Τετάρτη, Αυγούστου 28, 2013

Θα μπορούσες να κάνεις λιγότερο θόρυβο!!




Μόλις σήμερα το πρωί ‘έπεσα πάνω’ σε μια συζήτηση στην δημόσια τηλεόραση… η αφορμή ήταν τα όσα γίνονται στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή που για μια ακόμη φορά δοκιμάζουν το μυαλό και τις ήσυχες συνειδήσεις των καλοβολεμένων αστών και των ‘βαθυστόχαστων’ καθηγητών που περισσότερο μπερδεύουν όσους τους ακούν παρά φωτίζουν τα σκοτεινά δωμάτια. Και με την Συρία, τους σουνίτες και τους σιίτες, περάσαμε στην ‘τολμηρή και αιχμηρή και ανατρεπτική σκέψη του Λεωνίδα Κύρκου’ που μας λείπει τόσο πολύ που δεν κοιμόμαστε το βράδυ –όχι πως φταίει ο καύσωνας βέβαια. Και μετά τις βαθύπλοκες μπούρδες που ειπώθηκαν σχετικά με το ‘πόσο αναγκαία θα ήταν η σκέψη και η σύνθεση του Κύρκου σήμερα’, η συζήτηση πέρασε ως συνήθως στο απαραίτητο και ηδονιστικό αυτομαστίγωμα… δηλαδή στην Ελλάδα και το μεγάλο της σκάνδαλο – για τον κ. Νίκο Δήμου τουλάχιστον – που είναι πως ‘επιμένει’ να αρνείται να ενταχθεί στη νεωτερικότητα και εμφανίζει μεσαιωνικές δομές και ζει στη ‘φαντασιακή της πραγματικότητα’. Οι έλληνες - που δεν είναι έλληνες βέβαια, όπως πρέπει να τονίζεται όταν είσαι σε ‘σοβαρό’ πάνελ ανάμεσα σε ανθρώπους με σπηλαιώδες βάθος σκέψης - αλλά Ρωμιοί και καθυστερημένοι και όλα τα σχετικά – είναι ένα παγκόσμιο παράδοξο τελικά.  Ένα παράδοξο που έρχεται κόντρα σε κάθε σχεδιασμό, κάθε ανάλυση και κάθε ‘εφαρμογή’. Οι έλληνες δεν είναι ‘εύκολοι’, δεν είναι ‘διαχειρίσιμοι’, δεν είναι πειθαρχικοί. Με μια έννοια, επιμένουν να θέλουν να… ζουν ενάντια σε κάθε πρόγραμμα επιβίωσης των ‘ζόμπι’ αρχιμηχανικών… θεωρίες συνωμοσίας, θα πει κανείς στις οποίες είμαστε ευόλισθοι και δεν αργούμε να υιοθετήσουμε το παράλογο αρνούμενοι να δούμε το προφανές.
Και για κάποιους κυρίους και κυρίες με χοντρές καταθέσεις, υψηλές αποδοχές και κοσμοπολίτικη συνείδηση, το προφανές που θα πρέπει να αποδεχτούν οι έλληνες είναι να τους ανατρέπουν σε μια νύχτα κάθε έννοια αξιοπρεπούς διαβίωσης – γιατί ‘κάναμε πάρτι’ και τώρα πληρώνουμε το λογαριασμό – και να το δέχονται χωρίς αντίδραση. Να τους υποθηκεύουν το μέλλον για 40 χρόνια και να μην είναι τόσο ‘ορθολογιστές’ να το υποδεχτούν με χαρά.
‘Αυτό που λείπει από την Ελλάδα είναι ο ορθολογισμός και το ήθος’ είπε ο κ. Δήμου και όλοι ένευσαν καταφατικά κατασυγκινημένοι.
Ήθος είναι λοιπόν να οδηγούνται άνθρωποι με νοητική ή σωματική αναπηρία στην εξόντωση και αυτό να πρέπει ‘ορθολογικά’ να το πιπιλίσουμε στο κεφάλι μας και να το αποδεχθούμε ευχαρίστως (σε τι διαφέρουν στο σημείο αυτό, αναρωτιέμαι από τις θεωρίες ευγονικής που θέλει να εφαρμόσει η Χρυσή Αυγή;).
Ήθος είναι να οδηγούνται άνθρωποι στο ‘απονενοημένο’ αλλά ‘τα ποσοστά των αυτοκτονιών είναι χαμηλά στην Ελλάδα ακόμα’… (πόσο ελεεινό και τρισάθλιο να μιλούν κάποιοι με όρους στατιστικής όταν αναφέρονται σε ανθρώπινες ζωές… πόσος κυνισμός ακόμη περισσεύει;)
Ήθος είναι να ξενιτεύονται τα καλύτερα μυαλά της χώρας ως διέξοδο από την μαύρη κατάθλιψη της ‘νεωτερικής’ σύγχρονης Ελλάδας…
Ήθος είναι να σου αρπάζουν τους κόπους μιας ζωής σε μια νύχτα και εσύ το πρωί να ξυπνάς τραγουδώντας και σφυρίζοντας ‘always look on the bright side of life’ καθώς θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Πάιθονς…

Όλο τούτο μοιάζει με εκείνη την τρελή ιστορία που ένα ζευγάρι καβγαδίζει θυελλωδώς και κάποια στιγμή η γυναίκα βγάζει ένα περίστροφο, πυροβολεί τον άντρα, εκείνος πισωπατεί, πέφτει από το μπαλκόνι και σκάει με πάταγο στο πεζοδρόμιο. Η γυναίκα πάει στο μπαλκόνι, κοιτάζει το άψυχο σώμα του πρώην συντρόφου της και του φωνάζει:

«Θα μπορούσες να κάνεις λιγότερο θόρυβο!!»

