Πέμπτη, Μαρτίου 27, 2025

έρχονται οι ασέληνες νύχτες…

 


Εξετάζω την αφαίρεση… εξετάζω και μετρώ… ζυγίζω… τη σάρκα που αναλώθηκε για τη μετάβαση στο πνεύμα… το αίμα που χύθηκε για τη μετάβαση στο εργαστήριο… τη μοναξιά που απλώθηκε για να καλύψει το ψεύδος…

Δεν πρέπει να συμβιβάζεσαι με κάποια δάνεια μοναξιά… τη μοναξιά σου πρέπει να την κερδίζεις… μονάχα τότε δεν σε τρομάζει, μονάχα τότε κι αν σε τρομάζει δεν σε σκοτώνει…
Κάθε απόδραση από το λαμπορατόριο σημαίνει ότι δανείζεσαι τη μοναξιά άλλων… και τελικά, του Θεού που γεννήθηκε στο χειρουργικό τραπέζι…

Εξετάζω την ψυχόπτυση… πάνω στο μεγάλο στρώμα κείται ένα παραμορφωμένο είδωλο… δεν είμαι εγώ, δεν είναι κανείς… δεν μου θυμίζει τίποτε, δεν μοιάζει με κανέναν… έχει περάσει ο τόπος από πάνω του, η ιστορία, ο χρόνος, το μέλλον… αυτό που γεννιέται από το αύριο δεν είναι το μέλλον, είναι ένα στοιχειωμένο παρελθόν… ο Θεός αυτός δεν είναι προικισμένος με αρετές… είναι ένα μοναχικό νύχτιο ον, σαν κι εμένα…

Δεν πρέπει να προσδοκάς το αύριο… το χθες να προσδοκάς… ό,τι δεν βίωσες, ό,τι αρνήθηκες, ό,τι έσφαξες στο θυσιαστήριο… τα θύματα εκδικούνται, το αίμα τους είναι στο βλέμμα σου… το χθες είναι το αύριο… κοιτάζεις στην αντίθετη κατεύθυνση…

Εξετάζω την τομή… ο Θεός αυτός γεννήθηκε νεκρός… κι έτσι πρόκειται να ζήσει… θα ζει νεκρός και θα ομορφαίνει κάθε μέρα… δεν θα γερνά, θα γίνεται νεότερος κάθε στιγμή… από τη νεκρότητα στη ζωή… κι όταν θα σβήσει το αποτύπωμά του από το εργαστήρι μου θα με πάρει μαζί του… θα γίνουμε ιαχή και ανάμνηση φωτός… θα γίνουμε ορατοί ξανά… θα γίνουμε θνητοί και θα φωλιάσουμε και οι δυο στη ρωγμή του επόμενου αδελφού μας… μέσα στην ψυχή μου υπάρχει το εκεί που θα μας φιλοξενήσει… απομένει απλά να ψιθυρίσω στο Θεό μου πως δεν τον αγαπώ, δεν τον μισώ, δεν τον λατρεύω, δεν τον αποποιούμαι… αρκεί να του ψιθυρίσω το όνομά του… κι έπειτα το τίποτα…

Γύρισε πλευρό, αναπαύσου… μην κοιμάσαι όμως… έρχονται οι μέρες που θα θέλεις να αφυπνιστείς και δεν θα μπορείς… έρχονται οι ασέληνες νύχτες… έρχονται οι θάλασσες που δεν διαπλέονται… έρχονται τα ποτάμια που δεν διαπεραιώνονται… έρχονται οι εαυτοί σου που δεν πρόλαβες να φονεύσεις…


Έρχεται το φως που δεν πρόλαβες να κάνεις σκοτάδι…



Σάββατο, Μαρτίου 15, 2025

Έξοδος...

 

 

