Σάββατο, Σεπτεμβρίου 24, 2022

Περί… τυφλότητος

 Bobby Kostadinov

 

Είναι σπουδαίο και είναι σχεδόν… μαγικό… έχουμε την ικανότητα, τη δεξιότητα, κατέχουμε την τέχνη της εξαπάτησης. Ναι, είναι αλήθεια… και μάλιστα της εξαπάτησης όχι μόνo των άλλων αλλά πρωτίστως του εαυτού μας. Η μεγίστη αυταπάτη, το να πείσεις τον εαυτό σου ότι συμβαίνει αυτό και όχι το άλλο… και να το αφομοιώνεις τόσο καλά και να το χωνεύεις τέλεια ώστε στ’αλήθεια η φθαρτή σάρκινη όρασή σου να μην έχει λαθέψει… λες δεν λαθεύω, έτσι είναι τα πράγματα. Μοιάζεις με κείνο το φοβερό ρήτορα της εποχής του Σωκράτη, τον Γοργία τον ‘δημιουργό πειθούς’… αυτή ήταν η τέχνη του, έτσι ομολογεί στον Σωκράτη ανενδοίαστα… η ‘δημιουργία πειθούς’… πάει να πει μπορώ να πουλήσω παγάκια σε Εσκιμώους και δεν ντρέπομαι. Δεν αισχύνομαι, δεν το θεωρώ κατάπτυστο. Είναι λειτουργικό και ταιριάζει φαίνεται απόλυτα με μια αινιγματώδη εσωτερική μας λαχτάρα να… εξαπατηθούμε. 

Γιατί όμως;

Μια πρώτη απάντηση που έχω πρόχειρη και την εργάζομαι όμως με φιλόπονη διάθεση, είναι πως δεν είναι δυνατόν να είμαστε εν πλήρη εγρηγόρσει για όλους και όλα σε όλη μας τη ζωή. Έχουμε, πάει να πει, την ανάγκη να ξεκουραστούμε, να αναπαυτούμε σε πράγματα, συνθήκες ή και ανθρώπους ακόμα, να αφεθούμε με το μεγάλο κίνδυνο να μας κατασπαράξει αυτή η ίδια η… αφέλειά μας.

Από την άλλη, αναδύεται θεωρώ και ένας άλλος, πιο σκοτεινός αδελφός του πρώτου στοχασμού. Η ανάγκη μας να αφεθούμε, να εμπιστευτούμε, να χαλαρώσουμε, είναι επιταγή επιβίωσης. Μοιάζει δηλαδή με την περίφημη ‘κατηγορική προσταγή’ του Καντ αλλά σε οντολογικό επίπεδο. Λειτουργούμε όπως λειτουργούμε με όρους καθολικούς και όχι κατά περίπτωση. Αν αρχίσουμε να λεπτολογούμε και να εξονυχίζουμε το κάθε τι, τον κάθε έναν και την κάθε περίπτωση, πάει, χαθήκαμε… θα μοιάζουμε με εκείνον που τραβάει τα μαλλιά του για να σωθεί από την κινούμενη άμμο αρνούμενος πεισματικά να πιάσει το σχοινί που του πετάνε. Δεν βλέπει ίσως ποιος το πετάει το σχοινί και δεν μπορεί να ξέρει τα κίνητρά του… όμως βυθίζεται και η άβυσσος του τίποτε είναι απείρως πιο τρομακτική… κι έτσι κάποια στιγμή –επιταγή επιβίωσης- αρπάζει το σχοινί και σώζεται…

Θα πει κάποιος και θα είναι εύστοχος, ‘όλα τούτα καλά είναι όμως σε επίπεδο νοητικής ανάλυσης. Γιατί υπάρχουν και τα συναισθήματα. Και όταν ανακαλύπτεις κάποτε ότι ζούσες σε έναν ψευδόκοσμο συντρίβεσαι, καταρρέεις, τα συναισθήματα σε εκδικούνται, χάνεις τη γη κάτω απ’τα πόδια σου’.

