Δευτέρα, Ιανουαρίου 31, 2011




Ύε - Κύε!

Έχεις άλλο βλέμμα για μας;
Άλλο τοπίο
Έχεις για τις ανάσες μας;
Για τις πόρνες ελπίδες μας
Έχεις άλλο ψέμα;

Στο δαίμονα όσα 
Με στιγμάτισαν για προδότη

Κίβδηλη πίστη
Ήταν το μαύρο αίμα
Που λέρωσε την άσφαλτο
Βρέξε λοιπόν
Και πλύνε όσα γέννησε
Η σάπια
Σιχαμένη γενιά σου!

Εγώ – ταυτός
Ψέλλισες;
Αποκλείεται
Γιατί φωνή έχεις
Τη δική μου…

Δεκ 2009

Τρίτη, Ιανουαρίου 25, 2011

Η ηδονή της διαφθοράς...





"...Η οικογενειοκεντρική μας κοινωνία εννοεί να λογαριάζεται ματαιόδοξα υπερσύγχρονη, χωρίς να έχει υπάρξει σύγχρονη, αλλά δεν παύει να παραμένει ιδιότυπα μεσαιωνική, αν κρίνω από τον τρόπο που θρησκεύει, που υποχρεώνει τα μέσα επικοινωνίας να υπηρετούν το ήθος της κλειδαρότρυπας ή που διαχειρίζεται ως αποκλειστικό κάθε τρίτου προηγούμενο τη μοναδικότητα της πατρίδος. Θεωρεί, έτσι, αυτονόητο το προβάδισμα της αιωνιότητος επί του χρόνου και του αισθήματος επί του μέτρου της λογικής, απομονώνεται δε από όλους τους άλλους πτωχαλαζονικά, πλάθοντας έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται μόνο το παρελθόν και μεταθέτει διαρκώς το μέλλον. Είναι ευνόητο ο άνθρωπος τούτος να μεταβάλλει εύκολα τις αρετές του σε ελαττώματα και, επειδή τα θέλει όλα δικά του άκοπα, καμία από τις απολαύσεις του να μην τον κάνει ευτυχή. Ίσως μόνο η παιδική ανευθυνότητα, μια ατομικότης χωρίς λογοδοσία και καταλογισμό.

Το άγος της ελληνικής διαφθοράς τοποθετείται στο πλαίσιο της αντιπαραθέσεως οικογενείας και κράτους, φωτίζεται δε ικανοποιητικά εφόσον αναδειχθεί η πολιτισμική παθολογία που υποδαυλίζει την όποια νοσηρή φυσική ροπή προς παράνομα οφέλη και προνόμια. Υπ΄ αυτό το πρίσμα η ενδεχόμενη θεραπευτική αγωγή είναι αδύνατον να στηρίζεται αποκλειστικά σε διοικητικά μέτρα είτε προβλέπουν πρόστιμα και φυλακίσεις είτε σχετίζονται με ευφυή ευρήματα, όπως η δίγραμμη επιταγή, η οποία συμβάλλει ασφαλώς στη διαφάνεια των πληρωμών, δεν καλύπτει ωστόσο την επινοητικότητα των ανόμων. Μπορεί να στηρίζεται στο πνεύμα μιας αμοιβαίας φροντίδας μεταξύ των πολιτών, που έχει γίνει ρυθμός της κοινωνίας. 
Θα εξηγήσουμε την ηδονή της διαφθοράς εάν εντοπίσουμε πέραν των συνειδητών σκοπιμοτήτων τις ασύνειδες κυρίως ευχαριστήσεις που προσφέρει στα υποκείμενά της. Μιλούμε για φαινόμενο με συμβολικές προεκτάσεις που υπερβαίνουν τη συνθήκη της ωμής «εξαγοράς», χωρίς να την υποτιμούν ή να την παραβλέπουν. Η συμβολική σημασία της διαφθοράς τροφοδοτείται από αγκυλώσεις στο καθεστώς της πατρικής εξουσίας, οπότε διαφθορέας και διαφθειρόμενος απολαμβάνουν τη χαριστική συναλλαγή σαν ανήλικα και αδύναμα παιδιά, που φέρονται σεβαστικά ή αντιμάχονται τον παντοδύναμο πατέρα. Η πραγματική της σημασία έγκειται στο ότι διακρίνει αποφασιστικά το άτομο από τον πολίτη.
Η έκταση της διαφθοράς αντιστοιχεί, ως γνωστόν, σε τύπους κοινωνιών, πολιτευμάτων και πολιτισμών, περιγράφει δε μικροσκοπικά την εξουσία του «υπηρεσιακού» παράγοντα επί των «πολιτών» κατ΄ εικόνα της μεγάλης εξουσίας του κράτους. Η συναλλαγή των ιδιωτών με στελέχη της Διοικήσεως, προκειμένου να εξασφαλίσουν «διευκολύνσεις» και «στραβά μάτια», αποτελεί νοσηρή εκδοχή προσωπικής σχέσεως, η οποία υποκαθίσταται εν είδει δώρου και αντιδώρου στη σχέση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτου. Τηρουμένων των αναλογιών, το «δωράκι» στον δημόσιο λειτουργό έχει ανθρωπολογικό βάθος ιερής προσφοράς, με την οποία άλλοτε οι άνθρωποι καλούσαν σε ανάλογη ανταπόδοση τον αποδέκτη- του δημιουργούσαν υποχρέωση. Και αν τότε η προσφορά και η αντιπροσφορά συγκροτούσαν πεδίο ουσιαστικής κοινωνίας, σήμερα η διαφθορά, αντί να συνδέει βαθύτερα τα υποκείμενά της με την πραγματικότητα, γίνεται μέσον αποδράσεως και αποφυγής της. 
 Η συμβολική τούτη χειρονομία διαιωνίζεται στην κοινωνία μας εθιμικά δίκην αλύτου εθνικού συμπλέγματος. Το οικογενειακό περιβάλλον συντηρεί είτε υποστηρίζει τους νέους του και μετά την ηλικία των τριάντα, τους προικοδοτεί μάλιστα γενναιόδωρα, κρατώντας τους και ψυχικώς εξαρτημένους, οπότε αναπαράγουν με τη σειρά τους ίδιες κατά το περιεχόμενο συμπεριφορές, ασχέτως ιστορικών μεταβολών και εξελίξεων. Ελεύθερος δεν είναι το υποκείμενο ευθύνης αλλά ο απηλλαγμένος καταλογισμού...."



Στέλιος Ράμφος "Η ηδονή της διαφθοράς.Ενας τρόπος συμβίωσης δημοσίου και οικογενείας στη λογική της ευνοιοκρατίας"
http://www.antifono.gr/portal/

Πέμπτη, Ιανουαρίου 20, 2011

το δέος της ετερότητας...


