Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2022

Υπάρχουν νάρκες που επιλέγεις να μην δεις...

 


Άκουσα εκείνον που έλεγε
Με νάρκωσε αυτή η αγάπη…
Άκουσα εκείνην
Με εκδικήθηκες με το επίμονο βλέμμα σου… ήμουν γυμνή πάντοτε μπροστά σου…
Άκουσα κάποιον ακόμα
Αυτό που λατρέψαμε στους Ήρωες ήταν ότι κατέκτησαν το δικαίωμα να πεθάνουν… δεν σύρθηκαν ως το κατώφλι του τέλους… ζηλέψαμε ότι εφέλκυσαν το κινδυνώδες του βίου αλλά περισσότερο το ιερό τους διάσημο… αυτό του θανάτου μετά από μια πλήρη ζωή…
Κι ακόμα έναν
Ο χριστιανισμός δεν θα παρακμάσει ποτέ… θα τελειώσει μαζί με τον άνθρωπο… ούτε στιγμή πριν… γιατί ταιριάζει απόλυτα με το ψυχισμό του ανθρώπου… το νοσηρό του ψυχισμού του… το σαδομαζοχιστικό ανάγλυφο και τα έγκατα του απείρου του… ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, πίστη ή φιλοσοφική οδός… είναι Το Υπόγειο… ο Ποταμός... η Ιαχή… το Παραλήρημα του Ερπετού…
Κάποιος είπε
Λιμνάζω μαζί σου…
Ήταν η φωνή της
Με λήστεψες…
Διέκρινα στα λόγια της
Συνεχίζω να ζω από περιέργεια…
Κι εκείνος
Τα ιστορικά δρώμενα δεν έχουν καμιά ουσιαστική αξία. Πριν από μένα δεν υπάρχει τίποτα. Ένα φαντασιακό κράμα, ένα αμάλγαμα από αλήθειες και ψεύδη… ανοησίες που κάποιοι έγραψαν κάποτε… δεν με ενδιαφέρει, δεν πρέπει να χάνεις χρόνο μ’ αυτά… κάνε ιστορία αυτό που ζεις… για σένα… το αύριο, μόνο αυτό να σε νοιάζει…
Μίλησε κάπως έτσι
Η μοναξιά χειροτερεύει κάθε φορά που φεύγεις… κάθε φορά είναι βαρύτερη από την προηγούμενη… όταν δεν σε είχα δεν το ένιωθα αυτό… τώρα πονάω… ίσως η συντροφικότητα να είναι κατάρα…
Τα λόγια του ήταν
Είδα ένα παράξενο όνειρο… βρισκόμουν σε ένα παλιό, άδειο, βρώμικο σπίτι… μου ήταν οικείο… και δεν ήταν… κανείς μέσα… κανείς έξω… περιπλανιόμουν στα άδεια δωμάτια, δεν ξέρω γιατί… κάποια στιγμή γύρισα και είδα τον πατέρα μου… δεν ένιωσα καμιά ζεστασιά… μονάχα φρίκη… ήταν γεμάτος αίματα… από το χτύπημα καθώς έπεσε στο πάτωμα… το δεξί μισό του πρόσωπο ήταν κατάμαυρο… ‘την επόμενη φορά’… αυτό ψέλλισε κι εγώ τον προσπέρασα ουρλιάζοντας άηχα και συνέχισα να περιπλανιέμαι στο αχανές σπίτι με τα άπειρα δωμάτια… και δεν έβρισκα την έξοδο…
Του είπε
Το Ερπετό σε γέννησε… μην το περιφρονείς… μην το αρνείσαι…
Κάποιος άλλος είπε
Απ’ όλα φοβάμαι πιο πολύ την άνοια… το ότι θα αρχίσω κάποια στιγμή να ξεχνώ… να μην αναγνωρίζω, να μη θυμάμαι… την απώλεια του εαυτού… τρέμω σε τούτη τη σκέψη…
Ήταν δικά της λόγια
Υπάρχουν νάρκες που δεν σκάνε όταν τις πατάς. Ναι… τώρα το ξέρω… είναι άηχες, αόρατες και θανατηφόρες… μονάχα που δεν βλέπεις το πόδι σου κομμένο, το αίμα να τρέχει, ο πόνος να σε μουδιάζει… δεν βλέπεις τίποτα, δεν νιώθεις τίποτα… τρέχει το δηλητήριο μέσα στις φλέβες σου αργά αργά… είναι σχεδόν ευχάριστο, υπνωτιστικό… μαυλιστικό… ξεχνιέσαι στη ζωή αυτή που είναι θάνατος… ξεχνιέσαι… είναι νάρκες που φέρνουν τη λήθη της ζωής, που σε πλημμυρίζουν με όλες εκείνες τις άθλιες βεβαιότητες για τη ζωή… πόσα ψέματα… πόσα ψέματα…
