Σάββατο, Δεκεμβρίου 18, 2010



αίσθηση…

σου είπα
μην αλλοιώνεις τη σιωπή
απόλαυσέ την 
όσο διαρκεί
μην τη λερώνεις
με σταυροφόρες σκέψεις
μη τη διασπάς…

μου είπες
η σιωπή μοιάζει
με σεντόνι 
φτιαγμένο από αγκάθια
έξω
στο ψύχος του κόσμου
εσύ γυμνός
πρέπει να τη φορέσεις
πληγώνεσαι
ματώνεις
αλλά δεν έχεις άλλον εαυτό
κι αν το’θελες
να ακυρώσεις…

σου είπα
έχεις το χέρι
έχεις την αφή
ένα ρίγος αρκεί
να σε μεταμορφώσει
αν είναι παιδί του Απείρου
έτσι δεν είναι;

μου είπες
άσε τις λέξεις
να ανδρώνονται ακέραιες
στη κάθε αυγή
θα έχεις εμένα
θα έχεις το χρόνο
θα έχεις τη στιγμή
άσε τις μέρες
ηλιόλουστες
μεθυστικές
άσε τις φλόγες
από τα δάνεια βράδια
να σε τυλίγουν
άσε τα σώματα
να μας γνωρίσουν τη νύχτα
την αίσθηση άσε
αυτή
την τελευταία
πριν αποχωριστούμε
να μιλά για μας…

Νοε 2009

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2010

τι δεν έκανα εγώ;

Περιστατικό πολύ πρόσφατο… σε κάποια στάση της Περαιώς, κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου… μεσημέρι, ψιλόβοροχο, σχετικό κρύο, απεργιακό φόντο, εκνευρισμός παντού ολόγυρα αλλά και προπονημένη υπομονή… σταματάει κάποιο τρόλεϊ… ο οδηγός, φανερά τσιτωμένος, κατεβαίνει από το όχημα για να τοποθετήσει ξανά στη θέση τους τις ‘κεραίες’ της κορυφής που λειτουργούν ως ρευματολήπτες… όσο ο οδηγός κάνει αυτή τη δουλειά, επιβιβάζονται στο –σχεδόν άδειο- όχημα τρεις τσιγγάνες. Η μάνα, η κόρη και ένα μικρό κοριτσάκι. Η μάνα έχει μαζί της μια ιδιότυπη αποσκευή με ροδάκια πάνω στην οποία έχει φορτώσει τα πάντα… σακούλες με φρούτα, ρούχα, χίλια δυο… ο οδηγός ολοκληρώνει τη δουλειά του και επιστρέφει σχεδόν… αχνίζοντας στο όχημα… καθώς περνάει, βλέπει τις γυναίκες και το υπερφορτωμένο καροτσάκι της μητέρας. Τρελαίνεται, μπουκάρει και με πολύ άγριο ύφος της ζητά να κατέβει. ‘Απαγορεύεται να κουβαλάς εδώ μέσα όλα αυτά! Είναι για ανθρώπους το τρόλεϊ!!’, της φωνάζει σχεδόν στ’αυτιά της. Η γυναίκα αρχίζει να διαμαρτύρεται, αρχικά με ήπιο τόνο, αργότερα φωνάζοντας κι αυτή. Ο ‘διάλογος’ παίρνει τη μορφή άγριου καβγά. Ο οδηγός αρνείται να ξεκινήσει αν δεν κατέβει η τσιγγάνα με τα πράγματα. Η κόρη με το κοριτσάκι ήδη έχουν κατέβει. Τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος;
Από τους εντός του τρόλεϊ, ένας νεαρός άντρας επιτίθεται φραστικά στον οδηγό ‘μίλα της καλύτερα!’, ‘κλείσε το στόμα σου εσύ!’, απαντά ο ‘μάχιμος’ οδηγός. Η τσιγγάνα δεν το βάζει κάτω. ‘Η Αλβανία σου καθαρίζει το σπίτι’, ‘πάρε τις βρωμιές σου και δρόμο!’, ‘βρωμιάρης είσαι εσύ!’, ‘δεν θα κάνουμε άλλη συζήτηση, έξω είπα!’, ‘όχι, έχω εισιτήριο’… χάος…

Επαναλαμβάνω… τι κάνει ο κόσμος;

Εκτός από το νεαρό στο όχημα που εξακολουθεί να το παλεύει με τον οδηγό να έχει δυο μέτωπα να αντιμετωπίσει, κανείς άλλος δεν έβγαλε μιλιά… όσοι είναι στη στάση απλώς παρακολουθούν… οι περισσότεροι μάλλον αιφνιδιασμένοι από την σφοδρότητα της λεκτικής επίθεσης του οδηγού, άλλοι εκνευρισμένοι που το τρόλεϊ εμποδίζει τη ροή…
Η γυναίκα κατεβαίνει. Βρίζοντας, φωνάζοντας… το μικρό κοριτσάκι έχει βάλει τα κλάματα και κρύβεται στην αγκαλιά της μάνας του.
Ο οδηγός τελικά κάθεται στη θέση του και το τρόλεϊ παίρνει τη πορεία του.
Περνούν λίγα λεπτά μόνο και οι τρεις γυναίκες χαμογελώντας αρχίζουν να λένε άλλα πράγματα. Η γυναίκα με το καρότσι που και που πετάει κανένα ‘Γαλλικό’ για τον οδηγό κοιτάζοντας στα μάτια όλους εμάς. Όλους εμάς που αποφεύγουμε να την κοιτάξουμε.
Στο επόμενο λεωφορείο, η τσιγγάνα, με τσαμπουκά μπαίνει και κανείς δεν της δίνει ιδιαίτερη σημασία.