Κυριακή, Αυγούστου 25, 2013

Οζυμανδίας




Οζυμανδίας

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία·
είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο…
Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο·
τα σκυθρωπά του χείλη, πτυχωμένα
σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
‘‘Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!’’
Άλλο τίποτα δεν απομένει.
Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.


Percy Bysshe Shelley

Μετ: Κατερίνα Σχινά

Παρασκευή, Αυγούστου 16, 2013

...το στομάχι, το φαί ή τα τσουκάλια...




Ο Διδάσκαλος εκείνη την ημέρα δεν θέλησε να μιλήσει σε κανέναν. Ξύπνησε όπως πάντοτε πριν το χάραμα και έφυγε προς το ποτάμι. Μετά τον είδαν να κάθεται στην ιερή του πέτρα. Ολομόναχος! Οι μαθητές τον πλησίασαν και τους απομάκρυνε. Ακόμα και οι δυο αγαπημένοι του δεν είχαν καλύτερη τύχη. Δυο χωρικοί τον ζήτησαν και τους έδιωξε. Ως και ο γραμματέας του Άρχοντα τον ζήτησε και εκείνος του έδωσε έναν ‘λωτό σιωπής’ και τον έδιωξε.
Οι μαθητές μαζεύτηκαν στην μεγάλη αυλή και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους ανήσυχοι.
«Ο Διδάσκαλος δεν είναι καλά»
«Είναι χλωμός»
«Το τσι του διαρρέει από τα δάχτυλά του πια…»
«Ο φυσικός του φορέας γέρασε. Δεν αντέχει άλλο»
«Ίσως να είναι ταξιδεμένος πια…»
«Ίσως να είναι στο μεγάλο του όνειρο και δεν θέλει να επιστρέψει…»
«Ίσως να μην μας θέλει άλλο πια»
«Οι Δυνάμεις δεν τον ευνοούν άλλο. Και ντρέπεται να μας το πει»
«Ξεκούτιανε. Και δεν καταλαβαίνει»
Έτσι συζητούσαν οι μαθητές και είχαν αρχίσει να θορυβούν γύρω από τον γέρικο κορμό στη μέση της αυλής.
Κάποια στιγμή τους πλησίασε η γριά μαγείρισσα της σχολής. Έκανε πως κάτι είχε χάσει και το έψαχνε ενώ είχε στήσει αυτί κι άκουγε τους μαθητές να λένε αυτά για τον διδάσκαλο. Κι όσο άκουγε τόσο κούναγε το κεφάλι της. Ύστερα, χωρίς να της δώσει κανείς σημασία ξεγλίστρησε ανάμεσά τους και άρχισε να κατηφορίζει προς το ποτάμι. Εκεί, στην αγαπημένη του λευκή πέτρα καθόταν ο Διδάσκαλος από το πρωί. Ολομόναχος.
«Ήρθα», του είπε σιγηλά και κάθισε λίγο πιο πέρα.
«Πες μου», είπε εκείνος αμέσως και η γερόντισσα άρχισε να του λέει όσα είχε ακούσει. Κάποιες στιγμές κόμπιαζε, δίσταζε μα μετά συνέχιζε ώσπου να τελειώσουν όλα όσα είχε να του πει.
Για λίγο έπεσε σιωπή.
«Τι λες εσύ για όλα αυτά;», τη ρώτησε άξαφνα ο Διδάσκαλος κι εκείνη σάστισε. Στύλωσε το βλέμμα της στο ποτάμι λες κι εκείνο θα της έδινε διέξοδο.
«Τι να σου πω εγώ σοφέ; Δεν έχω ιδέα…»
«Δεν είναι αυτό που σε ρώτησα!», έκανε θυμωμένος ο Διδάσκαλος και το αίμα της πάγωσε. «Πες μου τι σκέφτεσαι για όλα αυτά;»
Μέτρησαν οι χτύποι της καρδιάς της το χρόνο που πέρασε και ύστερα άρχισε να μιλάει.
«Σκέφτομαι πως… πως είχες δίκιο τις προάλλες», άρχισε να ψελλίζει και μαζί κούναγε πάλι και το κεφάλι της.
«Τι απ’όλα;»
«Να, στο δείπνο που είχαμε στον… πως τον λένε… κείνον που γράφει την ιστορία του Άρχοντα και τη ζωή του και τα σημαντικά και τα ασήμαντα… κι επέμενε πως όλα είναι ο Διδάσκαλος… πως ένας δάσκαλος κάνει χίλιους μαθητές άξιους όπως ένα δοχείο μελάνι κάνει για εκατό σελίδες όμορφες γραμμές και ιστορίες… και άρα σε όλη σου τη ζωή ψάχνεις τον δάσκαλό σου και… κάτσε να δεις, δεν τα θυμάμαι η καημένη όλα… κι έπειτα εσύ χτύπησες το χέρι στο τραπέζι και του είπες… μια μέρα, του είπες, μια μέρα να λείψει ο διδάσκαλος όλα πάνε στα τσακίδια! Κι όμως, η μαθητεία μένει σε κείνον που ήταν πάντα έτοιμος και τώρα πρέπει να το δει για τα καλά… αν δεν λείψει ο δάσκαλος, μένει ανάπηρος και ο πιο φωτισμένος μαθητής… και πως… αυτό ήταν όμορφο που είπες… πως σε όλη σου τη ζωή δεν ψάχνεις τον δάσκαλο αλλά ο δάσκαλος ψάχνει εσένα… τον ένα… τον ένα στους χίλιους και… αυτός ο ένας είσαι εσύ ο ίδιος… μα στάσου γιατί μπορεί να τα μπερδεύω… άλλο δεν θυμάμαι... κάπως έτσι τα είπες και να με συμπαθάς γιατί μια απλή γυναίκα είμαι σοφέ και λέω ανοησίες…»
Για λίγο έπεσε σιωπή ανάμεσά τους και τότε, τι περίεργο πράγμα, άκουγε τον ήχο του νερού η γυναίκα πιο δυνατά από ποτέ!
Και τότε έβαλε τα γέλια ο σοφός… και άρχισε να τραντάζεται το σώμα του και τις δονήσεις να τις νιώθει και η γριά μαγείρισσα που είχε σαστίσει και δεν ήξερε τι να κάνει. Βρε λες να είχαν δίκιο τα παλιόπαιδα, σκέφτηκε, λες να ξεκούτιανε και διαρρέει το τσι από τα δάχτυλά του;
Σιώπησε ξαφνικά ο σοφός και της είπε:
«Είδες καλή μου; Μια μέρα μόνο κι ούτε ολόσωστη… πέθανα για μισή μέρα και ήταν αρκετή… μα για εκείνον που ήταν έτοιμος, ήμουν πάντα πεθαμένος!», τέλειωσε τη φράση του και σηκώθηκε κεφάτος με ένα πήδο από την ιερή του πέτρα και γύρισε το βλέμμα του πάνω της. Η γυναίκα σηκώθηκε στα πόδια της με δυσκολία αλλά δεν τόλμησε να σταθεί στο βλέμμα του σοφού.
«Εσύ… εσύ αν μια μέρα λείψεις από το τσουκάλι… τι λές θα γίνει στα στομάχια μας;»
Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια και πάλευε στο μυαλό της να βάλει τα τσουκάλια στη σειρά και τις σκέψεις της επίσης.
«Δεν… δεν…», ψέλλισε και ο σοφός συνέχισε.
«Αναρωτιέμαι λοιπόν αν το στομάχι διδάχτηκε να περιμένει το φαγητό σου και καλόμαθε πως εσύ είσαι πιο υπεύθυνη από εκείνο. Γιατί αν συμβαίνει αυτό κυρά μου, μας πήρε όλους ο διάολος και μας σήκωσε!», φώναξε ο σοφός και ύστερα ήρθε κοντά της και της χτύπησε την πλάτη.

