Κυριακή, Μαρτίου 03, 2019

Η υπέρβασις του αίματος δια του πνεύματος

καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ
(Ματθ. 10,36)


Καραβάτζιο, «Δείπνο στους Εμμαούς», 1605/1606. Πινακοθήκη Μπρέρα, Μιλάνο.


Έ
χει σημασία, θεωρώ, οτιδήποτε ακούμε ή διαβάζουμε να τίθεται στις ορθές του βάσεις και να μην σπεύδουμε να βγάζουμε συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα μοιάζουν πολλές φορές με τα κουτσομπολιά της γειτονιάς ή του καφενείου: παρότι εν πολλοίς ανυπόστατα, έχουν καταλυτική δράση και επιρροή στο συναίσθημα, μας πυροδοτούν και μας πολώνουν. Όταν το συναίσθημα πολωθεί, ο νους θολώνει, δεν μπορεί να κρίνει και να διακρίνει. Και μεγίστη και πρωτίστη αρετή, η της διακρίσεως. Όταν αργότερα ‘συνέλθουμε’ και αποκτήσουμε μια σφαιρικότερη και βαθύτερη διόραση και εποπτεία, κατανοούμε ότι είχαμε φερθεί ανοήτως.
Μέσα από το ιστολόγιο αυτό, δέκα χρόνια και κάτι μήνες πλέον, ουδέποτε επιχείρησα να θεολογήσω ή ψευδο-θεολογήσω ή, πιστεύω, ουδέποτε προέταξα κάποιον επιτήδειο ‘εξυπνακισμό’ για να τεκμηριώσω σκέψεις και στοχασμούς. Απλώς κατέθεσα και καταθέτω πάντοτε αυτούς τους στοχασμούς όσο πιο ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Έχει την αξία του αυτό που προ-σημειώνω διότι υπάρχουν έγκριτα και δόκιμα ιστολόγια θεολόγων και θεολογούντων και μελετητών και ερευνητών στα οποία αν ανατρέξει κάποιος μπορεί να ωφεληθεί τα μέγιστα. Το ίδιο συμβαίνει όμως και κατ’αντίθετη φορά. Δεν υπάρχουν λίγα ιστολόγια όπου μπορεί κανείς να έρθει ‘αντιμέτωπος’ με ανοησιολογίες, ουδενολογίες και ρηχές αδολεσχίες επί θεμάτων όπου ο ιδεολογικότροφος και εμμονογενής λήρος και το παραλήρημα δίνουν και παίρνουν και οικοδομούν τέρατα και ψεύδη και αθλιότητες.
Προσωπικώς δεν είμαι όμως εναντίος της υπάρξεως και λειτουργίας όλων των ιστολογίων και της αποτύπωσης όλων των ιδεών και σκέψεων και θεωρήσεων. Διότι έτσι πραγματοποιείται η πνευματική ζύμωσις που θεωρώ απαραίτητη για να οδηγηθεί κάποιος στους δικούς του έμπεδους και ευπαγείς συλλογισμούς επί παντός του επιστητού.
Με αυτό το πνεύμα και σε αυτή την ατμόσφαιρα θα ήθελα να διαβάζονται και όσα γράφω. Και με αυτό το κριτικό πνεύμα να αντιμετωπίζονται.
Έχει υποστηριχθεί λοιπόν ότι ο Ιησούς ήταν ‘εχθρός της οικογένειας’ και πως μέσα από τα ακόλουθα εδάφια του Ματθαίου, τούτο τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν χρειάζεται ουδεμία ανάλυση ή διευκρίνιση.

Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν.
ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς·
καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.
Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·

(Ματθ. 10,34-37)