Το μέγιστο ερώτημα με βασανίζει από κείνη την ώρα…
Όχι τι έκαναν οι άλλοι…
Όχι τι δεν έκαναν οι άλλοι… τι δεν έκανα εγώ;

Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2010




...Είχ'ένα ανεξήγητο σύμπλεγμα από αισθήματα:
αγαπούσε πολύ και μισούσε πολύ,
ερευνούσε πολύ, εδίσταζε πολύ...
Η σιωπή του έδινε αφορμή στις φλυαρίες των άλλων...
Ποιος να'τανε ο άγνωστος αυτός;...
Μισούσε τάχα τους ανθρώπους; Κι όμως μερικοί λέγανε
ότι με εύθυμη παρέα γινότανε εύθυμος
Αλλά ομολογούσαν ότι κοιτάζοντας από κοντά
το γέλιο του, έβλεπες συχνά πως
ήταν ένας σαρκασμός...
Ποτέ δε φάνηκε χαμόγελου λάμψη στα μάτια του
Ήταν γλυκιά, ωστόσο η ματιά του...
Θα'λεγε κανείς πως μια αιώνια θλίψη γεννούσε
στη ψυχή αυτή το μίσος, ακριβώς επειδή
είχε πολύ αγαπήσει.
Έτρεφε για όλα άγρια καταφρόνια
Σα να'ταν -χτυπημένος απ'τη πιο μεγάλη συμφορά-
ξένος στον κόσμο αυτό των ζωντανών ανθρώπων,
πνεύμα περιπλανώμενο, που το'χε κάποιο άλλο εκθρονίσει...
George Gordon Noel
Lord Byron
("Lara")

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 09, 2010

(φανταστικές συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους)



ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ
Το να συναντήσεις μια τόσο ξεχωριστή, ιδιόρρυθμη αλλά και βαθιά απλή προσωπικότητα -με το ουσιαστικό περιεχόμενο της λέξης- όπως ο Τζίντου Κρισναμούρτι, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Κι αυτό όχι γιατί ο άνθρωπος Κρισναμούρτι είναι περίεργος ή σνομπ, κάθε άλλο. Αλλά γιατί και μόνο η μυθολογία που τυλίγει σαν αύρα τον σπάνιο αυτό άνθρωπο σε φέρνει σε δύσκολη θέση και σε υποχρεώνει να τον προσεγγίσεις με προσεκτικά βήματα. Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά και, πολύ αυστηρά θα έλεγα, τον τίτλο του 'διδασκάλου'. Το ίδιο "απόλυτος" είναι για όλους τους τίτλους που του δόθηκαν κατά καιρούς από δημοσιογράφους, εσωτεριστικές οργανώσεις και μεμονωμένους διανοητές που τον γνώρισαν ή και έζησαν για κάποιο διάστημα μαζί του -"Γκουρού", "Σανυάσιν", "Μεσσίας", "Μαιτρέγια", "Μαχάτμα", κλπ.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Η συνάντησή μας είχε κλειστεί από κάποιον στενό φίλο του Κρισναμούρτι σε κάποιο ακριβό ξενοδοχείο του Άμστερνταμ, μία ημέρα πριν την έναρξη κάποιου νέου κύκλου ομιλιών σε ολόκληρη την Ολλανδία. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του '80 και ο Κ. έχει διανύσει κιόλας περισσότερα από 40 χρόνια όπου σε ανοιχτές ομιλίες, μέσα από τα βιβλία του που μεταφράζονται πια σε ολόκληρο το κόσμο και από τηλεοπτικές ακόμη συνεντεύξεις, περνάει το μήνυμά του, την ανατρεπτική και επαναστατική του σκέψη, την "αιρετική" του βιοφιλοσοφία. Ο περίεργος Ινδός που κάποτε υπήρξε η ενσάρκωση του "τελευταίου Βούδα" και η μεγάλη ελπίδα της τρομερής Θεοσοφικής Εταιρίας για τον 20ο αιώνα, ο άνθρωπος με τα υπέροχα και διεισδυτικά μάτια, και τις απαλές και αρμονικές κινήσεις που γοητεύει όποιον κι αν συναναστραφεί μαζί του έστω και για πέντε λεπτά, δέχθηκε να μιλήσει μαζί μου και αυτό θεώρησα πως ήταν μια ξεχωριστή τιμή.
Η σουίτα του 3ου ορόφου στην οποία θα διέμενε για λίγες ημέρες ο Ινδός δάσκαλος ήταν άνετη, φωτεινή και απέριττη. Ο Κρισναμούρτι με υποδέχθηκε ευγενικά, με άψογους Λονδρέζικους τρόπους και επίσης καθαρά αγγλικά που έκαναν τα δικά μου να μοιάζουν με άναρθρες κραυγές!
Στο τραπέζι του σαλονιού είχε ήδη προσφερθεί τσάι και κάποια νόστιμα Ολλανδικά σοκολατάκια που τα τίμησα δεόντως!
Δέχθηκε πρόθυμα την παρουσία μαγνητοφώνου και αφού καθίσαμε ο ένας απέναντι στον άλλο, ζήτησε ευγενικά αλλά και με ενδιαφέρον πρόδηλο να μάθει για μένα...