Κι η αλήθεια είναι αυτή… η τύφλωση δεν διαρκεί για πάντα… κάποια στιγμή βλέπεις, δεν κοιτάς απλώς… κι αυτό που βλέπεις σου ραγίζει τη ψυχή και σε ακρωτηριάζει… αλλά δεν σε σκοτώνει…

Κι αυτό είναι το ηθικόν δίδαγμα της αναρτήσεως και δεν βλάπτει που και που και κάποιο ηθικόν δίδαγμα. Όπως λέει και ο καλός μας φίλος Σωκράτης, ένα είναι το μέγιστο φίλοι μου δίδαγμα και κρατήστε το, χίλιες φορές καλύτερα να αδικείται κάποιος παρά να αδικεί. Γιατί η ψυχή εκείνου που αδικεί έχει ουλές και πληγές και κακώσεις που δεν επουλώνονται. Και βέβαια, ποτέ δεν πρέπει να εκδικείσαι. Ακόμα κι αν το μπορείς, ιδίως αν το μπορείς.

Ποτέ;

Ζόρικα πράγματα αυτά διδάσκαλε, λέω εγώ… ίσως συνεχίσω σε επόμενη ανάρτηση…

 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2022

η Πνοή του Ενός

 

  Anonymous Sketch  Sebastien DEL GROSSO

 

Α

ναρωτιέμαι…

 Όσο μεγαλώνει κανείς, όσα περιέχει ‘ακριβαίνουν’ ή ‘φτηναίνουν’;… όσα τοποθέτησε κάποτε σε κάποιες ‘περίοπτες’ θέσεις, είναι ακόμα εκεί ή έχουν εξαφανιστεί προ καιρού; Και με τους ανθρώπους… τι γίνεται με τις σχέσεις;… γίνονται ‘ακριβότερες’ ή ‘φτηναίνουν’ κι αυτές;

Πώς μάς ‘μιλάει’ η ύπαρξη; Μας μιλάει άραγε με μια φωνή που έρχεται απ’έξω ή με μια ‘εσωτερική’ φωνή; Ο νεωτερικός άνθρωπος θα βιαστεί να απαντήσει ‘φυσικά εσωτερική’… από τον Φρόυντ κι έπειτα μάθαμε όλοι ότι έχουμε εσωτερικά βάθη.. είμαστε όντα με βάθος… και από τον Γιουνγκ κι έπειτα, καμαρώνουμε για τις αβύσσους που περιέχουμε στο… συλλογικό ασυνείδητο… ο ελβετός ψυχίατρος αξιώνει για τον κάθε άνθρωπο μια θέση ‘τερματικού’ στο παρόν και στο παρελθόν και στους πολιτισμούς όλου του πλανήτη… με δυο λόγια, περιέχω τα πάντα έστω κι αν έχω αντιληφθεί ή έχω πρόσβαση σε απειροελάχιστα εξ αυτών… προσωπικά θεωρώ την κατασκευή του ‘συλλογικού’ ασυνειδήτου υπερβολικά ‘φιλόδοξη’ και… υπερ-ανθρωπική αλλά τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μου…

Ξαναγυρίζω στο ‘μπακάλικο’ ερώτημά μου… όσο μεγαλώνουμε, κι εμείς οι ίδιοι άραγε ‘ακριβαίνουμε’ ή ‘φτηναίνουμε’; Έχουμε την ίδια ‘αυταξία’ ή μέρος της έχει… απομειωθεί; Είμαστε τόσο ‘υπέροχοι’ και ‘σημαντικοί’ όσο νέοι, είμαστε πιο σημαντικοί άραγε ή μήπως χάνουμε και συρρικνωνόμαστε;

Αν δεν ρωτήσω πάλι πώς μας μιλάει η ύπαρξη και ρωτήσω πώς μας μιλούν οι δείκτες και τα μεγέθη της οικονομίας, η απάντηση είναι μελαγχολική και εύλογη… όσο μεγαλώνουμε όχι απλώς χάνουμε σε αξία αλλά γινόμαστε βαρίδια… όλοι θέλουν να μας ξεφορτωθούν… ίσως μια δυο φορές το χρόνο να έχουμε κάποια ‘χρήση’ και μετά… στις βιο-αποθήκες μας πάλι…

