Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2016

ήρωες και υπάνθρωποι...





Κ
ανείς θνητός δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τους αθάνατους Κάποτε βέβαια ο βροτός τολμά να σηκώσει με αυθάδεια το βλέμμα στους άμβροτους
Όμως υπάρχουν και οι ήρωες
Και όταν το βλέμμα σου πέσει πάνω τους
τότε σώνεται η αυθάδεια
τη θέση της παίρνει το δέος… η ντροπή… η επίγνωση…
Απέναντι στο θεό, στο θείο, στο Άπειρο, στην Ιεραρχία μπορείς να σηκώσεις το ανάστημά σου, να βρίσεις, να εκστομίσεις τα ακατανόμαστα… ξέρεις ή ελπίζεις κρυφά ότι θα σκορπιστούν στους πέντε ανέμους… όπως όταν ρίχνεις μια πέτρα στον ωκεανό…
Το θείο απολαμβάνει την πολυτέλεια του απρόσιτου κατοικεί στο Γνόφο του Αχανούς και κανείς δεν έχει ιδέα τι είναι το Αχανές πόσω μάλλον ο πυρήνας του Μονάχα τις ιερές αφηγήσεις έχουμε για όλο τούτο. Ίσως και κάποιες υποψίες, κάποιες ποιοτικές επιδράσεις που φέρνουν τα όνειρα και ο έρωτας καθώς και οι περιοχές που γειτνιάζουν με το θάνατο Εκεί δηλαδή που οι πύλες της αντίληψης διευρύνονται
Ως θνητός μπορείς να καταγγέλλεις τους Αθάνατους.
Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά με τους Ήρωες
Απέναντι στους ήρωες έχεις μονάχα τη σιωπή σου… γιατί δεν μοιάζουν με τους αθάνατους, δεν έχουν την αλαζονεία τους, δεν έχουν απομακρυνθεί από την ανθρώπινη ‘κοινότητα’ τόσο ώστε να είναι δονήσεις μιας άλλης συχνότητας, ξένης, άγνωστης…
Οι ήρωες είναι μια όψη που περιέχεις κι εσύ… με μια έννοια είσαι εσύ αλλά αλλιώς… κι αυτό το αλλιώς το σέβεσαι, δεν το ρυπαίνεις…

«Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια…», έλεγε ο Εμπειρίκος στην Υψικάμινο… πάνε χρόνια από τότε… ο Εμπειρίκος έγραψε πολλά, έζησε, γέρασε και πέθανε… η χαμέρπεια είναι πάντοτε νέα, σφριγηλή… αήττητη…
«Δεν ήρθαμε στη ζωή για να την απολαύσουμε αλλά για να την υπηρετήσουμε», έγραψε κάποτε ο Λουντέμης. Όμως αυτό που ο θνητός αντιλαμβάνεται 99 στις 100 των περιπτώσεων είναι μια λεπτή φλοίδα από αυτό που είναι η ζωή. Όλο το υπόλοιπο παραμένει άγνωστο, ανάγευστο, σχεδόν αδιανόητο για τον άνθρωπο…
Πώς να υπηρετήσεις κάτι που αγνοείς;

Οι ήρωες λοιπόν είμαστε εμείς αλλά αλλιώς… τούτο σημαίνει πως κάποτε ήταν κι εκείνοι βυθισμένοι στην τυφλότητα, την χαμέρπεια, την άγνοια της αποστολής τους… Κάποτε δεν ήταν απλώς άνθρωποι, πέρασαν και από το στάδιο των υπανθρώπων…
Μερικοί πέτυχαν το μυητικό ‘άλμα’… από υπάνθρωποι πέρασαν στους ήρωες. Από το πλήρες σκότος, το βαθύ σκότος, βρέθηκαν στο Φως και φαίνουν… Λάμπουν και δικαιώνουν την ύπαρξή τους. Γνωρίζουν πώς να υπηρετούν και βοηθούν την ανθρωπότητα. Συνήθως αθόρυβα και σιωπηρά. Άλλες φορές με κάποια ηχηρή εξωστρέφεια.
Κι αυτή η κατάσταση όμως δεν είναι μόνιμη. Είναι ρευστή και παράξενη.
Ενίοτε κάποιοι ήρωες μπορεί να γυρίσουν ξανά στην κατάσταση των υπανθρώπων… όχι ακριβώς… όχι με ασύνειδες διεργασίες, όχι ως ατύχημα… γυρίζουν γιατί εξωθούνται από υπέρτερες δυνάμεις… Τα αποτελέσματα είναι φοβερά καθώς πλέον υπηρετούν τον ‘άρχοντα του κόσμου’…
Μοιάζουν με τα ηλεκτρόνια που αλλάζουν με ασύλληπτες υπερταχύτητες ενεργειακές στοιβάδες… άλλοτε βρίσκονται κοντά στον πυρήνα και άλλοτε στην περιφέρεια…
Και κάποιες φορές συμβαίνει αυτό που λέμε ‘σύντηξη’…
Μια μεταστοιχείωση… μια υπαρκτική αλλοίωση… μυστηριώδης, αινιγματώδης και τρομακτική…
Και οι ήρωες γίνονται ξανά αυτό που ήταν πάντα
Υπάνθρωποι
Μονάχα αλλιώς… γιατί είναι μυημένοι… γιατί υπήρξαν διδάσκαλοι… γιατί έχουν το Βλέμμα…