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
             ΚΡΙΣΝΑ: "Μου ανέφεραν ότι είστε Έλληνας. Αυτό με χαροποιεί γιατί μου υπενθυμίζει την πανέμορφη αλλά και σπουδαία πατρίδα σας".
            "Την οποία, γνωρίζω πως έχετε επισκεφθεί ήδη από πολύ παλιά, έτσι δεν είναι;"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Ναι, και επιθυμώ να ξανάρθω, όποτε μπορέσω".
            "Αυτό θα χαροποιούσε, σας διαβεβαιώ και πάρα πολλούς που σας διαβάζουν και σας αγαπούν, τολμώ να πω, δάσκαλε".
            ΚΡΙΣΝΑ: "Ήδη χρησιμοποιήσατε δυο τόσο δύσκολες και, ακόμη, κακοποιημένες λέξεις. Δάσκαλος και αγάπη. Αλλά, ας μην θέσω εγώ το σχήμα της συζήτησης αλλά εσείς. Σας ακούω λοιπόν".
            "Επιτρέψτε μου να μείνω για λίγο στην Ελλάδα. Η πρώτη σας επίσκεψη έγινε πριν πολλά χρόνια, το 1930 και ενώ έχει προηγηθεί ένα χρόνο πριν περίπου, η περίφημη ομιλία σας, εδώ, στην Ολλανδία, που ξεκίνησε με την περίφημη φράση: 'Η Αλήθεια είναι μια χώρα προς την οποία δεν υπάρχει δρόμος ή μονοπάτι...' και δια της οποίας ουσιαστικά, ο ομφάλιος λώρος με την Θεοσοφική Εταιρία[1] κόπηκε για πάντα. Πέστε μου όμως για την πρώτη σας επίσκεψη στην Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Είχατε εκφραστεί με πολύ θερμά λόγια τότε για τα όσα είδατε και αισθανθήκατε στον Ιερό Βράχο[2]"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Ακόμη έχω ξέρετε, τα ίδια συναισθήματα που είχα εκείνη την ημέρα στον 'Ιερό Βράχο' όπως είπατε, της Ακρόπολης. Η πρώτη μου εκείνη επίσκεψη μου έδωσε την υπέροχη αίσθηση μιας ανάτασης, μιας ιερότητας αλλά όχι με την έννοια που τόσο έχει κακοποιηθεί και χρησιμοποιείται ξέρετε, από όλους πια. Γιατί ο Βράχος αυτός είναι αλήθεια ιερός επειδή, κάθε βράχος είναι ιερός. Ή όλα είναι ιερά ή τίποτε δεν είναι ιερό..."
            "Πριν έρθω στην Ολλανδία γι'αυτή τη συνέντευξη, όπως φαντάζεστε έκανα πολλή δουλειά. Μελέτησα τα βιβλία σας -αν και αυτό είναι κάτι που κάνω από χρόνια με τα όποια βιβλία σας έχουν εκδοθεί στην γλώσσα μας-, συνέλεξα όσες περισσότερες πληροφορίες είχα για τη ζωή σας και ομολογώ, πως το 'φαινόμενο Κρισναμούρτι' απέκτησε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μέσα μου..."
            ΚΡΙΣΝΑ: "Ένα λεπτό, σας διακόπτω γιατί έχει σημασία. Είπατε τη λέξη 'φαινόμενο'. Αυτό τι σημαίνει; Κάτι ξεχωριστό; Κάτι ιδιαίτερο απ'αυτό που είστε εσείς ή ο πατέρας σας ή ο αδερφός σας; Τι σημαίνει η λέξη φαινόμενο, που είναι ελληνική, σωστά;"
            "Μα, νομίζω πως, έτσι κι αλλιώς είστε κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό αφού οι ομιλίες σας συγκεντρώνουν χιλιάδες κόσμου και τα βιβλία σας..."
            ΚΡΙΣΝΑ: "Δεν μου απαντήσατε και πρέπει να σας διακόψω πάλι. Έχει σημασία να στεκόμαστε σε ό,τι μπορεί να δημιουργεί παρεξηγήσεις. Επειδή συγκεντρώνονται χιλιάδες άνθρωποι και ακούν ένα Ινδό γέρο να μιλάει για το διαλογισμό ή για την πλάνη της σκέψης ή για το θάνατο, αυτό σημαίνει ότι ο Ινδός αυτός είναι κάτι ξεχωριστό σε σχέση με εσάς ή τον γείτονά σας; Καταλαβαίνετε που θέλω να επιμείνω; Παρακαλώ, μην προσπερνάτε 'ελαφρά' αυτά τα ερωτήματα γιατί τότε γίνεστε κι εσείς απλά ένας ακόμη 'ακροατής' που ήρθε να περάσει την ώρα του ή ένας 'αναγνώστης' που πήρε ένα ακόμη βιβλίο για να το βάλει στη βιβλιοθήκη του..."
            "Μα, νομίζω κι εσείς έχετε μιλήσει για τον εαυτό σας παλαιότερα και αρκετές φορές, θεωρώντας ουσιαστικά πως είστε ένα 'όχημα', ένα 'σκεύος εκλογής', όπως θα λέγαμε στην Ορθόδοξη χριστιανική ορολογία, για την εκπλήρωση του θεϊκού Σχεδίου ή κάπως έτσι..."
            ΚΡΙΣΝΑ: "Αυτό έχει πια τελειώσει, αυτή η συζήτηση εννοώ για το 'όχημα' που υποτίθεται ανακάλυψε κάποτε ο Λιντμπίτερ[3] και πίστεψε ότι είναι το 'μέσον', ο 'διάμεσος' για να μιλήσει κάποιος Διδάσκαλος, ο Μαϊτρέγια ή όποιος άλλος θέλετε εσείς. Όλα αυτά είναι γνωστά, έχουν συζητηθεί. Σε τι αλλάζει όμως αυτό εσάς ή τον όποιο τα ακούει αυτά; Σε τι άλλαξε η ζωή σας αν ξέρετε ότι ο Κρισναμούρτι είναι ή δεν είναι αυτό το όχημα ή το 'σκεύος εκλογής' που είπατε; Σε τι άλλαξε ο κόσμος επειδή μελετά την Βίβλο και τις Ουπανισάδες και τι προσφέρουν οι θεολόγοι, οι γκουρού, οι κάθε είδους δάσκαλοι σε σας με το να προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Ιησούς υπήρξε και ο Βούδας υπήρξε και έκαναν θαύματα και ήταν εκείνο ή το άλλο; Η ίδια αθλιότητα που υπήρχε στη ζωή σας -συγνώμη, απλά σας φέρνω ως παράδειγμα- πριν υπάρχει και μετά αυτή τη γνώση. Έτσι δεν είναι;"
            "Ναι, αλλά..."
            ΚΡΙΣΝΑ: "Προσέξτε, είμαστε σε κάποιο κρίσιμο σημείο. Εάν σας διαβεβαιώσω πως πράγματι ο επίσκοπος Λιντμπίτερ και η Μπέζαντ[4] και όλοι αυτοί της Θεοσοφικής Εταιρίας είχαν δίκιο και ο άνθρωπος που σας μιλάει ήταν το όχημα αυτό και όλες αυτές τις θεωρίες, εσείς σε τι γίνατε εξυπνότερος; Αγαπάτε περισσότερο τώρα από πριν; Είστε πιο ευφυής; Είστε ελεύθερος; Είστε διαφορετικός; Δεν συνεχίζετε την βία; Δεν συνεχίζετε την εξάρτηση; Δεν συνεχίζετε την θλίψη; Η γνώση αυτή δεν σας απελευθέρωσε, αντίθετα, σας έδεσε ακόμη περισσότερο στην σύγκρουση και την απάτη. Χωρίς αυτή τη γνώση ίσως να είστε καλύτερα αλλά με αυτή τη γνώση είστε σίγουρα δέσμιος και όποιος είναι κυνηγός των γνώσεων δεν μπορεί να βρει τίποτε από το Άγνωστο, το Αληθινό, βρίσκει ξέρετε μονάχα ό,τι αναμένει να βρει, το γνωστό, αυτό που είναι στο χτες. Κι εμείς, στις ομιλίες μας, αν έχετε παραστεί ποτέ, εργαζόμαστε σε άλλη κατεύθυνση..."
