Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες...


Αγνωστον ακόμη παραμένει αν τούτη η ιστορία είναι 'αληθινή' ή 'φανταστική'... ανάλογα το ποιος φαντάζεται και ποιος προβάλει τούτη τη φαντασία στο πεδίο του πραγματικού... της εγρήγορσης, καθώς λένε... ώσπου να ξεκαθαριστεί τούτο το ακανθώδες - για ποιον άραγε; - ζήτημα, ας πούμε ότι παραμένει στο χώρο της μυθοπλασίας...




Ε
ίμαι ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες.
Αρκούμαι στο απλό, το απέριττο, το απαιτητό για την λειτουργική οργάνωση της καθημερινότητάς μου. Και τα πηγαίνω μια χαρά.
Έτσι έμαθα να λέω στον εαυτό μου τουλάχιστον.

Δεν είμαι άνθρωπος του έχειν. Για την ακρίβεια, είμαι κάτοχος ελαχίστων πραγμάτων. Και το πιο ακριβό είναι αυτή η μαύρη πένα από λάκα που μού δώρισε ο πατέρας μου στα 18α γενέθλιά μου. Ήταν πολύ χαρούμενος εκείνη την ημέρα. Γιόρταζε την επιτυχία μου στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Όλοι ήμασταν χαρούμενοι εκείνη τη βραδιά. Οι γονείς μου χόρεψαν ως και ταγκό, κάτι που δεν είχα δει ποτέ πριν και δεν έμελλε να ξαναδώ. Μετά από λίγα χρόνια τους έχασα και τους δυο. Πρώτος έφυγε ο πατέρας. Τον ακολούθησε μετά από έξι μήνες η μητέρα.

Δεν ήθελα ποτέ μου να γίνω πλούσιος.
Για την ακρίβεια, δεν σκεφτόμουν ποτέ το χρήμα. Ο πατέρας μου έλεγε πως ‘πλούσιοι γίνονται όσοι σκέφτονται από το πρωί ως το βράδυ το χρήμα’. Βέβαια, κι εκείνος το σκεφτόταν γιατί το συζητούσε συνέχεια, πέρα από τους καθημερινούς καυγάδες με τη μητέρα αλλά δεν έγινε πλούσιος. Κάτι έφταιγε στη θεωρία του μάλλον που δεν πρόλαβε να εξετάσει.

Είχαν κι άλλοι στην οικογένεια ενδιαφέρουσες αμπελο-βιοθεωρίες. ‘Μονάχα ο Χάρος είναι πλούσιος παιδί μου’, μου έλεγε η θεία Βαμβακία και χαμογελούσε πικρά. ‘γι αυτό κοίτα να μπεις στο Δημόσιο, να χωθείς σε μια τρύπα, όπου να’ναι… να’χεις το σταθερό… το πρωί, πριν πας στη δουλειά, θα βάζεις τη μάσκα… το μεσημέρι που θα γυρνάς στο σπίτι θα τη βγάζεις… αυτό έκανε και ο θείος σου και μεγαλώσαμε τα ξαδέρφια σου…’
‘Τι εννοείς να βάζω τη μάσκα θεία;’, τη ρωτούσα, δήθεν αφελώς αλλά στην ουσία παρατείνοντας την επίσκεψή μου κανένα τεταρτάκι ακόμα. Ήξερα πως σ’αυτό το σημείο θα μου εξιστορούσε –όλο και περισσότερο περιληπτικά βέβαια από χρονιά σε χρονιά- τη δραματική ιστορία του θείου Ευάγγελου που κυνηγήθηκε ανελέητα από το κράτος της Δεξιάς και αντί να τελειώσει τη Νομική κατήντησε σταθμάρχης των ΣΕΚ. Βέβαια, φρόντιζα κι εγώ, πότε πότε να την ωθώ να προσθέσει κάποια νέα ‘ξεχασμένη’ λεπτομέρεια για να διανθίζεται η αφήγησή της και να αυξάνεται η ένταση. Και είτε έτσι είτε αλλιώς, συμμετείχα, ή προσποιούμουν ότι συμμετείχα στα δρώμενα. Δεν ήθελα να φανώ ότι την επισκεπτόμουν μονάχα για το καθιερωμένο χαρτζιλίκι. Που κι αυτό δεν έτυχε ποτέ κάποιας γενναίας αναπροσαρμογής!
Και μετά την ξαναρωτούσα.
‘Και τι είναι αυτή η μάσκα θεία;’
‘Η μάσκα του καλού και του υπάκουου… ό,τι σου λένε οι ανώτεροι θα το κάνεις κι ό,τι σου λένε οι περίεργοι θα πηγαίνεις παρά πέρα…’, εκεί συνήθως με κερνούσε ένα φοντάν, με ρωτούσε για το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο και ετοιμαζόμουν να πάρω τα χρήματα… πάντα τσαλακωμένα αλλά και πάντα με ένα χαμόγελο.