σημειώσεις από το ημερολόγιό μου…

…λέω το δέος και όχι ο φόβος… το δέος είναι μια πύλη απ’την οποία για να εισέλθουμε θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας τις μυητικές ορίζουσες της ύπαρξης… όταν δεν τις έχουμε καν αντιληφθεί, φοβόμαστε…
Ο άλλος προκαλεί φόβο όχι επειδή είναι άγνωστος αλλά επειδή πολύ γρήγορα γίνεται γνωστός…
…να μην ξεχνάμε πως ο άλλος είναι πρόσωπο… αρνούμαι τον χαρακτηρισμό ‘άτομο’… όταν αποδεχθώ πως είμαι άτομο, την ίδια στιγμή ακυρώνομαι ως πρόσωπο…
…το να δεχθώ τον άλλο, την ετερότητα δηλαδή, σημαίνει πως είμαι ον ευθύνης…
…γιατί λησμονούμε πως είμαστε όντα ευθύνης;
…τι μας ωθεί να υιοθετούμε τους παραδρόμους και να αγνοούμε την κεντρική λεωφόρο; Πιστεύουμε πως έτσι είμαστε αθέατοι; Από ποιον; Από τι;
Μονάχα ως όντα ευθύνης έχουμε το βηματισμό του ανθρώπου… μα όταν ακεραιωθεί ο άνθρωπος, τότε πετάει ακόμα και την ευθύνη… έχει κατανοήσει…
…Όταν κατανοείς δεν χρειάζεται να συγχωρείς…
Κανείς δεν πρόκειται να σε ‘συγωρήσει’ αληθινά ενώ αγνοεί παντελώς τις δράσεις σου… όποιος συγχωρεί πολύ εύκολα σημαίνει πως στην ουσία, θέλει να αποφύγει την ευθύνη να σε κατανοήσει… όποιος δεν μπορεί ποτέ να συγχωρήσει σημαίνει πως είναι απλά εγκλωβισμένος…
…επικίνδυνο είναι μονάχα ό,τι απαιτεί από μένα ολόκληρο το σήμερα με όρους του χτες…
…σχετιζόμαστε με ένα αγχωτικό μεγα-ευατικό σύνδρομο… σχετιζόμαστε ιμπεριαλιστικά, θέλουμε να πλημμυρίσουμε τον άλλο με μας… στην ουσία είμαστε κανίβαλοι… εάν ο άλλος προβάλει το πρόσωπό του τρομάζουμε… εάν ο άλλος προστατεύει το σκοτάδι του, θυμώνουμε… όταν ο άλλος αναδιπλώνεται και αναθεωρεί πιστεύουμε ότι μας προδίδει… είμαστε επεκτατικοί, πλημμυρικοί… έχουμε έναν διαρκή ιδεασμό και επίμονο πως σχετιζόμαστε μονάχα όταν ο άλλος μας αποδέχεται…
…και όταν μας απορρίπτει κάποιος πάλι σχετιζόμαστε… όμως όταν απαιτούμε να ιδρύσουμε το δικό μας κράτος μέσα στον άλλο, δεν σχετιζόμαστε…
Είναι ένα είδος σχέσης που ονοματίζω ‘αναπτυγματικός αυτισμός’…
Απλώνομαι χωρίς να επικοινωνώ…
Έτσι, ικανοποιώ τον επικοινωνιακό μου λιμό και ταυτόχρονα παραμένω αμιγής…
Χωρίς διακινδύνευση πως θα σχετιστώ με οτιδήποτε;
Χωρίς το δέος της ετερότητας, παραμένω κι εγώ ανεξέλικτος…
Παραμένω σταθερός αλλά όχι ευσταθής…

Έχω ανάγκη τον άλλο;
Έχω ανάγκη την ανάγκη μου;
Έχω ιεροποιήσει το κάθε τι που με αφορά κι έχω χυδαιοποιήσει κάθε τι που αφορά τον άλλο;

Η αποδοχή της ετερότητας είναι το κλειδί για την έξοδο από τη μόνωση… όχι οριστικά, θέλω να πω, όχι καθοριστικά…
Η αποδοχή της ετερότητας σημαίνει πως αναγνωρίζω στον άλλο το πρόσωπό του…
Και έχω κάνει ένα βήμα αληθινής επικοινωνίας…

…θα συνεχίσω… 

Κυριακή, Ιανουαρίου 16, 2011

Μόνος εναντίον όλων...



Πάνω σε καταστόλιστο άρμα, που το αφέντευε νέος άντρας οδηγώντας δυο ζωηρά άλογα, κατέβαινε στον Πειραιά ο Σωκράτης. Ο νεαρός άντρας λεγότανε Κριτίας, καινούργιος μαθητής του φιλοσόφου. Ήτανε πλούσιος κι απόγονος του πανάρχαιου βασιλιά της Αθήνας του Ερεχθέα. Είχ' εξαιρετική ξυπνάδα, πρώιμο ποιητικό ταλέντο και μεγάλη ευκολία να ρητορεύει. Το κόμμα των αριστοκρατών έβλεπε σ' αυτόν μελλοντικόν αρχηγό, ικανόν να νικήσει τον παντοδύναμο Περικλή. Όταν ήλθε ο Κριτίας να μαθητέψει κοντά του, χάρηκεν ο Σωκράτης, γιατί προπάντων τέτοιους τύπους ζητούσε να επηρεάζει. Επειδή ο ίδιος απόφευγε την πολιτική, πάσχιζε να δημιουργήσει άλλους, νέους, καταλλήλους ν' αναμορφώσουν το Άστυ, με τη λογική και το ήθος που ονειρευόταν να επιβάλει.

Το άρμα τούς κατέβαζε στο λιμάνι, να δουν να φεύγει μεγάλη «κληρουχία» για τη Θράκη. Ο Περικλής συνήθιζε κάθε χρόνο να φευγατίζει από την Αθήνα τη φτωχολογιά, στέλνοντάς την στα ξένα, σε τόπους όπου μπορούσε να διαθέσει «κλήρους», καρπερά δηλαδή χωράφια. Μ' αυτό τον τρόπο, από τη μια μεριά ξαλάφρωνε την πόλη από πικραμένο και ανήσυχον όχλο, από την άλλη είχε το πλεονέκτημα να στερεώνει στη Μεσόγειο νέα ορμητήρια για τη θαλασσοκρατορία της Αθήνας.

Είν' αλήθεια πως οι αρχαίοι νιώθαν αντιπάθεια για το μεγάλωμα κάθε πρωτεύουσας. Με νόμους αντιδρούσαν στην αύξηση του πληθυσμού. Ο οικογενειακός χαρακτήρας που κυβερνούσε κάθε Αρχαίο Άστυ, τόκανε να φοβάται την ανάμιξη με ξένο αίμα, επειδή τούτο θα συντελούσε στη διάλυση της οικογένειας και θάφερνε μεταβολή στις συνήθειες της ζωής. Έτσι κληρουχίες στέλνονταν από την Αθήνα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, για να μην ξεπεράσει ποτέ ο πληθυσμός το μισό εκατομμύριο.

