπους. Η δυνατότητα της επιλογής σημαίνει ότι το άτομο μπορεί να ευτυχήσει, μπορεί και να δυστυχήσει, αναλόγως με τις επιλογές του. Βέβαια εδώ δεν κατανοεί τη δυνατότητα της επιλογής έτσι όπως την κατανοεί ο κοινός νους, αλλά πιο βαθιά και πλήρως συνυφασμένη με την ύπαρξή του ως τέτοια: η επιλογή, όποια κι αν είναι, εισάγει το άτομο σε μια συγκεκριμένη ζωή, η οποία, είτε είναι ευτυχισμένη ή λιγότερο ευτυχισμένη ή και διόλου, μπορεί να κυοφορεί δυστυχία για αυτό. Εάν από την άλλη πλευρά, το άτομο αρνηθεί τη δυνατότητα της επιλογής, με μαθηματική ακρίβεια επιλέγει την παράλυση της ζωής του. Όποια κατεύθυνση κι αν ακολουθήσει, δεν διαφαίνεται θετική έκβαση της ζωής του.  

§4
Τι διαφαίνεται; Μηδενισμός; Όχι. Απεναντίας δείχνεται η εγγενής αδυναμία της θνητότητας, του πεπερασμένου της ύπαρξής μας να ζει έξω από την εκ της αγωνίας απειλή, έξω από τα μαρτυρικά πάθη της ζωής. Εδώ ο φιλόσοφος έχει ως ορατό παράδειγμα λόγου την επί της γης εμπειρία του Χριστού. Αναφέρει ορισμένα σημεία αυτής της εμπειρίας: π.χ. σύμφωνα με την περιγραφή του Ευαγγελίου, ο Χριστός αγωνιούσε έως τη στιγμή του θανάτου του. Επίσης, λίγο πριν το θάνατό του, πρόφερε εκείνα τα φοβερά, γεμάτα υπαρξιακή αγωνία,  λόγια: Θεέ μουγιατί με εγκατέλειψες. Ως αντιστάθμισμα αυτής της περατής κατάστασης του ανθρώπου, υπάρχει η απειρία, η απεραντοσύνη που εκπορεύεται από την πνευματικότητα και την πίστη. Ως προς τον θρησκευτικό της χαρακτήρα η πίστη εντάσσεται στο θρησκευτικό στάδιο της ζωής και στο πνεύμα του χριστιανισμού, που διέπεται από το δικό του παράδοξο: π.χ. η πίστη είναι ρήγμα σε σχέση με την καθημερινότητα, αλλά και ολοκληρωτική υποταγή στον θεό έξω και πέρα από κάθε κοινωνικό νόμο. Εν τέλει, σε τι μας βοηθά η αγωνία; Στο μέλλον. Το παρελθόν το εκάστοτε μπορεί να είναι πηγή δυστυχίας, το μέλλον όμως μέσα από το παρατηρητήριο της αγωνίας διανοίγεται με βάση την επίγνωση που μας προσφέρει μια προηγούμενη εμπειρία της αγωνίας.

Από: Hegel-Platon.blogspot.com

Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2011





GEORGE BACOVIA

Καύσων
Υπάρχουν μερικοί νεκροί στην πόλη μας, καλή μουγια τούτο άλλωστε κι έσπευσα στα δικά σου τα δώματα:
στην πόλη μας, σου λέω, μέσα στα φέρετρά τους,
από τη ζέστη σήπονται αργά-αργά τα πτώματα.
Οι ζωντανοί κι ετούτοι περπατάνε και σήπονται
με τον πηλό τους απ’ τον καύσωνα ιδρωμένο
μυρίζει πτωματίλα η ατμόσφαιρα, καλή μου,
κι απόψε το βυζί σου φαντάζει πιο πεσμένο.
Ράντισε τα χαλιά σου με άρωμα δυνατό
και ροδοπέταλα άσε με να σου ρίξω στο σώμα
τριγύρω μας, σου λέω, κουρνιάζει ο θάνατος
και σήπεται της πόλεως αργά-αργά το πτώμα.