Έχω και κάτι ακόμα μιας σημαντικής, συναισθηματικής όμως, αξίας στη κατοχή μου. Μια παλιά κάμερα για ερασιτεχνικές κινηματογραφικές λήψεις. Μου την είχε δωρίσει ο νονός μου στις παλιές καλές εποχές που ερχόταν από τα ταξίδια του με τις βαλίτσες φορτωμένες με δώρα για όλους. Δεν δούλευε πια. Ήταν όμορφη όμως και την κρατούσα για να θυμάμαι το νονό μου. Τον θυμάμαι να με κοιτάζει με ένα συνωμοτικό βλέμμα και να με τσιμπάει στο μάγουλο. Και με την ίδια πάντα ερώτηση. ‘τι γίνεται ρε μπαγάσα, πως πάνε οι γκόμενες;’ Τώρα δεν ξέρω τι απάντηση περίμενε από ένα 8χρονο ή 10χρονο παιδί αλλά μάλλον ήταν μια έκφραση που αγαπούσαν οι ναυτικοί γιατί όλοι την έβρισκαν χαριτωμένη και χαμογελούσαν.

Κάποτε ο νονός μου είχε φέρει από την Ιαπωνία ένα βιολί. Ήταν κατάμαυρο και γυάλιζε. Κανείς στην οικογένεια δεν ήξερε βιολί ούτε και έμαθε ποτέ, απ’όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω βέβαια, αλλά ο νονός μου καμάρωνε πολύ γι αυτό. ‘Μου το χάρισε ο πρώτος!’, έλεγε και το χάιδευε λες και ήταν παιδί του. ‘Θα μάθεις βιολί Αντώνη;’, τον ρώτησε εκείνη την ημέρα στη βεράντα η μητέρα μου κρατώντας και ένα δίσκο με σπανακοπιτάκια που της άρεσε να φτιάχνει. ‘Βρε τι σε νοιάζει εσένα’, είπε εκείνος και μου έκλεισε το μάτι. ‘Είναι ακριβό… θα το βάλω στο σαλόνι… ωραίο δε θα είναι;… που ξέρεις, μπορεί αργότερα να μάθω να το γρατζουνάω κιόλας!’. Το βιολί έμεινε στο δικό μας σαλόνι τελικά κάποια χρόνια πριν αποφασίσει η μητέρα μου να το επιστρέψει μαζί με κάποια άλλα πράγματα στον αδερφό της πάνω σε ένα φοβερό καυγά. Παρά λίγο να το σπάσει από τα νεύρα της μάλιστα.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά η παρουσία αυτού του γιαπωνέζικου μαύρου βιολιού στο σπίτι μας δεν με ερέθισε ποτέ να στραφώ προς τη μουσική.