Δ
εν υπάρχει μεγαλύτερη στιγμή του Αγώνα από την Έξοδο. Κι αυτό δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί ή να τεκμηριωθεί. Πολλές είναι οι τρομακτικές καταστροφές, οι δηώσεις, οι σφαγές, οι αφανισμοί (Κάσος, Χίος, Ψαρά…) που συγκλονίζουν και σήμερα ακόμη, 200 χρόνια μετά… πολλές είναι οι Μεγάλες Στιγμές αυτού του ‘παραλόγου’ Αγώνα (Αλαμάνα, Γραβιά, Τριπολιτζά, Δερβενάκια, Σούλι…),  όμως η Έξοδος αποτελεί το Μέγα Ύψος του ανθρώπου, το Ύψος εκείνο που έφτασαν εκείνοι οι Ήρωες και που άλλωστε αποτέλεσε και τον ισχυρότερο καταλύτη για να κινητοποιηθούν, επιτέλους, οι πάντες σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο και να αποφασίσουν να βάλουν φραγμό σε κείνο τον great assassin, όπως κάποτε, πολλά χρόνια αργότερα, αποκάλεσε ο Γκλάντστον τον Σουλτάνο. 
Διαβάζει κάποιος σήμερα για εκείνη την εποχή, συνολικά και αναρωτιέται… με τι μοιάζαμε τότε; Μοιάζαμε με κάποιον που ζει σε ένα υπόγειο μιας μεγάλης οικίας που κάποτε ήταν δική του μα που από χρόνια έχει πέσει σε χέρια άλλων. Έκλεισαν το νοικοκύρη στο υπόγειο και δεν τον αφάνισαν παρότι προσπάθησαν. Τον έκλεισαν για να τον τυραννάνε, να τον σκοτώνουν σιγά σιγά, να τον ‘λεπίζουν’ λίγο λίγο, να τον ‘τελειώσουν’ ιστορικά, από μέσα προς τα έξω. Να του φάνε την ψυχή κι έπειτα το σώμα. Μα ο πεισματάρης νοικοκυραίος είχε αντοχές παράξενες και πίστη και δεν πέθαινε. Περίμενε. Και η καρτερία είναι νίκη και ζωή και αιωνιότητα. Κι ήρθε η στιγμή που δεν πήγαινε άλλο… και έκανε την έξοδό του για να διεκδικήσει ξανά ό,τι ήταν κάποτε δικό του… να ξαναγίνει νοικοκύρης στο σπίτι του, να διαφεντεύει το βιος του, να μπορεί να ανασαίνει ελεύθερος, να βλέπει τον ήλιο, να χαίρεται αυτή την μαγική ψευδαίσθηση που είναι η ζωή… για όσο κρατάει… και κρατάει λίγο…
Όλο τούτο το παράλογο, το υπέρ-λογο που ήταν ο Αγώνας δεν κατανοείται εύκολα από τον σημερινό άνθρωπο. Μπορεί μονάχα αναγωγές να κάνει στη δική του ζωή. Στα δικά του αδιέξοδα, το δικό του πόνο, τις δικές του απώλειες. Το σύμβολο που τον βοηθά σε τούτο το εσωτερικό ταξίδι κατανόησης δεν είναι άλλο από την Έξοδο. Αν κλείσει τα μάτια και φέρει εμπρός του τις εικόνες, τις περιγραφές, τα πρόσωπα, τους ήρωες, τις γυναίκες και τα παιδιά, το Μεσολόγγι, την μυρωδιά του μπαρουτιού στον αέρα, τη μυρωδιά της αθανασίας, την αύρα της αιωνιότητας στα λιπόσαρκα κορμιά των ολίγιστων που όρμησαν προς το Αχανές, ίσως να μπορέσει να αναγεννήσει το ρίγος… και το ρίγος είναι ο δρόμος και η μυητική ατραπός που αλάθητα σε οδηγεί προς το Φως…
Μάθαμε να ‘τιμούμε’ τη μεγαλύτερη εθνική εορτή της πατρίδας μας στα σχολεία, μέσα από βαρετές γιορτές, απαγγελίες ποιημάτων και παρελάσεις. Κάποιοι σηκώνουν και τη σημαία στο μπαλκόνι τους. Κάποιοι χλευάζουν τον Παπαφλέσσα βλέποντας τον ‘μαγουλά’ Παπαμιχαήλ στην ομώνυμη ταινία. Μάθαμε να ‘τιμούμε’ τους ήρωες μέσα από ταινίες, καφετέριες και χασκογελώντας. Μέσα μας δεν μάθαμε να τιμούμε τίποτα. Μέσα μας παραμένει ο Αγώνας άγνωστος… βλέπουμε ντοκιμαντέρ, διαβάζουμε άρθρα ή βιβλία, ακούμε τον εθνικό ύμνο του Σολωμού που δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο Μεσολόγγι όπως έκανε ο Μπάιρον και προσέφερε τη ζωή του. Μέσα μας μένει ακόμη να συντελεστεί εκείνη η ‘έκρηξη’ που συγκλόνισε τότε όλους αυτούς τους ‘παρανοϊκούς’ που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι στην Πύλη. Μέσα μας εκκρεμεί ακόμη το ‘άλμα’… 

Δεν είναι μια ιστορία ‘μελό’ η Έξοδος. Δεν είναι το συναίσθημα που σε οδηγεί στην αφύπνιση, στην υπερ-κατανόηση, την ευρεία αντίληψη… είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο… χρειάζεται να περάσεις πάνω από τα ‘φουσάτα’ και τις μπορμπάρδες και τα λαγούμια και τις ντάπιες και τους χιλιάδες ανθρώπους που ορμάνε σε μια χρονική ρωγμή του Απείρου προς την Ελευθερία… χρειάζεται να κάνεις μια πτήση… εσωτερική… προσκυνηματική αλλά και οντολογική… όλη σου η ύπαρξη θα πρέπει να περάσει στην απέναντι όχθη… εκεί που οι ήρωες δεν πέθαναν, δεν πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα, δεν τινάχτηκαν στον αέρα μαζί με τον Καψάλη στην πυριδιταποθήκη… σε αυτή την όχθη οι ήρωες ζουν μέσα στο φως της αιώνιας δόξας τους… ζουν για πάντα… και περιμένουν… όχι τη δικαίωσή τους… δεν είναι φαντάσματα που στοιχειώνουν τους ζωντανούς… είναι οδηγοί και διδάσκαλοι που απλώνουν το χέρι… είναι εκείνοι οι μύστες που αν αφεθείς με εμπιστοσύνη, μπορείς να επιφέρεις την αλλαγή στη συνείδηση και στη ζωή σου… όχι για να γίνεις άνθρωπος που θα ζει σαν ήρωας… αλλά ήρωας που θα ζει σαν άνθρωπος...