            "Έχετε διαβάσει όμως κι εσείς, έστω στη νεότητά σας, σούτρες του Βούδα, την Βίβλο και τον Αριστοτέλη. Έτσι δεν είναι; Πιστεύετε ότι δεν πρέπει να διαβάζει κανείς τίποτε;"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Όχι, δεν λέω αυτό. Δεν με ενδιαφέρει αν πρέπει ή δεν πρέπει να διαβάζει ή να πηγαίνει στην εκκλησία του ή να ακούει τον παπά του ή να νηστεύει 40 μέρες. Προσέξτε, είναι βαθύτερο το θέμα. Αυτό που ανακάλυψε ο Γκαουτάμα κάποτε δεν μπορεί να σας το μεταδώσει, δυστυχώς, όσο κι αν θέλει, ούτε εκείνος, ούτε ο Δαλάι Λάμα, ούτε κανείς. Αυτό που ανακάλυψε ο Γκαουτάμα τον απελευθέρωσε και εκεί τελείωσε το πράγμα, καταλαβαίνετε; Εκείνος το ανακάλυψε και εκείνος είναι ελεύθερος. Αν το ανακαλύψετε κι εσείς θα είστε κι εσείς ελεύθερος. Μα, δε θα μπορείτε μετά να το μεταδώσετε στον αδερφό σας. Θα πρέπει κι εκείνος να το ανακαλύψει μόνος. Όμως, επειδή συμπονάτε τον αδερφό σας που ενώ εσείς είστε ελεύθερος, εκείνος βρίσκεται ακόμη δέσμιος, μπορείτε απλά να τον ταρακουνήσετε λίγο, να τον σπρώξετε ίσως, να τον βοηθήσετε, αλλά εσείς δεν μπορείτε να τον ελευθερώσετε. Αυτό είναι όλο το θέμα και δεν χωράει καμιά παρερμηνεία, θεολογία και άλλες φιλοσοφίες. Το να φιλοσοφώ περί ελευθερίας, δεν σημαίνει ότι είμαι ελεύθερος. Το να γράφω βιβλία για τον Ιησού δεν σημαίνει ότι έχω βιώσει τίποτα απ'αυτά που βίωσε ο Ιησούς. Ακόμα κι αν μου πει κάποιος ότι ο Ιησούς επανενσαρκώθηκε και είναι ο περιπτεράς της γειτονιάς μου, εμένα δεν θα με ωφελήσει σε τίποτα, απλά, κάθε φορά που πια θα αγοράζω τσιγάρα ή περιοδικά, θα τον κοιτάζω με δέος και θα λέω από μέσα μου: 'είναι άραγε ο Χριστός αυτός ο άνθρωπος;' Καταλαβαίνετε πόσο ανόητος θα έχω γίνει!"
            "Άρα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι σκοπός των ομιλιών και των βιβλίων σας είναι η λειτουργία του περίφημου 'καθρέφτη' που είπατε κάποτε; Ότι δηλαδή, εσείς λειτουργείτε σαν καθρέφτης που ο άλλος βλέπει μέσα του τον εαυτό του;"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Και όταν φτάσει στο σημείο να σπάσει τον καθρέφτη τότε, ούτε εγώ είμαι αναγκαίος -στην ουσία ποτέ δεν ήμουν- ούτε εκείνος θα με θυμάται πια! Όταν θα σπάσει τον καθρέφτη θα είναι ελεύθερος!"
            "Αυτή η ελευθερία όμως, για την οποία μιλάτε συχνά και είναι αξονικό θέμα στα βιβλία σας, τελικά, αναρωτιέμαι, δεν αφήνει τον άνθρωπο μόνο; Δεν του αφαιρεί κάθε ελπίδα για το Θεό, την 'μέλλουσα ζωή', για την 'μετενσάρκωση' ή ό,τι άλλο; Η απόλυτη ελευθερία, τελικά, δεν ισοδυναμεί με την απόλυτη μοναξιά;"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Και γι'αυτό έχω ανάγκη από τον ιερέα, τον γκουρού, τον δάσκαλο. Επειδή συνειδητοποιώ ότι χωρίς αυτούς είμαι ένα τίποτα, ένα μηδέν. Να ο πυρήνας της αθλιότητας και της σκλαβιάς. Προτιμώ να είμαι σκλάβος αλλά ασφαλής στα δεσμά μου παρά ελεύθερος αλλά μόνος, αυτό δεν λέτε; Ναι, αλλά τότε ας μην ψάχνει κανείς να βρει τα αίτια των πολέμων, της ανισορροπίας, των ψυχολογικών παθήσεων, των ναρκωτικών και όλων αυτών. Κι όμως, σας λέω, πως στην ελευθερία αυτή δεν υπάρχει μοναξιά, υπάρχει αγάπη και νοημοσύνη. Μια ιδιαίτερη ποιότητα αγάπης, μια ιδιαίτερη ποιότητα πάθους που δεν συγκρίνεται με τίποτα. Κι όμως, όσες χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι επινοούν θεούς και ιερατεία και θρησκείες, τι έγινε; Οι πόλεμοι, η δυστυχία και η αθλιότητα επικρατούν σε όλο το πλανήτη. Οι θρησκείες αντί να ενώσουν τους ανθρώπους τους χώρισαν και τους εξοντώνουν. Που είναι η αγάπη του Θεού σε όλα αυτά; Ποιο είναι το 'θεϊκό Σχέδιο' που αναφέρατε πιο πριν σε όλα αυτά;"
            "Βλέπω ότι σιγά σιγά ο χρόνος που μου έχει διατεθεί ολοκληρώνεται και, είναι αλήθεια ότι αισθάνομαι πως η συζήτηση βρίσκεται σε πολύ ενδιαφέρον σημείο και μου έχουν γεννηθεί άπειρες ερωτήσεις. Θα περιοριστώ σε μια ή δυο για να μην σας κουράσω. Ένα από τα κομβικά σημεία όλων των βιβλίων σας είναι η απουσία παρηγορίας και η απουσία κάθε μεταφυσικής. Άρα η απουσία ελπίδας και 'παραμυθίας' βάσει της χριστιανικής ορολογίας τουλάχιστον. Τελικά, επιτρέψτε μου να θέσω ευθέως το ερώτημα, υπάρχει Θεός;"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Αυτό δεν είναι το κρίσιμο ερώτημα, παρακαλώ μη θεωρήσετε ότι προσπαθώ να αποφύγω την απάντηση. Μου το έχουν θέσει τόσες φορές, ξέρετε. Προσπαθούν να πάρουν ένα 'ναι' ή ένα 'όχι' ώστε να πουν ότι ο 'Κρισναμούρτι είναι ένθεος' ή ότι 'είναι άθεος'. Και στην πατρίδα μου, όποτε πηγαίνω και μιλώ, τα ίδια συμβαίνουν και αλλού, όπου πάω. Αλλά, αυτό δεν είναι το κρίσιμο ερώτημα. Και δεν αλλάζει πολλά αν σας πω εγώ ότι υπάρχει ή όχι. Αυτό που αλλάζει τα πάντα και μάλιστα αμέσως, είναι το να σταματήσω να ερευνώ φιλοσοφικά και ακαδημαϊκά και να δω, απλά να δω, τι είναι αυτό που γεννά τα ερωτήματα και δίνει τις απαντήσεις.Με το που καταφέρω να δω, όλα έχουν αλλάξει. Είμαι γεμάτος από μια κατανόηση, μια επίγνωση καλύτερα που είναι γεμάτη ενέργεια, γεμάτη φως! Δεν είναι εύκολο αυτό, αλήθεια δεν είναι. Όμως δεν είναι ακατόρθωτο, δεν απαιτεί να κάνετε γιόγκα ή να επαναλαμβάνετε κάποιο μάντραμ ή κάτι άλλο. Δεν απαιτεί παρά να αφεθώ για να δω στην ολότητά του το μηχανισμό του νου και είμαι πια εντελώς απελευθερωμένος από ερωτήματα και απαντήσεις που το ένα γεννάει το άλλο κλπ. Ουσιαστικά, πια, δεν με ενδιαφέρει τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει, καταλαβαίνετε; Έχω πλέον επίγνωση της κίνησης του εαυτού μου, ξέρω πια, είμαι γεμάτος ενέργεια. Και αυτό δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας άλλης ζωής που είναι γεμάτη αγάπη και ευαισθησία, πάθος και δράση".
            "Και έρχομαι σε κάτι τελευταίο. Ξέρω ότι δεν έχετε σχηματίσει κάποιο 'Κύκλο Μαθητών', κάποια 'Σχολή' ή κάτι ανάλογο. Επίσης γνωρίζω ότι δεν θέλετε να αφήσετε κάποιον διάδοχο, κάποιο συνεχιστή της διδασκαλίας σας. Κάποια παρακαταθήκη όμως σκοπεύετε να αφήσετε προς τις μελλοντικές γενιές; Κάποια πνευματική κληρονομιά, ας πούμε ή κάτι ανάλογο;"
            ΚΡΙΣΝΑ: "Αυτά που λέω συνέχεια, αυτά που σας είπα σήμερα, αυτά που περιέχονται στα βιβλία μου. Αρνηθείτε όποιον ισχυρίζεται πως κατέχει τη Γνώση και θέλει να σας την 'πουλήσει' ή να σας την 'χαρίσει'. Αρνηθείτε όποιον σας σερβίρει έτοιμη τροφή, είτε είναι πνευματική είτε όποιας άλλης μορφής. Αρνηθείτε τους 'σοφούς' και τους 'δασκάλους' που ισχυρίζονται ότι έχουν τα κλειδιά του Παραδείσου ή της Νιρβάνα. Τα κλειδιά τα έχετε εσείς. Βρείτε τα, χρησιμοποιείστε τα, ανοίξτε τα κελιά που σας έχουν αιχμαλωτίσει 5000 χρόνια τώρα και ελευθερωθείτε!"
           