Αυτό που μου άρεσε πάντα ήταν να παρατηρώ τα γλυπτά. Μπορούσα να σταθώ επί ώρα μπροστά σε ένα άγαλμα και να το παρατηρώ. Καμιά φορά βυθιζόμουν σε μια παράξενη κατάσταση, θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς ‘έκσταση’ ή αν ήταν λιγότερο ευγενικός ‘αποβλάκωση’ και συνερχόμουν μονάχα από κάποια απότομη θερμοκρασιακή μεταβολή ή έναν οξύ πόνο στο σώμα μου από την ακινησία. Με γοήτευε η ‘ενεργητική’ αυτή ακινητότητα των αγαλμάτων… αυτή η ‘ένταση’ όπως λένε κάποιοι ειδικοί… καμιά φορά έκανα και κάποιες χρήσιμες σκέψεις, κάποιες παραβολές με την δική μου κατάσταση, τη δική μου ζωή που έμοιαζε, σκεφτόμουν, πολύ με την… σιωπηλή ‘ζωή’ ενός αγάλματος… η διαφορά μας ήταν πως συνήθως τα αγάλματα ή τα γλυπτά που θαύμαζα ήταν διάσημα ενώ εγώ θα τελείωνα κάποτε το βίο μου εντελώς άσημος.

Κάποτε, σε ένα μουσείο, καθώς είχα αρχίσει να βυθίζομαι πάλι στην γνωστή μου αυτή κατάσταση εμπρός από το εντυπωσιακό άγαλμα ενός εφήβου της ελληνιστικής περιόδου, άκουσα τη φωνή μιας νεαρής κοπέλας που είχε σταθεί δίπλα μου αλλά, φυσικά, δεν την είχα αντιληφθεί.
‘Μου φαίνεται εντελώς αφύσικο όλο αυτό!’
Γύρισα, ομολογώ ενοχλημένος από την βίαιη εξαγωγή μου από την ονειρική μου βυθιότητα και την κοίταξα. Ήταν μια μελαχρινή, κοντόσωμη κοπέλα με γυαλιά και ένα μολύβι στο στόμα της. Κρατούσε ένα μπλοκ ακουαρέλας και κοιτούσε τον έφηβο μάλλον απαξιωτικά.
Δεν είχα καμιά όρεξη να της μιλήσω αλλά δεν ήθελα και να μετακινηθώ από το προνομιακό σημείο που είχα για να θαυμάζω το άγαλμα.
‘Τι να αποτυπώσεις στο καμβά απ’αυτό; Μου λες;’, είπε και δεν φάνηκε να απευθύνεται σε κανέναν… στον εαυτό της μόνο.
Γύρισα και κοίταξα πάλι τον μαρμάρινο έφηβο. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
‘Αυτές οι γραμμώσεις στους κοιλιακούς… σκέτη αλαζονεία!’, κραύγασε με την βεβαιότητα του εξπέρ που καλείται δυσφορώντας να ανεχτεί την ταπεινή δημιουργία ενός βλάκα.
Γύρισα να την κοιτάξω πάλι. Είχε αρχίσει να σχεδιάζει κάτι κι εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω πως, με πλημμύρισε μια ακατανόητη επιθυμία να της αρπάξω το μπλοκ από τα χέρια της και να το κάνω χίλια κομμάτια!
Η επιθυμία αυτή δεν επικράτησε. Το αντίθετο. Ήταν η γυναίκα που έμελλε να με συντροφεύσει για τα επόμενα 3 χρόνια της ζωής μου ως τη στιγμή που αισθάνθηκε να ‘πνίγεται’ από τη σχέση μας και αναζητώντας ‘ζωτικό χώρο’ με εγκατέλειψε.

Θυμάμαι πως εκείνο το απόγευμα που γύρισα στο σπίτι και αντίκρισα τις άδειες ντουλάπες και το σημειωματάκι στο γραφείο μου, ένιωσα μια τρομακτική πείνα για παγωτό φράουλα με σιρόπι σοκολάτα.
Πήγα στο γειτονικό ζαχαροπλαστείο, αγόρασα ένα κιλό, γύρισα στο ερημικό μου σπίτι, το έφαγα και έπεσα για ύπνο…

Ναι, τελικά, είμαι ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες.

Αυγ2010


 The alternative way.