Τον άκουσα να λέει τα εξής
Για να πετάξει από πάνω του τη θεότητα… γι αυτό σταυρώθηκε ο Ναζωραίος… όπως ένα ρούχο που μισείς… έτσι το πέταξε… δεν έγινε Χριστός ο Ιησούς όταν βαφτίστηκε… έγινε όταν σταυρώθηκε… και απαλλάχθηκε από το φορτίο…
Μιλούσε
Όταν σε πρωτόδα μου κόπηκε η ανάσα… θυμάμαι πως είπα μέσα μου: ‘Τι θα κάνεις τώρα; Σκέψου τι θα κάνεις τώρα!' Τρομοκρατήθηκα… τι δουλειά είχα εγώ με σένα; Ερχόσουν από απέναντι… περνούσες το δρόμο και χαμογελούσες… είχα τρελαθεί από αγωνία… ‘είμαι ζωντανός’… αυτό είπα ένα δευτερόλεπτο πριν σου δώσω για πρώτη φορά το χέρι μου και το βλέμμα σου χωθεί στη ψυχή μου… από τότε σε φιλοξενώ…
Κάποιος ακόμη είπε
Οι εμφύλιοι πόλεμοι οι μόνοι τραγικά ‘αληθινοί’… ως πότε θα επαναλαμβάνουμε το φόνο του Άβελ από τον Κάιν;… ως τη στιγμή που το Εν θα εναρμονίσει τον εαυτό Του με το Όλο και θα αρνηθεί την ίδια του την υπόσταση… από τη στιγμή που το οτιδήποτε αποκτά υπόσταση και συνείδησή της, αρχίζει ο πόλεμος… κάποιος πόλεμος… όπως μέσα έτσι και έξω… ακόμη και ο καρκίνος είναι κάτι τέτοιο… κύτταρα εναντίον κυττάρων… εμείς εναντίον ημών… στο διηνεκές… ακόμα κι αν έμενε ένας πάνω στη Γη, δεν θα πέθαινε από γηρατειά… θα αυτοκτονούσε… κι όχι από θλίψη…
Του είπε
Με χαράζει το βλέμμα σου… μείνε μακριά μου…
Της είπε
Αν πρέπει για να σε νιώσω να μείνω τυφλός, θα το κάνω…
Κάποιος που άκουσα
Η γιαγιά πάνω απ’ το νεκροκρέβατο του άντρα της ήταν θλιμμένη και μαζί χαμογελαστή… έκλαιγε και μειδιούσε… ‘τα’χει χάσει’, είπε κάποιος δίπλα της, ‘ο αφόρητος πόνος’, δογμάτισε κάποιος άλλος… η γιαγιά κάτι ψέλλισε… μια γυναίκα έσκυψε κοντά της να ακούσει… ‘Ελευθερία’, ανακοίνωσε μετά και τα δόντια της προεξείχαν σαν σάπια έμβολα από τα χείλια της. ‘Αυτό λέει η γιαγιά. Ναι γιαγιά, ελευθερώθηκε ο άντρας σου’, είπε η γυναίκα με εκείνο το ελεεινό χαμόγελο της συγκατάβασης. Δεν μιλούσε βέβαια για κείνον η γριά χήρα.
Κάποια που ήθελε να ακουστεί
Αυτά τα ευγενικά σου μάτια… αυτά αγάπησα κι αυτά μίσησα περισσότερο… πώς τολμάς να κοιτάζεις γύρω σου με αυτό το βλέμμα; Πώς να σου αρνηθεί οποιοσδήποτε οτιδήποτε όταν τον ληστεύεις με αυτό το βλέμμα; Πώς να σε μαχηθεί ο άλλος όταν είναι ήδη νικημένος; Πώς περιμένεις αυτό που γοήτευσες να μην διεκδικήσει κάποτε τον εαυτό του, το χώρο του, το οξυγόνο που του στέρησες; Μίσος είναι η αναζήτηση οξυγόνου… με κάθε τρόπο… έστω κι αν αυτό σημαίνει να το στερηθείς εσύ…
Είπε στοχαζόμενος

