Κυριακή, Μαρτίου 29, 2015

ένα ακόμη Υ...




Όσο διαρκεί εντός σου η ψευδαίσθηση πως ο κόσμος αυτός μπορεί να αλλάξει, παραμένεις νέος… όταν ξημερώσει η μέρα που ψευδαίσθηση αυτή δεν θα φιλοξενείται πια στην καρδιά και στο μυαλό σου, έχεις πάψει να έχεις οποιαδήποτε σχέση με τη νεότητα… δεν είσαι ίσως γέρος αλλά έχεις απομακρυνθεί από τη νήσο των ονείρων, τη νήσο με τις πηγές του αθάνατου νερού… και οδεύεις ολοταχώς προς το τέλος μέσα στη θάλασσα της φθοράς…
Μεταξύ της ψευδαίσθησης αυτής και της κατάθλιψης, δεν τίθεται κανένα θέμα, καμιά συζήτηση, επιλέγω την πρώτη…
Έτσι νιώθω τουλάχιστον…
…διότι ανάμεσά τους είναι το Μεγάλο Σκοτεινό Δάσος της Πραγματικότητας, του Ρεαλισμού και του Κυνισμού… και όλα με κεφαλαία για να αποδοθεί το φρικαλέο μέγεθός τους… όμως το ότι επιλέγω την ονειρική αληθινότητα της ψευδαίσθησης, πως δηλαδή αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και πρωταγωνιστή μάλιστα να έχει εμένα (ή έστω και εμένα), δεν σημαίνει ότι αυτόματα έχω ικανωθεί να υπηρετήσω αυτή την επιλογή… γιατί είναι μια επιλογή πολύ πιο επικίνδυνη από την άλλη, του κυνικού ρεαλισμού… διότι στην ονειρική αληθινότητα οι απαιτήσεις είναι μεγάλες και τα αναστήματα αναλόγως ονειρικά… δεν έχουμε να κάνουμε με ‘διαχειριστές’ και στεγνούς τεχνοκράτες του χρόνου και των τεμαχισμένων ελπίδων… εδώ έχουμε να αναμετρηθούμε με τα Έγκατα, το Αχανές και το Είναι… Τα πράγματα είναι ζόρικα, η γλώσσα διαφορετική κι εμείς δεν ξέρουμε καν την αλφαβήτα… γιατί έχουμε απωλέσει τη γλώσσα του Ονείρου και του Είναι υιοθετώντας την απείρως πιο βολική και… μανιτζέβελη της ‘καθημερινότητας’, της χρηστικής απλότητας, της ουδενίας πάει να πει…
Μπροστά στο πελώριο αυτό Υ…
…διανύεις με μόχθο το κάτω πόδι, το κάθετο κι έρχεσαι μοιραία στον κόμβο του στοχασμού πριν την απόφαση… αριστερά ο κυνισμός που χασκογελάει με χρυσά δόντια σε ένα σάπιο πρόσωπο… δεξιά η Αλήθεια, το Όνειρο, η Ποίηση, ο Έρωτας… το Μηδέν και το Αχανές που στροβιλίζονται σαν δαιμονισμένα σύννεφα σε ένα στερέωμα που μοιάζει μεθυσμένο και αλλάζει ολοένα… τι να κάνεις; Τι να επιλέξεις; Ποιο δρόμο να πάρεις;
Ο πρώτος μοιάζει αποκρουστικός αλλά υπόσχεται μια μίζερη ασφάλεια κι ένα βηματισμό ανάγκης και αίματος… αλλά τον υπόσχεται να πάρει και να σηκώσει… δεξιά σου το χάος, το τίποτε που μπορεί να κρύβει τα πάντα… το διαρκές μέσα στη στιγμή… το ακαριαίο που βιώνεται μια αιωνιότητα… το τίποτα που σε ραντίζει με το Όλο… η τρέλα… η Αγάπη… ίσως ο Θάνατος στο επόμενο βήμα…
Ξέρεις τι θα διαλέξεις τελικά… αυτό που μοιάζει περισσότερο με σένα…
Δεν θα επιλέξεις εσύ στην ουσία… Αυτό θα σε επιλέξει… Ό,τι είσαι, η εντελέχεια αυτού που είσαι για την ακρίβεια, αυτό θα σε επιλέξει… θα σου επιτρέψει όμως την αφέλεια να πιστεύεις πως διάλεξες εσύ… έχει κι αυτό την αξία του, τη σημασία του, τη βαρύτητά του…
Κι όμως… στο τέλος του δρόμου…


… υπάρχει ένα ακόμη Υ…

Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2015

Παιδιά διάσημων γονέων...