Υπάρχουν πολλές αναγνώσεις όχι μονάχα στα βιβλικά κείμενα, σε οποιοδήποτε κείμενο. Ακόμη και ένα ‘ραβασάκι’, κοινώς ένα ερωτικό σημείωμα, μπορεί να διαβαστεί με οφθαλμούς και προθέσεις τέτοιες που να ανατρέπουν και αναστρέφουν το νόημά του. Η έκφραση ‘σε περιμένω’ μπορεί να διαβαστεί ως ‘ανυπομονώ, φλέγομαι από πόθο να σε δω’, αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως ‘είμαι μεν υπομονετικός αλλά μην αργείς άλλο, μην δοκιμάζεις τις αντοχές μου’. Γράφει εκείνος ‘σε αγαπώ’ κι εκείνη διαβάζει ‘εγώ σε αγαπώ… εσύ;’ Γράφει εκείνη ‘δεν θα υπάρξει ποτέ κανείς άλλος μετά από σένα’ κι εκείνος διαβάζει ‘θα με φορτωθείς για όλη σου τη ζωή και μην διανοηθείς να με εγκαταλείψεις’.
Ξέρω τι σκέφτονται τώρα κάποιοι. Αυτά είναι επιχειρήματα που δεν έχουν σχέση με το προκείμενο. Αποτελούν ελιγμούς απόκρυψης ή εξαπάτησης. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Διότι στη λεγόμενη ‘ψυχολογική ανάγνωση’ υποκρύπτονται σχεδόν όλα τα σφάλματα και οι παρερμηνείες μας μέσα στους αιώνες.
Και τι είναι αυτή η ‘ψυχολογική’ ανάγνωση; Με απλά λόγια, ‘διαβάζω αυτό που είμαι… διαβάζω αυτό που βλέπω… διαβάζω αυτό που ορίζει ο ψυχισμός μου… οι ιδέες μου… το φρόνημά μου… αν είμαι χριστιανός διαβάζω ως χριστιανός… αν είμαι δωδεκαθεϊστής –ας υποθέσουμε ότι έχουμε ιδέα τι σημαίνει αυτό- διαβάζω αναλόγως… αν είμαι αγνωστικιστής, το ίδιο…’
Ψυχολογική ‘ανάγνωση’ κάνουμε καθημερινά. Είναι μια παρα-λειτουργία του βλέμματος, έτσι το τοποθετώ εγώ. Κάποιος μού γίνεται συμπαθής επειδή μιλά και φέρεται και κινείται όπως εγώ επιδοκιμάζω. Δεν ‘ακούω’ αληθινά τι μου λέει, δεν με ενδιαφέρει… τον έχω αποδεχθεί και συνεπώς τον εγκρίνω… σε οτιδήποτε. Αν πάλι συμβεί το αντίθετο, τότε δεν έχει σημασία όσα επιχειρήματα κι αν καταθέσει. Εγώ τον έχω απορρίψει και δεν ‘ακούω’ τίποτα.
Η ψυχολογική ανάγνωση, ακρόαση και όραση είναι το σύνηθες. Τα αντιλήμματα των λεγομένων πέντε αισθήσεων –ή έξι ή περισσοτέρων, ας μην το ανοίξουμε τώρα αυτό το κεφάλαιο- μπορεί να είναι ‘αντικειμενικά’ όμως οι ερμηνείες που δίνουμε σε αυτά τα αντιλήμματα είναι δικές μας. Είναι παιδιά του δικού μας ένδον σύμπαντος. Του σύμπαντος των ιδεών, των παραστάσεων, των μορφωμάτων, των συμπλεγμάτων, των όποιων προκαταλήψεων ή προκατασκευασμένων αντιλήψεών μας. Ή μήπως δεν συμβαίνει έτσι;
Είναι εύκολο να ‘καταδικάσει’ κάποιος τα λεγόμενα από τον Ιησού, ο οποίος στα συγκεκριμένα χωρία που παραθέτει ο Ματθαίος, απευθύνεται στους μαθητές Του. Έχει σημασία αυτό. Διότι ο Κύριος απευθυνόμενος στον κλειστό πυρήνα –τον μυητικό Του κύκλο δηλαδή-, απευθύνεται στην νεοϊδρυθείσα και νεοπαγή και αληθινή και μόνη οικογένειά Του. Μια οικογένεια όχι αίματος αλλά πνεύματος.
Κι εδώ αίρεται αμέσως η όποια ‘ψυχολογική’ ανάγνωση είχαμε σπεύσει να κάνουμε. Πολύ άμεσα και απλά. Χωρίς να είμαστε ούτε θεολόγοι, ούτε Καππαδόκες Πατέρες. Αρκεί να κατανοήσουμε μερικά βασικά ζητήματα ορθώς και άρα ορθοδόξως.
Ο Ιησούς ενιδρύει την πνευματική Του οικογένεια και απευθύνεται λοιπόν στους μαθητές Του. Και εκείνη τη στιγμή προβαίνει στην διάκριση της οικογένειας των μελών εξ αίματος και της μεγάλης δικής Του οικογένειας των μελών εκ πνεύματος και χάριτος. Και αν πράγματι ακούγεται σκανδαλώδες ότι ‘ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ’, δηλαδή ότι αυτοί που πρώτοι θα στραφούν εναντίον σου δεν θα είναι οι ξένοι αλλά οι συγγενείς σου, δεν εμπεριέχει τίποτε το ‘παράξενο ή πρωτότυπο’. Εάν ακολουθώντας τον Κύριο προκαλέσεις την μήνι του πατέρα σου ή της μητέρας σου ή των αδελφών σου, τότε, αυτοί είναι οι εχθροί σου. Γιατί πάνω από την αγάπη σου προς τους βιολογικούς σου γονείς, είναι η αγάπη σου προς τον Δημιουργό σου. Αυτό αποτυπώνει ξεκάθαρα η φράση ‘Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·’. Αν τώρα αυτό σκανδαλίζει, ας σκεφτεί απλά κάποιος ότι οι πρώτοι άνθρωποι με τους οποίους δίνουμε μάχη στη ζωή μας για να μας αποδεχθούν, να αποδεχθούν και να αγκαλιάσουν τις σκέψεις, τις επιλογές και τα θέλω μας, δεν είναι άλλοι από τους γονείς και τους οικείους μας. Ο άγνωστος, ο ξένος, δεν ασχολείται με μας. Δεκάρα δεν δίνει αν θα σπουδάσουμε, αν θα παντρευτούμε ή αν θα μονάσουμε στο Άγιο Όρος. Οι γονείς μας όμως βρίσκονται σε μια διαρκή και καθημερινή τριβή μαζί μας. Και αν αυτοί δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η δική μας ζωή δεν μπορεί να αποτελεί παρακολούθημα της δικής τους, τότε, απλώς, είναι αντι-κείμενοί μας. Είναι απέναντι… με μια άλλη έννοια είναι πολέμιοι και εχθροί μας. Τίποτε πρωτότυπο ή περίεργο ή καινοφανές σε αυτό. Συμβαίνει στις οικογένειες από την αυγή του ανθρώπου.
Αυτή είναι η περίφημη ‘μάχαιρα’ που ήρθε να βάλει ο Ιησούς και τόσο έχει σκανδαλίσει και σοκάρει τους ‘οικογενειολάτρες’ και ψευδο-ηθικολόγους της πεντάρας σε όλες τις εποχές. Ακόμη και σήμερα τούτα τα εδάφια διστάζουν να τα αναλύσουν οι θεολόγοι και οι κήρυκες από άμβωνος για να μην ‘ενοχληθούν’ οι πιστοί. Μα ο Κύριος δεν ήρθε για τους βολεμένους. Δεν ήρθε για να μας βολέψει αλλά για να μας ξεβολέψει. Μπορεί η εικόνα του ‘γλυκύτατου Ναζωραίου’ να θραύεται αλλά γι αυτό δεν ευθύνεται παρά για μια ακόμη φορά η επί αιώνες ‘ψυχολογική’ ερμηνεία των Γραφών. Έχει παραδοθεί και επικρατήσει αυτός ο ‘γλυκύς διδάσκαλος’ και αγνοούμε πως πρόκειται για μια Καθαρή Δύναμη που δεν λειτουργεί συναισθηματικά αλλά εκτελεί το Έργο.
Αυτό όμως αποτελεί περιεχόμενο άλλης ανάρτησης…


ίσως…

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2019

Μαυσωλείο




Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…




Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2019

Εξορία...