Υπάρχουν κάποιες νάρκες που δεν μπορείς να τις δεις… όμως υπάρχουν κι αυτές που επιλέγεις να μην δεις και να περπατήσεις πάνω τους… είσαι περίεργος… θέλεις να δοκιμάσεις την τύχη σου… θέλεις να γευτείς την αδρεναλίνη στο στόμα σου… θέλεις να ζήσεις εκείνη την αιώνια στιγμή που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο… θέλεις να ζείς όταν θα πεθαίνεις… να αισθανθείς αυτό που θα είναι πια για σένα το αιώνιο… δεν ξέρεις αν η νάρκη θα σε τινάξει στον αέρα ή θα είναι κι αυτή μια υπόσχεση που θα μείνει υπόσχεση… όπως εσύ… μια υπόσχεση ότι θα γίνεις κάτι που δεν έγινες… ότι θα ζήσεις αυτά που δεν έζησες… ότι θα γνωρίσεις αυτούς που δεν γνώρισες, θα ταξιδέψεις εκεί που δεν ταξίδεψες… αν η νάρκη δεν είναι κι αυτή μια υπόσχεση κι αν εκραγεί, τουλάχιστον κάτι στη ζωή σου θα είναι επιτέλους αληθινό… κι ας σε σκοτώσει… αν δεν είναι αληθινή τότε… μπορείς να ελπίζεις πως μπροστά σου απλώνεται ένα απέραντο ναρκοπέδιο…

Παρασκευή, Ιανουαρίου 28, 2022

ἐπί νάπῃ ἀδιαβάτῳ…

 


Η αλήθεια έκρυψε στην αγκαλιά της το Μεγάλο Φονικό και το προστάτεψε όπως η μητέρα το θηλάζον βρέφος.
Χωρίς τις λευκές ημέρες να το απειλούν.
Με αθέατο το αίμα.
Λυπόταν όμως ακόμα και τα ελάχιστα ίχνη ελπίδας είναι πολύτιμα.
Εκείνος που οφείλει να ακολουθήσει θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό. Αφύλαχτος, απαθής, αθώος.
Και ο ερχομός του έχει την αξία του νερού στην έρημο.
Και του ασπασμού του εραστή στα διψασμένα χείλη του ερωμένου.
Ως και ο ουρανός γονατίζει για να το υποδεχθεί.
Σιωπηλός και φρόνιμος.
Εκείνος που αναμένεται θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό και η αποστολή του είναι η δυσκολότερη που περιέχουν οι πρώτες αφηγήσεις και τα λόγια των παλαιών.
Ό,τι απέμεινε από τη σοφία τους κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο αρχαίο δάσος αν εκείνος που αναμένεται αποκλειστεί, δεν περάσει.
Και η αλήθεια τον περιμένει.
Και θωπεύει το δόρυ που θα τον διατρήσει.
Και βρεφουργεί το βλέμμα που θα τον αλώσει.
Ο ερχόμενος θα το αναγνωρίσει.
Όμως μονάχα την ύστατη στιγμή.
Θα είναι αργά γι αυτόν.
Θα γείρει και το αίμα του θα ρεύσει από τις πρησμένες φλέβες για να δώσει ζωή ξανά στο καθεύδον σώμα.