Έχω σχηματίσει πλέον την άποψη –όχι ακριβώς ‘έμπεδη’ καθώς θα έλεγαν και κάποιοι γραμματιζούμενοι αλλά τείνει προς τα εκεί – ότι όλο αυτό το ζήτημα με την αρχαία μας κληρονομιά, το κύδος και το κλέος των προγόνων, οι μεγάλες επιτεύξεις, τα δυσθεώρητα μεγέθη στη φιλοσοφία, την ιατρική, τις επιστήμες εν γένει, την ποίηση, τη δημοκρατία, το κάθε τι, αποτελεί πλέον ένα συνθλιπτικό, Σισύφειο βάρος που δεν μπορούμε να σηκώσουμε… και κατά τη γνώμη μου, δεν είμαστε και υποχρεωμένοι να σηκώσουμε… διότι θα κυλάμε το βράχο μερικά μέτρα και είναι βέβαιο πως εκείνος θα επιστρέφει και θα μας καταπλακώνει… ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν πούμε συγκρινόμαστε αμέσως με τους μεγάλους μας προγόνους και φαινόμαστε πάντα μικροί κι ασήμαντοι… δεν είμαστε ούτε θα νιώσουμε ποτέ ελεύθεροι να δημιουργήσουμε κάτι άλλο, κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό… αν παρεκκλίνουμε της πορείας μας πρέπει να απολογούμαστε… εκείνοι έκαναν εκείνο, είπαν το άλλο, δημιούργησαν  το τρίτο κι εσείς είσαστε να σας κλαιν οι ρέγγες… θλιβεροί κληρονόμοι ενός θησαυρού που δεν αξίζετε, δεν μπορείτε να εκτιμήσετε, δεν σας ανήκει εν τέλει…
Συζητώντας με ανθρώπους που γεννήθηκαν και ζουν σε άλλες χώρες –καλόπιστους ή κακόπιστους - πάντα ανακύπτει αυτό το ζήτημα της άδικης και εξωφρενικής σύγκρισης με τον Πλάτωνα, τον Αλέξανδρο, τον Σοφοκλή και τον Ευκλείδη… ό,τι και να κάνουμε είμαστε κατώτεροί τους… σηκώνουμε το κεφάλι μας από το χώμα αλλά ήλιο δεν βλέπουμε… η σκιά τους είναι τεράστια και δεν φτάνουν πέντε ζωές για να τους μελετήσουμε, να τους ζυγώσουμε, να συνεχίσουμε στ’ αχνάρια τους… τρομερή μοίρα και μελαγχολικά τα συμπεράσματα…
Αν έχουμε την παγκόσμια συμπάθεια από δυνατούς και ισχυρούς, δεν οφείλεται σε τίποτε άλλο παρά στην ελληνική γλώσσα, τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη Σαλαμίνα και το Μαραθώνα. Και στον Αλέξανδρο βέβαια… η συμπάθεια δεν είναι προς εμάς αλλά προς εκείνους… είναι όπως βλέπεις σε ένα παιδάκι τους γονείς του που αγαπάς αλλά δεν δίνεις δεκάρα γι αυτό το ίδιο. Τα παιδιά διασήμων γονέων σπάνια είναι ευτυχισμένα. Οι προβολείς είναι πάνω τους διαρκώς, με αναιδή απληστία και αήθη αδιακρισία. Και φυσικά με το δάχτυλο του εισαγγελέα να κουνιέται συνεχώς στη μύτη τους… αυτά τα παιδιά δεν κέρδισαν ούτε λεπτό δημοσιότητας… την κληρονόμησαν σαν ευχή και κατάρα και δεν θα την πετάξουν από πάνω τους ό,τι κι αν κάνουν, όσο κι αν τρέχουν να κρυφτούν.
Και για να δημιουργήσεις κάτι αποκλειστικά δικό σου θα πρέπει κάποια στιγμή ‘να κρυφτείς’. Να μονάσεις, να στοχαστείς, να ‘σκοτώσεις’ το χτες που σε βαραίνει –καλό ή κακό, ένδοξο ή ευτελές, αυτό θα το αποφασίσεις εσύ κι όχι οι άλλοι – και να στοχαστείς. Πάνω σε όλα, γύρω από όλα και σχετικά με όλα. Και να οδηγηθείς στο δικό σου, κατάδικό σου δρόμο, τον οποίο θα βαδίσεις εσύ… χωρίς τις σκιές άλλων, χωρίς να απολογείσαι σε κάθε σου βήμα… θα είναι ο δικός σου δρόμος, η δική σου ατραπός και θα είσαι υπερήφανος γι αυτήν και υπόλογος μονάχα σε σένα.
Μπορεί να γίνει αυτό με την Ελλάδα και τους Έλληνες;
Μπορούμε να φανταστούμε μια άλλη χώρα και έναν άλλο λαό; Που δεν τον διώκουν συνεχώς φαντάσματα του χτες;
Προσωπικά δεν το νομίζω. Αυτά τα ίδια, τα συγκλονιστικά και υπέροχα που μας παρέδωσαν οι πρόγονοί μας και που γι αυτά δικαίως φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, αυτά είναι που μας έχουν δεθεί στο λαιμό σαν βαριά κοτρόνα και μας σέρνουν στα βάθη των ωκεανών του χρόνου.
Μπορούμε ίσως να ονειρευτούμε όμως. Μια εποχή και έναν κόσμο όπου κανείς δεν θα κρίνεται και κατακρίνεται με βάση το εθνωνύμιό του ή το επώνυμό του ή το οικόσημό του αλλά με βάση και μόνο τις δικές του πεποιθήσεις, τις δικές του αντιλήψεις, το δικό του έργο.
Και θα έχει δικαίωμα και στο λάθος.
Και η πραγμάτωση, η επίτευξη, το οτιδήποτε, μικρό ή μεγάλο, δεν θα συγκρίνεται με ό,τι πέτυχαν οι δικοί του, οι πρόγονοι, οι παππούδες και οι γονείς του.