Το άρμα διάβηκε ανάμεσα Αθήνα και Πειραιά, εμπρός από το ναό της Ήρας, τον καμωμένο χωρίς πόρτα ουδέ σκεπή, αυτόν που έκαψε ο Ξέρξης κι είχεν ορίσει ο Δήμος να μείνει για πάντα καμένος, ώστε να μην ξεχνιέται η περσική βαρβαρότητα. Το άρμα πορευόταν παράλληλα προς τα Μακρά Τείχη που έφταναν ως τη θάλασσα και, μολονότι ο Κριτίας είχε γοργοπόδαρα ζώα, δεν κατάφερε να τρέξει, γιατί στενός ήταν ο δρόμος κι η κίνηση αδιάκοπη. Μεγάλες ποσότητες εμπορεύματα, χιλιάδες τόννοι, στέλνονταν κάθε μέρα από το λιμάνι στο εσωτερικό με μουλάρια κι αργοκίνητες βοδάμαξες.

Ο Σωκράτης, κατά τη συνήθειά του, ρωτούσε το νέο φίλο, για να τον μελετήσει:
«Πες μου, Κριτία, τι σκοπεύεις να γίνεις;»
«Ρήτορας. Για νάχω τη δύναμη να πείθω τους βουλευτές στη Βουλή και το λαό στη Συνέλευση».

Ο Σωκράτης ξαναρώτησε:
— «Θέλεις να τους πείθεις, φαντάζομαι, σ' ό,τι σε συμφέρει, κι όχι τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί βέβαια δεν μπορείς να διδάξεις το πλήθος σε τόσο λίγην ώρα για τόσα σπουδαία πράματα».
— «Σωστά το μάντεψες, Σωκράτη. Θέλω να πείθω το λαό να δέχεται αυτά που συμφέρουν εμένα και το πολιτικό κόμμα μου».
— «Είτε δίκαια ποθείς, είτε άδικα;» απόρησε ο φιλόσοφος.
— «Φυσικά. Γιατί στην πολιτική πάντα, ό,τι και να κάνεις, μερικούς θα ωφελήσεις, άλλους θ' αδικήσεις».

— «Δεν ξέρεις, Κριτία, ότι το μεγαλύτερο κακό στον κόσμο είναι η αδικία»;
«Όχι. Ακόμα μεγαλύτερο κακό είναι να σε αδικούν».
«Μην το λες αυτό», έκανε ο Δάσκαλος.
— «Ώστε θα προτιμούσες, Σωκράτη, ν' αδικιέσαι μάλλον παρά ν' αδικείς;»
— «Εγώ βέβαια δε θα ήθελα μήτε το ένα μήτε τάλλο αν όμως ήταν ανάγκη να διαλέξω, ναι, θα προτιμούσα να μ' αδικούνε παρά ν' αδικώ», αποκρίθηκε ο Σωκράτης.
— «Θέλεις να πεις πως δεν θα σ' άρεσε να είσαι παντοδύναμος; Να κάνεις ό,τι θέλεις, να είσαι τόσο ευτυχισμένος σαν τον μεγάλο Πέρση βασιλιά;»
—«Δεν ξέρω πόσο είν' ευτυχισμένος ο βασιλιάς της Περσίας. Δεν τον έχω συναναστραφεί», είπε απλά ο φιλόσοφος.
— «Τι δηλαδή; Ήταν ανάγκη να τον συναναστραφείς, για να καταλάβεις πόσο ευτυχισμένος είναι ένας πανίσχυρος άρχοντας;»
Χωρίς δισταγμό απάντησε ο Σωκράτης:
— «Ασφαλώς έπρεπε. Γιατί αγνοώ αν είναι δίκαιος».
— «Και τι; Στη δικαιοσύνη περιορίζεις εσύ την ευτυχία ενός τυράννου, Σωκράτη;»
—«Μάλιστα. Μόνον ο δίκαιος ζει ευτυχισμένα, καλέ μου. Δυστυχεί όποιος είναι άδικος».
Ο Κριτίας δυσκολεύτηκε μια στιγμή ν' απαντήσει, ύστερα είπε με πεποίθηση που ταίριαζε στην ηλικία του:
— «Φοβάμαι πως στην πράξη συμβαίνει τ' αντίθετο απ' αυτό που κατηχείς εσύ. Όλος ο κόσμος σέβεται και θαυμάζει τους δυνατούς.Το φυσικό δίκαιο είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπινους νόμους. Εμένα μ' έμαθαν οι σοφιστές, πως τους νόμους τους κάνουν οι αδύνατοι άνθρωποι, ο πολύς όχλος. Νομοθετούν προς το συμφέρο τους, για να εμποδίζουν τους δυνατούς να έχουν ό,τι τους αξίζει, λέγοντας πως είναι αδικία να κατέχει κανείς περισσότερα από τους άλλους. Απαιτούν νάχουν ίσα με τους δυνατούς κι ας είναι κατώτεροι. Μα η φύση, Σωκράτη, θέλει ο καλύτερος ν' απολαβαίνει περισσότερα. Κοίταξε γύρω σου — παντού θα δεις όσους είν' ισχυροί, τους δικτάτορες, τους τυράννους, να γράφουν τους νόμους στα παλιά τους τα παπούτσια και να διευθύνουν με το φυσικό δίκαιο. Στη θέλησή τους υποτάσσουν την άβουλη μάζα. Ζουν μέσα στον πλούτο και τα γλέντια και κανένας δεν τολμάει να τους βλάψει. Αυτό θα πει ευτυχία!»

Ο Σωκράτης χαμογέλασε και στα μάτια του ξέσπασε μια σπίθα πονηράδας:
— «Με θάρρος μιλάς, Κριτία, και σε παρακαλώ να μην αλλάξεις τον τρόπο που εξηγείς τις σκέψεις σου, για να με μάθεις πώς πρέπει να περνάμε το βίο μας. Λες, λοιπόν, πως αρετή είναι να μην περιορίζει κανείς τις επιθυμίες του αλλά να τις αφήνει να ξεσπάν;»
— «Ναι».
— «Μήπως δε βρίσκεις σωστό το λεγόμενο, πως ευδαίμονες είναι όσοι δεν έχουν ανάγκες;»

— «Βέβαια όχι, έκανε ο Κριτίας, γιατί τότε οι πέτρες κι οι πεθαμένοι, που δε νιώθουν ανάγκες, θα ήταν ευτυχέστατοι».