Τούτο το άγριο χρηματιστήριο ‘αξιών’ δεν έρχεται όμως μόνο ‘απ’έξω’… το αναπαράγουμε κι εμείς οι ίδιοι, συνειδητά ή ασύνειδα… και τούτο, λέω, θέλει προσοχή… θέλει μεγάλη προσοχή όταν ‘παίρνουμε σκούπα και φαράσι’ και πετάμε ανθρώπους και ζωές στα ‘σκουπίδια’… θέλει προσοχή όταν αντιλαμβανόμαστε ότι ακούμε τους θανάτους από τον κωλο-ιό ή οποιοδήποτε ιό και λέμε ‘ε, μεγάλοι ήταν… πόσο θα ζούσαν ακόμα;’ Θέλει προσοχή αυτή η φωνή που ψιθυρίζει… είσαι ακόμη νέος ή σχετικά νέος άρα… αξίζει ακόμα να ζεις… θέλει προσοχή όταν βλέπουμε ή ακούμε για ατυχήματα ή δυστυχήματα ή συμφορές και προσέχουμε αμέσως τις ηλικιακές συνθέσεις και τις κατηγορίες… θέλει προσοχή κάθε ζυγαριά και κάθε ζύγισμα… γιατί το κάνουμε… όχι συνειδητά, ασύνειδα… το κάνουμε… κι αυτό ψιθυρίζει μέσα μας σαν φίδι που αναρριχάται ύπουλα στη ράχη της ψυχής μας…

Τέτοια φίδια καλό είναι να τα πνίγουμε νωρίς… να μην βρίσκουν λέω έδαφος οικείο, ζεστασιά και κρυψώνες στο μυαλό και στην καρδιά μας… γιατί η ζωή είναι αναπαλλοτρίωτη και η αυταξία του ανθρώπου δεν μπορεί να μπαίνει σε καμιά διαπραγμάτευση, διαμοιβή ή συζήτηση…

Κάποιος, κάπου, κάποτε, σε μια κλίνη, λίγες ώρες πριν χάσει την μεγαλύτερη μάχη του για να κρατηθεί στη ζωή, είχε όρεξη να φάει και χαμογελούσε όταν έπινε με καλαμάκι παγωμένη πορτοκαλάδα… δεν μπορώ να ξεχάσω τη λάμψη στο βλέμμα του, τη χαρά στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό του…

Η ιερότητα της ζωής δεν μπαίνει σε καμιά κλίμακα, σε κανένα δείγμα, σε καμιά αξιολογική έκθεση και αναφορά… είναι η Πνοή του Ενός και είναι το ακριβότερο δώρο του προς την κάθε διακριτή Μονάδα… Και δεν ακριβαίνει ούτε φτηναίνει… δεν φθείρεται και δεν αλλοιώνεται… μονάχα είναι…

Και τίποτα δεν υπάρχει που δεν… είναι…

Κι αυτή αισθάνομαι είναι μαθητεία δια βίου… ως την τελευταία στιγμή… κυριολεκτικά…

 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2022

 


Περιμέναμε να συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο.

Λέγαμε, θα το αναγνωρίσουμε πριν καν ενσκήψει, θα το ψελλίζουμε, θα το ανασαίνουμε σχεδόν… χωρίς να το γνωρίζουμε… θα έρχεται από μακριά, θα αναδύεται από βαθιά, θα μάς σκεπάσει σαν ουρανός και δεν θα το βλέπουμε… μα θα το νιώθουμε γιατί θα έχουμε ενδυθεί αυτό κι εκείνο θα έχει ενδυθεί εμάς…
 
Έτσι πιστεύαμε, έτσι λέγαμε, έτσι ονειρευόμασταν… κι ονειρευόμασταν συχνά… κάθε βράδυ σχεδόν κι έπειτα, όλη την ημέρα… ονειροπολούσαμε, τραγουδούσαμε, ψέλναμε ή θρηνούσαμε…
 
Γιατί κάτι παράξενο, κάτι μοναδικό είχε συμβεί και η αθάνατη ψυχή μας το γνώριζε… η απώλεια… το είχαμε κιόλας χάσει… κάποτε το είχαμε και το χάσαμε… ο νους δεν γνώριζε, ο νους αγνοούσε… η καρδιά το γνώριζε, η καρδιά ποτέ δεν αγνοεί ό,τι είναι φτιαγμένο από καρδιά…

Περιμέναμε να συμβεί κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο. Και αυτό είχε γεννηθεί κι είχε πεθάνει ήδη. Πριν από μας. Πριν καν υπάρξει οτιδήποτε.

Πονούσαμε. Πονούσαμε πολύ που το σώμα προδόθηκε, ο νους λάθεψε… είχαμε ξεχάσει την καρδιά… ποτέ δεν ακούσαμε την καρδιά… ζούσαμε με τα νεφρά, ζούσαμε με τη σάρκα, ζούσαμε με την Μεγάλη Πνοή αλλά… όχι και με την καρδιά…
 
Ζούσαμε σε ένα σύμπαν ολομόναχοι και πιστεύαμε πως όλοι αυτοί τριγύρω ήταν ζωντανοί… δεν βλέπαμε… κοιτάζαμε με το νου, ήμασταν τυφλοί με την καρδιά…
 
Πλανηθήκαμε…

Περιμέναμε αναρίθμητες αιωνιότητες κάτι να συμβεί. Κάτι θαυμαστό, κάτι μεγάλο.