Και μοιάζουν με τυφλά φυσικά φαινόμενα που παρασύρουν δικαίους και αδίκους στο πέρασμά τους…
Και καταστρέφουν ό,τι προσβάλλει το μιαρό τους μανδύα…
Και αφανίζουν ό,τι δεν περιέχει το νοσηρό τους βλέμμα…


Vine Snake Strike

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2016

Προκρούστης





ξύπνησε μέσα στα ψέματα
το κεφάλι του κολυμπούσε σε μια γλοιώδη μάζα, μια μικρή λίμνη από ένα βρωμερό ζελέ
για κάποιο λόγο, ήξερε ότι αυτή η άθλια κολλώδης ουσία ήταν… ψέματα…
ήταν η σάρκα του ψεύδους… δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά το ένιωθε…
κι ενώ πάλευε να ανοίξει τα μάτια του, τον χτύπησε κάτι που ήρθε κατευθείαν από τον ονειροχώρο
ένα ουρλιαχτό στ’αυτιά του
«απόστρεψε το βλέμμα σου από τα μάτια σου!»
φωνή γυναίκας
γυναίκας που έχει φορέσει έναν αρχαίο μανδύα και έχει όλες τις Δυνάμεις να την βοηθούν
και να την υπηρετούν
μιας πολύ θυμωμένης γυναίκας…

δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι
δεν ήταν δεμένος
δεν ήταν λυτός
ένιωθε ότι δεν έπρεπε να επιχειρήσει να σηκωθεί
δεν θα άρεσε καθόλου αυτό… σ’Εκείνη…
την σκέφτηκε και μια νέα ριπή από τα εσώψυχα του Αγνώστου τον κεραυνοβόλησε
«δέσμιος νιώσε παγωμένε… άθλιε, πόρνε, πωρωμένε!»

ρίμες… ρίμες από το σουρεαλιστικό πανηγύρι του μυαλού του…
κάτι γνώριμο
δες
βρισκόταν στο δωμάτιό του
να κάτι γνώριμο, να κάτι παρήγορο… το παράλογο κερδίζει όταν η τοπολογία αλλοιώνεται
το λογικό κερδίζει όταν τα ταβάνια είναι πάνω, τα πατώματα κάτω και οι τοίχοι δεν συγκλίνουν για να σε συνθλίψουν
όλα στη θέση τους
όλα σχεδόν φυσιολογικά
εκτός
από τη μικρή αυτή λεπτομέρεια βέβαια
ότι δεν μπορούσε
και δεν έπρεπε να κινηθεί

να σκεφτεί;
ίσως ούτε και να σκεφτεί
έπρεπε λοιπόν
να δράσει

οχυρωματικά έργα
έργα ανάσχεσης
κάποιο τούνελ
κάποιο χαράκωμα
κάποια περιοχή ασφαλείας
ο νους εργαζόταν πυρετωδώς
αν μπορούσε να φτιάξει μια περιοχή ασφαλείας
μια περιοχή όπου θα μπορούσε να σκέφτεται
ελεύθερα
χωρίς την τρελή αυτή που τον ξέσκιζε με τις φωνές της να μπορεί να τον αγγίξει…
τη σκέφτηκε πάλι
μια ηχητική σφυριά σχεδόν του έκοψε την ανάσα
«λίπανε το αίμα σου με το ψέμα σου!»