— «Μα κι ο βίος όπως τον θέλεις εσύ είν' ανυπόφορος, τον ορμήνεψε ο Σωκράτης. Μάθε πως η ψυχή του ακόλαστου ανθρώπου μοιάζει πιθάρι με τρύπιο πάτο, που ποτέ δε γεμίζει. Ενώ ο δίχως ανάγκες άνθρωπος ζει με ηρεμία».
— «Δε με πείθεις, Σωκράτη, γιατί ευχαρίστηση στη ζωή θα πει να ζεις εντατικά».
— «Άμα λες ευχάριστη ζωή εννοείς, όταν πεινάει κανείς να τρώει κι όταν διψά να πίνει;» ρώτησε ο φιλόσοφος.
— «Όχι μόνον αυτό, αλλά κι όταν κανείς εκπληρώνει όλες τις άλλες επιθυμίες του».
— «Πρόσεξε, Κριτία, μήπως σε κάνω να ντραπείς. Νομίζεις πως είν' ευτυχισμένος ένας ψωριάρης, επειδή έχει επιθυμία να ξύνεται και εύκολα το πετυχαίνει;»
— «Αστειεύεσαι, Σωκράτη;»
— «Κάθε άλλο. Θέλω να καταλάβεις πως υπάρχουν πράματα που τα λέμε ωφέλιμα και πράματα που τα λέμε ευχάριστα. Για να στο πω απλούστερα. Η μαγειρική είναι τέχνη που ευχαριστεί μόνο, προσπαθεί να κολακεύει μιαν αίσθηση, τη γεύση, χωρίς να νοιάζεται αν μας ωφελεί, ενώ η ιατρική είν' επιστήμη που θεραπεύει. Μπορεί κάποτε να ενοχλεί, μα στο τέλος ωφελεί. Είσαι σύμφωνος;» έκανε ο Σωκράτης.
— «Είμαι».
— «Όπως είπαμε τώρα για το σώμα, έτσι υπάρχουν και για την ψυχή ενέργειες, που άλλες δοκιμάζουν μονάχα να την κολακέψουν κι άλλες αγωνίζονται να την ωφελήσουν. Ας δούμε πού θα κατατάξουμε τη ρητορική σου. Αν βέβαια, Κριτία, ο ρήτορας ζητά να ικανοποιήσει τις δικές του επιθυμίες, όπως έλεγες πριν, ή να κολακεύει το λαό για να τον ξεγελάσει, τότε η ρητορική του είναι βλαβερή. Αν όμως προσπαθεί να κάνει καλύτερο το πλήθος, εμποδίζοντας να εκπληρωθούν οι παράλογες επιθυμίες του, τότε είναι ωφέλιμη η ρητορική. Το παραδέχεσαι αυτό ή δεν το παραδέχεσαι;»
— «Το παραδέχομαι» , αναγκάστηκε να πει ο νέος.

— «Τότε, εξακολούθησε ο Σωκράτης, συμφωνούμε, πως ευτυχισμένος είναι κείνος ο πολιτικός, που προσέχει το συμφέρο του λαού κι όχι το δικό του, που προσπαθεί να βλαστήσει στις ψυχές των συμπολιτών τη δικαιοσύνη και να ξεριζώσει την αδικία. Αυτός ο πολιτικός, τον όχλο, που είναι ανόητος και άδικος, τον βιάζει να καλυτερεύει. Το παραδέχεσαι κι αυτό;»
— «Κι αυτό το παραδέχομαι», είπε ο Κριτίας.
—«Ε, τότε, παιδί μου, περισσότερο πρόσεχε να μην αδικείς παρά να μην αδικιέσαι. Κι αν ποτέ κάνεις κανένα κακό, να θέλεις να σε τιμωρούν, για να γίνεσαι καλύτερος. Ν' αποφεύγεις την κολακεία είτε προς τους λίγους είτε στους πολλούς, επειδή όλες οι αθλιότητες της πολιτικής έχουν αιτία την κολακεία στο λαό».
— «Χαίρομαι ν' ακούω πως και σένα δε σ' αρέσει ο Περικλής», έκανε ο Κριτίας.
—«Ούτε αυτός, ούτε καν οι παλαιότεροι, γιατί όλοι τους δούλευαν ένα δαιμονικό σκοπό — να μεγαλώσουν με κάθε τρόπο την Αθήνα, αδικώντας ως και τους συμμάχους, ενώ θα έπρεπε να πασχίζουν να κάνουν ηθικούς τους πολίτες. Είναι κακός ο Περικλής, επειδή κατάντησε τους Αθηναίους τεμπέληδες και φλύαρους, αφότου ψήφισε να πληρώνονται μισθοί στο λαό και να μη σταματάν τα θέατρα και τα γλέντια».
Κοντοστάθηκε μια στιγμή ο φιλόσοφος κι ύστερα είπε: 
— «Άκουσε τη συμβουλή μου, Κριτία: να μεταχειρίζεσαι τη ρητορική σου για ό,τι υψηλό και δίκαιο, έστω κι αν απομείνεις μονάχος εναντίον όλων, έστω κι αν σε βρίσουν, κι αν σ' εξευτελίσουν. Και, μα το Δία, ακόμα κι αν σε χαστουκίσουν, που θεωρείται ατιμωτικό, μη θυμώσεις. Γιατί, αν πραγματικά είσ' ενάρετος, δε θα πάθεις τίποτα, ούτε σε τούτη τη ζωή, ούτε στη μέλλουσα, όταν έρθει για τους νεκρούς η μέρα να κριθούνε. Μείνε κοντά μου, Κριτία, να ποτίσουμε τον όχλο νέα ηθική. Ν' αναμορφώσουμε την κοινωνία...»


απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Ζαλοκώστα: "ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ"

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

“...Εγώ ο άνθρωπος , τέλος δεν έχω...”



"...με ρωτάς πώς γίνηκα τρελός. Να πως: Μια μέρα, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί ξύπνησα από ύπνο βαθύ και ανακάλυψα πως όλες οι μάσκες είχαν κλεφτεί -και οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και είχα φθείρει μέσα σε εφτά ζωές...
    ...Για πρώτη φορά ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο και η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον ήλιο και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια  τώρα. και μέσα σε έκσταση φώναξα: Ευλογημένοι οι κλέφτες που έκλεψαν τις μάσκες μου. Έτσι γίνηκα τρελός..."
"...Ο Θάνατος δεν αλλάζει τίποτα, εξόν από τις μάσκες που σκεπάζουν τα πρόσωπά τους..."

"...Μην ξεχνάτε ότι θα ξαναγυρίσω κοντά σας. Λίγο ακόμη και η λαχτάρα μου θα μαζέψει σκόνη και αφρό για ένα άλλο σώμα. Λίγο ακόμα, μια στιγμή ανάπαυσης πάνω στον άνεμο και μια άλλη γυναίκα θα με γεννήσει..."

“...σ’ αγαπώ αδερφέ μου όποιος κι αν είσαι είτε λατρεύεις το θεό σε εκκλησία, είτε γονατίζεις στο ναό σου, είτε προσεύχεσαι στο τζαμί σου. Εσύ κι εγώ είμαστε όλοι παιδιά μιας πίστης γιατί τα διάφορα μονοπάτια της θρησκείας είναι δάχτυλα του χεριού ενός γεμάτου αγάπη Ανώτερου Όντως έτοιμο να τους δεχτεί όλους...”