Δεν καταδεχθήκαμε ποτέ να ‘διαβάσουμε’ τα αόρατα, τα αψηλάφητα, τα ονειρόχτιστα και σκιώδη… φοβόμασταν… φοβόμασταν να ζήσουμε.
 
Δεν γείραμε το κεφάλι να μετρήσουμε βήματα, να δούμε τα γεώδη, να οσμιστούμε τα χοϊκά… ήμασταν ψηλά εμείς, ήμασταν αιθέριοι, υψιπέτες, επηρμένοι…
 
Δεν δώσαμε σημασία στα σημεία, στους οιωνούς, στα δρώμενα των ιερών ωρών, των μεγάλων ημερών… ήμασταν επιστήμονες εμείς και επιστατούσαμε το στέρεο, το κραταιό, το έμπεδο, το ακλόνητο.

Περιμέναμε κάτι να συμβεί, κάτι θαυμαστό και μεγάλο.

Και ήρθαν οι εποχές που μάς προσπερνούσαν οι θύελλες, μάς περιφρονούσαν οι κεραυνοί, μάς διαπερνούσαν οι φλόγες… κι εμείς ανέγγιχτοι, ακέραιοι, αλώβητοι στεκόμασταν και ανώλεθροι και απορούσαμε…
 
Απορούσαμε και θρηνούσαμε… θρηνούσαμε γιατί δεν πεθαίναμε.
 
Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε…
 
Και τότε καταλάβαμε, τότε κατανοήσαμε…

Εκείνο που περιμέναμε, ήταν ο θάνατος κι αυτός δεν ερχόταν.

Ζούσαμε πεισματικά, ζούσαμε σαν από θράσος.
 
Ζούσαμε όχι από τόλμη αλλά από αναίδεια και οίηση.
 
Ζούσαμε όχι γιατί το αξίζαμε, γιατί το’χαμε κερδίσει.
 
Ζούσαμε σαν από λάθος, σαν από κοσμικό σφάλμα… σαν από… συμπαντική παραγνώριση…

Μάς είχαν ολότελα ξεχάσει!
 
Και ο πανικός μάς τύλιξε και ο τρόμος πως θα ζήσουμε αιώνια περιμένοντας εκείνο που ποτέ δεν θάρθει.
 
Να είμαστε ολοζώντανοι και όμως ξεχασμένοι.
 
Νεκροί ζωντανοί που περιμένουν επιτέλους μια συμπόνια.
 
Ένα βλέμμα καταδεκτικό, ένα τρυφερό χάδι του Αχανούς.

Ζωντανοί που λησμονήθηκαν στην αέναη περιδίνηση μιας αόρατης θύελλας.
 
Ζωντανοί που δεν μπορούν πια να γευτούν, να ερωτευτούν, να αγγίξουν, να βιώσουν…
 
Ζωντανοί υγιέστατοι και θαλεροί, ακμαίοι και ρωμαλέοι που ικετεύουν τον Άδη να τους σπλαχνιστεί.

Ζωντανοί που ως και ο θάνατος τους γύρισε την πλάτη.

Περιμένουμε κάτι να συμβεί.
Κάτι μεγάλο.
Κάτι θαυμαστό…

Κι όχι πια γύρω μας…
Δεν θα έρθει από μακριά… δεν θα μάς τυλίξει σαν ουράνιο σεντόνι…

Γιατί αυτό γεννιέται μέσα μας…
 
και μέσα μας πεθαίνει…


Stairway in the alley

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10, 2022

το τώρα τα γεννά όλα… και τα καταπίνει όλα…

 