«Έλα, μη σκοτίζεσαι εσύ μ’αυτά… αρκετά… πάμε τώρα πάνω να δούμε ποιο είναι το πιο σπουδαίο… το στομάχι, το φαί ή τα τσουκάλια σου!», έκανε και γελώντας δυνατά κίνησε μαζί της το δρόμο πίσω στη σχολή. 

Κυριακή, Αυγούστου 11, 2013

Ανατολή και Δύση...










Ανατολή και Δύση...
Δύση και Ανατολή...
Γέννηση και Θάνατος...
Αναγέννηση...
το πέρασμα από το φωτεινό στο αθέατο
από το οικείο στο ξένο
από το γνωστό στο άγνωστο...
μια μετάβαση
ένας αέναος κύκλος...
και επιστροφή
ενσάρκωση
ενοίκηση...


'όπως μέσα
έτσι κι έξω
όπως πάνω
έτσι και κάτω'

[Ερμής Τρισμέγιστος, Κυμβάλιον]

Δευτέρα, Αυγούστου 05, 2013

τότε και... τώρα...

Κάποτε…  οι Έλληνες



Πράττε δίκαια
Ύβριν μίσει
Ευσεβείας έχου
Επαίνει τα καλά
Κακίας απέχου
Χάριν απόδος
Ικέτας ελέει
Υιούς παίδευε
Σοφούς χρω
Έριν μίσει
Αγαθούς τίμα
Άκουε τα προσήκοντα
Μηδενί φθόνει
Το δίκαιον μιμού
Ελπίδος νέμε
Διαβολήν μίσει
Ευπροσήγορος γίνου
Αμαρτών μεταβουλεύου
Χρόνιαν φιλίαν φύλαττε
Φίλους ευνόει
Ομόνοιαν επιδίωκε
Μη λάλει προς ηδονήν
Σ(ε)αυτού μη αμέλει
Τα λεωφόρους μη βαδίζειν
Θνήσκε υπέρ πατρίδος
Μη επαίρου
Μη άρχου αδικείν
Άκουε πολλά, λάλει ολίγα
Νόει και τότε πράττε
Ανάξιον άνδρα, δια πλούτον μη επαινής
Πείσας λάβε, μη βιασάμενος
Ανέχου τον πλησίον σου μικρά ελαττούμενος
Μη έριζε γονεύσι, καν δίκαια λέγης
Παιδείας αντέχου
Επαίνει αρετήν
Εχθρούς αμύνου
Ευγένειαν άσκει
Ίδια φύλασσε
Αλλοτρίων απέχου
Φίλω χαρίζου
Μέτρον άριστον
Γνώθι σαυτόν
Χρόνου φείδου
Μηδέν άγαν
Φιλόσοφος γίνου
Όσια κρίνε
Γνους πράττε
Φόνου απέχου
Ήθος δοκίμαζε
Ευεργεσίας τίμα
Δικαίως κτω
Κριττήν γνώθι
Γάμους κράτει
Δαπανών άρχου
Αισχύνην σέβου
Χάριν εκτέλει
Ακούων όρα
Αδωροδόκητος δοκίμαζε
Βίας μη έχου
Ομίλει πράως
Φιλοφρόνει πάσιν
Γλώττης άρχε
Σαυτόν ευ ποίει
Αποκρίνου εν καιρώ
Πόνει μετά δικαίου
Οφθαλμόν κράτει
Καιρόν προσδέχου
Έχθρας διάλυε
Επί ρώμης μη καυχώ
Γήρας προσδέχου
Ευφημίαν άσκει
Πλούτει δικαίως
Κακίαν μίσει
Κινδύνευε φρονίμως
Πρεσβύτερον αιδού
Νεώτερον δίδασκε
Προγόνους στεφάνου
Χαρίζου αβλαβώς
Επαγγέλου μηδενί το παράπαν
Μη ψεύδου, αλλ'αλήθευε
Μη επιθύμει αδύνατα
Περί θεών λέγε, ως εισίν
Νόει το πραττόμενον
Μελέτα το παν
Γηράσκω αεί διδασκόμενος
Αγάπα τα του πλησίον σου και [δια]τήρει ως τα σαυτού
Ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις
Η περί του μέλλοντος πρόνοια, ανδρός έστιν άρετή
Συνετών ανδρών, πριν τα δυσχερή γενέσθαι προνοήσαι