“...Ο αληθινά θρήσκος άνθρωπος δεν ασπάζεται μια Θρησκεία κι εκείνος που ασπάζεται μια θρησκεία δεν έχει καμία..”

“...Εγώ ο άνθρωπος , τέλος δεν έχω...”

Χαλίλ Γκιμπράν


σε πείσμα των καιρών, κόντρα στον ισοπεδωτικό 'ρεαλισμό’, ανάντι στον ρου κι όχι κατάντι...
το διαρκές κατάντι έφερε την κατάντια...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 07, 2011

αναδημοσιεύω από http://dytikosanemos.blogspot.com/

Επανεκδίδεται το σύνολο του έργου του Νίκου Καζαντζάκη

Τη σύσταση δωδεκαμελούς Εθνικής Επιτροπής με στόχο την προώθηση της επανέκδοσης των έργων του Νίκου Καζαντζάκη προχώρησε το Υπουργείο Πολιτισμού, με απόφαση της Γενικής Γραμματέως, Λίνας Μενδώνη.
 
Η Επιτροπή θα συνεργαστεί με τις εκδόσεις Καζαντζάκη-Πάτροκλος Σταύρου, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, το Ίδρυμα «Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη», το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη καθώς και άλλους φορείς. Το έργο της Επιτροπής θα συντονίζεται από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, σε συνεργασία με το Ίδρυμα «Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη» και τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη.

Η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, με έδρα τη Γενεύη, είχε αναλάβει εκστρατεία για το θέμα, συγκεντρώνοντας 4.008 υπογραφές προσωπικοτήτων των Γραμμάτων, των Τεχνών, της Πολιτικής και συλλογικών φορέων, από 92 χώρες στις πέντε ηπείρους, που υπέγραψαν την ανοιχτή επιστολή της Εταιρείας προς την Ελληνική Πολιτεία.

Πρώτο μέλημα της Επιτροπής, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, θα είναι η επανέκδοση των έργων του Νίκου Καζαντζάκη, με ερμηνευτικά σχόλια και σημειώσεις από έγκυρους μελετητές και με τυπογραφική εμφάνιση που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες αισθητικές απαιτήσεις. Παράλληλα, η Επιτροπή θα συγκεντρώσει όλα τα ανέκδοτα χειρόγραφα (ημερολόγια, επιστολογραφία κλπ.), αναζητώντας τα όπου και αν βρίσκονται, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σε χέρια ιδρυμάτων ή ιδιωτών. Επίσης, όλα τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε περιοδικά, επιθεωρήσεις, εφημερίδες κλπ.

Αφού ολοκληρωθεί το έργο της συγκέντρωσης, τα κείμενα θα εκδοθούν σε ενιαίους τόμους, συνοδευόμενα από ερμηνευτικά σχόλια και σημειώσεις ειδικών μελετητών. Όσο για τις μεταφράσεις, όπου είναι αναγκαίο, θα πρέπει να γίνουν εξ’ αρχής στις κυριότερες ξένες γλώσσες από ειδικούς και έμπειρους μεταφραστές. Οι μεταφραστές θα πλαισιώνονται από εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού


Την ικανοποίησή του για την απόφαση αυτή του Υπουργείου Πολιτισμού, εκφράζει με δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από τη Γενεύη, ο πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Ν. Καζαντζάκη, πρεσβευτής Ελληνισμού, Γιώργος Στασινάκης. 

«Μας χαροποιεί ιδιαίτερα η απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, που με τη συγκρότηση της Εθνικής Επιτροπής για το έργο του Νίκου Καζαντζάκη έμπρακτα εκφράζει το ενδιαφέρον τής Ελληνικής Πολιτείας για την επανέκδοση των έργων του. Αυτή είναι μία πολύ σημαντική εξέλιξη, που θέτει τέρμα στη θλιβερή κατάσταση, που έχει περιέλθει το έργο τού μεγάλου μας συγγραφέα και στοχαστή, με τη μη έκδοση και επανέκδοση, διακίνηση και μετάφρασή του», επισημαίνει ο κ. Στασινάκης, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με συναίσθηση της ευθύνης τους, θα συμβάλουν σε μία θετική και ταχεία λύση του προβλήματος. 

Το κόστος των εκδόσεων στα ελληνικά αναλαμβάνουν οι εκδοτικοί οίκοι. Για τις μεταφράσεις, η Επιτροπή θα διερευνήσει τις δυνατότητες που προσφέρουν οι εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού. Υπογραμμίζεται, τέλος, ότι με τις νέες αυτές εκδόσεις ή επανεκδόσεις δεν θίγονται στο ελάχιστο τα πνευματικά δικαιώματα που ανήκουν στους νόμιμους δικαιούχους.

Οι εργασίες τής Επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν καθηγητές πανεπιστημίων και διακριμένες προσωπικότητες, θα διαρκέσουν μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της.

η ωραιότερη είδηση που διάβασα τελευταία... είθε... 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

απολογισμοί...




Κάθε χρόνο τα ίδια
‘τελειώνει’ ο ένας
‘αρχίζει’ ο άλλος
Ο προηγούμενος δεν μας ικανοποίησε
Δεν μας γέμισε
Δεν μας ξεκούρασε
Όσο θέλαμε
Ο επόμενος
Έχει την υποχρέωση
Να μας ζεστάνει
Να μας ξεχρεώσει
Να μας… δωροδοκήσει

Εκδίκηση θέλουμε
Από τη νέα χρονιά!
Εκδίκηση για όσα δεν έγιναν
Για όσα μας χρωστούσαν
Και δεν μας τα έδωσαν…

Νιάτα
Αγάπη
Αθανασία

Τι ειρωνικό
Ζητάμε από το δήμιο
Να μας δώσει
Εκείνο που εμείς
Του προσφέρουμε πρόθυμα
Σκύβοντας το κεφάλι
Στον κορμό

Τι θέα έχουμε άραγε από κει;

[είναι η περσινή μου ανάρτηση...
την διάβασα
την ξαναδιάβασα...
δεν αισθάνθηκα ότι θέλω να αλλάξω ούτε λέξη...

δυστυχώς...
ή ευτυχώς!]