Τετάρτη, Μαΐου 22, 2013

"Call me Ishmael…"





Το τέρας είναι αληθινό… πάντοτε ήταν… ξέραμε πως κρυβόταν σε εκείνα τα αρχαία βάθη, σε κείνα τα ανήλιαγα έγκατα του Απείρου και δεν τολμούσαμε να σκεφτούμε παρά μόνο τη μέρα που θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με τη μοχθηρία του, το βλέμμα του, την αβυσσαλέα ψυχή του. Γιατί το ξέραμε πως είχε κι αυτό ψυχή. Μονάχα που δεν μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε πόσο σκοτεινά, πόσο απόκοσμα ήταν τα χρώματά της. Κι όμως, έπρεπε κάποια στιγμή να αναμετρηθούμε μαζί του. Οι φωνές των προγόνων μας καλούσαν, οι ιαχές του χρόνου που ρυτίδωνε τη σκέψη μας, οι εφιάλτες που μας μαστίγωναν κάθε βράδυ. Το τέρας ήταν εκεί, βαθιά στις σπηλιές του Απέραντου και μας περίμενε. Κάπου κάπου ανέβαινε στην επιφάνεια, εμφανιζόταν σε όλη του τη φριχτή μεγαλοπρέπεια και ύστερα πάλι βυθιζόταν στα ανεξερεύνητα στρώματα της Δημιουργίας.
Δέσαμε την ύπαρξή μας με τη δική του. Τούτο θα γινόταν χωρίς αμφιβολία κάποτε. Και όσο αυτός ο νοσηρός ομφάλιος λώρος σφιγγόταν γύρω από το λαιμό μας, τόσο πιο καθαρό γινόταν το βλέμμα μας. Το τέρας είχε γεννηθεί μαζί μας. Ήταν ο Κάιν με το σημάδι στο μέτωπο που ζητούσε να μας παρασύρει στη δική του Άβυσσο. Ήταν ο Λεβιάθαν και όλα τα ανοσιουργήματα του Κακού που αιμοδοτούσαμε από την ώρα που είδαμε το φως αυτού του κόσμου. Και όσο αυξανόμασταν εμείς και ο κόσμος, τόσο κι αυτό αυξανόταν μέσα μας. Και θα ερχόταν η στιγμή που ως και τα αρχέγονα βάθη του είναι δεν θα του ήταν αρκετά. Θα ερχόταν η ώρα που θα διεκδικούσε το φως και τον ορίζοντα. Και τότε, οι φωνές στο κεφάλι μας θα γίνονταν κραυγές και ουρλιαχτά και ριπές πύρινης βροχής.

Και αναλάβαμε κάποια μέρα την μεγάλη και σπουδαία αποστολή. Και βγήκαμε στα ανοιχτά της ύπαρξης για να το ανταμώσουμε. Και φορέσαμε μονάχα το πανωφόρι της ελπίδας και στα χέρια μας κρατάμε σφιχτά τα καμάκια με τις ποτισμένες στο δηλητήριο του μίσους αιχμές. Χρειάστηκε όλο το κουράγιο των αιώνων για να ανοιχτούμε μεσοπέλαγα και για τούτη την αναμέτρηση με το τέρας δεν περισσεύει κανείς.

Και είμαστε ακόμα σε τούτη την αρχαία σιωπή, στη θάλασσα των ναυαγίων και το περιμένουμε. Το ξέρουμε, είναι εκεί, κάτω, μας περιμένει, μας μετράει… μας ανασαίνει… συσσωρεύει όλη του τη δύναμη, καταστρώνει το τελικό του σχέδιο. Θα μας αφανίσει ακέραιους. Έτσι το θέλει. Θα μας οργώσει, θα μας αναλώσει.