Σάββατο, Μαρτίου 08, 2025

Να νιώθεις καλά… όχι να είσαι καλός…

The Egalitarians

Είναι οπωσδήποτε δύσκολο να διατυπωθεί, να αρθρωθεί, να αποδοθεί δια των λέξεων και της συναρμογής τους σε ένα δομημένο σύνολο όμως, τελικά, όλα με κάποιον τρόπο αποδίδονται και διατυπώνονται.
Εδώ με απασχολεί η επίθεση που δέχεται η ανθρώπινη προσωπικότητα τις τελευταίες δεκαετίες… οι επιθέσεις για την ακρίβεια… επιθέσεις που ρηγματώνουν την όποια συμπάγειά της, τραυματίζουν την ακεραιότητά της και υποσκάπτουν την ίδια την υπόστασή της. Σε δυο άλλες αναρτήσεις μου (Ενσυναίσθηση και απο-ιεροποίηση του προσώπου και Η ‘χρήση’ του άλλου) κάνω κάποιες νύξεις που ιδιαίτερα αφορούν την προβληματική και σημαντική της σχέσης. Πρώτα σε δυαδικό μοντέλο, έπειτα τις όλες σχέσεις… τις σχέσεις στην ίδια τους την προοπτική, απ’τα θεμέλια ως την εκδήλωση… σχεδόν ό,τι γράφω, θα πει κάποιος που έχει την καλοσύνη και την υπομονή να με διαβάζει, στην ουσία αυτό με απασχολεί εντονότατα… αυτό που θα απέδιδα συμπυκνωτικά με τον όρο ‘αποπροσωποποίηση’… Κι αυτή είναι η συνισταμένη όλων των επιθέσεων που δέχεται ο ‘σημερινός’ και συγκαιρινός άνθρωπος… η επίθεση στο πρόσωπό του.
Θα παραθέσω κάποιες σκέψεις… έτσι, παρατακτικά αν και ανάκατα… χωρίς να κουράσω, ελπίζω…
Μεταπολεμικά η ανθρωπότητα βίωσε τούτη την συντεταγμένη επίθεση τόσο μαζικά όσο και ατομικά. Ο καθένας την έζησε, την εισέπραξε, την ένιωσε ‘στο πετσί’ του, είτε την αντιλήφθηκε είτε όχι. Συνήθως όχι. Ο νέος κόσμος που ανέτειλε μετά την ρίψη και της δεύτερης ατομικής βόμβας ήταν στην ουσία ένας κόσμος που ευαγγελιζόταν την εξαφάνιση του προσώπου. Όχι σαρκικά και σωματικά. Το σώμα ήταν ο πολύτιμος φορέας, το ακριβό ένδυμα και το ιερό ενδιαίτημα όχι πια του πνεύματος αλλά του… κενού. Η εκστρατεία εναντίον του προσώπου δεν εννοείται μονάχα στη θεολογικο-πνευματική της συνάφεια. Ας δει κάποιος την μεγαλύτερη εικόνα. Νοείται πρώτιστα και μέγιστα υπαρξιακά, υπαρκτικά. Κι αυτό στην αρχή ‘δεν μας χάλασε’ καθόλου καθώς οι περισσότερες οικονομίες του δυτικού ‘προηγμένου’ κόσμου είχαν αλματώδη πρόοδο και η ευημερία σε καταναλωτικά αγαθά νάρκωνε σιγά σιγά και προοδευτικά όλες τις συνειδήσεις. Τα προβλήματα πέρασαν από το υπαρκτικό στο ‘ψ’ πλαίσιο (ψυχολογικό, ψυχιατρικό, ψυχοθεραπευτικό κλπ). Ο άνθρωπος δεν είχε πλέον προβλήματα… αποτελούσε ο ίδιος πρόβλημα. Και γι’αυτό η επικέντρωση των θεραπειών δεν ήταν τα προβλήματα αλλά… ο ίδιος. Ο ίδιος και το συναίσθημά του. Ο ίδιος και η πραγματικότητά του. Ο ίδιος και οι αντιλήψεις του. Οι μεγάλες αφηγήσεις κατέρρεαν και τα ερείπια έθαβαν την ταυτότητα, την ιδιοπροσωπία, την ιδιοσυγκρασία, την αυτονομία, την αυθορμησία, την πνευματική αυτό-εξέλιξη, το ‘αυτοέν’ για να δανειστώ έναν Παλαμικό όρο των Ησυχαστών που αναφέρεται μεν στον Θεό αλλά εδώ μεταγράφεται με ειναιικούς όρους. Το ‘αυτοέν’ του ανθρώπου έπαψε πλέον να υφίσταται ως όρος, σήμανση, σύμβολο ή λέξη. Περάσαμε από ‘το εγώ στο εμείς’ κατά την λεγόμενη του συρμού θεώρηση. 