Έγιναν πολλά, δεν καταλάβαμε σχεδόν τίποτε… δεν πειράζει… σημασία έχει να προχωράς μπροστά… όταν κοιτάζεις πίσω τι βλέπεις; Τον ρημαγμένο, αιμόφυρτο εαυτό σου… τον εσταυρωμένο… κανείς δεν το θέλει αυτό… βλέπεις ναυάγια, βλέπεις χρεώσεις, τραύματα, μισές δουλειές… και βλέπεις και τον μικρό, ασήμαντο εαυτό σου… γιατί να το υφίστασαι αυτό; Να κοιτάς μπροστά, βολεύει, εξυπηρετεί, λειτουργεί… δεν θεραπεύει τίποτε, δεν εργάζεται σε βάθος τίποτε, δεν αλλάζει, δεν μετουσιώνει τίποτε, όμως επαληθεύει ότι είσαι… ότι υπάρχεις ακόμα… κι αυτό από μόνο του δεν είναι μια μικρή νίκη μέσα στη μεγάλη ήττα;… όχι, μην δοξολογείς το μάταιο γιατί μπροστά του δεν υπάρχει καμιά μικρή ή μεγάλη νίκη, μονάχα ήττες υπάρχουν… όμως κοιτάς μπροστά, περνά η μέρα, βγαίνει η νύχτα έστω και με δύσπνοια, σηκώνεις τον εαυτό σου κάθε πρωί… άλλο ένα πρωί… εσύ τα κατάφερες… χιλιάδες άλλοι όχι… μην το περιφρονείς, μην το χλευάζεις… δεν είναι αυτονόητο… σηκώνεις τον εαυτό σου, αυτό τέλος πάντων που λέμε ‘εαυτό’ και προχωράς… πού; Δεν έχει σημασία… γιατί; Κανείς δεν ξέρει, μην περιμένεις να σου πει… ως πότε; Ως εκείνη την ημέρα… πότε θα είναι αυτή; Μην ρωτάς… πάψε να ρωτάς και προχώρα…

Εγώ, ο μικρός σου φίλος, ο χωνιασμένος μέσα στις σκιές του είναι σου από τότε που ξεκίνησε να υπάρχει ο κόσμος, σου λέω, αυτό έχει σημασία… ας το πεις όπως θέλεις, συμβιβασμό, ελιγμό επιβίωσης, μικρή νίκη μέσα στη μεγάλη ήττα… πες το λοιπόν κι έτσι… αυτό έχει σημασία… αυτό έχεις… το τώρα. Το χθες δεν τολμάει να απλώσει το ποδάρι του γιατί ξέρει ότι θα το ρουφήξει το Στόμα… το Στόμα του Τώρα… Το αύριο έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει…

…μόνο αυτό έχεις σου λέω… το τώρα…

Και το τώρα τα γεννά όλα… 

και τα καταπίνει όλα…

Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2022

Οδυσσέας...

 


Τ

ο όνομά μου είναι Οδυσσέας κι έχω μετά από χρόνια που έλειψα, που έχω χάσει το λογαριασμό πόσα, μετά από πολέμους και ταξίδια και φουρτούνες και θύελλες και αιχμαλωσίες και αποδράσεις ως και κατάβαση στον μεγάλο και σκοτεινό και φοβερό Άδη, μετά από τόσα που πέρασα και άλλα τόσα και αναρίθμητα και ανιστόρητα γιατί θα ήθελαν όλοι οι Όμηροι του κόσμου να γράφουν και να γράφουν και σταματημό να μην έχουν, το λοιπόν είμαι ο Οδυσσέας, μόνος, γυμνός σχεδόν, κουρελής και αξύριστος, με το μαλλί μου ακόμα πυκνό όμως άσπρο, γδαρμένος στο κορμί και στην ψυχή όμως ατόφιος, ακέραιος ίσως παρότι οι ρωγμές στο είναι μου ανταμώνουν με αυτές στο σώμα μου… κι είμαι ξανά εδώ… εδώ από όπου ξεκίνησα, κάποτε, πριν από αιώνες να συναντήσω το πεπρωμένο μου κάτω απ’τα απόρθητα τείχη του Ιλίου… ώστε λοιπόν είμαι ξανά εδώ, στο πάτριο χώμα, τη γενέθλια γη… κανείς δεν ξέρει ότι γύρισα… κανείς… κανείς δεν το υποπτεύεται… ίσως μονάχα εκείνη… ίσως αν ύστερα από τόσα χρόνια με περιμένει ακόμα… ίσως μονάχα εκείνη και ο γιός μου… ίσως ακόμα δυο τρεις άνθρωποι δικοί μου… κι όμως κανείς στα σοβαρά δεν το υποπτεύεται… κανείς δεν είναι τόσο απάνθρωπος που να σκίσει το είναι του στα δυο, να το γεμίσει χρόνο και να αφανίσει όλα τα άλλα… κανείς δεν είναι τόσο παράλογος που να γεμίσει τη ζωή του τίποτα, να αφανίσει το εγώ του για να γεμίσει υπομονή… για ποιον; Για κάποιον που πια λογίζεται νεκρός ανάμεσα στις σκιές του κάτω κόσμου… τις ξέρω, τις είδα, δεν φεύγουν οι εικόνες αυτές, ποτέ δεν θα απαλλαγώ από τις μυρωδιές, το χτυποκάρδι, τη μαχαιριά σαν είδα ανάμεσά τους κείνο το αγαπημένο πρόσωπο να σέρνεται… λοιπόν κανείς δεν ξέρει ότι ήρθα… ότι είμαι εδώ… ένας νεκρός που γύρισε στους ζωντανούς, που επέστρεψε, που ήρθε στα χώματα που τον έθρεψαν, στις ακτές που τον έλουσαν, στα παλάτια που τον στέγασαν από μικρό παιδί…