Τρίτη, Δεκεμβρίου 21, 2010


Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
Ντουέντε
[αποσπάσματα}
μετάφραση Ολυμπία Καράγιωργα, Αθήνα, εκδ. Βιβλιοπωλείο της "Εστίας", 1998

Κυρίες και Κύριοι,

Από το 1918 που έγινα δεκτός στο "Σπίτι των Φοιτητών" στη Μαδρίτη, ως το 1928 που έφυγα έχοντας συμπληρώσει τις σπουδές μου στη Φιλοσοφική Σχολή, έχω ακούσει πάνω από χίλιες διαλέξεις σ' αυτή την ίδια εκλεπτυσμένη αίθουσα όπου σύχναζε η παλιά αριστοκρατία της Ισπανίας για να διορθώσει την επιπολαιότητα που 'φερνε μαζί της γυρίζοντας από τις γαλλικές πλαζ. Με τη βαθιά μου ανάγκη για το φως του ήλιου και τον αέρα, η ψυχή μου γέμισε τόση πλήξη, που φεύγοντας από κει μέσα ένιωσα να με σκεπάζει ένα λεπτό στρώμα στάχτης που λίγο έλειπε να γίνει καυτερό πιπέρι εκνευρισμού. Ε, λοιπόν, όχι. Σήμερα, σ'αυτή την αίθουσα, δε θέλω να μπει η τρομερή αλογόμυγα της βαρεμάρας που δένει κάθε κεφάλι με την άϋλη κλωστή του ύπνου και ρίχνει στα μάτια των ακροατών χιλιάδες μικροσκοπικές βελόνες. Απλά, με τον τόνο της ποιητικής μου φωνής που δεν έχει ούτε αποχρώσεις ξύλου, ούτε λαβυρίνθους δηλητηρίου, ούτε αρνιά που ξαφνικά γίνονται μαχαίρια ειρωνείας, θα προσπαθήσω να σας δώσω ένα μάθημα απλό για το κρυμμένο πνεύμα της πληγωμένης Ισπανίας.
Όποιος ταξιδεύει σ' εκείνο το τεντωμένο πετσί ταύρου που απλώνεται ανάμεσα στον Χούκαρ, τον Γκουανταλέτε, τον Σίλ και τα ποτάμια της Πισουέργκα, αργά ή γρήγορα θ' ακούσει την έκφραση: "Αυτό έχει πολύ ντουέντε". Ο Μανουέλ Τόρρες, ένας μεγάλος καλλιτέχνης της Ανδαλουσίας, είπε κάποτε σ' έναν άλλο τραγουδιστή: "Έχεις φωνή, έχεις στυλ, όμως ποτέ δε θα πετύχεις γιατί δεν έχεις καθόλου ντουέντε". Σ' ολόκληρη την Ανδαλουσία, απ' το βράχο του Χαέν μέχρι τα' όστρακο του Καντίθ, οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια για το ντουέντε. κι όταν φανεί, το ένστικτό τους δεν τους γελάει ποτέ. Το αναγνωρίζουν αμέσως… Κι ο Μανουέλ Τόρρες, που μες στις φλέβες του τρέχει περισσότερη κουλτούρα απ' ό,τι σ' οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο που γνώρισα ποτέ, ακούγοντας τον ίδιο τον Ντε Φάλια να παίζει το "Νοκτούρνο ντέλ Χενεραλίφε", είπε αυτή τη θαυμαστή κουβέντα: "Ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε". Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια.
Αυτοί οι "μαύροι ήχοι" είναι το μυστήριο, οι ρίζες που απλώνονται κάτω βαθιά στο πλούσιο χώμα, γνωστό μα κι άγνωστο σε όλους μας, απ' όπου όμως βγαίνει ό,τι αληθινό έχει να δείξει η τέχνη. Ο Ισπανός άνθρωπος του λαού μίλησε για "μαύρους ήχους" και λέγοντας αυτό, συμφωνεί με τον μεγάλο Γκαίτε που έδωσε τον ορισμό του ντουέντε όταν μιλώντας για τον Παγκανίνι του απέδωσε "μια μυστήρια δύναμη που όλοι νιώθουμε μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε ποτέ".
Έτσι, το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι μια λειτουργία, μια πάλη κι όχι μια αφηρημένη έννοιαΑυτή η "μυστήρια δύναμη που όλοι νιώθουμε και που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε ποτέ", είναι το ίδιο το πνεύμα της γης. Είναι το ίδιο εκείνο το ντουέντε που φλόγισε κι έκανε στάχτες την καρδιά του Νίτσε που γύρευε τις εξωτερικές του μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο και στη μουσική του Μπιζέ, χωρίς ποτέ ν' αντιληφθεί πως το ντουέντε που κυνηγούσε είχε πηδήσει από τους μυστηριακούς Έλληνες στους χορευτές του Καντίθ και στη στραγγαλισμένη Διονυσιακή κραυγή του Σιλβέριο σαν τραγουδάει μια σεγγιρίγια.
Δε θέλω να μπερδέψει κανείς το ντουέντε, που βασικά σημαίνει "άγιο πνεύμα", με το θεολογικό δαίμονα της αμφιβολίας του Λούθηρου, που με μια βακχική σχεδόν μανία του πέταξε ένα καλαμάρι στη Νυρεμβέργη, ούτε με τον Καθολικό δαίμονα, τον καταστρεπτικό κι όχι και τόσο έξυπνο, που μεταμορφώνεται σε σκύλα για να μπει σε μοναστήρια καλογριών. Όχι. Το σκοτεινό κι ολότρεμο ντουέντε για το οποίο μιλώ, είναι απόγονος του εύθυμου δαίμονα Σωκράτη, όλο αλάτι και μάρμαρο, που όρμησε ξέφρενα κι άρχισε να τσαγκρουνάει τον κύριο του τη μέρα που πήρε το κώνειο.
…Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα 'λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσης του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ' ένα ντουέντε. Όχι μ' έναν άγγελο, όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισμα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου... Ο άγγελος μπορεί να θαμπώσει αλλά δεν καταφέρνει τίποτε περισσότερο απ' το να πετάξει ανάλαφρα πάνω απ' το κεφάλι του ανθρώπου. Σκορπίζει τη χάρη του, κι ο άνθρωπος, χωρίς καμιά σχεδόν προσπάθεια δημιουργεί, αγαπιέται, χορεύει. Ο άγγελος στο δρόμο της Δαμασκού, ο άγγελος που γλίστρησε μέσα απ' τα ξύλινα ανοίγματα του μικρού παραθυριού στην Ασσίζη κι εκείνος που ακολούθησε τα βήματα του μυστικιστή Χάιντριχ Σούζο, είναι ένας άγγελος που προστάζει και κανείς δεν μπορεί ν' αντισταθεί στη λάμψη του γιατί ανοιγοκλείνει τις ατσαλένιες του φτερούγες στα σύνορα των εκλεκτών.
Η μούσα υπαγορεύει και που και που εμπνέει… Οι ποιητές που εμπνέονται απ' αυτήν, ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από που έρχονται. Έρχονται απ' τη μούσα που τους ενθαρρύνει και καμιά φορά που τους καταβροχθίζει κιόλας. Αυτή ήταν και η περίπτωση του Απολλιναίρ, ενός μεγάλου ποιητή, που τον κατέστρεψε η μούσα, η ίδια εκείνη που ζωγράφισε πλάι του ο θαυμάσιος κι αγγελικός Ρουσσώ.