* * *

[1]Η Παγκόσμια Θεοσοφική Εταιρία, ιδρύθηκε το 1875 στην Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ από την περίφημη Ρωσίδα μυστικίστρια και πνευματίστρια H.P.Blavatsky και τον συνταγματάρχη του Αμερικανικού Εμφυλίου H.S.Walkott με βασικό σύνθημα την 'δημιουργία του πυρήνα της Παγκόσμιας Πανανθρώπινης Αδελφότητας'. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια Εσωτεριστική Οργάνωση δομημένη στα πρότυπα του Ελευθεροτεκτονισμού με επιρροές από τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό και με καθαρά συγκρητιστική διδασκαλία που περιελάμβανε την 'μυστική γνώση' της Αιγύπτου, της Ελλάδας, της Καμπαλά, των Γνωστικών κ.α. Πολύ σύντομα απέκτησε μεγάλη δύναμη και χιλιάδες οπαδούς στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη ενώ αργότερα η έδρα της μετεφέρθη στο Αντιάρ της Ινδίας. Παράρτημά της εξακολουθεί να λειτουργεί στην Ελλάδα.
[2]Σε ένα γράμμα του στην Λαίδη Έμιλυ από την Αθήνα, μεταξύ άλλων ο Κρισναμούρτι αναφέρει: "Ποτέ μου δεν είχα δει κάτι τόσο όμορφο, απλό και δυνατό, όσο ο Παρθενώνας. Ολόκληρη η Ακρόπολη είναι εκπληκτική, σου κόβει την ανάσα, και όλα τα άλλα που έχουν σχέση με την έκφραση του ανθρώπου είναι χυδαία, μέτρια και γεμάτα σύγχυση. Τι άνθρωποι ήταν αυτοί οι λίγοι Έλληνες! Πρέπει να τον δει κανείς για να καταλάβει ότι κάθε τι άλλο που δεν βαδίζει στο δρόμο της αιωνιότητας είναι ασήμαντο, γελοίο και ανόητο...". Στην πρώτη του αυτή επίσκεψη στην Αθήνα, ο Κρισναμούρτι ήταν 35 χρόνων.
[3]C.W.Leadbeater. Ένα από τα ηγετικά στελέχη της Θ.Ε. ουσιαστικά δεύτερος τη τάξη μετά την Α.Μπέζαντ. Μυστηριώδης και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα με υποτιθέμενες σημαντικές αποκρυφιστικές και πνευματικές ικανότητες και δυνάμεις. Είναι ο άνθρωπος που "ανακάλυψε" τον Κρισναμούρτι στο Αντιάρ της Ινδίας το 1909 και είναι εκείνος που πρώτος υποστήριξε ότι το 14χρονο παιδί θα γινόταν το ανθρώπινο όχημα για τον 'Κύριο Μαϊτρέγια', τον Παγκόσμιο Διδάσκαλο, τον οποίο η Θ.Ε. πρέσβευε ότι θα ενσαρκωνόταν στον 20ο αιώνα ως νέος Βούδας ή νέος Μεσσίας για να οδηγήσει την ανθρωπότητα.
[4]Annie Besant. Μετά τον θάνατο της Μπλαβάτσκυ το 1891 και του Ουόλκοτ το 1907 έγινε η επόμενη πρόεδρος της Θ.Ε. Συνδέθηκε πολύ συναισθηματικά με τον νεαρό Κρισναμούρτι -ο οποίος την αποκαλούσε 'άμα', μητέρα δηλαδή- και ήταν αυτή που κινητοποίησε όλο το μηχανισμό της πανίσχυρης ακόμη και πλούσιας Θ.Ε. για να προπαγανδίσει την έλευση του Μαϊτρέγια διά του οχήματός του, του Κρισναμούρτι. 

Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2010

«Η ποίηση δεν μπορεί να είναι καταφύγιο, αφού είναι μέρος της ύπαρξης. Δεν την επιλέγεις, όπως δεν επιλέγεις να υπάρχεις»



Η Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ μιλά στην Ευτυχία Παναγιώτου
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, στο αφιέρωμα για την Ποίηση, Άνοιξη 2007, τεύχος 9.

Τη συμπάθησα μέσα από μια φωτογραφία, γιατί φόραγε καπέλο, τεράστιο καπέλο με λουλούδια, και ένα χαμόγελο φορούσε πλήρες. Το πρόσωπό της έμοιαζε τότε, και περισσότερο φαντάζει τώρα που τη γνώρισα, ίδιο με της ποίησης την όψη – παράξενο, τους ποιητές τούς φανταζόμουνα μόνο εσωστρεφείς, μα ίσως τελικά όλο αυτό να ‘ναι απλώς μια παρεξήγηση. Η ποίησή της είναι μια σάρκα από λέξεις, διαχέεται παντού, εγγράφοντας τον έμφυτο έρωτά της προς τη ζωή. Δεκαετίες τώρα μάς χαρίζει ηδονή και πόνο, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μάς σκορπίζει ύπαρξη. Κάτι υπάρχει ίσως που φοβάται: μην πέσει ποτέ το βλέμμα της έξω απ’ τον προορισμό που της έχει επιτάξει η φύση. 


«Η ποίηση δεν μπορεί να είναι καταφύγιο, αφού είναι μέρος της ύπαρξης. Δεν την επιλέγεις, όπως δεν επιλέγεις να υπάρχεις».

Πρωτοεμφανιστήκατε στη λογοτεχνία με ποίημα που έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μοναξιά» (Καινούργια Εποχή, 1956) και ήσαστε μόνο 17. Ξεκινήσατε να γράφετε από μοναξιά; Από πού νομίζετε πως πήγαζε αυτό το αίσθημα;
Το ‘χω σκεφτεί κι εγώ τελευταία: Τι μπορούσα να ξέρω από «μοναξιά» σε κείνη την ηλικία; Και μάλιστα δε θυμάμαι να την είχα νιώσει ποτέ. Αντίθετα, θυμάμαι, είχα πολλούς φίλους, πήγαινα σε πάρτι… Ίσως να εννοούσα -προφητικά σχεδόν- τη μοναξιά της σκέψης, τη διανοητική απομόνωση του δημιουργού, το πως για να κάνεις έργο δεν μπορείς και δεν πρέπει να υπολογίζεις σε κανέναν.

Πενήντα χρόνια αργότερα, στην τελευταία σας ποιητική συλλογή, στονΟυρανό του τίποτα με ελάχιστα (2005), γράφετε για την «Άλλη μοναξιά», που «μεγαλώνει τα χάσματα». Αλλά έχει ο πόνος της μοναξιάς ηλικία; Ωριμάζει ή εξαντλείται ποτέ;
Πενήντα χρόνια αργότερα μιλάω για μια «άλλη μοναξιά»: τη μοναξιά του θνητού. Όταν η ηλικία σε κάνει όλο να πλησιάζεις προς το θάνατο, είτε των αγαπημένων σου, είτε τον δικό σου. Τα χάσματα που μεγαλώνουν είναι όταν συνειδητοποιείς πως αυτή την εμπειρία ποτέ δε θα μπορέσεις να τη μοιραστείς με κανέναν, όση φιλία και κατανόηση και να σου ‘χουν δείξει οι άνθρωποι.

Ο Σαχτούρης έλεγε πως δεν υπάρχει ποίηση χωρίς πόνο, κι έγραφε ποίηση. Εσείς γιατί είστε πιστή, κατ’ αποκλειστικότητα, στην ποίηση; Επιμένετε, δεκαετίες τώρα, να γράφετε και να μεταφράζετε ποίηση, όπως επίσης να γράφετε άρθρα και δοκίμια για την ποίηση χωρίς να έχετε ασχοληθεί με άλλα είδη, όπως η πεζογραφία ή το θέατρο. Γιατί μόνο ποίηση, τη στιγμή που στις μέρες μας ποίηση είναι ο «ενάντιος έρωτας»;
Δεν το ήξερα πως ο Σαχτούρης είχε πει κάτι τέτοιο, γιατί κι εγώ πάντα λέω ότι στη ρίζα κάθε ποιήματος υπάρχει μια πληγή και το ποίημα είναι κάτι σαν ουλή. Αλλά σίγουρα αυτός δεν είναι ο λόγος που ασχολήθηκα σχεδόν αποκλειστικά με την ποίηση. Ίσως γιατί άρχισα να γράφω ποιήματα από πολύ μικρή -στα 14 και πριν- και μου ερχόταν φυσικό, όπως το περπάτημα ή η ανάσα. Δεν υπάρχει γιατί. Θα ‘θελα, όμως, να δοκιμάσω κάποτε να γράψω πεζό ή θέατρο. Ίσως όταν στερέψουν τα ποιήματα.