Και λοιπόν;

Τα κατάφερα θα πεις, ενάντια σε όλους τους θεούς και τους δαίμονες, εγώ, από όλους τους συντρόφους μου, τα κατάφερα…

Ε, και λοιπόν;

Νιώθω το χώμα που πατώ να τρέμει, τις δονήσεις των ιερών προγόνων που με δέχονται ξανά στην αγκαλιά τους, τον αέρα να φυσάει τα μάγουλά μου… όλα όσα μυρίζαν κάποτε πατρίδα και σήμερα τα ίδια είναι… μονάχα που εγώ δεν τα νιώθω πια έτσι και πατρίδα πια για μένα έγινε, τι παράξενο να το λέω εγώ που δαπάνησα 20 χρόνια βίου για να επιστρέψω ακριβώς εδώ… πατρίδα το λοιπόν για μένα έγινε όλος ο κόσμος… ξηρός και υγρός, αρσενικός και θηλυκός, φίλιος κι εχθρικός… όλος ο κόσμος, μα όλος… ως και οι θάνατοι των αγαπημένων μου συντρόφων, πατρίδα είναι, ως και οι αγκαλιές των γυναικών που απολαύσαμε τον έρωτα νύχτες και μέρες, πατρίδα είναι ως και τα έγκατα του Άδη που χώθηκα για να συρθώ σαν σκιά ανάμεσα στις σκιές, πατρίδα είναι… ως και τα βάθια των ωκεανών που παραλίγο να χαθώ για πάντα, ως και του Πολύφημου η σπηλιά… πατρίδα είναι… και τούτος ο τόπος πια δεν είναι!

Και βλέπω ολόγυρα γνώριμα τοπία και κλαίει η ψυχή μου που δεν θέλω να τα αγκαλιάσω, να τα φιλήσω, να γίνω ένα μαζί τους… Και βλέπω μακριά τις στέγες των σπιτιών και τους καπνούς να ανεβαίνουν στον ουρανό, άνθρωποι δικοί μου, και δικοί μου πια δεν είναι.

Και έχω στο βλέμμα πια ένα άλλο τοπίο και έχω στην καρδιά έναν άλλο τόπο που θέλω να γυρίσω για να ξεκουραστώ.

Κι έχω στη ψυχή μια θύελλα που δεν κοπάζει πια και δεν ξεγελιέται από νεανικές θύμησες και κάμαρες συζυγικές και πρωινά και δείπνα και κυνήγια με τους φίλους στα δάση και δεν μετράνε όσα κάποτε είπα πάνω στο λυγμό του χωρισμού από την ωραία αγκαλιά της γυναίκας. Εκείνης της γυναίκας που για μένα ήταν όλες οι γυναίκες. Κάποτε…

Μα, δεν ξεγελιέται η ψυχή που γνώρισε ακροσύνορα και στερεώματα και απλώθηκε στο Αχανές κι ελευθερώθηκε!

Και δεν ξεγελιέται το βλέμμα που στερεώθηκε για πάντα σε γκρεμών αβύσσους και θεαινών τα στήθη.

Και δεν γελιέται το καρδιοχτύπι που έδινε αίμα πορφυρό στα όνειρα μιας άλλης ύπαρξης, μεγάλης, πιο μεγάλης από οτιδήποτε σχημάτισε με το μυαλό του ο άνθρωπος.

Και ξέρω τώρα καλά πως δεν έχω γυρίσει, αλίμονο, στην αγαπημένη μου πατρίδα… μα από εκείνη έφυγα δίχως να το ξέρω και με καλεί, βροντοχτυπώντας ανελέητα στις φλέβες το αίμα της, να γυρίσω πίσω!