Όμως θα απλώνεται πάντα πίσω του το δάσος.

Για ό,τι γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ’αυτό δεν υπάρχουν αφηγήσεις.

Υπάρχει μόνο το ειναιικό όνειρο της α-νόητης καθόδου της Ύπαρξης.

Κι αυτό δεν μοιράζεται…

Πέμπτη, Ιανουαρίου 13, 2022

Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες

 

 

Π

ΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ –ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΑΓΜΑΤΟΣ, ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα σε μια δυναμική σύνθεση που δεν γνωρίζει χρόνο κι έτσι το πριν χρόνια πες πως είναι πριν δέκα λεπτά και δεν θα έχεις πέσει έξω- είχα κάνει μια ανάρτηση με τίτλο Άγνωστοι ως το τέλος. Τη διαβάζει όποιος έχει το κέφι και προσανατολίζεται. Δεν την διαβάζει και πάλι το ίδιο είναι.

Έρχονται το λοιπόν τα πράγματα κάποιες φορές έτσι που δεν θέλεις να δικαιώνεται καμιά από τις ΜΜΑ (Μεγάλες Μελαγχολικές Αλήθειες) που η ίδια η ζωή και το καθημερινό βίωμα μέσα από τις Συμπληγάδες σου διδάσκει –δεν το ξέρουμε αλλά κάθε πρωί που ξυπνάμε στην από δω πλευρά του ποταμού, έχουμε περάσει για μια ακόμη φορά με επιτυχία, έστω και στο ‘τσακ’ από τις Συμπληγάδες… και τούτο κάθε μέρα, χωρίς σταματημό, χωρίς έλεος… ώσπου να έρθει εκείνη η μέρα που… μα, δεν είναι το θέμα μου αυτό…

Και λες, δεν θα ήθελα να δικαιωθώ για έναν άνθρωπο που πορευόμαστε μαζί, χρόνια τώρα αμέτρητα και αναρίθμητα μα εδώ και πάλι έρχεται κάποιος να σε αγριοκοιτάξει σα να σε ρωτάει: ‘Μαζί; Πότε κάνατε αληθινά μαζί έστω και εκατό μέτρα από τα αμέτρητα χιλιόμετρα του βίου;’

Να είναι έτσι λοιπόν και όχι αλλιώς αλλά και πάλι λέω, οφείλει να είναι κανείς επιεικής με τον άνθρωπο, τι διάολο, ακούω τον διδάσκαλο από μια μεριά με την ωραία και ζεστή φωνή που την ακούς και η ψυχή θέλει να βγει απ’το σώμα, ο ‘άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα στο σύμπαν’. Μην τον δικάζεις τον καλό σου φίλο, μην δικάζεις κανέναν, μην κρίνεις γιατί όπως μετράς τους άλλους θα αντιμετρηθείς… ναι, λόγια του Ενός που πάτησε στη γη και τα ίχνη Του ακόμα μοσχολβολάνε αιωνιότητα και φως… και για να μην ξεχνάμε το ελεεινό μας μέγεθος, Τον σταυρώνουμε κάθε μέρα, με σαδισμό και ηδονή για να μάθει να μην δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους και προσωπικότητες… εμείς για άλλα πράγματα μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ και άλλα μας δώσατε… εμείς να φάμε θέλαμε και έναν αφέντη να προσκυνάμε και ο νέος ιδιοκτήτης της αλυσίδας μας ανακοίνωσε ότι μας θέλει ελεύθερους και ωραίους. Ε, τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις;

Κι έρχομαι ξανά στο θέμα μου μετά την παρεκβασούλα αυτή που είχε ολίγον άρωμα από Φίοντορ…