τι σκατά ήταν αυτά;
και πως διάολο είχε μπλέξει έτσι;

οχυρωματικά έργα
οικοδομικά έργα
σιγά σιγά
να τα φανταστείς
φτιάξε το χαρμάνι πρώτα
ναι, άμμος, νερό, χαλίκι… ναι…
φτιάξ’τα καλά
ανακάτεψε
φτιάξε το μίγμα
φαντάσου τα όλα
το καλούπι
ξύλινο καλούπι
μέσα θα ρίξεις το τσιμέντο
να φτιάξεις ένα τοίχο πολύ ψηλό
θεόκλειστο ολόγυρα
και μέσα εσύ
να σκέφτεσαι ελεύθερος

«ελεύθερος»

ένας τρομερός πόνος
κάτω από το στέρνο, δεξιά
συκώτι;
τον λύγισε, τον έκανε να κλάψει
φωνή;
πουθενά η Σκύλα…
βουβή…

τη δουλειά σου εσύ
μην αφαιρείσαι
έτοιμο το καλούπι σου;
μπράβο! μπράβο!
το χαρμάνι σου έτοιμο;
ναι
μια χαρά… έτοιμο
μην χάνεις χρόνο
γέμισε τους τενεκέδες
και άρχισε να ρίχνεις
έλα
φαντάσου τα όλα
βήμα βήμα
φαντ…

μια μαχαιριά στα νεφρά του
δάγκωσε τα χείλη του
αίμα
«λίπανε το αίμα σου με το ψέμα σου…»

δεν έπρεπε
δεν έπρεπε σταγόνες από το αίμα του να στάξουν στην γλοιώδη μάζα…
δεν έπρεπε…
έγλειψε το αίμα
κάθε σταγόνα
να μην ξεφύγει καμιά
καμιά
τα κατάφερε

στο εργοτάξιο εσύ
κι ας πονάς
κι ας φοβάσαι
όταν θα εξαπολύσει τις μεγάλες της ριπές
εσύ πρέπει να έχεις προλάβει
να έχεις προλάβει άνθρωπέ μου…

ένα κύμα… ένα παράξενο κύμα φουσκώνει μέσα στο στέρνο του
η καρδιά του
η καρδιά του θα πρέπει να έχει τριπλασιαστεί σε μέγεθος
και η φωνή της Γυναίκας
τούτη τη φορά με ένα εξωφρενικό, τρανταχτό γέλιο που χτύπησε σαν τεκτονικός σεισμός τα κύτταρά του
«σταυρώσου ενώπιόν μου!!...ενώπιόν μου! σταυρωμένος ο χωλός, και θ’αναστηθεί νομίζει ο σεσηπώς!!!»

μακάβριες ρίμες… παράνοια…
ιδρώτας σε όλο του το αγκυλωμένο σώμα

τη δουλειά σου εσύ αγόρι μου
άστην να σκούζει
αγνόησέ την
κι ας μοιάζει το ουρλιαχτό της σαν Αρπυιας που στάλθηκε απ΄τον Άδη
εσύ τη δουλειά σου
ρίχνε το μίγμα μέσα στο καλούπι σου
δεν θες πολύ ακόμα
ο φράχτης να είναι ψηλός
γερός και ακλόνητος
φαντάσου τον έτσι
ναι
έτσι φαντάσου τον
γερό
ψηλό
ακλόνητο!

νέα σουβλιά
στο δεξί του πόδι
στη βουβωνική περιοχή
πόνος τρελός
του διαπέρασε κάθε πρόχειρη θωράκιση
σαν τρυπάνι
και τον παρέλυσε

μια νέα εξέλιξη
δεν μπορούσε να δει!
ως λίγο πριν υπήρχε το γνώριμό του δωμάτιο
οι κουρτίνες του, η βιβλιοθήκη του, εκείνη η αφίσα με τον τυφλό Μπόρχες απέναντι
τώρα σκοτάδι