Τρίτη, Ιουλίου 19, 2022

Τραγουδώντας


Prayer  Beppe02

 

Έτσι λοιπόν…

όλα μου τα πήρες

με αφάνισες

και τώρα με διδάσκεις

τάχα

μέσα απ’τη σιωπή

 

κι όμως

δεν ενδίδω

σκύβω για λίγο

το κεφάλι

να περάσει άλλη μια θύελλα

κρύβομαι καλά

μετράω αντίστροφα

κι επιστρέφω λίγο λίγο

σε όσα άφησα στη μέση

 

ναι

μου τα πήρες όλα

με απογύμνωσες

και τώρα

τάχα

με διδάσκεις

μέσα απ’το αυτεξούσιο

της ερημίας

και το αυτοδικαίωτο

του ανέλπιδου

 

όμως ξέρω καλά

όλες τις λέξεις

κι όλες τις φράσεις

που περιέχουν την αγάπη

αυτές δεν μπορείς να μου τις κλέψεις

 

τις ψιθυρίζω

μυστικά

σαν προσευχή

και κάθε βράδυ

περιμένω

 

κάθε βράδυ

 

κάποτε θα έλθεις

περιμένω

 

τραγουδώντας…

 

Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν...

 

«…Μια φορά, μάς λέει ο Πλούταρχος, ήρθαν στους Δελφούς άνθρωποι από τα ξένα για να ρωτήσουν το Μαντείο. Έγινε η προκαταρκτική δοκιμή με την αίγα που θα έδειχνε αν η μέρα ήταν ευοίωνη για να χρησμοδοτήσει η Πυθία. Αλλά το ζώο δεν αναρρίγησε όταν το ράντισαν με κρύο νερό. Δεν ήταν καλό το σημείο. Ωστόσο οι ξένοι πρέπει να ήταν σπουδαίοι και, για να τους ευχαριστήσουν, οι ιερείς ξεπέρασαν το μέτρο της φιλοτιμίας. Ώσπου το ζώο ολωσδιόλου μουσκεμένο έδωσε κάτι σημάδια ρίγους. Τότε η Πυθία κατέβηκε στο ιερό του ναού ‘άκουσα και απρόθυμος’. Μόλις έδωσε τις πρώτες αποκρίσεις, συνεχίζει ο Πλούταρχος, η αγριάδα της φωνής της φανέρωσε πως ήταν συνεπαρμένη από ένα άλαλο και κακό πνεύμα. Έμοιαζε σαν ανεμόδαρτο καράβι –‘δίκην νεώς επειγομένης’. Τέλος, ολωσδιόλου έξαλλη, με φοβερές κραυγές τινάχτηκε στην έξοδο. Ο προφήτης Νίκανδρος, οι ιερείς, οι ξένοι έφυγαν τρομαγμένοι. Γύρισαν σε λίγο και πήραν την Πυθία αλλόφρενη ακόμα. Πέθανε λίγες μέρες αργότερα.

Το επεισόδιο, καθώς μάς λένε, πρέπει να το θεωρήσει κανείς αυθεντικό. Έγινε στα χρόνια του Πλουτάρχου και ο αυτόπτης προφήτης Νίκανδρος ήταν φίλος του. Μάς δείχνει πως το λειτούργημα της Πυθίας ήταν ζωντανό ακόμα σ’εκείνον τον 1ο αιώνα. Μας κάνει ακόμη να γυρίσουμε στο αιώνιο ερώτημα που όλοι, όσοι έχουν στοχαστεί τον τόσο σημαντικό ρόλο –θρησκευτικό, πολιτικό, ιδιωτικό- που έπαιξε το Μαντείο στην αρχαία ελληνική ζωή, έχουν θέσει στον εαυτό τους: αν όλες αυτές οι μαντείες και οι χρησμοί ήταν σκηνοθεσίες και απάτες πανούργων ιερέων ή μήπως υπήρχε μια ειλικρίνεια στο βάθος αυτών των πραγμάτων, κάτι που ξεπερνά τη συνηθισμένη λογική μας.