Πόσο ύπουλες είναι τελικά οι ‘καλές προθέσεις’…
Ως και ο εθελοντισμός έγινε ‘ιδεολόγημα’, περίπου θεσμός και αυταξία. Ως και η αλληλεγγύη πήρε χαρακτηριστικά μιας ιμπεριαλιστικής φιλανθρωπίας που προβάλλεται, φωτίζεται, διαφημίζεται και θριαμβεύει. Ταυτόχρονα, η υπόσκαψη της αληθινής αυταξίας, της μόνης που το ελληνορωμαϊκό κατηγόρημα κληροδότησε αυθεντικά στους επιγόνους, συκοφαντήθηκε, αλλοτριώθηκε, καταδολιεύτηκε. Γιατί το ελληνορωμαϊκό κοσμοείδωλο με υπερέχουσα την ελληνική θεώρηση, ξεκινά επαγωγικά από τη μονάδα, τον ολοκληρωμένο άνθρωπο, τον φιλόσοφο, τον αρμονικό και ευτυχή φύλακα της Φύσης και Κτίσης και περνά στην πόλη και σε όλον τον κόσμο. Τούτη τη θεώρηση ανέπτυξαν παραγωγικά ακόμη και οι χριστιανοί πατέρες, όλων των σχολών (Καππαδόκες, Αντιοχειανοί, κ.α.), ακόμα και της δυτικής ‘νομιναλιστικής’ και σχολαστικής κατεύθυνσης. Ο άνθρωπος, το ανθρώπινο πρόσωπο είναι όρος απαράβατος της όποιας εξέλιξης, της όποιας δράσης, της όποιας σωτηρίας. Και οι συνάξεις, η εκκλησία δεν είναι μετοχή απρόσωπων ανθρώπων, άδειων κουφαριών σε τελετές μαγικοθρησκευτικής τάξης αλλά ενσυνείδητων όντων που προϋποθέτουν βούληση, ελευθερία και επιλογή.
Όλα τούτα, παρατηρεί κανείς πως πλέον αποτελούν λέξεις χωρίς νόημα μέσα σε έναν χυλό από ‘θέλω’, ‘απαιτώ’ και ‘νιώθω’. Από τη μετοχή στο ‘κοινό άθλημα’ μιας κοινοτικής ή κοινωνικής ανέλιξης περάσαμε στον φετιχισμό του βιώματος. Το μόνο που έχει σημασία is to make money and have fun… κατά τη δημοφιλή και κυνική αμερικανική παγκόσμια νεο-θεολογία του νοήματος του ζην…
Να έχεις λεφτά και να περνάς καλά…
Να νιώθεις καλά…
Να νιώθεις καλά… όχι να είσαι καλός
Βλέπετε… το επίθετο έγινε …επίρρημα
Ως και ο μέγιστος Νίτσε θα συμφωνούσε εδώ με την ταπεινότητά μου όταν φώναζε πως τα όρια του πολιτισμού τα θέτει η γραμματική του…
Και στο επίπεδο αυτό η επίθεση επέτυχε το σκοπό της… 
Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να μην έχει να φάει, να μην έχει πολλά χρήματα έχει όμως πολλά… προφίλ… δεν χρειάζεται την μία προσωπικότητά του που αγνοεί… έχει πληθώρα ‘εαυτών’ προς χρήσιν και όταν κάποιες επιτελέσουν το σκοπό τους, εγκαταλείπονται για να οικοδομηθούν άλλοι…
Ο προσωπο-μονισμός του αλλοτινού ανθρώπου μεταλλάχθηκε σε προφιλ-μονισμό… 
Σε μια συζήτηση με έναν φίλο μου δικηγόρο, του έθεσα το εξής ζήτημα: Αν κάποια από τις περσόνες μου στα σόσιαλ κατηγορηθεί για κάποιο κακούργημα, εγώ γιατί θα πρέπει να εμφανιστώ στο δικαστήριο; Για ποιο λόγο; Δεν έκανα εγώ τίποτε κακό. Ας δικάσουν και καταδικάσουν το συγκεκριμένο προφίλ. Κι αν έχω εκατό προφίλ, έχω εκατό διαφορετικές συμπεριφορικές συναφειακές δράσεις, εκατό διαφορετικά σύμπαντα. Εγώ όμως, που έχω διαλυθεί ‘πλωτινικά’ σε αυτόν τον υπερ-εαυτικό ωκεανό δεν είμαι πουθενά.
Γιατί με εγκαλείτε ως ‘πρόσωπο’ να λογοδοτήσω;
Ο φίλος μου έξυνε το κεφάλι του και αρχίσαμε να γελάμε πικρά και οι δυο… 
Και έχουμε μέλλον μπροστά μας…

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2025

το Μεγάλο Φονικό...