Σήμερα… οι νεοέλληνες

Άρπαξε να φας και κλέψε να’χεις…
Ωχ αδερφέ!
Δε βαριέσαι…
Μην ανακατεύεσαι…
Σώπα καημένε!
Μην είσαι κορόιδο
Εσύ θα βγάλεις το φίδι απ’τη τρύπα;
Βρε κάτσε στ’αβγά σου!
Βουρ στο πατσά
Γ.. τους όλους!
Να καεί το σύμπαν!
Όλοι κλέφτες είναι
Άραξε στα κιλά σου
Μην ασχολείσαι μωρέ!
Την πάρτη σου να κοιτάς!
Που πας να μπλέξεις;
Το πορτοφόλι μου γεμάτο να’χω…
Πλέρωσε να κάνεις τη δουλειά σου…
Βρε δεν πα να γ… όλα!

και πολλά πολλά ακόμα...

Σάββατο, Αυγούστου 03, 2013

Μια επιστολή στα όρια της ύβρεως...



(επιλεγμένο απόσπασμα)

Αγαπημένε φίλε,

Καμιά φορά σκέφτομαι πόσα κοινά έχω με τον μυθικό Οδυσσέα. Αυτόν που έζησε κάτω από τον μαύρο ήλιο της ύπαρξής του, τον ήλιο των ηρώων και όχι των ανθρώπων. Εσύ και μόνο εσύ, μπορείς αυτό να το καταλάβεις, να το νιώσεις, να το δικαιώσεις για τον εαυτό μου αν όχι και για κάποιους άλλους που γνωρίζεις. Τουλάχιστον για μένα, μονάχα εσύ μπορείς να είσαι δίκαιος κριτής, όχι βέβαια αντικειμενικός. Απλά δίκαιος. –Το να είσαι ‘υποκειμενικός’ δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να είσαι δίκαιος, μάλλον το αντίθετο, έτσι δεν είναι;
Μην φανταστείς πως θέλω να συγκρίνω την ταπεινότητά μου με τον  περίεργο, μισο-πραγματικό, μισο-φανταστικό ήρωα της Ομηρικής Ελλάδας. Κι όμως αισθάνομαι πως έχω περισσότερα κοινά με έναν μυθικό πολεμιστή παρά με έναν σύγχρονό μου ‘συνέλληνα’. Κι αυτό γιατί πολύ φοβάμαι πως έξω από χρονικούς περιορισμούς, κάποιοι άνθρωποι είναι αδελφοί, έστω κι αν τους χωρίζουν χιλιάδες χρόνια ‘εξέλιξης’. Έστω και αν κάποιοι γεννήθηκαν βασιλιάδες και άλλοι όχι, έστω και αν κάποιοι με τη ζωή τους έγιναν παγκόσμια αρχέτυπα ενώ άλλοι συμπλήρωσαν εβδομήντα ή ογδόντα βασανισμένα χρόνια μέσα στην ανωνυμία. (Ελπίζω να μην με έχουν καταραστεί οι θεοί με αυτή την… βραχύβια ‘αθανασία’). Όταν είσαι φύση μοναχική –έστω κι αν αντιδράς στο να το αποδεχθείς ολοκληρωτικά- τότε οι πραγματικές σχέσεις, οι αληθινές σχέσεις, οι υπαρξιακές σχέσεις με τον οποιονδήποτε συναντήσεις στο απέραντο και σκοτεινό σύμπαν που ζεις, είναι σαν πυρηνικές εκρήξεις, μοιάζουν με το μεταφυσικό σοκ του περίεργου συγγραφέα της Αποκάλυψης –ήταν ένας άραγε;- ή την μοιραία και τρομακτική ‘συνάντηση’ του Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό με τον Κύριο –ή ό,τι και αν συμβόλιζε ως ψυχικό παράγωγο ο Ιησούς για τον εμμονικό διώκτη του. Αυτές οι συναντήσεις είναι συγκλονιστικές, αποφασιστικές, έχουν απόλυτο χαρακτήρα και ορίζουσες ανατροπής.