Θα είναι η δική του περπατησιά, το δικό του βλέμμα, οι δικοί του ορίζοντες…

Looking for a seat

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

Εμπαιγμός!


Προσωπικά μόνο ως εμπαιγμό μπορώ να το εκλάβω… δημοτικοί χοροί και ξεφάντωμα μετά την παρέλαση που δεν καταργήθηκε αλλά καλά κρατεί…
Με φτώχεια, ανεργία και χιλιοκαρπαζωμένους τους… χορευτές… ωραία… του χρόνου (αν θα υπάρχει η ίδια κυβέρνηση και αν θα υπάρχει καν ΣΥΡΙΖΑ και λυπούμαι που το γράφω καθώς δεν το εύχομαι) να γίνουν και παρελάσεις θωρακοφόρων, τοξοτών, πελταστών και μερικών στοίχων οπλιτικής φάλαγγας για να τιμήσουμε την πολεμικήν αρετήν των ελλήνων εις την διαχρονίαν της… και μετά κλαρίνα, γκάιντες και ώπαααααα! Να καούν τα κάρβουνα!
Και η πλειοψηφία των νέων σε ένα ασφυκτικό, ανοξυγονικό, θλιπτικό περιθώριο…
Αλλά ξέχασα… όταν έχεις αριστερή κυβέρνηση όλες αυτές οι παράτες είναι… διαφορετικές… αλλιώτικες… φιλιώνουν, δεν χωρίζουν…