  
Υ
πάρχει ένας τόπος εξορίας που δεν είναι κάποιο ανεμόδαρτο πετρονήσι. Και δεν είναι κάποιος καταραμένος ερημόκοσμος με τους κροταλίες χωμένους στην άμμο και τους σκορπιούς να βολτάρουν ανέμελοι στους πυρωμένους βράχους.
Υπάρχει ένας τόπος εξορίας, άνυδρος και αφιλόξενος κι επικίνδυνος όπως το δάγκωμα της οχιάς και σιωπηλός όπως η ασημένια ράχη της σελήνης. Κι όμως, σ’αυτό τον τόπο δεν είσαι μόνος.
Ολόγυρά σου πλάνητες όπως εσύ. Χιλιάδες κι αμέτρητοι. Κανείς δεν σε βλέπει κι όλοι σε κοιτούν. Κι εσύ όλους τους παρακολουθείς αλλά δεν μπορείς να τους μιλήσεις.
Φαντάσματα
Από μέσα τους περνάς κι εκείνοι μέσα από σένα.
Φάσματα
Κι αυτή είναι η εσχάτη φρίκη. Πως μέσα στους μυριάδες είσαι ολομόναχος κι εντός του ενός μυριάδες.
Όλοι αδελφοί σου. Κι όλοι ξένοι.
Όλοι όπως εσύ και όλοι άγνωστοι.
Σε αυτό τον φασματικό εφιαλτόκοσμο δεν σ’έστειλε ο φυσικός σου δικαστής, οι αρχές, οι νόμοι και το μίσος των ανθρώπων.
Σε τούτη την κόλαση δεν σε εξόρισε ο θεός ή ο διάβολος, η μοίρα, η ειμαρμένη, το ποινολόγιο της φθοράς ή το Μεγάλο Δικαστήριο του Όσιρη με τους 42 δικαστές. Δεν ζύγισε την καρδιά σου ο Άννουβις στη ζυγαριά και βρέθηκε βαρύτερη, αλίμονο, από ένα φτερό!
Τίποτε απ’αυτά και από χιλιάδες άλλα που η ζωηρή κι ανάγλυφη φαντασία των προγόνων φιλοτέχνησε για να εικονίσει τις διαστάσεις του εδώ και του επέκεινα και καθαρτήρια και καταβάσια και πύλες του Άδη και γέενες του πυρός και σπηλιές ανήλιαγες, Καιάδες και μαρτυρικοί αποθέτες του Αχανούς
Σ’αυτό το φοβερό τόπο εξορίας σ’έστειλε, ξεκάθαρα κι απλά ο ίδιος ο εαυτός σου.
Δεν σέρνεις αλυσίδες, δεν είσαι ο Σίσυφος να σπρώχνεις ξανά και ξανά τη θεόρατη κοτρώνα ως το φρύδι του πρανούς κι ύστερα να τη βλέπεις να ξανακυλάει χάμω ξανά και ξανά στη μαύρη αιωνιότητα
Άλλα φορτία δεν έχεις περιττά και ξένες έννοιες αρκεί που σέρνεσαι και περπατάς και τριγυρνάς ολόμονος.
Εσύ κι ο εαυτός σου.
Εσύ και ο άλλος μέσα σου κι εντός σου.
Εσύ και όλα είσαι εσύ και όσα δεν πρόλαβες να γίνεις.
Εσύ και όλα όσα ευχήθηκες να είσαι και όσα σε καταράστηκαν να μην είσαι.
Εσύ και το παραταϊσμένο εγώ σου.
Εσύ και το κενό σου.
Εσύ και το απέραντο αύριο σαν ωκεάνιο τώρα και σαν στόμα που ανοίγει το πρωί και σε τρώει και το βράδυ σε ξερνάει λουσμένο με ένα παράξενο στομαχικό υγρό οξέα ενοχών και χολή αρνητικότητας
Όλο το βράδυ θα το καθαρίζεις, θα το πλένεις, θα το διώχνεις από πάνω σου και το πρωί τα ίδια πάλι μέσα στο Στόμα
Μα και το Στόμα είσαι εσύ
Και οι πλάνητες ολόγυρά σου Αν πλησιάσεις έναν, όλους τους ξέρεις… Φτάνει έναν να ζυγώσεις άφοβα και να τον δεις καλύτερα Τόλμησέ το!
Ως και τα άψυχα, ως και οι πέτρες, η σκόνη, το στερέωμα που σε αγκαλιάζει
Όλα σ’αυτό τον τόπο είσαι εσύ. Με έναν τρόπο θαυμαστό και θαυμάσιο καθόλου
Και ό,τι το βλέμμα σου σαρώνει
Όλα στον τόπο αυτό της Μεγάλης Μοναξιάς εσύ είσαι!
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ουρλιάζεις και δεν ακούει κανείς
Πώς θα γλιτώσω από δω; Πώς θα γυρίσω πίσω;
Τραντάζει το μελαγχολικό στερέωμα η άηχη κραυγή σου και σου επιστρέφονται στάλες από μέλαινα βροχή Το αίμα σου!
Τα δάκρυά σου τρέχουν ρυάκια στο χώμα και όσο απομακρύνονται φουσκώνουν, γίνονται ποταμός και χείμαρρος και κάποτε χύνονται σε μια μυστική θάλασσα που αόρατη σού είναι στο βάθος του ορίζοντα.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Ρωτάς και απάντηση γυρεύεις.

Και την απάντηση την ξέρεις

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2019

Τα τρία κλειστά συστήματα της ανθρώπινης συνθήκης


[απόσπασμα]