Η αλήθεια έκρυψε στην αγκαλιά της το Μεγάλο Φονικό και το προστάτεψε όπως η μητέρα το θηλάζον βρέφος.
Χωρίς τις λευκές ημέρες να το απειλούν.
Με αθέατο το αίμα.
Λυπόταν όμως ακόμα και τα ελάχιστα ίχνη ελπίδας είναι πολύτιμα.
Εκείνος που οφείλει να ακολουθήσει θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό. Αφύλαχτος, απαθής, αθώος.
Και ο ερχομός του έχει την αξία του νερού στην έρημο.
Και του ασπασμού του εραστή στα διψασμένα χείλη του ερωμένου.
Ως και ο ουρανός γονατίζει για να το υποδεχθεί.
Σιωπηλός και φρόνιμος.
Εκείνος που αναμένεται θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό και η αποστολή του είναι η δυσκολότερη που περιέχουν οι πρώτες αφηγήσεις και τα λόγια των παλαιών.
Ό,τι απέμεινε από τη σοφία τους κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο αρχαίο δάσος αν εκείνος που αναμένεται αποκλειστεί, δεν περάσει.
Και η αλήθεια τον περιμένει.
Και θωπεύει το δόρυ που θα τον διατρήσει.
Και βρεφουργεί το βλέμμα που θα τον αλώσει.
Ο ερχόμενος θα το αναγνωρίσει.
Όμως μονάχα την ύστατη στιγμή.
Θα είναι αργά γι αυτόν.
Θα γείρει και το αίμα του θα ρεύσει από τις πρησμένες φλέβες για να δώσει ζωή ξανά στο καθεύδον σώμα.

Όμως θα απλώνεται πάντα πίσω του το δάσος.

Για ό,τι γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ’αυτό δεν υπάρχουν αφηγήσεις.

Υπάρχει μόνο το ειναιικό όνειρο της α-νόητης καθόδου της Ύπαρξης.

Κι αυτό δεν μοιράζεται…

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 19, 2025

Μάρτυρας και Μονομάχος...


Εκείνο που κάποιος περιφρονεί, δεν επιτρέπεται και να το πολεμήσει
(Φρ. Νίτσε, Ecce Homo, μετ.: Δ. Λιαντίνης)


Τι είναι αυτό που ρήμαξε τη Ρώμη;
Όχι την Αιώνια Πόλη του Βιργίλιου, του Οράτιου, έστω και του Σενέκα. Ούτε καν τις 40 κατάφρακτες λεγεώνες του Οκταβιανού Αυγούστου, του Αδριανού και του στωικού Μάρκου Αυρήλιου.
Ρωτάω, τι είναι αυτό που ρήμαξε εσωτερικά τη Ρώμη, που την έφαγε σιγά σιγά όπως το σαράκι το ξύλο και το σκουλήκι τον καρπό;
Τι είναι αυτό που της ρούφηξε το πορφυρό της αίμα και της στέρησε τις ανάσες και το βλέμμα;
Πώς έγινε τούτη η σκανδαλώδης αναστροφή της πορείας του Ανίκητου Ήλιου και ξημέρωσε κάποια μέρα από τη Δύση κι άρχισε να ουρανοδρομεί προς την Ανατολή;
Ο μάρτυρας δεν ξεκοίλιασε το μονομάχο. Αυτά δεν γίνονται ούτε στις βλάσφημες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές με τους εξωφρενικούς προϋπολογισμούς και τα παραπλανητικά εφέ. 
Όλα τελικά μια πελώρια παραπλάνηση όμως δεν είναι;

Κι όμως, ο μάρτυρας λύγισε το μονομάχο.

Ο χριστιανός πάτησε στο λαιμό το πεινασμένο, ξεδοντιάρικο και σκελετωμένο λιοντάρι της αρένας του Σίρκους Μάξιμους και ξεπουπούλιασε τον ημιθανή ρωμαϊκό αετό και τον άφησε σωριασμένο στον αμμουδερό στίβο βορρά του χρόνου και της λήθης.
Ήταν μια αρρώστια στα σωθικά του αρχαίου κόσμου που εξαλλάχθηκε αργά και μοιραία σε πολλαπλούς όγκους κι απλώθηκε θανατηφόρα και λυτρωτικά στο μυαλό και το σώμα του ή μήπως ήταν ο ήλιος της δικαιοσύνης που κάποτε θα κυριαρχούσε στο παγανιστικό στερέωμα της απέραντης αυτοκρατορίας των Καισάρων; 