Η μούσα ξυπνάει την εξυπνάδα και φέρνει μαζί της τοπία με κολόνες και μια ψεύτικη γεύση δάφνης. Πολύ συχνά η εξυπνάδα είναι εχθρός της ποίησης γιατί μιμείται πολύ, γιατί υψώνει τον ποιητή σ΄ ένα θρόνο στημένο σε κοφτερές κι απότομες άκρες κάνοντάς τον να ξεχνάει πως ξαφνικά, από στιγμή σε στιγμή, εκεί που κάθεται, μπορεί να τον κατασπαράξουν τα μερμήγκια ή μια πελώρια ακρίδα γεμάτη φαρμάκι να πέσει πάνω στο κεφάλι του. …Ο άγγελος και η μούσα έρχοντ' απ' έξω. Ο άγγελος χαρίζει ακτινοβολία, η μούσα δίνει μορφές (ο Ησίοδος διδάχθηκε απ' αυτές). Χρυσό φύλλο ή πτυχή χιτώνα ο ποιητής δέχεται τα καλούπια έτοιμα, καθισμένος ανάμεσα στους θάμνους της δάφνης του. Το ντουέντε, όμως, πρέπει να ξυπνάει μέσα στα ίδια κύτταρα του αίματος. Πρέπει να σπρώξουμε μακριά τον άγγελο, να διώξουμε με κλωτσιές τη μούσα και να χάσουμε το φόβο που μας γέμιζε το βιολετί άρωμα που αναδίνει η ποίηση του δεκάτου ογδόου αιώνα και το τεράστιο τηλεσκόπιο όπου απλωμένη πάνω στους φακούς βρίσκεται η μούσα χλωμή κι άρρωστη από τα ίδια τα όριά της.
Η αληθινή μάχη είναι το ντουέντε.
Αν θέλει κανείς, ξέρει τον τρόπο να φτάσει στο Θεό. Με την αγριάδα του ερημίτη ή με την κρυφή φωνή του μυστικιστή. Μ' έναν πύργο σαν της Αγίας Τερέζας ή με τα τρία μονοπάτια του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Κι ακόμα κι όταν αναγκαστούμε ν' αναφωνήσουμε με τον Ησαΐα: "Αληθινά, εσύ είσαι ο μυστικός Θεός!", τελικά ο Θεός στέλνει τα πρώτα αγκάθια της φωτιάς του σ' όποιον τον γυρέψει.
Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε "σωστοί τρόποι". Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε, πως κλωτσάει όλα τα στυλ, πως κάνει τον Γκόγια, ζωγράφο του γκρίζου, του ασημένιου κι εκείνου του ροζ στην καλύτερη αγγλική παράδοση να ζωγραφίζει με τις γροθιές και τα γόνατα τρομερά μαύρα κατράμια, πως αφήνει το Σίντο Βερνταγκέ ολόγυμνο στον κρύο αέρα των Πυρηναίων, πως σπρώχνει το Χόρχε Μανρίκε να περιμένει το θάνατο στην ερημιά της Οκάνια, πως ντύνει το λεπτοκαμωμένο σώμα του Ρουσσώ στο πράσινο κοστούμι του ακροβάτη και βάζει τα μάτια ενός ψόφιου ψαριού στον κόμη Λωτρεαμόν στο Βουλεβάρτο του πρωινού.
…Ο ερχομός του ντουέντε προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών που στηρίζονται σε παλιές βάσεις. Φέρνει μαζί του ένα συναίσθημα φρεσκάδας εντελώς πρωτόγνωρο έτσι όπως μοιάζει με καινούργιο τριαντάφυλλο, με θαύμα, γεννώντας στο τέλος ένα σχεδόν θρησκευτικό ενθουσιασμό. Σ' όλους τους αραβικούς χορούς και τ' αραβικά τραγούδια η παρουσία του ντουέντε γίνεται δεκτή με κραυγές: "Αλά! Αλά!", "Θεέ! Θεέ!", που Δε διαφέρει πολύ από το Ολέ της ταυρομαχίας.
Και στα τραγούδια της Βόρειας Ισπανίας η εμφάνιση του ντουέντε χαιρετίζεται πάντα με την κραυγή "Βίβα Ντίος!", "Ζήτω ο Θεός!", μια βαθιά ανθρώπινη και τρυφερή κραυγή επικοινωνίας με το Θεό μέσα απ' τις πέντε αισθήσεις με τη βοήθεια του ντουέντε, που συγκλονίζει τη φωνή και το σώμα του χορευτή, μια αληθινή και ποιητική φυγή απ' αυτόν τον κόσμο, το ίδιο αγνή με κείνη που ορθώνει μέσα απ' τους επτά του κήπους ο ανεπανάληπτος σχεδόν ποιητής του δέκατου έβδομου αιώνα Πέντρο Σότο ντε Ροχάζ κι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στην ταραγμένη σκάλα του θρήνου του.
Είναι λοιπόν φυσικό, σα φτάσει αυτή η φυγή, να νιώσουν όλοι την επίδραση της - οι μυημένοι που ξέρουν πως το στυλ μπορεί να κατακτήσει και το φθηνότερο υλικό, μα κι οι άλλοι, οι αμύητοι, που νιώθουν μια απροσδιόριστη αλλά πέρα για πέρα αυθεντική συγκίνηση…
…Όλες οι Τέχνες μπορούν να' χουν ντουέντε, το πεδίο όμως είναι πιο πλούσιο στη μουσική, στο χορό και στην ποίηση που απαγγέλλεται, γιατί απαιτούν για ερμηνευτή ένα σώμα ζωντανό - είναι μορφές που γεννιούνται και πεθαίνουν ακατάπαυστα και καθορίζονται από ένα ακριβές παρόν.
…Όλες οι Τέχνες κι όλες οι χώρες είναι ικανές για ντουέντε, για μούσα ή για άγγελο. Η Γερμανία, έξω, από λίγες εξαιρέσεις, κυβερνιέται από τη μούσα. Η Ιταλία έχει μονίμως έναν άγγελο. Η Ισπανία καίγεται αδιάκοπα απ' το ντουέντε! Γιατί είναι μια χώρα αρχαίας μουσικής κι αρχαίου χορού, όπου το ντουέντε στίβει λεμόνια από ξημέρωμα. Μια χώρα θανάτου, μια χώρα ανοιχτή στο θάνατο.
Σε κάθε χώρα, ο θάνατος είναι ένα τέλος. Φτάνει, και τα παραθυρόφυλλα κλείνουν. Όχι στην Ισπανία. Στην Ισπανία ανοίγουν. Πολλοί Ισπανοί ζουν ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους ως τη μέρα που θα πεθάνουν και τότε τους βγάζουν έξω στον ήλιο. Σε καμιά άλλη χώρα ο πεθαμένος δεν είναι πιο ζωντανός απ' την Ισπανία. Το προφίλ του κόβει σα κόψη ξυραφιού. Τα αστεία γύρω από το θάνατο και μαζί κι η σιωπηλή τους ενατένιση είναι πράγματα γνωστά στους Ισπανούς. Απ' το "Όνειρο των Νεκροκεφαλών" του Κεβέδο μέχρι το "Σάπισμα του Επισκόπου" του Βάλντες Λεόλ, κι απ' την Μπαρμπέλλα του δέκατου έβδομου αιώνα που πέθανε την ώρα της γέννας στη δημοσιά λέγοντας:
Το αίμα της μήτρας μου
Σκεπάζει τώρα τ' άλογο,
Τα πέταλα του αλόγου σου
Αστράφτουν φωτιά πίσσας…