Η φτώχεια δεν φιλιώνει όμως αλλά χωρίζει άγρια και βάναυσα… όχι μόνο τον πάσχοντα από τους άλλους αλλά και από τον εαυτό του τον ίδιο… και ας χορεύουν όσο θέλουν στο Σύνταγμα… 

Σάββατο, Μαρτίου 21, 2015



Στήθος


Το σταχτί δεν θα ζήσει
άλλο δε θα τυραννήσει το φως
εκείνο που γεννιόταν απ’τη σκιά του Νάρκισσου…

αν ήσουν ένα κατάλευκο ρόδο
θα σε αρνιόμουν

Το σκοτάδι θα εκλείψει
ο Περσέας βγήκε απ’το κατώφλι του νου
και η Μέδουσα κοιτάζει τον εαυτό της
και αφανίζεται

αν ήσουν ένας απόμακρος κρίνος
θα σε αγνοούσα

Το αγόρι εισέρχεται στο Ναό
με το δεξί του χέρι λαβωμένο
έχει δυο μάτια άπληστα
και ένα σκισμένο τετράδιο ποιημάτων
στον κόρφο του
και του σιγοτρώει την καρδιά
κάθε μέρα

εδώ
στο βωμό θα το αφήσει
και θα επιστρέψει το αίμα του
στις φλέβες

αν ήσουν ένα κλεμμένο βλέμμα
θα σε εξόριζα
στο Νότιο σύνορό μου

είσαι ένας επαναστάτης ήλιος
και σε φιλοξενώ
στο στήθος

για να με καις…


Μαρ2012



Τετάρτη, Μαρτίου 18, 2015



ΘΗΡΙΟΝ

Τούτος ο τόπος ο θανατοφόρος.
Εδώ που σωπαίνει η σταροκαλαμιά
μετά το δρεπάνι που δούλεψε.
Πέρα-δώθε φυτρώνουν αραποσιτιές
και αραιό το γένι του κυρίου πρεσβευτή.
Όταν κουβαλάει ο μέρμυγκας τη σοδειά
με τους αραμπάδες της νύχτας
και ο πόντικος φτάνει γενίτσαρος
στα πετροκάραβα και τις καστροπολιτείες
η στέγνια σκληραίνει
τα μάτια της μαυρομαντηλούς
και το αλάτι τη σιωπή μας.
Εδώ
που ωριμάζει μια ακαταμάχητη βλαστήμια
για να τιναχτεί σαν αίμα σφαχτού
στην επίσημη θυσία που 'τοιμάζουν
σολντάτοι και μινίστροι και πάστορες.
Τούτος ο τόπος ο Αρμαγεδών.

Δημήτρης Λιαντίνης (Οι ώρες των άστρων, ποιήματα)

Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2015



Αγάπη

Τόσες μέρες, άι, τόσες μέρες
να σε βλέπω τόσο ακλόνητη και τόσο κοντά μου,
πώς πληρώνεται αυτό, με τι το πληρώνω;
Η αιμόχαρη άνοιξη
στα δάση ξύπνησε,
βγαίνουν οι αλεπούδες απ’ τις σπηλιές τους,
τα ερπετά πίνουν δροσιά,
κι εγώ πάω μαζί σου πάνω στα φύλλα,
ανάμεσα σε πεύκα και σιωπή,
κι αναρωτιέμαι αν τούτη την ευδαιμονία
πρέπει να την πληρώσω, πώς και πότε.
Απ’ όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ’ ό,τι έχω αγγίξει,
μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:
αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,
μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.
Πώς να γίνει αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.
Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω
αν λείψουν μια στιγμή τα ματιά σου.
Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.
Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος,
και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα
που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερικοκιές.
Γι’ αυτό αγαπώ κι όχι γι’ αυτό,
για τόσα πράγματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός,
σημαιοστόλιστος και πενθηφορεμένος,
λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια
και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί
Πάμπλο Νερούδα
Μτφ: Δανάη Στρατηγοπούλου