Πολλές φορές, στα ποιήματά σας καταφεύγετε σε χώρες φανταστικές: στη χώρα τής «Λυπιού», στη χώρα τού «Θυμάσαι;», στη χώρα τού «δεν γεννήθηκα ποτέ». Αναλογικά μ’ αυτές τις ονομασίες χωρών, αποτελεί η ποίηση καταφύγιο λύπης, μνήμης και «ανυπαρξίας-αιωνιότητας»;   
Η Λυπιού και οι φανταστικές χώρες είναι κι αυτές προϊόντα της ποιητικής φαντασίας. Η ποίηση δεν μπορεί να είναι καταφύγιο, αφού είναι μέρος της ύπαρξης. Δεν την επιλέγεις, όπως δεν επιλέγεις να υπάρχεις.

Στη συλλογή Επίλογος αέρας (1990), ρωτάει η Γιαννούσα σ’ ένα ποίημα: «Γιατί γράφουν οι άνθρωποι ποιήματα;». Και απαντάει: «Για να τα ‘χουν όταν το φως τούς σβήσει η φύση». Ποια νομίζετε πως είναι ή που θα θέλατε να είναι η σχέση ποίησης-φύσης;
Πιστεύω πως κάθε ποιητής έχει τον δικό του ποιητικό κώδικα κυκλοφορίας. Για μένα, η ποίηση και η φύση είναι αδιάρρηκτα δεμένες. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα ποίημα που να μην ξεκινάει από τη φύση, έστω κι αν θεματικά δε μοιάζει να έχει κάποια σχέση. Η φύση κατέχει την ιδέα και την εκτέλεση της ομορφιάς, και η ποίηση γεννήθηκε να εγγράψει αυτή την ομορφιά.

Πείτε μου τρεις ποιητές, έλληνες ή ξένους, τους οποίους δεν πάψατε ποτέ να θαυμάζετε και για ποιο λόγο.
Είναι πολλοί οι ποιητές, έλληνες και ξένοι, που θαυμάζω. Ένας όμως μου κάνει εντύπωση πως ακόμη με αγγίζει τόσο πολύ: είναι ο Καβάφης, που τον διαβάζω από μικρό παιδί. Τον αγαπούσε πολύ η μάνα μου και τα κλασικά του ποιήματα τα ‘χα μάθει απ’ έξω. Μου κάνει επίσης εντύπωση πως, όταν μεγάλωσα, ποτέ δε θυμάμαι να είπα: «Α! Ώστε αυτό εννοούσε». Σα να ήξερα από τότε όλα τα νοήματά του. Αυτό που ιδιαίτερα θαυμάζω στον Καβάφη είναι ότι είναι ένας από τους ελάχιστους ποιητές του σύγχρονου κόσμου που κατάφερε -για μένα- το αδύνατον: να παντρέψει τη σκέψη, τη φιλοσοφική σκέψη, με την ποίηση, χωρίς να θυσιάσει τη μία για την άλλη.

Θυμάστε οποιοδήποτε γραπτό ή προφορικό σχόλιο, αναγνώστη ή κριτικού, που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση;
Όταν ο νονός μου, ο Καζαντζάκης, μου ‘γραψε: «νεαρό κλωσοπούλι τού Παρνασσού μη με ντροπιάσεις», εδώ και μισό αιώνα.

Η έκδοση ποιητικών βιβλίων, πέρα από την προσωπική «έκθεση» στη γραφή, εμπεριέχει και την κοινωνική «έκθεση» στους λογοτεχνικούς κύκλους. Συμμετέχετε ενεργά σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, συναναστρέφεστε με λογοτέχνες. Τι θετικά και τι αρνητικά βιώματα αποκομίσατε και αποκομίζετε ακόμα από αυτή την τριβή;
Όπως μια έγκυος θεωρεί φυσικό να γεννήσει ένα παιδί έτσι φυσικό είναι να βγει ένα βιβλίο που έχεις γράψει. Παιδί δεν έκανα ποτέ αλλά δεν είχα ποτέ καμιά δυσκολία να βγάλω βιβλίο. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είμαι μπλεγμένη σε «λογοτεχνικούς κύκλους». Έχω φίλους που θαυμάζω κι αγαπώ. Μερικοί φύγανε, όπως ο Ν. Καρούζος. Ύστερ’ από μισό αιώνα ακριβώς «δημοσιευμένης» ζωής, οι φίλοι και οι φίλες συγγραφείς ποιητές – και πολύ νεότεροι από μένα- είναι αρκετοί. Όταν έχουν εκδήλωση και μπορώ, πάω. Αλλά δεν αισθάνομαι καμιά τριβή, τίποτα το αρνητικό, δεν κάνω καμιά κοινωνική προσπάθεια, ούτε έχω απαίτηση καμιά.

Τι άλλο αγαπάτε εκτός από την ποίηση;
Τη ζωή.

Εάν δεν γράφατε ποίηση τι φαντάζεστε πως θα κάνατε;
Θα είχα την ίδια δουλειά που έχω τώρα, τη μετάφραση, γιατί θα είχα πάντα, νομίζω, το ίδιο πάθος με τη γλώσσα. Η γλώσσα, οι γλώσσες, είναι για μένα μια αστείρευτη πηγή γνώσης, χαράς. Να μαθαίνεις, να ζεις ξένες γλώσσες χωρίς ποτέ να ξεχνάς ότι με καμιά δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τη μητρική σου. Η γλώσσα δεν είναι μόνο το α και το ω της ποίησης και κάθε δημιουργίας του λόγου, αλλά και κάθε εμπειρίας. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, κάθε στιγμή της ζωής μας -έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ- πρώτα «λογοκρίνεται» και έπειτα «εισπράττεται». Καμιά φορά, φαντάζομαι ότι χωρίς τη γλώσσα δε θα ξέραμε τι είναι πόνος και χαρά ή και ότι ανάλογα με τον συλλαβικό ήχο της λέξης «πόνος» σε μια γλώσσα βιώνεται διαφορετικά και η αίσθηση του πόνου. Φαντασίες, φαντασίες… Ίσως τελικά να μη μπορώ να φανταστώ να μη γράφω ποιήματα. Ελπίζω μόνο, όταν θα έχουν λιώσει, να έχω επίγνωση ότι τα γράφω μόνο για να επιβιώσω εγώ, η ύπαρξή μου, και να μην τα εκδίδω, να μην τα επιβάλλω στους άλλους εν ονόματι μιας ζωής αφιερωμένης στην ποίηση.