πρέπει να βιαστείς αγόρι μου
να βιαστείς
σε πλημμυρίζει η Στύγα
έλα
πρέπει να βιαστείς…
να
ο μισός τοίχος είναι κιόλας έτοιμος
τι βλέπεις
που κοιτάς;
άσε τα οράματα τώρα
είσαι ένας τυφλός σακάτης
άσε τα οράματα και δούλευε…
τι βλέπεις;
πίσω από το έργο μας
και δεξιά
και αριστερά
κάτι σηκώνεται
κάτι αναπνέει ε;
ναι
το αισθάνομαι
κάτι φουσκώνει μέσα στη ‘γη’
κάτι θα ορθωθεί σε λίγο
και θα μας ρουφήξει στη Κόλαση
χέστο!
γάμα το σου λέω!
κάνε τη δουλειά σου εσύ!
φαντάσου
το έργο τελειώνει
έμεινε ένα μικρό κομμάτι μόνο
κι ύστερα
θα κάνουμε ένα πήδο ‘ώπα!’
και…
και Αυτή θα πάει στα τσακίδια!

τη μελέτησε πάλι
αδιόρθωτος
μέσα στα κύματα των αλλεπάλληλων πόνων
από χίλια δυο σημεία του κορμιού και της ψυχής του
σαν πυρετός έφτασε τούτη τη φορά η κραυγή της
και τον αρρώστησε μέσα σε δευτερόλεπτα!

«θέλεις το μαύρο σου να κρύψεις από μένα; Από μένα!
θέλεις το μυσαρό σου να φωλιάσεις; Οφιόμορφε!
θέλεις τους παλμούς της καρδιάς σου να ξανανιώσεις;
Στο χωνευτήρι μου! Εκεί την ανάσα σου θ’απλώσεις!!»

εκκωφαντικά γέλια
κι ύστερα
ξαφνικά
λες και οι μυθικές Γραίες με το ένα μάτι
του τραγουδούσαν ένα ‘νανούρισμα’ του Κάτω Κόσμου
λες και ο Χάροντας τον σπλαχνίστηκε για λίγο
και του χάιδεψε το μάγουλο
με το άσαρκο χέρι του

σιωπή
σιωπή
σιωπή…

βιάσου!
τώρα
τώρα σου λέω!
σίγησαν οι αγέρηδες του Πλούτωνα
βιάσου αδελφέ μου
έλα
ένα μικρό κομμάτι έμεινε
μην κοιτάς ολόγυρα!
ξέχνα το ‘ολόγυρα’
τελείωνε
μια τόση δα τρυπούλα έμεινε
να
φαντάσου το
πως κάνεις μια βουτιά
και μπαίνεις μέσα!
όμορφα μέσα ε;
και κει θα τελειώσεις το φράχτη σου
μέσα
πρόσεξε
πρόσεξε μην κάνεις το λάθος
ναι
το ξέρω
τούτη η σιγή δεν είναι για καλό
τούτη η άπνοια δεν έχει χαμόγελο μέσα της
έχει σάπια δόντια
και κίτρινα βλέμματα
μην δίνεις σημασία στα βλέμματα
προχώρα
έλα
κάνε αυτό που πρέπει
έλα!
βιάσου!

Το Μεγάλο Κύμα σηκώθηκε
μέσα από τα έγκατα όλων των αρχαίων και ξεχασμένων και ρυπαρών διαστάσεων μορφώθηκε
το σώμα του το ένιωσε
λες και του έκοβαν τα μέλη ένα προς ένα
και τα συναρμολογούσαν ξανά
αδέξιοι ‘μάστορες’
λες
και ο Προκρούστης είχε σαρκωθεί μέσα στα σπλάχνα του
και τον κοιτούσε με τον ακονισμένο μπαλτά του
πίσω από το φριχτό του χαμόγελο
οι αρθρώσεις του έτριζαν
τα κόκκαλά του ράγιζαν
το μυαλό του στένευε
η φωνή της τον μαστίγωνε

«χορεύω τώρα πάνω στα νεφρά σου!
και απολαμβάνω το πυρώδες σπέρμα σου!
έλος και πύο και σάλιο από φωτιά
θα σε κάνω
έρχομαι Ολόκληρη όλοι οι Αιώνες
αναδύομαι από το Χτες και το Πάντα
γεννημένη για να σε ερωτεύομαι
για να σε τρώω
για να σε γεύομαι!!
έρχομαι
να με υποδεχτείς
με το πιο όμορφα
διαμελισμένο σου είναι!»

τώρα σου λέω!
τώρα!

με όση αγάπη έμεινε στα βλέφαρά μου
ψυχή μου
με όση αγάπη!!
τώρα!