Ο μάρτυρας μέσα μου ξέρει την απάντηση και κάθε φορά που τον ξεντεριάζει ηδονικά ο χαμογελαστός μονομάχος μου, αντι-χαμογελά κι αυτός με περιφρόνηση.
«Θα ξαναγεννηθώ!», του φωνάζει καθώς το σπαθί χώνεται με έφοδο στα εσώτερά του και το αίμα ξεχύνεται κρουνός. «Γιατί δεν μπορείς να με σκοτώσεις!», του λέει με το μαύρο αίμα να ραπίζει το δολοφόνο του στα μπράτσα.
Ο μάρτυρας μέσα μου το ξέρει και χαμογελά από οίκτο και αηδία προς το θηριώδη μονομάχο με τους πελεκητούς μυώνες και το κόκκινο βλέμμα. Κι αυτό που ξέρει είναι πως όσες φορές κι αν τον σκοτώσεις δεν τον αφανίζεις.
Τον δυναμώνεις μόνο.
Υποχωρεί για λίγο ύστερα από κάθε φόνο. Οπισθοβατεί και γονατίζει. Όμως περιμένει.
Είναι νεκρός και ξέρει πως το να περιμένεις είναι κάτι πάνω από αρετή.
Είναι ιστορία και μέλλον.

Τι στο δαίμονα όμως πήγε στραβά και ο πιο σφριγηλός και ρωμαλέος πολεμιστής που γνώρισε ποτέ ο κόσμος έγινε κονιορτός ρυπαρός και λάσπη και στάχτη για να πατήσει πάνω το ξυπόλητο πόδι του κουρελιάρη ασκητή και το πασούμι του επισκόπου με τη Βίβλο στο ένα χέρι και τη ράβδο στο άλλο;
Πώς έγινε διάολε και το πιο θαυμαστό και άρτιο οικοδόμημα που θαύμασαν οι ήπειροι και τραγούδησαν οι θάλασσες κι έχτισε ό,τι ξέρουμε και ό,τι δεν ξέρουμε 50 γενιές αργότερα, έπεσε στα τέσσερα και μέριασε για να περάσουν ο ζηλωτής στυλίτης με το λιγδιασμένο κρανίο που αχνίζει απ’τις προσευχές και ο νηστικός θεολόγος της ερήμου με τα κιτρινιασμένα δόντια;

Οπτιμάτοι αλαζόνες και καλοθρεμμένοι πατρίκιοι, οι Κλαύδιοι, οι Σκιπίωνες και οι Κορνήλιοι, οι Ιούλιοι, οι Φλάβιοι και οι Αντωνίνοι, συγκλητικοί υπερόπτες και τροπαιοφόροι θριαμβευτές που τους έτρεμε η Παλαιστίνη, η Καρθαγένη και οι τρομερές ημιάγριες φυλές βόρεια του Ρήνου, έγιναν οστά ακάθαρτα και μνήμες και κλαυθμοί γοεροί και σκιρτήματα ανέμων σαν λυπητερά μνημόσυνα μπροστά στο ρασοφόρο με το άγρυπνο βλέμμα και το χνώτο βρώμικο απ’της νηστείας την άσκηση.
Πώς έγινε;

«Μα, πώς να νικήσεις τους νεκρούς;»
Έτσι μου απαντά ο μάρτυρας μέσα μου και κάνει το μονομάχο να στέκει βουβός, με την απληστία του αίματος να στάζει απ’τα κύτταρα του είναι του.
Πώς να νικήσεις τους νεκρούς;
Τους ζωντανούς παλεύει ο μονομάχος μέσα μου.
Γι αυτό εκπαιδεύτηκε κι αυτό τελειοποίησε σαν αλάθητη νικηφόρα μηχανή των πολέμων. Γιατί ηττημένος από μάχες με τους ζωντανούς δεν γύρισε ποτέ ο μονομάχος.
Όμως…
Πώς να νικήσεις τους νεκρούς;
Κι οι νεκροί είναι μυριάδες… και είναι άφοβοι και απρόσιτοι από φθορά και πόνο και δυστυχία και ερήμωση…
Ό,τι πεθαίνει μέσα μας είναι προορισμένο κάποτε να επιστρέψει.
Θα σηκωθεί μια μέρα και θα ζητήσει λόγο.
Θα ζητήσει αίμα, το αίμα του και στο πολλαπλάσιο.
Και αυτό το φόρο δεν μπορείς, δεν το αποτολμάς να τον αποφύγεις.
Θα τον πληρώσεις. Και θα περιμένεις τον επόμενο.
Μονάχα που δεν θα τον πληρώσεις με την παρουσία σου. 
Θα τον πληρώσεις με την απουσία σου.
Κι αυτό γιατί δικαιοσύνη δεν αποδίδεται ποτέ όταν ασπάζεσαι το χέρι του δήμιού σου.
Κι ούτε η τρικυμία της οργής σου αποδίδει δικαιοσύνη όταν ο μονομάχος σου αποκόπτει κεφάλια με ηδύτητα και τέρψη.
Αυτό που βλέπεις σαν ‘απόδοση’ δικαίου είναι μια οφθαλμαπάτη, μια σύγχυση, ένα ντελίριο.
Εκείνο που θα αποκατασταθεί, θα γίνει κάποτε, όταν πρέπει.
Όταν εσύ θα λείπεις.
Έτσι πρέπει.
Γιατί όταν συμμετέχεις ενεργά στο δικαστήριο, τότε η δικαιοσύνη και η αποκατάσταση γίνονται εκδίκηση και ο δικαστής είναι ο μονομάχος σου μασκαρεμένος.