Μα δεν μπορώ να μην γυρνώ γύρω γύρω από τον πάσσαλο και να μην αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο κακόμοιρους και μικρομπακάληδες της γειτονιάς –που δεν υπάρχουν πλέον-, τι μας συρρικνώνει τόσο που εξαφανιζόμαστε πίσω από μικροπολιτικές συμπεριφορές και μικρο-υπολογισμούς ενώ κάποτε κάναμε γενναίες πτήσεις στα στερεώματα της φιλίας και της ανοιχτοσύνης;…

Δεν γράφω για να δικάσω κανέναν ούτε για να ξεφορτωθώ τις σκέψεις μου, καθώς θα έλεγε και ο Φρειδερίκος, αλλά για να δω πως ‘ακούγονται’ και πώς ‘διαβάζονται’ αυτές οι σκληρές λέξεις, αυτές οι Μελαγχολικές Αλήθειες… και τι γεύση έχουν… τι μένει στον οισοφάγο της ύπαρξης και στον ουρανίσκο του είναι… κάτι που δεν έχει διάρκεια θα πει κανείς, μάζευτα και δρόμο, λέω και πάλι εγώ, ό,τι ποτίζεται με το ιερό αίμα μιας φιλίας μιας ολόκληρης ζωής δεν έχει απλά μια γεύση στον ουρανίσκο… είναι ολόκληρη βόμβα που σκάει στο είναι μας και δεν σε αφήνει ήσυχο να κοιμηθείς…

Και λέω έτσι όπως τα διαβάζω αυτά που γράφω, όχι, δικαστής εγώ κανενός δεν πρόκειται να γίνω και μακριά από μένα και ουστ και όξω!

Μα, ένα παράπονο, σαν νυχτερινό τραγούδι ακούω από τα μέσα μου που με καλεί κάθε φορά στις πρωτοπηγές της Ύπαρξης…

Amor Fati!’… αυτό μου γνέφει ο διδάσκαλος Φρ. που είχε μέσα του ένα ολόκληρο σύμπαν και χιλιάδες στερεώματα και όμως κάποτε έκλεισαν όλα και σκοτείνιασαν και βυθίστηκε η ωραία αυτή ψυχή στη σιωπή…‘Πότε θα μάθεις; Όλοι μας, οι άνθρωποι, όλοι μας… δεν είμαστε μια αδελφότητα ζωής, είμαστε αδελφότητα θανάτου… πώς μπορείς να το λησμονείς;’

Κι έπειτα κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω σε κείνες τις εποχές της νιότης μου που δεν υπήρχε παρά μονάχα μια άπληστη δίψα για γνώση, για εξερεύνηση, για να βρούμε εκείνο που ‘κρύπτεται φιλεί’… και δεν το βρήκαμε βέβαια… ευτυχώς… μονάχα καταλάβαμε πως αυτό που ψάχναμε εκεί έξω, βρισκόταν μέσα μας… μέσα βαθιά και περίμενε τον τολμητία να του χτυπήσει τη θύρα… Κι όσο κατεβαίναμε στα έγκατα, τόσο πιο βαθιά εκείνο αποσυρόταν, τόσο πιο μακριά μας χανόταν… ως πότε θα ρωτήσεις; Ως πότε θα το κάνουμε αυτό;

Κάποιος ωραίος διδάσκαλος από την Κρήτη που είχε μεθύσει κι αυτος από ύπαρξη και δεν ξεμέθυσε ποτέ, θα μου έλεγε, μην καταδέχεσαι να ρωτάς μονάχα σκάβε…

Άλλωστε, άγνωστοι είμαστε… άγνωστοι ως το τέλος…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 10, 2022

απροσδεές

 

Different Directions
Art Print by Roswitha Schleicher-Schwarz


Κανείς δεν ρώτησε για σένα…

Σε κανέναν δεν μίλησες;
Ποτέ δεν άγγιξες κανέναν;
Δεν περπάτησες κι εσύ ανάμεσά τους;
Δεν τους χαμογέλασες;
Δεν τους χάρισες κάποιο σου βλέμμα;
Δεν τους μίλησες γλυκά ή αυστηρά;
Δεν λογομάχησες ποτέ ή δεν συμφώνησες;
Δεν τους συνόδευσες για λίγο ή πολύ στο βάδισμά τους;
Και όλοι τούτοι τώρα που είναι;