LoverS

Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2015

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΔΑΥΛΕΙΑ





Μάης
στα τελειώματα η Άνοιξη

Πάλι στο ημερολόγιο,

            Πόσο μεγάλες είναι οι ημέρες πια και πόσο μικρότερες και λιγότερο με σκιάζουν οι νύχτες. Από μικρή αγαπούσα να βολτάρω αυτή την εποχή, λίγο πριν μπει το καλοκαίρι με τα λιοπύρια του και τους αναθεματισμένους τους τουρίστες και τις ξεβράκωτες Αθηναίες, συγχώρα με Θέ μου... Ας είναι. Εκείνος που τα γνωρίζει όλα γνωρίζει κι ετούτο. Γιατί θα πρέπει να υπάρχει η κάθε εποχή, γιατί θα πρέπει να υπάρχει το κάθε τι, τόσο σοφά, τόσο επιδέξια καμωμένο...Ως κι οι ξεβράκωτες απ'τη πρωτεύουσα κάτι καλό θα’χουν, έτσι δεν είναι;


            Ο Μπόμπυ είναι η μόνη μου συντροφιά πια. Ο Μπόμπυ και, βέβαια, τα τρένα. Αυτά τα καταραμένα τρένα του διαβόλου που σημάδεψαν τη ζωή μου από τόσο δα κοριτσάκι. Ο πατέρας τα αγαπούσε, το ξέρω, όλα τ'αγαπούσε ο πατέρας!. Μα εγώ δεν μπόρεσα να τα αγαπήσω ποτές. Κι όχι μόνο γιατί μια τέτοια μηχανή του Σατανά μου έκλεψε κάποτε τον πατέρα, κι όχι γιατί σκλαβώθηκα από μικρή να'μαι σε τούτο το ρημαγμένο σταθμό και να εξυπηρετώ τους επιβάτες που τον θυμούνται -πόσο χαίρομαι που όσο πάει και λιγοστεύουν, χρόνο το χρόνο λιγοστεύουν, άμποτες να'ρθει η βλογημένη μέρα που το καλύβι αυτό θα κλείσει, θ'αραχνιάσει, θα το σβήσουν και οι χάρτες! Όχι, δεν είναι μονάχα όλα αυτά που με έχουν κάνει τόσο να μισώ τα τρένα. Μα είναι που κάποιο Σεπτέμβρη... Όχι, δεν μπορώ να συνεχίσω, ματώνει η ψυχή μου τώρα που σκαλίζω τούτες τις γραμμές, κι απόψε... όχι, δε θα κλάψω κι απόψε για κείνον...
            Νύσταξα ημερολόγιό μου. Ο Μπόμπυ δεν ακούγεται. Απόκαμε ο δόλιος. Πάω να πέσω κι εγώ. Αύριο πάλι...


Σάββατο
Μάης -κι έχουμε ακόμα...

            …Να που ξενυχτώ κι απόψε να σου γράψω. Και σε ποιόν άλλο να γράψω η άμοιρη;  Αχ, να'χε λέει ο Μπόμπυ μου ανθρώπινη λαλιά και να δεις τότε τι θα γινόταν! Πόσο ευτυχισμένη θα'μουνα αν ο γερο-Μπόμπυ μου μπορούσε να φτιάξει πέντε λεξούλες να μιλάμε. Όχι πολλές, να, πως το κάνουν εκείνα τα πουλιά με τα ωραία χρώματα στα φτερά τους, παπαγάλοι μου φαίνεται πως λέγονται. Έτσι είχε πει ο κυρ-Σωτήρης, ο δάσκαλος κάποια φορά που είχε έρθει να με δει και πάνε χρόνια από τότε. Μα, τι σημασία έχει πως τους λένε οι άνθρωποι; Νοιάζεται το τριαντάφυλλο που εμείς το λέμε έτσι; Όπως κι αν το λέγαμε το ίδιο μεθυστικό θα'ταν το άρωμά του! Τι χαζοί μωρέ που είμαστε και κάνουμε τους σπουδαίους! Λοιπόν, να, τέτοια θα ήθελα να πω στον Μπόμπυ μου κι αντί να μου γαβγίσει ή να με κοιτάξει πονετικά, να μου πει: "Μπράβο σου κυρά, σωστά τα λες!"
            Η πρωινή μηχανή έσκισε πάλι μια γίδα στα δυο κι άκουγα τα ουρλιαχτά του ζωντανού ίσαμε εδώ πέρα και έγινε κομμάτια η ψυχή μου. Στο διάβολο τα τρένα σας, μ'ακούτε Αθηναίοι και Ευρωπαίοι; Στο διάβολο κι ακόμα πάρα πέρα! Σχώρα με πατέρα, το ξέρω πως τ'αγάπησες, το ξέρω πως και τώρα εκεί, να, στην αγκαλιά του Αβράμ, είσαι με την ωραία στολή σου, το κασκέτο σου, τη σφυρίχτρα σου και... αχ, πατέρα, πόσο μόνη μ'άφησες να'ξερες!
            Τα κατάφερα πάλι να μουσκέψω τις σελίδες. Κι όσο γερνάω, τόσο πιο εύκολα ανοίγουν οι βρύσες, οι άθλιες!
            Άντε, ας πέσω γιατί αύριο πρωί πρωί θα με περιμένει ο παππούλης, μέρα του Θεού, μην αργοπορήσω και δεν κάνει...