Μήπως αυτό δεν έγινε –αν όχι και με τόσο… Βιβλικό τρόπο- όταν συναντηθήκαμε εμείς; Μια αποκάλυψη. Μπορεί να μην συνέγραψα εμπνεόμενος από την επαφή μας το τέλος του κόσμου και την μάχη του Αρμαγεδδώνα, μπορεί να μην άρχισα να κηρύττω σε γειτονιές και χωριά μια νέα θρησκεία και να γιατρεύω ασθενείς και πάσχοντες, όμως η ζωή μου πήρε μια άλλη πορεία, μια πορεία που την διατηρεί ως σήμερα. Γιατί είναι αλήθεια, ακριβέ μου φίλε, ότι η μόνη σταθερά που έχει παραμείνει σε μια τόσο θυελλώδη και τρικυμιώδη ζωή, είναι η φιλία μας.
Από τότε βέβαια, δεν στο κρύβω, έβλεπα αυτό το φοβερό μαύρο ήλιο να αχνοφέγγει στο βάθος του ορίζοντα της ζωής μου, με μια έννοια τον ένιωθα, τον αισθανόμουν να ‘φωτίζει’ –και να μην τη ζεσταίνει ποτέ- τη μοναχική ζωή μου και όσο και αν πάλεψα να ξημερωθώ κάποια μέρα σε ένα άλλο σύμπαν, στο σύμπαν των ‘φυσιολογικών’ ανθρώπων, ηττήθηκα, όπως ηττήθηκε και ο μοναχικός Βασιλιάς της Ιθάκης που γυρνώντας ‘νικητής’ και τροπαιούχος από την Τροία, η οίηση και η αλαζονεία του τον συνέτριψαν.
Με τον Οδυσσέα μοιάζουμε –με την εσωτερική έννοια πάντα- σε πολλά ίσως αλλά διαφέρουμε σε ένα θεμελιώδες: Εκείνος υπήρξε πάντα τολμηρός, παράτολμος μάλλον, θρασύς και αλαζόνας –με την ελληνική ορολογία διέπραξε την περίφημη ύβρη που τον ταλαιπώρησε ως το τέλος.
Μπορεί να μην υπήρξα ποτέ στη ζωή μου θρασύς και παράτολμος –μακάρι να ήμουν- όμως ύβρη διέπραξα κι εγώ και σήμερα αισθάνομαι περισσότερο από ποτέ τα αποτελέσματά της.

Γιατί είναι ύβρις, φίλε μου, να αψηφάς το αύριο και να κρύβεσαι πάντοτε στην ασφάλεια του σήμερα –ποια ασφάλεια;
Είναι ύβρις να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου περισσότερο απ’όσο δικαιούσαι.
Είναι ύβρις να λατρεύεις ιδεολογίες του τύπου ‘άρπαξε να φας και κλέψε να’χεις’.
Είναι ύβρις να γράφεις ύμνους στο παρόν και να ακυρώνεις το μέλλον με εξυπνακίστικες μεγαλοστομίες του τύπου ‘ζήσε το σήμερα και άσε το αύριο να κουρεύεται’.
Είναι ύβρις να περιφρονείς τις συνέπειες των πράξεών σου και πολύ περισσότερο, των μη-πράξεών σου.

Οι θεοί τιμώρησαν τον μυθικό βασιλιά γιατί παρά τις αυστηρές προειδοποιήσεις, εντολές ή απειλές τους, εκείνος σήκωσε κεφάλι, έπραξε όπως ήθελε, εισέπραξε την οργή τους και τιμωρήθηκε σκληρά. Διαβάζοντας τις περιπέτειές  του όπως τις επινόησε ο Όμηρος, αισθάνεσαι όμως πως την ζωή του φωτίζει από την αρχή –από την στιγμή που φεύγει με τα πλοία του από την Ιθάκη- ένας διαφορετικός ήλιος, ένας μαύρος ήλιος, ο ήλιος των καταραμένων…

Ξέρω, αγαπημένε μου φίλε ότι οι φιλολογικές αναλύσεις δεν σε ενδιέφεραν ποτέ ιδιαίτερα και μάλλον σου προκαλούν μια ακατανίκητη επιθυμία για… ύπνο. Όμως, επικαλούμαι όση απέμεινε υπομονή σου καθώς δεν έχω πια το κέφι να γράφω όπως παλιά και, άρα, δεν είναι τόσο βαρύ το καθήκον να μελετήσεις με προσοχή τα όσα σου γράφω.
Είμαι βέβαιος πως και σε σένα έχει συμβεί πολλές φορές, να διαβάζεις κάποιο κείμενο, να απολαμβάνεις μια ταινία και να αισθάνεσαι πως με τον ήρωα, την ιστορία, τα δρώμενα, έχεις κάποια συγγένεια. Κάποιες ελάχιστες φορές μάλιστα, ίσως τούτη η συγγένεια έχει…περίεργες ποιότητες, ανεξήγητες συμπτώσεις με σκηνές της ζωής σου, ειρωνικές ομοιότητες με αποφάσεις, αναστολές ή επιπολαιότητες δικές σου. Είναι οι στιγμές που χαμογελάς πικρά, κουνάς το κεφάλι σου και αναλογίζεσαι τα πεπραγμένα σου. Πόσες φορές σου συνέβη φίλε; Και πόσες φορές θα σου ξανασυμβεί;