Ι
σχυρίζομαι πως τρία είναι τα κλειστά συστήματα της ανθρώπινης συνθήκης: Η προσευχή, ο πόθος και η τρέλα. Και το μοναδικό υπερσύνολο που τα εμπεριέχει όλα είναι το θρησκευτικό. Το γεγονός του θρησκεύειν. Και για τούτο είναι το μόνο αυτάρκες, το μόνο πλήρες και το μόνο απολύτως λειτουργικό. Με υγιή ή νοσηρό τρόπο, με κάθε τρόπο. Όλα τούτα ίσως χρήζουν ανάλυσης.
Λέγοντας πως ένα σύστημα είναι κλειστό, έχω την εξής εικόνα που μπορώ να δώσω για να βοηθήσω την προσέγγιση κάθε καλόπιστου αναγνώστη. Ας φανταστούμε ένα μυστικό, κλειστό δωμάτιο. Ο άνθρωπος εισέρχεται, η πόρτα πίσω του κλείνει, δεν έχει καμιά διάδραση, καμιά ανταλλαγή πληροφοριών με τον ‘εξώχωρο’. Όμως ακόμα κι αν έχει, δεν είναι απαραίτητη, δεν αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για να δράσει, να καταναλώσει και να καταναλωθεί, να αναπτύξει και αναπτυχθεί εντός του δωματίου. Το σύστημα είναι κλειστό επειδή δεν έχει ανάγκη άλλων υποστηρίξεων. Πρόκειται για ένα αυτάρκες, αυτόκρατο και ασφαλές σύστημα. Και απολύτως λειτουργικό. Και σε οιαδήποτε εντατική κατάσταση του ‘φορέα’ του. Χαμηλή, μέση, υψηλή. Και σε οιαδήποτε ενεργειακή στάθμη. Μάλιστα ο άνθρωπος μπορεί να περατώσει το υπόλοιπο του βίου του εντός του δωματίου. Με την όποια και οποιαδήποτε διαμόρφωση και μορφή.
Εάν κάποιος δυσφορεί με τη λέξη ‘προσευχή’, ας τη θεωρήσει με την ευρύτερη έννοια του πνευματικού προσανατολισμού σε κάτι. Μην εγκλωβιζόμαστε από γνωστές ή λιγότερο γνωστές θρησκείες, λατρείες και δόγματα. Χρησιμοποιώ εντούτοις την κωδική λέξη ‘προσευχή’ γιατί αποδίδει καλύτερα αυτό που εμπεριέχει.
Εάν σε κάποιον ξενίζει η λέξη ‘πόθος’ και θέλει να την αντικαταστήσει με την σφοδρή επιθυμία, την λαγνεία, την βούληση ή την δίψα, ας το κάνει. Προσωπικά θεωρώ πως η κωδική λέξη ‘πόθος’ με ικανοποιεί. Ο πόθος είναι σκοτεινότερος από την επιθυμία και φωτεινότερος από τη λαγνεία. Είναι διαφορετικής τάξεως από τη δίψα και εν τέλει δεν έχει καμιά σχέση με τη βούληση. Και δεν αφορά φυσικά μόνον το σαρκικό-ερωτικό ενδοσύμπαν. Αφορά οτιδήποτε σχετίζεται με τον πόθο. Ακόμη και τον πόθο για το θάνατο. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, ιδιαίτατα με το θάνατο.
Όσον αφορά την ‘τρέλα’, εδώ εγκυμονούν πολλοί κίνδυνοι. Και απαιτείται από τον μελετητή προσοχή μεγίστη και ‘βήματα γαλής’. Κι αυτό γιατί βεβαίως η ίδια η λέξη ‘τρέλα’ αποτελεί ένα αχανές σύμπαν που εμπεριέχει ορισμούς και ορίσματα, κατηγορήματα, έννοιες, κλινικούς όρους, ιατρικές συνδηλώσεις και συνεκδοχές και βεβαίως την απολύτως υποκειμενική θεώρηση της τρέλας. Το τι σημαίνει τελικώς ‘τρέλα’ για τον καθένα είναι περίπου αχαρτογράφητο. Αν κάποιος ερωτηθεί στο δρόμο ‘τι είναι η τρέλα;’ ίσως δυσκολευτεί πολύ να απαντήσει. Είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται σαν καραμέλα απ’όλους –όπως η άλλη λέξη-σύμπαν ‘Θεός’- αλλά όταν καλείσαι να γίνεις συγκεκριμένος αναγκάζεσαι να αντλήσεις από τις προσωπικές σου εμπειρίες και μόνον. Κι αυτό σού αφήνει μια πικρή γεύση εκκρεμότητας και αμηχανίας στα χείλη. Έτσι λοιπόν, εδώ αναγκάζομαι να ορίσω την ‘τρέλα’ ως μια γενικότερη πνευματική αλλά και βιο-οργανική διάσταση όπου όλες οι συνήθεις ορίζουσες και όλες οι συμπαγείς έννοιες που η παράδοση και ‘τα συνήθεια’ του βίου έχουν παραδώσει στο άτομο βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση ‘ρευστότητας’. Τίποτα δεν είναι αμιγές, ατόφιο, καθαρό, διάφανο και φωταυγές. Τίποτα δεν είναι βέβαιο, έμπεδο, ακλόνητο, διαρκές, συνεχές, περίφρακτο. Σε αυτή την αέναη ροϊκότητα όλος ο οργανισμός, πασχίζει να επιβιώσει μέσα από μια ονειρώδη, γνοφώδη, σκοτεινή ή ημισκότεινη ‘πραγματικότητα’ εν μέσω πολλών άλλων ‘πραγματικοτήτων’. Κάθε έννοια διάδρασης με οτιδήποτε έχει περίπου ακυρωθεί και κάθε έννοια επικοινωνίας ακόμη και με απλούς όρους με οτιδήποτε έξω από το μυστικό δωμάτιο καταλήγει σε παταγώδη αποτυχία. Ο ‘τρελός’ εδώ λοιπόν ομοιούται με τον άνθρωπο εκείνο που βρίσκεται σε έναν άγνωστο πλανήτη ανάμεσα σε άγνωστες οντότητες που ομιλούν μια άγνωστη γλώσσα. Πασχίζει να γεωδαιτήσει εαυτόν, να σχηματίσει στην ουσία εκ νέου έναν συνεκτικό εαυτό με αλλότρια υλικά και νέα δεδομένα. Ο αγών είναι τρομερός, ενεργοβόρος και άνισος.
Ανέφερα κιόλας από την πρώτη παράγραφο πως το μοναδικό υπερσύνολο που ως ομπρέλα αμφιλαφώς σκέπει και στεγάζει τούτα τα κλειστά συστήματα είναι το λεγόμενο θρησκευτικό γεγονός. Το γεγονός του θρησκεύειν. Η ίδια η θρησκευτικότητα ως εγγενής δράση του ανθρωπίνου είναι. Διαφορετικά θα μπορούσε να το προσεγγίσει κανείς με μερική επιτυχία ως εκζήτηση του ιερού. Η εκζήτηση του ιερού είναι μια μεγάλη, πολυδιάστατη θεώρηση που δεν ταυτίζεται όμως απολύτως με τη θρησκευτικότητα. Κι αυτό γιατί η εκζήτηση του ιερού είναι μια εγγενώς ενεργητική δράση του πνεύματος ενώ η θρησκευτικότητα πολλές φορές αναπαύεται στον εκστατικό προσευχητικό μονόλογο του είναι. Η θρησκευτικότητα στην ακραία της εκδοχή αποτελεί ένα μυστικιστικό γεγονός και ο μυστικός εαυτός ποθεί την εκστατική αναρπαγή και την μεταρσίωση. Θα μπορούσε να εικονίσει ενδεχομένως κάποιος τον εκζητητή του ιερού με έναν πολεμιστή του φωτός και τον θρησκεύοντα με έναν ασκητή που έχει αναχωρήσει και εγκατοικεί στο μονήρες κελί του.



Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2019

Ιερό ίχνος…


Τ
ο μεγάλο ‘ψεύδος’ που συνοδεύει τους ποιητές μέσα στους θολούς αιώνες είναι η μεγάλη θεώρηση, η εποπτεία… το καθαρό βλέμμα στο Κεκρυμμένο και στο Επέκεινα… ναι, ακόμα και στο επέκεινα… γιατί χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής είναι ένας κρεμασμένος βλάσφημος από το καταραμένο δέντρο… χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής απλώς αντιγράφει, δεν αφηγείται… στην καλύτερη περίπτωση μεταγράφει όμως δεν ποιεί… δεν μπορεί να δομήσει ένα άρτιο σύμπαν… και ποιητής χωρίς άρτιο σύμπαν είναι ένας σβηστός ήλιος, μια μέλαινα οπή στο μαύρο του στερεώματος… ένα περιττό ίσως, και τα ίσως το Αχανές τα ξεβράζει στους αποθέτες του χρόνου…

Όμως κι αυτός ακόμα ο αρχαίος άνεμος που φυσάει πάντα όταν γεννιέται ένας μεγάλος ποιητής, ακόμα κι αυτός είναι ένα μεγάλο ψεύδος… υπάρχει αλλά δεν είναι. Ο ποιητής που θα πιστέψει πως αυτός ο κόσμος είναι έχει υπογράψει την οριστική συνθηκολόγησή του με το θάνατο. Και ο ποιητής γεννιέται για να περάσει στην αθανασία, αλλιώς είναι ένας ‘κοινός’ θνητός… ένας ακόμα που δεν τόλμησε να ξεμυτίσει απ’τη Σπηλιά… οπότε, ό,τι γράφει δεν έχει και τόση σημασία… όσο τυφλοί είναι όλοι είναι κι εκείνος, όσο νεκροί είναι όλοι είναι κι εκείνος… νομίζει πως βλέπει όμως όλα είναι γεννήματα, κατασκευές… ένας ευφυής προγραμματισμός, μέσα, πάντοτε μέσα στη Σπηλιά…

Ο ποιητής νιώθει τον άνεμο του παρελθόντος, ακούει τις φωνές των παλαιών διδασκάλων, των νεκρών αδελφών και μπορεί να ιχνηλατήσει κάποιες λίγες γιάρδες στην ατραπό του μέλλοντος… από τούτη την άποψη η παραμυθία του μεγάλου ψεύδους προσφέρει σε όλους μας… όμως όσο είναι σύσκηνος και ισοϋψής με το χτες και το φθαρτό όσα προσφέρει είναι μαζί όνειρα και φαντασία, πυρετός και έρωτας, αυτισμός και αυτόματη γραφή, γλωσσολαλιά και τρέμενς… το βλέμμα του ποιητή μπορεί να υψωθεί μονάχα αν συνδεθεί απευθείας με το Αχανές σε μια τραυματική και οδυνηρή σχέση που θα τον ματώσει, θα τον σκοτώσει και θα τον αθανατίσει… και οφείλουμε όλοι να τον συνδράμουμε σ’αυτό!

Όμως το κόστος είναι μεγάλο όσο και ο πόνος έξω από τα ανθρώπινα.

Τούτο τον έσχατο και οριακό πόνο ένιωσε κάποτε ο Άνθρωπος επάνω στον σταυρό ενώ πίσω του ο χρόνος ούρλιαζε, πάνω του το Αχανές γεννούσε άπειρα μορφώματα και δυνατότητες, κάτω του το έδαφος της θλίψης ήταν γεμάτο στόματα που έχασκαν για να υποδεχθούν τα περιττώματα του φθόνου…

Σημείο συνάντησης, σημείο τομής… η οδός που ανοίχτηκε προσφέρθηκε για όλους όμως δεν ήταν όλοι έτοιμοι. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είναι έτοιμη όλη η ανθρωπότητα. Έτοιμη για την έξοδο. Έτοιμη για το αλλιώς. Και δεν ήταν σχεδόν κανείς.

Γιατί μεγάλος ποιητής χωρίς την αλληλεγγύη της ανθρωπότητας δεν υφίσταται. Μονάχα που είναι η πλήρης αναστροφή της συνήθους διαδικασίας. Εδώ οι άνθρωποι συμβάλλουν στη θανάτωση του ποιητή για να έχει ελπίδες αθανασίας. Και όχι επιβίωσης μέσα στη λάσπη του τώρα. 

Ο ποιητής έτσι μεταρσιώνεται, μεθίσταται, υπερβαίνει το ψεύδος και περνάει στον αληθινό κόσμο… ακόμη και στη ιερή σιγή του ανασαίνει κάτι απ’αυτόν και ό,τι μιλά είναι σύμβολο. 