……………………………..

σηκώθηκε
έκανε βήματα αργά
κουτσαίνοντας
ως το παράθυρό του
έβλεπε τα είδωλα θολά
έβλεπε
άνοιξε το παραθυρόφυλλο
δροσιά και ήλιος
χίμηξαν
χίμηξαν πάνω του

μυρμήγκιασε ολόκληρος
έπεσε στα γόνατα
κι άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί

διψάω
είπε
και ο ήλιος έτρεχε πάνω στο σώμα του…


Οκτ2012


Experiment IX

Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2016



 Ερπετό

 Illumination of Serpent
Mound See1,Do1,Teach1's photostream


Έγκατα

Η Μήτρα… το Αρχαίο Στόμα… οι δυο γηρασμένοι Πνεύμονες που πάλλονται από το βρώμικο φως… το Έρπον Πυρ… φυλακισμένες ιαχές στο υγρό δώμα του Άιν Σοφ… ιαχές… ιαχές… η Κλείδα των Πυροναυτών… έγκλειστοι υποχρεούμενοι σε νεκρολαγνικές τελετές… και το απόστατο Σώμα που σώθηκε από τον Ίακχο και το Ναζαρηνό…

Τόσος πόθος…
Τόση λαγνεία…
Τόση λαχτάρα αθανασίας…
Τόσο αίμα από βρέφη νεκρά…

Η Ιεριχώ…

Γοφοί… λαγόνια… πρησμένα στήθη… διχαλωτή γλώσσα… ο οφθαλμός του αδελφού… το δεδικασμένο των παλαιών πολεμιστών… οι ανάπηροι… οι ακέραιοι… οι τρωγλοδύτες… οι πόρνοι… οι σεσωσμένοι…
Και ρώτησε τον εαυτό του: είναι πιο αληθινό το Είδωλο από τον Καθρέφτη;
Και ρώτησε τον Φύλακα: είναι εμβόλιμα τα όνειρα θανάτου στους ανθρώπους;
Και ρώτησε τον Έκπτωτο: είναι η Εδέμ ένα πορνείο ψυχών;

Η Τροία…

Και ρώτησε την Αφροδίτη: είναι ο πόλεμος πιο βδελυρός από το βλέμμα;
Και ρώτησε τον Ερμαφρόδιτο: είναι ο κόσμος πιο νοσηρός από το αίμα;
Και ρώτησε τον Ιανό: είναι ο άνθρωπος πιο μόνος από την προσευχή του;

Η Ρώμη…

  

Αυτό(ς) που έρπει

Οι δυο άνθρωποι αναζητούσαν τα χέρια τους. Ξεκινούσαν κάθε πρωί, κάθε αυγή με την ίδια ελπίδα, με τον ίδιο σπαραγμό, με την ίδια σιωπή. Εκείνος όδευε πάντοτε στη Δύση, εκείνη στην Ανατολή. Στο τέλος της ημέρας, έπιναν νερό από τον φλογισμένο ποταμό και έκαναν έρωτα. Στο τέλος της ημέρας κλείνονταν στο Σπήλαιο και χάραζαν στο βράχο την ανάσα τους. Στο τέλος της ημέρας, σφάλιζε ο ένας τα μάτια του άλλου με ένα φιλί και κοιμόντουσαν.
Δεν είχαν όνειρα.
Ποτέ.
Δεν είχαν άγγιγμα.
Είχαν δηώσει τα σώματα.
Χωρίς το άγγιγμα.
Δεν είχαν χέρια.
Δεν είχαν βλέμμα.

Μια μέρα…

Εκείνος ανακάλυψε τα δικά της χέρια.
Περίμενε ως το τέλος της ημέρας για να της μιλήσει.
Αλλά εκείνη δεν επιτρεπόταν να τον πλησιάσει πια. Δεν επιτρεπόταν πια να τον πλησιάζει. Δεν επιτρεπόταν ούτε την ανάσα της να μοιράζεται μαζί του.
Εκείνος φόρεσε τα χέρια της και το επόμενο πρωί έφυγε από το Σπήλαιο.
Δεν θα έδινε ποτέ την εντολή στα χέρια του να τον υπακούσουν.
Έφυγε από το Σπήλαιο δακρυσμένος.