Το σιωπηλό αναχωρητή, τον αυστηρό ασκητή, τον άρχοντα της μοναξιάς και τον ιππότη του Αχανούς εσύ να περιμένεις.
Αυτός θα έρθει κάποτε με τα γυμνά πόδια και τα μάτια πυρωμένα κάρβουνα.
Αυτός θα έρθει νυχτοβάτης όταν εσύ θα λείπεις.
Και θα περάσει πάνω απ’το κουφάρι του Αήττητου Ήλιου του εγώ σου.
Και τότε, ένας απόηχος, σαν μακρινή μουσική απ’τα λαρύγγια του Αχανούς και τα έγκατα της Ύπαρξης θ’ακουστεί.
Θα έχει σημάνει η καμπάνα της δικαίωσης που επιτέλους δόθηκε.
Κι αν εκεί που βρίσκεσαι το μπορείς
να αγαλλιάσεις.

Σου επιτρέπεται…

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 13, 2025

Ε ρ π ε τ ό...


 Illumination of Serpent
Mound See1,Do1,Teach1's photostream


Έγκατα

Η Μήτρα… το Αρχαίο Στόμα… οι δυο γηρασμένοι Πνεύμονες που πάλλονται από το βρόμικο φως… το Έρπον Πυρ… φυλακισμένες ιαχές στο υγρό δώμα του Άιν Σοφ… ιαχές… ιαχές… η Κλείδα των Πυροναυτών… έγκλειστοι υποχρεούμενοι σε νεκρολαγνικές τελετές… και το απόστατο Σώμα που σώθηκε από τον Ίακχο και το Ναζαρηνό…

Τόσος πόθος…
Τόση λαγνεία…
Τόση λαχτάρα αθανασίας…
Τόσο αίμα από βρέφη νεκρά…

Η Ιεριχώ…

Γοφοί… λαγόνια… πρησμένα στήθη… διχαλωτή γλώσσα… ο οφθαλμός του αδελφού… το δεδικασμένο των παλαιών πολεμιστών… οι ανάπηροι… οι ακέραιοι… οι τρωγλοδύτες… οι πόρνοι… οι σεσωσμένοι…
Και ρώτησε τον εαυτό του: είναι πιο αληθινό το Είδωλο από τον Καθρέφτη;
Και ρώτησε τον Φύλακα: είναι εμβόλιμα τα όνειρα θανάτου στους ανθρώπους;
Και ρώτησε τον Έκπτωτο: είναι η Εδέμ ένα πορνείο ψυχών;

Η Τροία…

Και ρώτησε την Αφροδίτη: είναι ο πόλεμος πιο βδελυρός από το βλέμμα;
Και ρώτησε τον Ερμαφρόδιτο: είναι ο κόσμος πιο νοσηρός από το αίμα;
Και ρώτησε τον Ιανό: είναι ο άνθρωπος πιο μόνος από την προσευχή του;

Η Ρώμη…

  

Αυτό(ς) που έρπει

Οι δυο άνθρωποι αναζητούσαν τα χέρια τους. Ξεκινούσαν κάθε πρωί, κάθε αυγή με την ίδια ελπίδα, με τον ίδιο σπαραγμό, με την ίδια σιωπή. Εκείνος όδευε πάντοτε στη Δύση, εκείνη στην Ανατολή. Στο τέλος της ημέρας, έπιναν νερό από τον φλογισμένο ποταμό και έκαναν έρωτα. Στο τέλος της ημέρας κλείνονταν στο Σπήλαιο και χάραζαν στο βράχο την ανάσα τους. Στο τέλος της ημέρας, σφάλιζε ο ένας τα μάτια του άλλου με ένα φιλί και κοιμόντουσαν.
Δεν είχαν όνειρα.
Ποτέ.
Δεν είχαν άγγιγμα.
Είχαν δηώσει τα σώματα.
Χωρίς το άγγιγμα.
Δεν είχαν χέρια.
Δεν είχαν βλέμμα.