Και η ανθρωπότητα βαδίζει συντροφιά με τα σύμβολα. Ώσπου να μετοικήσει ολόκληρη στο αληθές… κι ολόκληρη θα πει ακέραια… κι ακέραια θα πει αρηγμάτωτη, σωσμένη, φυλαγμένη … κάποτε στον χρόνο… κάπου στο άπειρο…

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η ανθρωπότητα αναγνώρισε τον ποιητή και τον βοήθησε στην έξοδο από τη σπηλιά θαυμαστά πράγματα συνέβησαν. Τα φέρουμε όλοι μας. Τα νιώθουμε και τα ψελλίζουμε όλοι. Είναι η παρακαταθήκη μας, η ακριβή κληρονομιά μας. Θα τα έχουμε μαζί μας για πάντα. Θα τα περάσουμε κι εμείς σαν ιερά σύμβολα... λέξεις, ανάσες, προσευχές, τραγούδια, παραμύθια, μορφές, αγγίγματα, έρωτες, θάνατοι, αφηγήσεις, όνειρα… θα τα κληροδοτήσουμε στους επόμενους κι ας μην ξέρουμε τι είναι, πως ήρθαν ως εμάς, γιατί πάλλονται από το αιώνιο…

Το ιερό ίχνος του ποιητή…

Ο καθένας από εμάς το έχει, το φορά, μας μιλά, μας συντροφεύει…

Και κάθε που χαμογελάμε στον ήλιο που σηκώνεται κάθε αυγή πάνω απ’τη θάλασσα, τούτο πάλλεται και ορθώνεται και μας πονά…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2019

ζητητής του όντος...



Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.
Δημήτρης Λιαντίνης



Εκείνο που πραγματώνεται μες στο παράδοξό του… η απουσία και περισσότερο ο πόνος από την απουσία… κρίνεις λογικά μα σε προδίδει το θυμικό. Έχεις βασίλεια απέραντα μέσα σου… έχεις ανθρώπους, φωνές, βλέμματα… έχεις χρόνο…

Παραδίδεις στην πυρά του χθες όσα σε πλήγωσαν όμως δεν σου αρμόζει… κρίνεις με τη διάνοια πράγματα που ανήκουν σε άλλες περιοχές… στριμώχνεις μέσα σε λέξεις όσα είναι αρχαιότερα απ’τις λέξεις… έργο Σισύφειο, αδιέξοδο, μάταιο… και σε όλη σου τη ζωή… αν αξιώθηκες από το βίο να σηκωθείς λιγάκι στη ζωή… αν…

Παραδίδεις στη λήθη των ερχόμενων εκείνα που ούτε ο ίδιος εσύ δεν αγάπησες… άξια η μεταχείρισή τους από τους αποθέτες του αύριο… κανένα χτες δεν πρόγνωσε ποτέ κανένα αύριο… μάντης κακός σε αρχαίο ναό που εγκατέλειψε ως και η σκόνη… τι αναζητάς κοιτώντας ολόγυρα τους λερούς κίονες; Τι αδειάζει από σένα για να γεμίσει το έξω από σένα; Ξέχασες; Ποτέ το έξω δεν σε κάνει ευτυχισμένο… απλά γεμίζει το κενό… και πάλι στο επόμενο βήμα αδειάζει και μένεις ασυγχώρητος…

Παραδίδεις στο σήμερα το φιλοσοφείν που μακέλεψε ο ποιητής και το ποιείν που φαλκίδευσε ο φιλόσοφος… κρίνεις το σύμπαν μέσα από το φακό του Γαλιλαίου αλλά ο ποιητής ανασαίνει με πρωινά φωτός και δειλινά ομίχλης… παρθένα και τα δυο… όσα αναγνωρίζεις στο διαμέτρημα του στερεώματος είναι το χτες που σε εξαπατά… άσε την παρθενία για τον ικέτη του ίμερου, για τον προσκυνητή του ωραίου…