Κανείς δεν ρώτησε για σένα…

Κανείς δεν είχε ένα νεύμα, ένα μορφασμό ή ένα σήκωμα φρυδιών
Κανείς δεν είχε κάποια λέξη
Ούτε καν σιωπή
Έστω μια ρυτίδα από θλίψη ή απορία…

Ήσουν αόρατος λοιπόν…

Έφυγες όπως έζησες… μέσα στο γνόφο του απρόσιτου
Μέσα στο απροσδεές του απέραντου
Μέσα στην εκλειπτική του εμμενούς
Που διαγράφει τροχιές μονάχα πάνω στο παρθένο χώμα
Κι όταν φυσήξει ο άνεμος
Όλα σκορπούν και όλα χάνονται…
Σχήματα, μορφές, προσδοκίες κι ανάσες…
Θλίψεις, χαρές, φόβοι, αγωνίες…

Ναι, ως και οι αγωνίες…

Όχι για όλους όμως

Όχι ακόμα…

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 23, 2021

Οδυσσέας


Τ

ο όνομά μου είναι Οδυσσέας κι έχω μετά από χρόνια που έλειψα, που έχω χάσει το λογαριασμό πόσα, μετά από πολέμους και ταξίδια και φουρτούνες και θύελλες και αιχμαλωσίες και αποδράσεις ως και κατάβαση στον μεγάλο και σκοτεινό και φοβερό Άδη, μετά από τόσα που πέρασα και άλλα τόσα και αναρίθμητα και ανιστόρητα γιατί θα ήθελαν όλοι οι Όμηροι του κόσμου να γράφουν και να γράφουν και σταματημό να μην έχουν, το λοιπόν είμαι ο Οδυσσέας, μόνος, γυμνός σχεδόν, κουρελής και αξύριστος, με το μαλλί μου ακόμα πυκνό όμως άσπρο, γδαρμένος στο κορμί και στην ψυχή όμως ατόφιος, ακέραιος ίσως παρότι οι ρωγμές στο είναι μου ανταμώνουν με αυτές στο σώμα μου… κι είμαι ξανά εδώ… εδώ από όπου ξεκίνησα, κάποτε, πριν από αιώνες να συναντήσω το πεπρωμένο μου κάτω απ’τα απόρθητα τείχη του Ιλίου… ώστε λοιπόν είμαι ξανά εδώ, στο πάτριο χώμα, τη γενέθλια γη… κανείς δεν ξέρει ότι γύρισα… κανείς… κανείς δεν το υποπτεύεται… ίσως μονάχα εκείνη… ίσως αν ύστερα από τόσα χρόνια με περιμένει ακόμα… ίσως μονάχα εκείνη και ο γιός μου… ίσως ακόμα δυο τρεις άνθρωποι δικοί μου… κι όμως κανείς στα σοβαρά δεν το υποπτεύεται… κανείς δεν είναι τόσο απάνθρωπος που να σκίσει το είναι του στα δυο, να το γεμίσει χρόνο και να αφανίσει όλα τα άλλα… κανείς δεν είναι τόσο παράλογος που να γεμίσει τη ζωή του τίποτα, να αφανίσει το εγώ του για να γεμίσει υπομονή… για ποιον; Για κάποιον που πια λογίζεται νεκρός ανάμεσα στις σκιές του κάτω κόσμου… τις ξέρω, τις είδα, δεν φεύγουν οι εικόνες αυτές, ποτέ δεν θα απαλλαγώ από τις μυρωδιές, το χτυποκάρδι, τη μαχαιριά σαν είδα ανάμεσά τους κείνο το αγαπημένο πρόσωπο να σέρνεται… λοιπόν κανείς δεν ξέρει ότι ήρθα… ότι είμαι εδώ… ένας νεκρός που γύρισε στους ζωντανούς, που επέστρεψε, που ήρθε στα χώματα που τον έθρεψαν, στις ακτές που τον έλουσαν, στα παλάτια που τον στέγασαν από μικρό παιδί…