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που μπορεί να μας συμβεί, φίλε μου, είναι να έχουμε κάποια στιγμή θέαση ολόκληρης της ζωής μας, της αλήθειας μας, των συντεταγμένων μας στο κοσμικό σύστημα αναφοράς. Η συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε τίποτε ξεχωριστό, -ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις όμως μπορούμε να κάνουμε πράγματα ξεχωριστά-, ότι βηματίζουμε αργά και σταθερά προς τον αφανισμό μας, ότι είμαστε τόσο ευάλωτοι στις ασθένειες, στα περάσματα των εποχών, στα συναισθήματά μας, στους φόβους που όσο γερνούμε αυξάνουν και κάποιες φορές μας πνίγουν, στις λέξεις, ναι, ακόμη και στις λέξεις, σε μια πικρή κουβέντα, σε μια αυστηρή ματιά, σε ένα αποχαιρετισμό απόρριψης, σε ένα παγωμένο αντίο…
Η συνειδητοποίηση του εφήμερου αλλά και του μάταιου όλων των προσπαθειών μας είναι ό,τι συγκλονιστικότερο και ό,τι σπουδαιότερο μπορεί να μας συμβεί.

Πεποίθησή μου είναι φίλε ότι, από τη στιγμή που συνειδητοποιείς την ύπαρξή σου, το σενάριο της ζωής σου και ‘βλέπεις’ ποιος είσαι, τι είσαι και τι αληθινά συμβαίνει, τότε, μεταπηδάς σε μια άλλη διάσταση, σε αυτή που σκοτεινά ανέφερε ο Ηράκλειτος [τοις εγρηγορόσιν έναν και κοινόν κόσμον είναι των δε κοιμωμένων έκαστον εις ίδιον αποστρέφεσθαι (Για τους ξύπνιους ένας και κοινός κόσμος υπάρχει, αλλά κάθε κοιμισμένος ξαναγυρνά στον δικό του ιδιαίτερο κόσμο) ]  και σε ένα άλλο… ηλιακό σύστημα. Ένα σύστημα με άστρο έναν μαύρο ήλιο. (Μήπως γι’αυτό έλεγαν τον Ηράκλειτο ‘σκοτεινό’;) Αυτό συμβαίνει –πάλι κατ΄’εμέ- όχι απαραίτητα σε έναν μύστη ή σε κάποιον που ασκείται πνευματικά κλπ. Μπορεί να επισυμβεί στον καθένα μας. Μετά από ένα πολύ ισχυρό σοκ, μια παρ’ολίγον μοιραία ασθένεια, ένα τραγικό δυστύχημα από το οποίο κανείς ‘ως εκ θαύματος’ γλιτώνει, κλπ. Και τι ακολουθεί; Η προσπάθεια να διαχειριστείς τα δρώμενα στο νέο αυτό πλανήτη αλλά και την ιδιόμορφη αυτή επίγνωση μιας θλιπτικής πραγματικότητας.
Μερικοί λένε ότι όταν συμβεί ένα τέτοιο σοκ, έχεις εμπειρία ανάλογη του θανάτου λόγω της τρομακτικής ψυχικής ενέργειας που απελευθερώνεται και διανοίγει όλες τις εσωτερικές πύλες.

Ο αδελφός και φίλος Οδυσσέας όμως, δεν σκοτιζόταν για όλα αυτά τα περίεργα και ομιχλώδη.
Η συνύπαρξη, περίπου συμβίωση, νεκρών και ζωντανών στον ελληνικό κόσμο είναι τόσο σοκαριστική για μας όσο απολύτως φυσιολογική γι αυτούς. Μπορεί το βασίλειο του Αδη να προκαλεί δέος, ακόμη και τρόμο, όμως η μεταφυσική αναζήτηση δεν έχει το… θεολογικό περιεχόμενο που μας βαριοφόρτωσε ο Χριστιανισμός και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε. Όταν η ζωή σου έχει περιεχόμενο, περιεχόμενο ηρωικό, δεν αγωνιάς για τον θάνατο αλλά τον θεωρείς μια ακόμη πρόκληση, μια ακόμη μάχη που δεν είναι βέβαιο πως θα χάσεις!

Όταν, αντίθετα, ζεις μια ζωή αναιμική, με όλους τους πήχεις χαμηλά, με όλα τα συναισθήματα χλιαρά, με όλες τις προσδοκίες πεπερασμένες και απτές, χωρίς ρίσκο, χωρίς το ηρωικό φρόνημα του πολεμιστή, φοβάσαι και τρέμεις το θάνατο γιατί φοβάσαι και τρέμεις τα πάντα!

. . . . . . . . . . . 

Δευτέρα, Ιουλίου 29, 2013




έλλειψη οξυγόνου…

ήταν πολύ δύσκολο εκείνο το πρωινό
κάποιος ή κάτι
μου είχε ρουφήξει όλη την ενέργεια
για την ακρίβεια, αισθανόμουν ότι θα λιποθυμήσω
κάθισα σ’ένα παγκάκι
και αμέσως ένιωσα μια τρομερή σκοτοδίνη να με αρπάζει
οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν παράξενες καρικατούρες
ο κόσμος
ορμούσε πάνω μου
μέσα μου
οι εικόνες
τα πρόσωπα
ακόμα και ο χρόνος
χανόμουν
έβαλα 'ασυναίσθητα' το χέρι μου στη τσέπη
ψηλάφισα μερικά αντικείμενα
ίδρωνα
κρύωνα
φοβόμουν

…ο αναπτήρας
τα κλειδιά
καραμέλες
χαπάκια
ο αναπτήρας ξανά…
κάτι άλλο αναζητούσε κάποιος μέσα μου
κάτι άλλο...