Ο φιλόσοφος σε εξαπάτησε γιατί σε γέμισε με ωραία λόγια…

Ο ποιητής σε μαύλισε γιατί στα χάραξε στο είναι…


Fly away with me
Yvette Depaepe

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2019

Στέφανος


Π
ερπατούσαμε για αρκετή ώρα στα κατηφορικά δρομάκια της περιοχής. Μας άρεσε κάποτε να κατεβαίνουμε αυτά τα στενά και να εξετάζουμε τα παλαιά, διώροφα με τις ωραίες θύρες, τα ανάγλυφα και τις κοσμήσεις με τους ρόδακες. Έπειτα βγαίναμε στον παραλιακό δρόμο, προσπερνούσαμε τις ταβέρνες και τα φωτεινά καταστήματα που προορίζονται περισσότερο για τους τουρίστες και τους προνομιούχους αυτού του κόσμου και καθόμασταν σε ένα απόμερο καφέ, στο τέλος του δρόμου. Πολλές φορές είχαμε κάνει αυτές τις βόλτες και απολαμβάναμε πάντα τον καφέ μας συζητώντας για χίλια δυο. Απόψε δεν είχαμε το ίδιο κέφι όπως τότε, πολλά χρόνια πριν, όμως δεν βιαστήκαμε να κατέβουμε στον δρόμο της θάλασσας. Είχαμε τόσο καιρό να ανταμώσουμε και θέλαμε να χαρούμε την ευκαιρία σαν γιορτή. Όμως το παλιό μας καφέ δεν το βρήκαμε. Στη θέση του είχε ‘σηκωθεί’ ένα κακάσχημο, ‘μοδέρνο’ κτήριο γραφείων με φιμέ υαλοπίνακες να καλύπτουν όλη του την πρόσοψη από πάνω ως κάτω σαν πένθιμο σάβανο.
‘Υπάρχει ένα άλλο, εδώ κοντά’, είπε ο Στέφανος χαμογελώντας. ‘Το είδα καθώς ερχόμουν’. Έτσι τον θυμόμουν, να μην αποθαρρύνεται ποτέ, να βρίσκει λύσεις σε όλα.
‘Πάμε λοιπόν’, του είπα καθώς επιζητούσα τη ζεστασιά ενός χώρου και τη γεύση ενός καλού καφέ.
Και πράγματι, δεν αργήσαμε να το εντοπίσουμε. Ο φίλος μου με οδήγησε ανάμεσα στα στενά δρομάκια και κάποια στιγμή το είδαμε σε μια γωνιά. Φαινόταν για στέκι φοιτητών. Φοβήθηκα πως θα είχε κόσμο και θόρυβο και δεν θα μπορούσαμε να συζητήσουμε. Τούτη την ώρα όμως ήταν σχεδόν άδειο και τα παιδιά που το λειτουργούσαν μάς καλωσόρισαν με χαμόγελο.
Καθίσαμε σε μια γωνιά και παραγγείλαμε τους καφέδες μας.
‘Να λοιπόν που μετά από πολλά χρόνια ξανανταμώνουμε φίλε’, τού είπα και ένιωθα βαθιά στην καρδιά μου εκείνο το ρίγος μιας εποχής που είχε περάσει πια για πάντα αλλά είχε αφήσει θερμές αναμνήσεις.
Ο Στέφανος χαμογέλασε γλυκά. Ήταν όμορφος τότε με πυκνά, μαύρα μαλλιά και έξυπνο, ανήσυχο βλέμμα. Η φωνή του είχε μια ένταση και ταυτόχρονα μια μουσικότητα που δεν είχα σε άλλον άνθρωπο συναντήσει. Τού έλεγα τότε πως σε κείνον μπορούσε εύκολα κανείς να διδαχθεί τις δασυνόμενες λέξεις και γελούσε. Μα και σήμερα διατηρούσε πολλή από την ομορφιά και την μεγαλοπρέπειά του. Ήμασταν και οι δυο στο κατώφλι των γηρατειών όμως εκείνος φαινόταν να απολαμβάνει κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας από το χρόνο.
Ήρθαν δυο μεγάλες κούπες με αχνιστό καφέ και οι πρώτες γουλιές μάς ζωντάνεψαν.
‘Έλειπα πολλά χρόνια στην Αμέρικα’, μού είπε και άστραφτε το βλέμμα του. ‘Δεν έχω παράπονο, καλά τα πήγαμε… παντρεύτηκα και μια αμερικάνα… τη Λορίν… μια μέρα θα σε καλέσω δάσκαλε να τη γνωρίσεις… τής έχω πει πολλά για μάς τότε…’
Συνήθιζε τότε να με αποκαλεί ‘δάσκαλο’ αστειευόμενος περισσότερο επειδή ήμουν ο επικεφαλής της ολιγομελούς ομάδας. Στην ουσία δεν υπήρχε καμιά διάκριση, κανένας ρόλος, καμιά ιεραρχία έστω και άτυπη. Ήμασταν όλοι ‘αναζητητές τού αόρατου και αψηλάφητου’, όπως συνήθιζα να λέω κι απλώς τύχαινε εγώ να είμαι ο παλιότερος στο μονοπάτι…
‘Και βέβαια θέλω να γνωρίσω τη Λορίν. Παιδιά;’
‘Δυο… ο γιος σπουδάζει ναυπηγική και η κόρη… είναι η χαϊδεμένη μου… σχολείο ακόμα…’, είπε και έφυγε για λίγο το βλέμμα του… ένιωσα στη φωνή του πάλι εκείνη τη δασεία και το ρίγος της συγκίνησης… ήμουν βέβαιος πως ήταν ένας θαυμάσιος πατέρας.
‘Μού έλειψες… μού έλειψες πολύ δάσκαλε… όλοι σας εδώ μού λείψατε… υπήρχαν μέρες, να ξέρεις, που λίγο ήθελα να τα βροντήξω όλα και να καβαλήσω το πρώτο αεροπλάνο για Ελλάδα… αν δεν υπήρχε η Λορίν και τα παιδιά θα είχα σαλέψει…’
Δεν σχολίασα τον αφορισμό του και δραπέτευσα στον αχνιστό καφέ.
‘Βλέπεις κανέναν από την ομάδα μας;’, με ρώτησε.
‘Πολύ σπάνια πλέον επικοινωνώ με τη Ραχήλ… τη θυμάσαι; Όλοι οι άλλοι εξαφανίστηκαν… εδώ και χρόνια… αγνοείται η τύχη τους’, είπα μελαγχολικά.
Ο Στέφανος κούνησε το κεφάλι του και κάποιες τούφες από τα πυκνά ακόμα μαλλιά του έπεσαν στο μέτωπό του.
‘Πώς δεν τη θυμάμαι τη Ρέιτσελ… το πιο έξυπνο θηλυκό που γνώρισα σε δυο ηπείρους δάσκαλε… μακάρι να την είχα στο μαγαζί εκεί πέρα… θα τους είχα κατατροπώσει όλους…’
Χαμογέλασα. Δεν είχε άδικο. Η Ραχήλ διέθετε μια ιδιαίτερη ευστροφία που κάποιες φορές σε άφηνε έκπληκτο. Και μια δυνατότητα ανάλυσης που δεν είχα συναντήσει ξανά.
‘Καμιά φορά σκέφτομαι… όλα εκείνα… όλα εκείνα που μάς έδιναν ορμή και ενέργεια τότε… ώρες ατελείωτες, θυμάσαι Αντώνη; Ώρες ατελείωτες να συζητάμε για κείνο και το άλλο… για το πνεύμα, την ψυχή, το θείο, το καλό και το κακό και το διαλογισμό και τόσα άλλα… να αναλύουμε… να μιλάς εσύ και να σε ακούμε και μετά να πετάγομαι εγώ σαν εξυπνάκιας να λέω τα δικά μου, ύστερα εκείνος ο οργανοπαίκτης με τα γυαλάκια…’