Έρποντας…


 Στύγα

Την ώρα που βουτούσε στα νερά ο λεπρός, ένας μικρός άγγελος με αχνογάλαζα φτερά ήρθε κοντά του.
Πάρε με κοντά σου, του ψιθύρισε.
Ο λεπρός τον αγνόησε.
Βούτηξε στα σκοτεινά νερά. Και ξαναβγήκε με τη μορφή ερπετού.
Την ώρα που βουτούσε στα νερά η πόρνη, ένας μικρός άγγελος με αχνοπόρφυρα φτερά την πλησίασε.
Φίλησέ με, της είπε.
Εκείνη τον αγνόησε.
Βούτηξε στα σκοτεινά νερά. Και όταν ξαναβγήκε, ήταν ερπετό.
Την ώρα που βουτούσε στα νερά ο άγιος, ένας μικρός δαίμονας με φλογισμένη σάρκα και κατακόκκινα μάτια τον ζύγωσε.
Δώσε μου να πιω, τον παρακάλεσε.
Ο άγιος τον σπλαχνίστηκε. Έβαλε τις χούφτες του στο νερό και του προσέφερε νερό.
Ο δαίμονας ήπιε με απληστία το νερό.

Έγινε ερπετό και δάγκωσε τον άγιο στο λαιμό.

  

Ύψιλον

Φορούσε στο λαιμό της εκείνο το μενταγιόν.Με την τιρκουάζ μικρή πετρούλα.
Πήγαινε κάθε απόγευμα δίπλα στη μικρή λίμνη.
Ψιθύριζε το όνομά του.
Τον καλούσε κοντά της.
Εκείνος, έβγαινε μετά από λίγο από το νερό και έρποντας, δειλά δειλά, πλησίαζε κοντά της.
Δεν τον φοβόταν.
Όχι, δεν τον φοβόταν.
Ήξερε πως ήταν απαίσιος στην όψη, πως ήταν ένα αρχαίο πλάσμα, ένα τέρας.
Τον συμπονούσε.
Η καρδιά της είχε έναν ωκεανό τρυφερότητας γι’αυτό το τέρας.
Κάθε απόγευμα του τραγουδούσε.
Κάθε απόγευμα του μιλούσε για τα όνειρά της, τις περιπέτειες της ημέρας, τα ασήμαντα που γέμιζαν τη ζωή της.
Κι εκείνος την άκουγε.
Κι εκείνος γρύλλιζε και ανάσαινε βαριά και σταθερά.
Πονούσε.
Πέθαινε…
Το είχε καταλάβει.
Κάθε απόγευμα άκουγε το ρόγχο του να γίνεται όλο και πιο ακανόνιστος, βαθύς, άρρωστος.

Κι ένα απόγευμα…

Καθώς του μιλούσε για όσα είχε περάσει στο πρωινό της, ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια της και γύρισε και τον αντίκρισε.
Το πλάσμα αιφνιδιάστηκε, αναδιπλώθηκε, συρρικνώθηκε και τεντώθηκε ξανά μακριά της. Έβγαλε έναν σπαραχτικό ήχο και άρχισε να έρπει ξανά προς τη ρηχή λίμνη.
Εκείνη σηκώθηκε, άπλωσε το μικρό της χέρι, τον κράτησε. Ένιωσε στα δάχτυλά της τη σάρκα του. Δεν αηδίασε, δεν μόρφασε.
Τον αγαπούσε.
Έκλεισε ξανά τα μάτια της.
Το πλάσμα άρχισε να βγάζει ένα παράξενο ήχο από τα σωθικά του.
Η σάρκα του έκαιγε αλλά η εκείνη δεν τον άφηνε. Δεν θα τον εγκατέλειπε.
Ποτέ.
Άνοιξε την καρδιά της και από μέσα της ξεχύθηκε όλη της η αγάπη.
Το πλάσμα ησύχασε.
Ύστερα από λίγο δεν τον ένιωθε πια.
Ύστερα από λίγο άνοιξε τα μάτια της.
Ξανά.
Χαμογέλασε.
Δάκρυσε.
Μια μικρή πεταλούδα βρισκόταν μέσα στην παλάμη της.
Με χρυσοκίτρινα φτερά.
Κι ένα καταγάλανο Υ ζωγραφισμένο πάνω τους.
Λες και την κοιτούσε.

Την κοιτούσε…


 Απρ2013