δεν ξέρω αν πέρασε ένα λεπτό ή μια ώρα
τα δάχτυλα χάιδεψαν το διπλωμένο φάκελο
αυτόν που έχω πάντα μαζί μου
αυτόν που γράφει με κεφαλαία το όνομά σου
και με το γραφικό σου χαρακτήρα
το δικό μου

έσφιξα το φάκελο με απληστία
σα να ήταν ο μοναδικός τροφοδότης οξυγόνου στο σύμπαν
και ήταν...

αίμα πλημμύρισε το πρόσωπό μου
εικόνες από το χαμόγελό σου σε μια αμμουδιά
η γεύση από ένα φιλί σου
δρόσισε τα χείλη μου
και όταν ήρθα αντιμέτωπος με το βλέμμα σου
άνοιξα τα μάτια
πήρα μια βαθιά ανάσα
όπως αυτή που παίρνει κάποιος που βγαίνει στην επιφάνεια της
θάλασσας
μετά από ένα μακροβούτι
και άρχισα να νιώθω το βροντοκόπημα της καρδιάς στο λαιμό
μου...

ένα μοναχικό δάκρυ συνάντησε στα χείλη μου
τη δροσιά σου
ένα παράξενο φιλί... δεν ήταν;

έκλεισα πάλι τα μάτια
αυτή τη φορά όχι για να μην πονώ
αλλά για να το απολαύσω...




Ursula Abresch
“lentejuelas”

Τετάρτη, Ιουλίου 24, 2013

…ο κόσμος θα γύριζε ανάποδα…



Ό κόσμος δεν γυρίζει ανάποδα γιατί υπάρχουν όλες αυτές οι καλοδεχούμενες ‘βεβαιότητες’… θυμάμαι όταν ήμουν έφηβος, άντε και λίγο παραπάνω… τις άκουγα συχνά από τα χείλη των ‘μεγάλων’… ήταν οι ευκολίες που χρησιμοποιούμε όλοι μας για να αποφεύγουμε το βάρος της στιγμής… το βάρος που δεν αντέχεται, που δεν μοιράζεται, που έχεις την ψευδαίσθηση – ευλογημένη αυτή – πως στην επόμενη στροφή θα σε έχει εγκαταλείψει… μα χωρίς αυτές τις όμορφες βεβαιότητες, ο κόσμος θα γύριζε ανάποδα…
‘Οι άνθρωποι είναι καλοί’… άκουγα από δω κι από κει από χείλη ανθρώπων που μάλλον απέφευγαν να με κοιτάξουν στα μάτια. Έχεις την ανάγκη παρά τις διαψεύσεις, παρά τα καθημερινά χαστούκια, παρά την αδυσώπητη πραγματικότητα να πιστέψεις σε έναν αφορισμό που αφήνει το φως να σε γλυκάνει κάπως…
‘Όλα με τον καιρό ξεχνιούνται…’ Και ανασαίνεις κάπως καλύτερα, μπορείς να κάνεις και το επόμενο βήμα, μπορείς να ανοίξεις πάλι το παράθυρο και να διαλύσεις τη σκοτεινιά του δωματίου σου.
‘Όταν πιστεύεις κάτι πολύ… όταν το θέλεις πάρα πολύ…’ και εκεί που είχες γονατίσει, σηκώνεσαι πάλι. Κάποιος, κάτι, μια θρασύτατη φωνή αντιπολίτευσης τα χλευάζει όλα τούτα… κι όμως, χωρίς αυτές τις ευγενικές και ‘αφελείς’ βεβαιότητες...


…ο κόσμος, θα γύριζε ανάποδα…



the Kid

Σάββατο, Ιουλίου 20, 2013



Ενδόγειος λύπη...


Δεν πιστέψαμε τίποτα πέρα από τη φωτιά
που κόχλαζε μέσα στις πέτρες..
Και τις φωνές σας ακούγοντας φεύγαμε..
Όσο πιό μέσα γίνεται..
Τα πετάγματα του σπουργίτη 
είχαν έναν λυγμό ελευθερίας
που ούτε καν νιώσατε σαν σας χαιρέταγε..
Όσο πιό μέσα γίνεται
μας σφύριξε γυρνώντας κάθε φορά..
Όσο πιό μακριά γίνεται..
Δεν πιστέψαμε τίποτα πέρα από τις πέτρες μας
που κόχλαζαν μέσα στη φωτιά..
Και τις λάμψεις κλείναμε σε κιούπια
να έχουμε κάτι να σας φιλέψουμε..
Όταν επιστρέψετε..
Τα σουρσίματα της νύχτας δεν είχαν τραγούδια
ούτε φαίνονταν να τυλίγουν τον χρόνο
που μας καταδίωκε αιώνες..
Αιώνες..
 
Άιντε !
Είπα να ξεκουραστώ σ'ένα δεντροκούφαρο μέσα
και γω
Και σας είδα να δακρύζετε λόγια κι'υποσχέσεις
τίμιες, δε λέω..
Αιώνες τώρα..
 
κι είπα
Όσο πιό μακριά γίνεται..
Δεν σας πιστέψαμε βλέπεις..
Μόνο τη φωτιά πιστέψαμε..



Ι.Τζανάκος 6/6/2013
Αυτοκαθορισμός

Δευτέρα, Ιουλίου 15, 2013

Ασπίδα...