‘Ο Μηνάς’
‘Α, ναι… μπράβο… αυτός και μετά πάλι να λες εσύ κι εμείς να ακούμε και να σημειώνουμε και να πιάνουμε τον Πυθαγόρα και τα Χρυσά Έπη και τον Ιάμβλιχο και τον ένα και τον άλλο και να ξημερώνουμε με δαύτα… ξέρεις πως τα θυμάμαι όλα τούτα φίλε; Έχουν ζωντανέψει όλα και έχουν πάρει σάρκα και οστά… μέχρι και μάτια έχουν και με κοιτάνε με παράπονο… γιατί μάς παράτησες;, έτσι με ρωτάνε και δεν έχω απάντηση να δώσω… καταπιάστηκες να ανοίξεις μαγαζί, να κάνεις επιχείρηση, να κάνεις οικογένεια και με μάς… τι γίνεται με μάς; Μάς πρόδωσες… έτσι μού λένε και με κοιτάνε σαν παραπονιάρικα σκυλιά…’
Τον είδα να κοιτάζει την κούπα με τον καφέ του, να την στριφογυρίζει στα χέρια του, να έχει φορτιστεί πολύ…
‘Μού φαίνεται πως από όλους μας… μονάχα εσύ κράτησες την αξιοπρέπειά σου δάσκαλε… δεν ήταν τυχαίο που ήσουν ο πρώτος ανάμεσά μας… ήσουν ο πιο αφοσιωμένος, ο πιο ζεστός, ο πιο έντιμος… όσο για μένα… ξύστρας… παχιά λόγια και γκομενιλίκια… τα λεφτά σκεφτόμουνα και να σηκωθώ να πάω στο θείο μου στην Αμερική που πέθαινε και θα έμενε το μαγαζί στους αραπάδες… πήγα να σώσω το μαγαζί του θείου μου δήθεν… ψέμα… πήγα να βγάλω ντόλαρς και να ζήσω όπως όλοι οι άλλοι… κι εμείς σπουδάζαμε τα μεγάλα και τα σημαντικά… και τελικά τα φτύσαμε όλα και γίναμε ένα με όσα κοροϊδεύαμε…’
Είχε καρφώσει το βλέμμα του στον καφέ του λες κι αναζητούσε εκεί μια διέξοδο… άνοιγε την καρδιά του κι έκανε τον απολογισμό του… στον εαυτό του, όχι σε μένα…
‘Ξέρεις τι είπα στη Λορίν ένα βράδυ που είχε σχεδόν ένα μέτρο χιόνι στη μεγάλη λεωφόρο και δεν τολμούσες να ξεμυτίσεις; Πως έναν έντιμο πνευματικό άνθρωπο έχω γνωρίσει στη ζωή μου και μια μέρα, στο λέω μια μέρα μάτια μου, θα γυρίσουμε στην Ελλάδα και θα σού τον γνωρίσω… όχι σαν κι εμένα που ήμουν μονάχα λόγια και ουσία μηδέν… θα σού γνωρίσω έναν άνθρωπο που είχα την τιμή να λέω φίλο μου και δάσκαλό μου και…’
Κόμπιασε, δεν είπε άλλα, σιώπησε. Ήπιε μια γουλιά καφέ και ύστερα σήκωσε το υγρό του βλέμμα και με κοίταξε όχι στα μάτια μα κατευθείαν στην καρδιά.
Είχα φορτιστεί κι εγώ ακούγοντάς τον και έμενα σιωπηλός καθώς τέτοιες στιγμές είναι ιερές και την ιερότητα δεν μπορεί να την διαταράσσει κανείς.
‘Από εκείνους δεν μπορώ δάσκαλε να ζητήσω συγνώμη’, είπε.
‘Από ποιους εννοείς;’, τον ρώτησα σμίγοντας τα φρύδια.
‘Από τους δασκάλους… τους παλιούς εννοώ… τους Μεγάλους… τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο… μπορώ να ζητήσω συγνώμη από σένα; Και να μού υποσχεθείς πως θα μεσιτέψεις για μένα; Μπορώ;’
Άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και τον μιμήθηκα. Μού έσφιξε δυνατά την παλάμη.
‘Θα τούς το πεις για μένα φίλε μου; Θα το κάνεις;’
Τον είδα να χαμογελά ξανά με κείνον τον ιδιαίτερο και γοητευτικό τρόπο που έβρισκαν ακαταμάχητο κάποτε οι κοπέλες.
‘Στέφανε…’, πήγα να πω όμως δεν σήκωνε αντίλογο. Όχι εκείνη τη βραδιά, όχι στην έντονη συγκίνησή του.
‘Να είμαι ήσυχος δάσκαλε;’
Χαμογέλασα και του ανταπέδωσα το σφίξιμο.
‘Να είσαι ήσυχος φίλε μου’, τού είπα ζεστά και ειλικρινά μέσα απ’την καρδιά μου.
Ο φίλος μου δεν άργησε να ξαναβρεί το ρέον κέφι του και άρχισε να μου διηγείται τη ζωή του στην ξενιτειά, τις χαρές και τις λύπες του, τη συνύπαρξή του με τους αμερικανούς, το πώς αποφάσισε τελικά να γυρίσει στην πατρίδα με την οικογένειά του. Ήθελε να πει πολλά, εγώ δεν μιλούσα, άκουγα. Σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση κι ένιωθε ευλογημένος που τα είχε καταφέρει και επέστρεψε.
Η ώρα είχε περάσει, αποφασίσαμε να φύγουμε. Βγήκαμε από το καφέ με πολλά και δυνατά συναισθήματα. Είχε βραδιάσει και το κρύο έφτανε στο κόκαλο.
‘Θα σου τηλεφωνήσω να ανταμώσουμε ξανά δάσκαλε, να γνωρίσεις την οικογένεια. Και θα πάμε σε ένα ρεμπετάδικο να κάνουμε κέφι… να τα πιούμε, να γελάσουμε και να χαρούμε… δεν θα μού αρνηθείς…’
‘Δεν θα σού αρνηθώ Στέφανε’, τού είπα.
Αγκαλιαστήκαμε για ώρα κι έπειτα χωρίσαμε.
Πήρα τον ανηφορικό δρόμο προς τον επάνω δρόμο για το σπίτι μου γεμάτος σκέψεις, αναμνήσεις και ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Ο Στέφανος κράτησε την υπόσχεσή του, εν μέρει όμως. Δεν μου τηλεφώνησε ξανά όμως μού έστειλε μετά από μήνες ένα ηλεκτρονικό μήνυμα… είχε ξαναγυρίσει στην Αμερική… όλα του φαίνονταν ξένα εδώ, έτσι μού έγραφε… η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν αμερικανοί κι εκείνος δεν ήξερε πια τι ήταν… μονόδρομος, σκεφτόμουν… Μού ζητούσε και συγνώμη που δεν κράτησε την υπόσχεσή του… ‘Την επόμενη φορά που θα ξανάρθω, δάσκαλε… θα είναι πριν πεθάνω… να με περιμένεις…’, μού έγραφε στο τέλος και νομίζω πως τον έβλεπα να χαμογελάει με κείνον τον ωραίο, λεβέντικο, γενναιόδωρο τρόπο του.