Και λοιπόν;

Τα κατάφερα θα πεις, ενάντια σε όλους τους θεούς και τους δαίμονες, εγώ, από όλους τους συντρόφους μου, τα κατάφερα…

Ε, και λοιπόν;

Νιώθω το χώμα που πατώ να τρέμει, τις δονήσεις των ιερών προγόνων που με δέχονται ξανά στην αγκαλιά τους, τον αέρα να φυσάει τα μάγουλά μου… όλα όσα μυρίζαν κάποτε πατρίδα και σήμερα τα ίδια είναι… μονάχα που εγώ δεν τα νιώθω πια έτσι και πατρίδα πια για μένα έγινε, τι παράξενο να το λέω εγώ που δαπάνησα 20 χρόνια βίου για να επιστρέψω ακριβώς εδώ… πατρίδα το λοιπόν για μένα έγινε όλος ο κόσμος… ξηρός και υγρός, αρσενικός και θηλυκός, φίλιος κι εχθρικός… όλος ο κόσμος, μα όλος… ως και οι θάνατοι των αγαπημένων μου συντρόφων, πατρίδα είναι, ως και οι αγκαλιές των γυναικών που απολαύσαμε τον έρωτα νύχτες και μέρες, πατρίδα είναι ως και τα έγκατα του Άδη που χώθηκα για να συρθώ σαν σκιά ανάμεσα στις σκιές, πατρίδα είναι… ως και τα βάθια των ωκεανών που παραλίγο να χαθώ για πάντα, ως και του Πολύφημου η σπηλιά… πατρίδα είναι… και τούτος ο τόπος πια δεν είναι!

Και βλέπω ολόγυρα γνώριμα τοπία και κλαίει η ψυχή μου που δεν θέλω να τα αγκαλιάσω, να τα φιλήσω, να γίνω ένα μαζί τους… Και βλέπω μακριά τις στέγες των σπιτιών και τους καπνούς να ανεβαίνουν στον ουρανό, άνθρωποι δικοί μου, και δικοί μου πια δεν είναι.

Και έχω στο βλέμμα πια ένα άλλο τοπίο και έχω στην καρδιά έναν άλλο τόπο που θέλω να γυρίσω για να ξεκουραστώ.

Κι έχω στη ψυχή μια θύελλα που δεν κοπάζει πια και δεν ξεγελιέται από νεανικές θύμησες και κάμαρες συζυγικές και πρωινά και δείπνα και κυνήγια με τους φίλους στα δάση και δεν μετράνε όσα κάποτε είπα πάνω στο λυγμό του χωρισμού από την ωραία αγκαλιά της γυναίκας. Εκείνης της γυναίκας που για μένα ήταν όλες οι γυναίκες. Κάποτε…

Μα, δεν ξεγελιέται η ψυχή που γνώρισε ακροσύνορα και στερεώματα και απλώθηκε στο Αχανές κι ελευθερώθηκε!

Και δεν ξεγελιέται το βλέμμα που στερεώθηκε για πάντα σε γκρεμών αβύσσους και θεαινών τα στήθη.

Και δεν γελιέται το καρδιοχτύπι που έδινε αίμα πορφυρό στα όνειρα μιας άλλης ύπαρξης, μεγάλης, πιο μεγάλης από οτιδήποτε σχημάτισε με το μυαλό του ο άνθρωπος.

Και ξέρω τώρα καλά πως δεν έχω γυρίσει, αλίμονο, στην αγαπημένη μου πατρίδα… μα από εκείνη έφυγα δίχως να το ξέρω και με καλεί, βροντοχτυπώντας ανελέητα στις φλέβες το αίμα της, να γυρίσω πίσω!