Η αφήγηση του Πλουτάρχου θα μας έκανε να συλλογιστούμε πως δεν είναι πολύ πιθανό ο συγκλονισμός μιας γυναίκας, που καταλήγει στο θάνατο, να είναι απλή ηθοποιία. Φυσικά υπήρχαν οι ιερείς που ερμήνευαν τα λόγια της Πυθίας –πόσο έναρθρα, κανείς δεν το ξέρει- και τα παράδιναν ταχτοποιημένα σε εξάμετρα, τρίμετρα, ή πρόζα στους πιστούς. Ήταν, δεν υπάρχει αμφιβολία, καιροσκόποι, ευλύγιστοι, επιφυλακτικοί, μαστόροι της αμφιλογίας. Αλλά, όπως και στα χρόνια μας, άλλο πράγμα είναι να κοιτάζεις κάτι τέτοιες υποθέσεις της ψυχής από την πλευρά του Θεού και άλλο από την πλευρά των υπηρετών του.

Είπαν ότι το φαινόμενο της Πυθίας θα έπρεπε να το συμπεριλάβουμε στα φαινόμενα του πράγματος που λέμε σήμερα πνευματισμό. Ίσως. Τότε όμως το λιγότερο που θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς είναι ότι η Πυθία μοιάζει με ένα σύγχρονο μέντιουμ όσο ο Ηνίοχος με ένα σύγχρονο άγαλμα μέσης τέχνης. Ας πούμε του Jacob Epstein. Αυτό κάνει τη διαφορά. Με αυτά θέλω να πω ότι έχει απομείνει στο άδυτο του Απόλλωνα ένα μυστήριο που μας υπερβαίνει, όπως και στην τέχνη του Ηνιόχου. Δεν ξέρω. Εκείνο όμως που μπορεί να στοχαστεί κανείς με περισσότερη ενάργεια, είναι ότι αν το Μαντείο παρακίνησε πραγματικά τη σκέψη του Σωκράτη, με τον τρόπο που μας διδάσκει ο Πλάτων στην Απολογία, η συμβολή του στην ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης θα ήταν τόση που θα άξιζε τον κόπο να είχε ιδρυθεί μόνο γι’αυτό.

Η αφήγηση του Πλουτάρχου συμπίπτει περίπου με το γεγονός που τερματίζει τον κόσμο των ειδώλων. Έπειτα το Μαντείο του Απόλλωνα στεγνώνει σιγά – σιγά με μικρές σπιθοβολές και σβήνει κουρασμένο. Κάποτε ψιθυρίζει φράσεις που θυμίζουν το ‘Αποθανείν θέλω’ της Σίβυλας εκείνης που λέει ο Πετρώνιος. Τριακόσια τόσα χρόνια ακόμη μέσα στις ρυτίδες και τις τυπικές χειρονομίες του ιερατείου, που επαναλαμβάνουν, δεν δημιουργούν. Η μέριμνα που μοιάζει να το απασχολεί ακόμη, είναι μήπως σταματήσει η παλιά συνήθεια της αποστολής δώρων στον Απόλλωνα. Έτσι, ως την ακροτελεύτια απόκριση του Μαντείου στον τραγικό Ιουλιανό:

Είπατε τω βασιλήι, χαμαί πέσε δαίδαλο αυλά.

Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφναν,

Ου παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και λάλον ύδωρ.

Κι όμως, μολονότι το Μαντείο μοιάζει σα να γράφει μόνο του την τελευταία σελίδα της ιστορίας του, και να κατεβαίνει αυτόβουλα στον τάφο, οι θεωρητικοί της νέας θρησκείας βρήκαν πως άξιζε τον κόπο να ξοδέψουν αρκετή σκέψη και μελάνι για να το πολεμήσουν. Και το περίεργο είναι ότι δεν καταπιάνονται να αποδείξουν ότι κάτι τέτοιες χρησμοδοσίες είναι έργα τσαρλατάνων. Αναγνωρίζουν τη μαντική δύναμη των Δελφών, όμως γι’αυτούς αυτά τα πράγματα είναι έργα του Σατανά και των δυνάμεων του σκότους. Και ο Απόλλων μεταμορφωμένος διάβολος.

Εδώ, στη Φωκίδα, πέρα στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, ένας ψηφιδωτός Παντοκράτωρ, πάνω από το ανώφλι της δυτικής θύρας, δείχνει την επιγραφή: ‘Εγώ ειμί τα φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τω σκότει’. Η φύση αποστρέφεται τα κενά».

Δελφοί – Αμοργός, Αύγουστος 1961

 

 

Γ. Σεφέρης , Δελφοί

[Δοκιμές, β’ τόμος, 1948-1971, Ίκαρος, Αθήνα]