Αγαπημένη μου…

Σου γράφω τώρα, στα μέσα του καλοκαιριού… ενός ακόμα καλοκαιριού που μας αγνοεί και επιμένει ερωτικά να απλώνεται νωχελικά πάνω στις αράδες των γραφιάδων, τις νότες των μουσικών, τους καμβάδες των ζωγράφων… και σκέφτομαι, τι όμορφα που μας αγνοεί το καλοκαίρι και δεν υπόσχεται τίποτε πέρα από το μαγικό αιώνιο κάλεσμά του να το αναζητήσουμε εμείς…
… έχω χρόνια να σου γράψω, το ξέρω… αναρωτιέσαι που χάθηκα όλο τούτο το διάστημα, αν είμαι καλά, τι συνέβη μέσα μου που με άρπαξε από το σβέρκο της ψυχής μου και με κάθισε στο απόμερο, μοναχικό παγκάκι που ακόμα βρίσκομαι… ε, λοιπόν, είναι τόσα που θέλω να σου πω γι’αυτά τα μεγάλα και ασήμαντα χρόνια, τα πελώρια και μικρά, τα θανατηφόρα και υπέροχα… με ξέρεις πια, στο μέσο όρο δεν ανασαίνω, στο ενδιάμεσο πάντοτε δυσκολεύομαι…
…γιατί στο μέσο δεν μπορώ να πάρω στα σοβαρά τη ροή του χρόνου και αναλώνομαι σε μάχες με τον εαυτό μου… με ξέρεις τώρα… πάντα πίστευα πως η διαφορά δυναμικού κινεί το σύμπαν και πως στις απόλυτες τιμές βρίσκει κανείς την καθαρή ενέργεια να πάει ψηλά και πάνω…
ή να διαγράψει την μεγαλειώδη εωσφορική του τροχιά ως τα έγκατα του Αχανούς…
με ξέρεις τώρα…
…αν δεν πάλλεται ερωτικά το κάθε κύτταρό μου αισθάνομαι πως δεν ζω, πως δεν ζω αληθινά, πως είμαι μισός, ανεπαρκής, ελλιπής, χωλός, αστείος ακόμα…
…και τι δεν έκανα όμως όλα αυτά τα χρόνια… τόσα που θα ζήλευε κανείς τον συναρπαστικό μου βίο, τον γεμάτο τόσα όνειρα, τόσες δράσεις, τόσες πτήσεις, τόσες αναρριχήσεις, τόσους θριάμβους και δόξες…
…σε κανένα πεδίο μάχης δεν πέταξα την ασπίδα μου, αγαπημένη μου κι ας είχα στρατούς από ‘τέλειους’ και ‘αθάνατους’ μπροστά μου…
…σε κανένα πεδίο μάχης δεν μου έλλειψε η περίσσεια εκείνη του θράσους που απαιτείται στο βροτό για να συνεχίσει να παλεύει, να μάχεται, κόντρα σε όλες τις ματαιώσεις, σε όλες τις διαψεύσεις, τις προδοσίες, τις υπονομεύσεις…
…κι όμως αγαπημένη μου, την αιγίδα δεν την έφερα ποτέ μου πίσω… στην ασφάλεια, την οικία, την εστία…
…την ασπίδα μου την άφηνα πάντα πίσω…
…με ξέρεις πια… ένιωθα πως είναι ύβρις να γυρνάς ακέραιος μετά από μια φοβερή μάχη και να μην κάνεις την ελάχιστη θυσία στους συμπολεμιστές σου που χώρεσαν στην αγκαλιά του Άδη…
…και ποια καλύτερη έστω κι αν ελάχιστη θυσία από την ασπίδα σου;
…και ποια ευλαβικότερη και ιερότερη στιγμή από εκείνη που αποθέτεις στη γη τη ματωμένη σου ασπίδα για να την ασπαστεί η ψυχή της Μάνας και να την θωπεύσει ο μαστρωπός Χρόνος;
…αν είσαι τυχερός και μακάριος…
…αν είσαι όλβιος και των θεών ομοτράπεζος είναι που ορίστηκες να συνεχίζεις μετά από κάθε μάχη για την επόμενη…
…αλλά θα πρέπει την ασπίδα σου να την φτιάχνεις πάντοτε καινούργια…
…και θα πρέπει να την λογίζεις την κάθε μάχη ως την πρώτη και την τελευταία σου… κι έτσι, τίποτε απ’το παρελθόν δεν παίρνεις μαζί σου…
…και κανένα βάρος ή ενοχή ή χαρά ακόμη δεν δικαιούσαι, επειδή δεν είσαι κι εσύ ανάμεσα στους ένδοξους πεσόντες συμμαχητές σου…
… κι έτσι…
…με το χαμόγελο του ανθρώπου που αναπαύεται στην απόλαυση μονάχα της ιερής στιγμής…
…δεν κινδυνεύεις να ξελογιαστείς απ’τη ζωή…
…ούτε και να μελαγχολήσεις απ’το θάνατο…

Ναι αγαπημένη μου
…και κάτι δριμιά καλοκαίρια σαν κι αυτό…
…που αρμόζει στον μείζονα ήλιο της ύπαρξης να ταξιδεύει πάνω απ’την Ειμαρμένη…
…την ημέρα να γλυκαίνει καθώς αργοσβήνει…
…και τη νύχτα να σε ερωτεύεται καθώς αναδύεται μετά…
…κάτι καλοκαίρια σαν κι αυτό…
…νιώθω το ρίγος των αιώνων να κυλά στις φλέβες μου…
…να θέλει να σκίσει το δέρμα και να χυθεί έξω…
…και να ανταμώσει με το φοβερό εκείνο και υπέροχο και μαυλιστικό Άγνωστο…
…που αργοσαλεύει σαν αρχαίος μανδύας στο στερέωμα…
…και δροσίζει τις θνητές στιγμές…

…με αθανασία…


Solo Journey in Earth's Womb (1)