Κυριακή, Μάης
 τέλεψε κι αυτή η βδομάδα

            …Τι ωραία που έψελνε σήμερα ο Νότης της Γιώργαινας, τι τραγούδια των αγγέλων μπήκαν στη ψυχούλα μου και μέρεψαν τις σκέψεις μου και σύχασαν τους λογισμούς μου! Κι ύστερα μίλησε ο παππούλης κι έβγαλε τέτοια λόγια το στόμα του που είπα πως ναι, είναι απ'το Θεό αυτό το ράσο βλογημένο, αλλιώς δεν εξηγείται. Αχ, βρε Μπόμπυ μου, να'κουγες τι έλεγε ο παπάς, θα'θελες ν'αφήσεις τις Κυριακές τη σκυλίσια σου ζωή να γινόσουν άνθρωπος κι από Δευτέρας χαζοκούταβος πάλι!
            Κείνο που δεν κατάλαβα είναι που στο τέλος της λειτουργίας με πλησίασε ο παπά-Θούριος και με ρώτησε σοβαρά: "Γιατί βλογημένη δεν έρχεσαι στην ξομολόγηση πια; Τι κρίματα έχεις και φοβάσαι;" Τι να του πω Μπόμπυ μου; Πως δεν έχω να πω τίποτα, πως είμαι έρημη τόσα χρόνια, πως είμαι απείραχτη και η φλόγα που μ'εκαιγε κάποτες τώρα έχει σβήσει πια ολότελα και να'ταν κι άλλη;... Μα του τα είπα! Κι εκείνος χάιδεψε το μούσι του δύο φορές και με σταύρωσε. "Άιντε στην ευχή της Παναγίας και πρόσεχε μπας και περάσει κανένα τρένο και'χει τον Εξαποδώ μέσα κι όπως είσαι μόνη και πεντάρφανη και άσπροι είναι ακόμη και σφιχτοί οι μηροί σου σε λιμπιστεί και... θου Κύριε!"
            Τι είναι τούτα που μ'είπε ο παππούλης; Τι πράγματα που δεν καταλαβαίνει το φτωχό μυαλό μου; Να φοβάμαι να ξαπλώσω πια στον έρημο το σταθμό μπας και δω τον Εξαποδώ να... Ουστ, ουστ και πάλι ουστ!
            Κουράστηκα σήμερα, τρία χιλιόμετρα μέχρι την εκκλησιά κι άλλα τόσα να γυρίσω, δεν είμαι πια στη πρώτη μου νιότη, Μπόμπυ μου συ γερνάς νωρίτερα από μένα μα κι η κυρά σου τα μετράει πια τα χιλιόμετρα και φουσκώνει και ξεφουσκώνει σα μπαλόνι!
            Να πέσω, αύριο έχω δουλειές με φούντες...