Απόδοση στα ελληνικά: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς

Plumb, 1916
George Bacovia


Μαζί σας…
Καλύτερα αφανής, μοναχικός
κι αδιάφορος να φεύγεις από τώρασ’ ετούτη τη γεμάτη χιούμορ χώρα
καλύτερα αφανής, μοναχικός.

- Μεγάλοι εσείς, χαμένοι πριν την ώρα
σε κύκλο βάρβαρο, χωρίς στοργή - 
γι’ αυτό άλλωστε φημίζεσαι εν τη Ανατολή,
ω χιουμοριστική, πικρή μου χώρα…


Απόδοση στα ελληνικά: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς
Cu voi1930




GEORGE BACOVIA
Από τον ΒΙΚΤΩΡ ΙΒΑΝΟΒΙΤΣ

(1881-1957) (πραγματικό όνομα: Τζώρτζε Βασιλείου), γεν. 17 Σεπτεμβρίου 1881, στην πόλη Μπακάου της Μολδαβίας. Στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια εκδηλώνει κλήσεις για την ζωγραφική και την μουσική (παίζει βιολί). Μετά από μερικά χρόνια σε στρατιωτικό κολέγιο του Ιασίου, αποφοιτά από «πολιτικό» λύκειο, στο Bacău. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα το 1899, στο περιοδικό Literatorul [‘Ο Λογοτέχνης’], που διευθύνει ο ποιητής Alexandru Macedonski. Σπουδάζει νομικά στο Ιάσιο και στο Βουκουρέστι, έως το 1911. Δεν άσκησε ποτέ την δικηγορία, αλλά χρημάτισε μικροϋπάλληλος στην δημόσια διοίκηση εργάσθηκε επίσης ως βιβλιοπώλης, λογιστής, καθηγητής σχεδίου. Το 1916 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή, Plumb [‘Μολύβι’], για την οποία βραβεύεται από το Υπουργείο Τεχνών, αλλά μόλις το 1923. Επίσης βραβεύεται από την Εταιρεία Ρουμάνων Συγγραφέων (1925) και του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1934). Το 1933 εγκαθίσταται στην ρουμανική Πρωτεύουσα. Περιθωριοποιείται από το κομμουνιστικό καθεστώς. Επανέρχεται στην λογοτεχνική ζωή της χώρας μετά το 1956, λίγο πριν πεθάνει (Βουκουρέστι, 22 Μαΐου 1957). O Bacovia φέρνει στη ρουμανική ποίηση το κλίμα του υστερο-Συμβολισμού, αντίστοιχο (τηρουμένων όλων των αναλογιών) με τον «καρυωτακισμό» στην Ελλάδα.
Άλλες ποιητικές συλλογές: Scântei galbene [‘Κίτρινοι σπινθηρισμοί’] (1926), Cu voi [‘Μαζί σας’] (1930), Poezii [‘Ποιήματα’] (1934), Comedii în fond [‘Κατά βάθος κωμωδίες’] (1936), Stanţe burgheze [‘Μπουρζουάζικες στροφές’] (1946).
Από Poeticanet 

Κυριακή, Ιουλίου 03, 2011




Φυγή

Δν ταν λλη γάπη μας
φευγε ξαναγύριζε κα μς φερνε
να χαμηλωμένο βλέφαρο πολ μακριν
να χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στ πρωιν χορτάρι
να παράξενο κοχύλι πο δοκίμαζε
ν τ ξηγήσει πίμονα ψυχή μας.

H γάπη μας δν ταν λλη ψηλαφοσε
σιγ μέσα στ πράγματα πο μς τριγύριζαν
ν ξηγήσει γιατί δ θέλουμε ν πεθάνουμε
μ τόσο πάθος.

Κι ν κρατηθήκαμε π λαγόνια κι ν γκαλιάσαμε
μ᾿ λη τ δύναμή μας λλους αχένες
κι ν σμίξαμε τν νάσα μας μ τν νάσα
κείνου το νθρώπου
κι ν κλείσαμε τ μάτια μας, δν ταν λλη
μονάχα ατς βαθύτερος καημς ν κρατηθομε
μέσα στ φυγή.

Γ. Σεφέρης