Μια μέρα…

Εκείνος ανακάλυψε τα δικά της χέρια.
Περίμενε ως το τέλος της ημέρας για να της μιλήσει.
Αλλά εκείνη δεν επιτρεπόταν να τον πλησιάσει πια. Δεν επιτρεπόταν πια να τον πλησιάζει. Δεν επιτρεπόταν ούτε την ανάσα της να μοιράζεται μαζί του.
Εκείνος φόρεσε τα χέρια της και το επόμενο πρωί έφυγε από το Σπήλαιο.
Δεν θα έδινε ποτέ την εντολή στα χέρια του να τον υπακούσουν.
Έφυγε από το Σπήλαιο δακρυσμένος.

Έρποντας…


 Στύγα

Την ώρα που βουτούσε στα νερά ο λεπρός, ένας μικρός άγγελος με αχνογάλαζα φτερά ήρθε κοντά του.
Πάρε με κοντά σου, του ψιθύρισε.
Ο λεπρός τον αγνόησε.
Βούτηξε στα σκοτεινά νερά. Και ξαναβγήκε με τη μορφή ερπετού.
Την ώρα που βουτούσε στα νερά η πόρνη, ένας μικρός άγγελος με αχνοπόρφυρα φτερά την πλησίασε.
Φίλησέ με, της είπε.
Εκείνη τον αγνόησε.
Βούτηξε στα σκοτεινά νερά. Και όταν ξαναβγήκε, ήταν ερπετό.
Την ώρα που βουτούσε στα νερά ο άγιος, ένας μικρός δαίμονας με φλογισμένη σάρκα και κατακόκκινα μάτια τον ζύγωσε.
Δώσε μου να πιω, τον παρακάλεσε.
Ο άγιος τον σπλαχνίστηκε. Έβαλε τις χούφτες του στο νερό και του προσέφερε νερό.
Ο δαίμονας ήπιε με απληστία το νερό.

Έγινε ερπετό και δάγκωσε τον άγιο στο λαιμό.

  

Ύψιλον

Φορούσε στο λαιμό της εκείνο το μενταγιόν.Με την τιρκουάζ μικρή πετρούλα.
Πήγαινε κάθε απόγευμα δίπλα στη μικρή λίμνη.
Ψιθύριζε το όνομά του.
Τον καλούσε κοντά της.
Εκείνος, έβγαινε μετά από λίγο από το νερό και έρποντας, δειλά δειλά, πλησίαζε κοντά της.
Δεν τον φοβόταν.
Όχι, δεν τον φοβόταν.
Ήξερε πως ήταν απαίσιος στην όψη, πως ήταν ένα αρχαίο πλάσμα, ένα τέρας.
Τον συμπονούσε.
Η καρδιά της είχε έναν ωκεανό τρυφερότητας γι’αυτό το τέρας.
Κάθε απόγευμα του τραγουδούσε.
Κάθε απόγευμα του μιλούσε για τα όνειρά της, τις περιπέτειες της ημέρας, τα ασήμαντα που γέμιζαν τη ζωή της.
Κι εκείνος την άκουγε.
Κι εκείνος γρύλλιζε και ανάσαινε βαριά και σταθερά.
Πονούσε.
Πέθαινε…
Το είχε καταλάβει.
Κάθε απόγευμα άκουγε το ρόγχο του να γίνεται όλο και πιο ακανόνιστος, βαθύς, άρρωστος.

Κι ένα απόγευμα…

Καθώς του μιλούσε για όσα είχε περάσει στο πρωινό της, ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια της και γύρισε και τον αντίκρισε.
Το πλάσμα αιφνιδιάστηκε, αναδιπλώθηκε, συρρικνώθηκε και τεντώθηκε ξανά μακριά της. Έβγαλε έναν σπαραχτικό ήχο και άρχισε να έρπει ξανά προς τη ρηχή λίμνη.
Εκείνη σηκώθηκε, άπλωσε το μικρό της χέρι, τον κράτησε. Ένιωσε στα δάχτυλά της τη σάρκα του. Δεν αηδίασε, δεν μόρφασε.
Τον αγαπούσε.
Έκλεισε ξανά τα μάτια της.
Το πλάσμα άρχισε να βγάζει ένα παράξενο ήχο από τα σωθικά του.
Η σάρκα του έκαιγε αλλά η εκείνη δεν τον άφηνε. Δεν θα τον εγκατέλειπε.
Ποτέ.
Άνοιξε την καρδιά της και από μέσα της ξεχύθηκε όλη της η αγάπη.
Το πλάσμα ησύχασε.
Ύστερα από λίγο δεν τον ένιωθε πια.
Ύστερα από λίγο άνοιξε τα μάτια της.
Ξανά.
Χαμογέλασε.
Δάκρυσε.
Μια μικρή πεταλούδα βρισκόταν μέσα στην παλάμη της.
Με χρυσοκίτρινα φτερά.
Κι ένα καταγάλανο Υ ζωγραφισμένο πάνω τους.
Λες και την κοιτούσε.

Την κοιτούσε…