ως το παλικάρι απ' τη Σαλαμάνκα που σκοτώθηκε τελευταία από ένα ταύρο φωνάζοντας την ώρα που πέθαινε:
Φίλοι πεθαίνω!
Φίλοι την έχω άσκημα!
Τρία μαντίλια
Γέμισαν τα σπλάχνα μου,
Κι αυτό εδώ είν' το τέταρτο…

απλώνεται ένας φράκτης από νιτρικά λουλούδια και πίσω του ένας λαός που ατενίζει σκεφτικά το θάνατο. Ένας λαός που στις πιο δύσκολες στιγμές του εμπνέεται από τους στίχους του Ιερεμία και στις πιο λυρικές από μυροφόρα κυπαρίσσια. Μα ακόμα, ένας λαός που πιστεύει πως ό,τι έχει μεγαλύτερη σημασία κουβαλάει μέσα του τον αμετάκλητο, μεταλλικό αντίλαλο του θανάτου. Το μαχαίρι κι η ρόδα της άμαξας, το ξυράφι και τ' άγρια γένια των βοσκών, το γυμνό φεγγάρι, η μύγα, τα υγρά ντουλάπια, οι ιερές εικόνες οι σκεπασμένες μ' άσπρη νταντέλλα, ο ασβέστης, η γραμμή των γείσων και των τζαμένιων μπαλκονιών στην Ισπανία κρύβουν μια λεπτή χλόη θανάτου καθώς και φωνές και σύμβολα για το άγρυπνο μυαλό ταράζοντας τη μνήμη μας με τον ασάλευτο αέρα π' αφήνει πίσω του το πέρασμα μας.
Ο δεσμός της Ισπανικής τέχνης με τη γη δεν είναι τυχαίος. Είναι μια τέχνη που πνίγεται στ' αγκάθια και στις πέτρες. Ο θρήνος του Πλεμπέριο και οι χοροί του μεγάλου Χοσέφ Μαρία ντε Βαλντεβιέλσο δεν αποτελούν μεμονωμένα παραδείγματα. Δεν είναι καθόλου σύμπτωση πως απ' όλες τις μπαλάντες της Ευρώπης το ερωτικό αυτό Ισπανικό τραγούδι ξεχωρίζει:
"Αν είσαι εσύ η αγαπημένη μου,
Γιατί δε με κοιτάζεις, πες μου;"
"Κάποτε είχα μάτια να σε δω,
τώρα στη σκιά τα' χω δοσμένα."
"Αν είσαι εσύ η αγαπημένη μου,
Τότε γιατί δε με φιλάς, αλήθεια, πες μου!".
"Κάποτε είχα χείλια για φιλιά,
τώρα στη γη τα' χω χαρίσει."
"Αν είσαι εσύ η αγαπημένη μου,
Γιατί δεν μ' αγκαλιάζεις, πες μου !"
"Κάποτε είχα χέρια για αγκαλιά,
Τώρα σκουλήκια έχουν γεμίσει."

…Το ντουέντε δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγεί ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα.
Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το ντουέντε σπρώχνει το δημιουργό σε μιαν αντρίκεια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Κι ενώ η μούσα κι ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με το διαβήτη τους, το ντουέντε πληγώνει, και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου.
Η μαγική ιδιότητα ενός ποιήματος στηρίζεται στη συνεχή παρουσία του ντουέντε έτσι που εκείνος που το αντικρίζει να βαφτίζεται σε σκοτεινά νερά. Γιατί με το ντουέντε είναι πιο εύκολο να νιώσεις και ν' αγαπήσεις και ξέρεις πως και 'σενα θα σε νιώσουν, πως και συ θ' αγαπηθείς. Κι αυτός ο αγώνας για έκφραση και για την επικοινωνία της έκφρασης φτάνει σε στιγμές που παίρνει στην ποίηση τη μορφή μιας πάλης μέχρι θανάτου.
…Είπαμε πως το ντουέντε γυρεύει την πληγή, το χείλος του γκρεμού, κι ότι εμφανίζεται πάντα εκεί που οι μορφές χάνονται η μια μέσα στην άλλη σε μια νοσταλγία βαθύτερη απ' την εξωτερική έκφρασή τους. Στην Ισπανία (όπως και στην Ανατολή, όπου ο χορός είναι εκδήλωση θρησκευτική), το ντουέντε ασκεί απεριόριστη εξουσία πάνω στα σώματα των χορευτών του Καντίθ που ύμνησε ο Μαρτιάλις, στα στήθια των τραγουδιστών που ύμνησε ο Γιουβενάλις και σ' όλη την τελετή της ταυρομαχίας, ενός πράγματι θρησκευτικού δράματος όπου, όπως και στη θεία λειτουργία, λατρεύεται και θυσιάζεται ένας θεός.
Είναι σα να συγκεντρώνεται όλος ο δαιμονισμός του κλασικού κόσμου σ' αυτό το τέλειο θέαμα, σύμβολο του πολιτισμού και της μεγάλης ευαισθησίας ενός λαού που ανακάλυψε τον ωραιότερο θυμό, την ωραιότερη μελαγχολία και τον ωραιότερο πόνο του ανθρώπου. Ούτε στον Ισπανικό χορό ούτε στην ταυρομαχία υπάρχει καμιά διασκέδαση. Το ντουέντε φροντίζει να γεννήσει τον πόνο μέσα στο δράμα, ξεκινώντας από ζωντανές μορφές κι ετοιμάζει τη σκάλα της φυγής απ' την πραγματικότητα που μας περιβάλλει.
Το ντουέντε επιδρά πάνω στο σώμα της χορεύτριας όπως ο άνεμος πάνω στην άμμο. Με μαγικές δυνάμεις μεταμορφώνει ένα απλό κορίτσι σε φεγγαρόπληκτη παραλυτική, κάνει ένα τσακισμένο γεροζητιάνο που γυρίζει τις ταβέρνες να κοκκινίζει σαν έφηβος, κρύβει μέσα σε μακριές πλεξίδες το άρωμα του λιμανιού τη νύχτα και κάθε στιγμή εμπνέει στα χέρια κινήσεις που γέννησαν τους χορούς όλων των καιρών.
Μα αξίζει να τονιστεί πως το ντουέντε δεν επαναλαμβάνεται ποτέ, όπως τα σχήματα της θάλασσας δεν επαναλαμβάνονται ποτέ στη θύελλα…