Σάββατο, Μάης
Μέσα του μήνα

            …Τι είναι τούτο που με βρήκε σήμερα;  Τρόμαξα, έχασα το χρώμα μου, σκιάχτηκα, χιλιοσκιάχτηκα η δόλια. Κει που έπλενα τα ρουχαλάκια μου στη βρύση, κι ο ήλιος είχε που έκαιγε τρεις ώρες το ελάχιστο, τι είδα μπροστά μου και έφυγε η ψυχούλα μου; Να'σου ένα παλικάρι, ψηλό και μαυρισμένο απ'το λιοπύρι! Μωρ'τι μαυρισμένο; Μπαρουτοκαπνισμένο δε λέω καλύτερα; Με κοίταξε περίεργα κι άρχισα να κουμπώνομαι, Θέ μου συγχώρα με! Κάτι τις με ρώτησε για το σταθμό, ούτε που θυμάμαι, κάτι που μου είπε πως δουλεύει, Μηχανικός, δεν κράτησα. Μα ύστερα έφυγε και άρχισα να πλένω πάλι και η καρδιά μου πετάριζε λες κι ήθελε να σηκωθεί η σκρόφα να φύγει απ'τα στήθια μου!
            Δεν περάσανε δέκα λεπτά και να'σου αρχινάει ο Μπόμπυ να τραβάει την αλυσίδα και να πετάγεται από δω κι από κει και να κοπανιέται ο άμοιρος και να ουρλιάζει! Ώσπου να σηκωθώ να ιδώ, να'σου μπάστακας ένας άλλος! Χριστέ μου, τι ήταν αυτό! Τούτος ήταν πιο γεμάτος, με μια μαλούρα μέχρι το σβέρκο, ανάκατη και αξύριστος κι άρχισε κάτι να με ρωτάει κι αυτός μα ετούτος πιο αλέγκρος, με ευγένειες και τέτοια που δεν τα μπιστεύομαι εγώ. Νόμισα πως ήθελε να ανοίξω το σταθμό, μα μετά έφυγε κι αυτός, μαζί με τον άλλο, ξαφανίστηκε!
            Ε, να μην τριτώσει; Τρίτωσε! Να'σου σε λιγάκι και μια τσούπρα! Ρούχο δεν είχα σώσει να πλύνω! Κι ετούτη, δημοσιογράφος είπα είναι, ήμουν σίγουρη. Τι στο δαίμονα μωρέ ήρθατε να ιδείτε από την Δαύλεια που ως κι ο Θεός την έχει ξεχάσει; Μα δεν ξέρω τι με ήθελε, τίποτε δεν ήθελε, κουβεντολόι να περνάει η ώρα. Βρε αμέτε στα τσακίδια, πρωτευουσιάνοι κι αν είστε από τα Υπουργεία σας και τον Σημίτη σας, να κι εγώ!
            Το βράδυ που'ρθε από δω ο Ντούλος, τον ρώτησα, αυτός ανακατεύεται μ'αυτά, κάτι μου είπε, θα φτιάξουν λέει να τρέχει το τρένο με το ηλεκτρικό, όπως το Μετρό της Αθήνας! Μωρ'τι μας λές του είπα του Ντούλου και τον ξαπόστειλα από κει που'ρθε! Όλα τα’χε η Μαριορή, Μετρό της έλειπε!
            Άντε, μεσονύχτησε, καλή μου ξεκούραση και βλαστήμησα πολύ σήμερα και πως θ'αντικρίσω αύριο το παππούλη ήθελα να'ξερα!


[εμπνευσμένο από μια εμπειρία μετρήσεων χωροστάθμησης σιδηροδρομικού δικτύου από λίγα χιλιόμετρα πριν την Δαύλεια και ως την Τιθορέα… Άνοιξη του 2000.. το σοκ όταν το συνεργείο μας αντίκρισε το μοναχικό σταθμό της Δαύλειας εντυπώθηκε μέσα μου με μια Γκόθικ παράσταση… και η μοναδική ψυχή που συναντήσαμε στον ερημωμένο σταθμό γέννησε τούτη την μικρή ιστορία… ]