 

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 17, 2021

Ψηφιακή οντολογία και ασυμπτωματικός… ανθρωπισμός

 

Δ

εν ξέρω, ειλικρινά, αν μέσα σε αυτή την παρακμιακή και πνιγηρή ατμόσφαιρα των τελευταίων ετών και μηνών ιδιαίτερα, μπορεί κανείς να βρει το κέφι ή έστω το κουράγιο να γράψει, να εκφραστεί, να επικοινωνήσει οτιδήποτε. Γιατί δεν έχω απαντήσει εσωτερικά αν όλο τούτο το εγχείρημα έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα. Νόημα μπορεί να έχει οτιδήποτε αλλά η απάντηση ένδον δεν έχει ωστόσο αναδυθεί. Μοιάζει να είναι κωφός ή βουβός ο ένδον εαυτός και οπωσδήποτε σε χαμηλή επικοινωνιακή δυναμική. Ή μπορεί πάλι να εργάζεται και να ετοιμάζει πράγματα. Ίσως, όλα είναι πιθανά.

Οι φετινές γιορτές έχουν το συνήθη στολισμό και διάκοσμο αλλά ο εσωτερικός διάκοσμος δεν είναι ο αντίστοιχος. Από τη μια ευτυχώς βέβαια, θα ήταν παράλογο. Από την άλλη μελαγχολεί κανείς στη σκέψη ότι παραδίδουμε έναν κόσμο στα νεότερα μέλη αυτής της κοινότητας βουτηγμένο στον πεσιμισμό, την ουδενοκρατία, το θρίαμβο της ρουφιανιάς και την κατίσχυση του ‘μέσου όρου’ σε οτιδήποτε. Είναι μάλλον μεγάλο θράσος έπειτα να απαιτείς από αυτή τη γενιά να σώσει την ανθρωπότητα ή να ανοίξει ολότελα διαφορετικούς δρόμους. Η γενιά που έρχεται θα είναι μάλλον… ασυμπτωματική σε οτιδήποτε καταφάσκει την πνευματική ζωή, την πολιτική δράση, την ουσιαστική ανάλυση και οπωσδήποτε φουλ συμπτωματική σε οτιδήποτε καταφάσκει το ρηχό και το έξαλλο. Το βλέπουμε παντού ολόγυρα και στο νοσογόνο περιβάλλον των σόσιαλ, έτι περισσότερον. Στο άμεσο μέλλον δεν θα υπάρχει καν άλλο περιβάλλον εκτός από το ψηφιακό. Για να πιστοποιήσεις την ύπαρξή σου δεν θα αρκεί να εμφανίζεσαι με σάρκα και οστά. Θα πρέπει να μπορούν να σε… σκανάρουν και ψηφιακά σε κάποια οθόνη για να είσαι οκ!

Μια τέτοια ψηφιακή οντολογία μας αναμένει στη γωνία και θα πετάξει στα σκουπίδια όλες τις παλαιές οντολογίες που ταλαιπώρησαν τη διανόηση επί αιώνες. Ακόμη και ο Θεός θα πιστοποιείται ψηφιακά, αυτό είναι που έρχεται και δεν πρόκειται για κινδυνολογία αλλά για απλή διαπίστωση. Προσαρμοζόμαστε βέβαια, πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς;

Όσο για τον ανθρωπισμό που από τους Νέους Χρόνους κιόλας αναδύθηκε ως αίτημα και σκέψη και στοχασμός και πράξη και βίωμα, πάει περίπατο… στην καλύτερη περίπτωση θα είναι… ασυμπτωματικός… θα υπάρχει κάπου βαθιά χωμένος και δεν θα εκδηλώνει κανένα σύμπτωμα για να μην… ενοχλεί τον φορέα του.

Θα έχει με άλλα να ασχολείται αυτός… και ο ανθρωπισμός απαιτεί ενέργεια, ευαισθησία και καλλιέργεια… αλλόκοτα πράγματα δηλαδή!