Στον Ουρανό του Τίποτα με Ελάχιστα
Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε όλοι εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λειώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου δίχως ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο·
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω·
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2010



Αγάπη

Τόσες μέρες, άι, τόσες μέρες
να σε βλέπω τόσο ακλόνητη και τόσο κοντά μου,
πώς πληρώνεται αυτό, με τι το πληρώνω;

Η αιμόχαρη άνοιξη
στα δάση ξύπνησε,
βγαίνουν οι αλεπούδες απ’ τις σπηλιές τους,
τα ερπετά πίνουν δροσιά,
κι εγώ πάω μαζί σου πάνω στα φύλλα,
ανάμεσα σε πεύκα και σιωπή,
κι αναρωτιέμαι αν τούτη την ευδαιμονία
πρέπει να την πληρώσω, πώς και πότε.

Απ’ όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ’ ό,τι έχω αγγίξει,
μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:
αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,
μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.

Πώς να γίνει αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.

Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω
αν λείψουν μια στιγμή τα ματιά σου.
Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.
Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος,
και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα
που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερικοκιές.

Γι’ αυτό αγαπώ κι όχι γι’ αυτό,
για τόσα πράγματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός,
σημαιοστόλιστος και πενθηφορεμένος,
λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια
και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί
Πάμπλο Νερούδα
Μτφ: Δανάη Στρατηγοπούλου





LoverS


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 03, 2010

μηδενισμός...


«…Ένα βασικό γνώρισμα της κατάστασης του ανθρώπου είναι η αισθησιοκρατία ή αισθησιαρχία: ο περιορισμός του αποκλειστικά ή κυρίως στην ιδιότητά του ως εμβίου όντος με αντίστοιχη απώθηση, ατροφία ή και εξοβελισμό των άλλων του πλευρών, ψυχικών και πνευματικών. Το σημείο αυτό φαίνεται καθαρά από τον τρόπο ζωής των περισσοτέρων ανθρώπων. Δεν μπορούν να μείνουν συγκεντρωμένοι έστω και ένα μικρό χρονικό διάστημα σε μια δημιουργική απασχόληση (π.χ. σε μια πνευματική εργασία), αλλά εξαρτώνται συνεχώς από πλήθος αισθητηριακά ερεθίσματα και περισπασμούς (π.χ. ηλεκτρονικές συσκευές κτλ.). Αλλά όπως λέει ο Πασκάλ: «Όλα τα παθήματα του ανθρώπου προέρχονται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να μείνει ήσυχος στο δωμάτιό του». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα είδος ανησυχίας ή φόβου να μείνει κανείς μόνος -ενώπιος ενωπίω- με τον εαυτό του. Γι’ αυτό θεωρεί ο Σοπενχάουερ ότι ένα κύριο μέλημα της νεότητας θα έπρεπε να είναι να μάθει να αντέχει τη μοναξιά - εννοείται όχι την άσκοπη μοναχικότητα αλλά, όταν χρειάζεται, τη δημιουργική απομόνωση. Ένα από τα μεγαλύτερα δεινά αλλά και φόβους του ανθρώπου χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα είναι η ανία και η πλήξη. Γι’ αυτό και αναζητούν οι περισσότεροι συνεχώς και απεγνωσμένα πλήθος τρόπων και διεξόδων να αποφύγουν την τρομερή αυτή απειλή. Έτσι εξηγείται η επιζήτηση των άπειρων διασκεδάσεων, συνήθως ασήμαντων και ανόητων, και φυσικά η άνθηση παντού και πάντοτε της περιβόητης πολιτισμικής βιομηχανίας.
Κυριότερη αιτία πάλι των φαινομένων αυτών είναι εντέλει η ουσιαστική απαιδευσία παρ’ όλη τη διάδοση της εκπαίδευσης ακόμη και της λεγόμενης ανώτατης. Με τον όρο αυτόν εννοώ βέβαια τη συρρίκνωση, τον περιορισμό ή και την έκπτωση της αληθινής και αυθεντικής καλλιέργειας, δηλαδή της ανθρωπιστικής παιδείας. Διότι η λοιπή τεχνική και επιστημονική εκπαίδευση μπορεί να είναι απαραίτητη ως εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση αλλά δεν συμβάλλει στην καλλιέργεια και την ανάπτυξη των ανώτερων πνευματικών ικανοτήτων κυρίως μέσω της γλώσσας. Ένα συναφές πρόβλημα που δεν έχει προσεχθεί ακόμα αποτελεί η αποκοπή του σημερινού ανθρώπου από την ιστορία, την πολιτισμική παράδοση και τη ζωντανή ιστορική συνείδηση.
Αλλά το βαθύτερο γνώρισμα της εποχής μας είναι ο μηδενισμός με τη σημασία όχι μόνο της κατάρρευσης της θρησκευτικής και της μεταφυσικής πίστης αλλά με τη γενικότερη σημασία της ολικής απώλειας νοήματος, δηλ. ενός «τέλους» (σκοπού) πέραν των υλικών επιδιώξεων: των ηδονών, του χρήματος, του πλούτου, της ευμάρειας. Σύμφωνα με την εκπληκτική διάγνωση του Γκόττφρηντ Μπεν: «Όλα τα μεγάλα πνεύματα των λευκών λαών [εννοεί: από την Αναγέννηση και μετά]– αυτό είναι εντελώς πρόδηλο – δεν αισθάνθηκαν παρά μόνο μιαν εσωτερική αποστολή, να καλύψουν δημιουργικά τον μηδενισμό τους» (πρβλ. το αφιέρωμα της Νέας Εστίας, τχ. 1794/ 2006). Μηδενισμός σημαίνει εντέλει την απώλεια, τη λήθη, την απόρριψη και την κατάρρευση των αξιών, έγκυρων και κοινά ανεγνωρισμένων: της φιλαλήθειας, της ευθύνης, της πίστης στο κοινό καλό, του ήθους, της αρετής – σημαίνει τον «αθεϊσμό του ηθικού κόσμου» κατά την καίρια διατύπωση του Έγελου…»

Κώστας Ανδρουλιδάκης Η φιλοσοφία ενώπιον της πρόκλησης της εποχής μας

Απόσπασμα… το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ. 1, Σεπτέμβριος 2010.
Οι υπογραμμίσεις δικές μου