Και έχει πέσει ο άνεμος εδώ και χρόνια αμέτρητα πια που δεν μετριέται σε ζωές ανθρώπινες. Και στην απόλυτη νηνεμία, την αρρωστημένη αυτή άπνοια, γεννιούνται οι πιο φρικαλέοι στοχασμοί… καλύτερα έτσι… για να μπορέσουμε να το αντικρίσουμε ολοκάθαρα όταν θα αναδυθεί κάποια στιγμή που οι καρδιές όλων μας θα συντονιστούν… καλύτερα έτσι… για να μιχτεί το αίμα μας με τη πηχτή αυτή παράξενη θάλασσα που μας σηκώνει αφιλόξενα στη ράχη της…

Και ο πρώτος που θα το δει απ’το ψηλότερο κατάρτι και θα ουρλιάξει ‘εκεί ξεφυσάει!’ θα ξέρει μέσα στη βασανισμένη του ψυχή πως θα είναι και ο πρώτος που γιορτάζει με μια κραυγή το χαμό του…

Τετάρτη, Μαΐου 15, 2013

Πρωτουργοί...




Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο εξερευνητή; Τι τον σπρώχνει να φύγει; Να μακρυνθεί, να χαθεί;

Συζητούσαν για ώρες. Ήταν φίλοι, κάτι περισσότερο… πολλά χρόνια τώρα. Ο ένας έβρισκε ανάπαυση στο στοχασμό του άλλου. Χρειάζονταν μόνο λίγα λεπτά κάθε φορά για να αισθανθούν αυτό το πρωτογενές ρίγος της μεγάλης φιλίας, της βαθιάς αγάπης που πολύ σπάνια ευλογεί τους ανθρώπους. Κι είχαν πάντοτε ερωτήματα ανήσυχα όταν αντάμωναν. Και μια γλυκύτητα ειρήνης όταν χώριζαν.
Τα ερωτήματα δεν τίθονταν για να απαντηθούν. Δεν έχουν αυτό το λόγο ύπαρξης ποτέ τα ερωτήματα. Τα σημαντικά και μεγάλα ερωτήματα τίθενται για να τα ψελλίσεις, να τα ακούσεις, να γευτείς το μέγεθός τους… να πάρουν τις διαστάσεις τους αφού εκφωνηθούν, να καταλάβουν το ζωτικό τους χώρο… κάποτε, μερικά από αυτά θα απαντηθούν, ίσως ελάχιστα, ίσως κανένα…

Τι είναι αυτό που δεν βρίσκει καταφυγή στο τώρα, στο εδώ και αναζητά πάντα έναν άλλο χώρο, έναν άλλο τρόπο, έναν άλλο κόσμο;

Η σπουδαιότητα της φιλίας δεν είναι μονάχα η συγκλονιστική αίσθηση πως δεν είσαι, έστω για λίγο, έστω και σε κάποιο βαθμό μόνος… είναι πως έχεις μια γέφυρα επικοινωνίας και μια τράπεζα κοινωνίας με μια ψυχή που μπορεί να πάλλεται σε συνήχηση με τη δική σου… τούτο και μόνο αρκεί για να σιγήσει τους φοβερούς δαίμονες που θορυβούν μέσα σου, τούτο και μόνο αρκεί κάποιες φορές για να αισθανθείς την ίδια τη ζωή και το κατηγόρημά της.

Τι νοηματοδοτεί το βίο αν όχι η ίδια η διακινδύνευσή του; Να συσσωρεύεις διαρκώς και να στερεώνεις οικοδομήματα του ψεύδους… το ένα πάνω στο άλλο… το ένα πιο σαθρό από το άλλο… δεν μπορεί να είναι αυτό… τι αξιοδοτεί το βίο αν όχι ο κρυφός πόθος να τον ακυρώσεις; Να τον εκτοξεύσεις σε μια άλλη διάσταση; Να τον πυροδοτήσεις με το δικό σου, ολόδικό σου πυρ και να τον αναλώσεις;

Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωναν, άλλαζαν όμως όσα τους έδεναν βάθαιναν και αποκτούσαν μια ποιότητα παράξενη και εντελώς καινούργια. Δεν έρχεται η φθορά ποτέ όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει υπάρξει η συντριβή της απογοήτευσης, η ήττα της προδοσίας, η περιπέτεια της εγκατάλειψης. Δεν θα νικήσει η φθορά όταν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν έχει εκμαυλιστεί η ιερότητα του βλέμματος, δεν έχει δηωθεί το άβατο της εμπιστοσύνης, δεν έχει απαλλοτριωθεί το πιο μυστικό δωμάτιο της σιωπής… δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τις φωνές του κόσμου και επιβίωσαν έχουν καλές ελπίδες να περπατούν μαζί για χρόνια. Δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τη τρομερή σιωπή της ύπαρξης και δεν δείλιασαν, δεν έφυγαν, δεν λιποτάκτησαν… θα είναι μαζί για πάντα…

Τι κάνει το βήμα μας τόσο βαρύ, τόσο αβέβαιο; Αν το νόμισμα για να πληρωθεί τούτη η αγωνία ήταν ένα σύμπαν, θα στο προσέφερα ευχαρίστως αδελφέ μου… ίσως να μην το έχω κι όμως, επειδή ακριβώς είσαι κοντά μου, το διεκδικώ…
Σκέψου μονάχα, κάθε φορά που ανταμώνουμε, το σύμπαν αυτό αλλάζει… με έναν περίεργο, όμορφο, μουσικό τρόπο… για λίγο, για λίγο έστω, εμείς είμαστε οι πρωτουργοί τούτης της κοσμογένεσης… για πολύ λίγο έστω, το χώμα θα το πλάσουμε στα δικά μας χέρια… κι αν όταν χωρίσουμε ο πύργος χαλάσει και διαλυθεί, όσα βιώσαμε έγραψαν στη ψυχή μας
Και δεν χάνονται

Αφού σου μιλώ ακόμα και το ρίγος σπάει τούτες τις συλλαβές… όχι, δεν χάνονται…


Unfinished symphony
Ben Goossens 

Τρίτη, Μαΐου 07, 2013

Ελευθερία και απελευθέρωση...




Αν το αίτημα της ελευθερίας δεν ήταν τόσο δυσδιάκριτο από ένα άλλο, όμορο αλλά σχεδόν κατοπτρικό, αυτό της απ-ελευθέρωσης, ίσως να μην υπήρχε καν αιτία και λόγος ύπαρξης φιλοσοφικών ερωτημάτων… γιατί ακόμη κι ο θάνατος που η μελέτη του, ως γνωστόν κατά τον Πλάτωνα, είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας, δεν έχει προβολικά σημεία, δεν έχει δηλαδή υπαρκτικές ορίζουσες που να είναι αντιληπτές από τον άνθρωπο, αν δεν τίθενται σε συνάφεια και συνοχή και… συνενοχή με το αίτημα της ελευθερίας… κι έτσι, με συνέπεια και ακολουθία, το ανθρώπινο ον, συγχέοντας την ελευθερία με την απελευθέρωση, στέκεται αλαζονικά και με έπαρση όρθιο και κοιτάζει τα άστρα… ενώ θα έπρεπε να κοιτάζει τα ένδον άστρα, τους ένδον γαλαξίες, τους ένδον κόσμους… ας πούμε ότι απελεύθερος είναι εκείνος που ρουφάει άπληστα το οξυγόνο της ζωής και παλεύει να την παρατείνει έστω κι ένα λεπτό όχι για να της δώσει ένα περιεχόμενο αλλά, απλώς για να ζήσει… πόσο απλό είναι αυτό το ‘απλώς’ είναι ένα άλλο ζήτημα… τουναντίον, ο ελεύθερος άνθρωπος δεν έχει καν την ανάγκη να ζήσει ή να μην ζήσει οτιδήποτε, να πράξει ή να μην πράξει, να σκεφτεί ή να αδρανήσει, να ομοιάσει με ένα ανώτερο Ον ή να παραμείνει σκυφτός και αθέατος στον ενικό του χώρο…


Με μια ανάστροφη πορεία, το οντολογικό ‘θέαμα’ δεν έχει καμιά άλλη προϋπόθεση παρά την ίδια τη βουλητική του ορμή… είναι αξιοθαύμαστο το πώς η ίδια η δίψα για ελευθερία οδηγεί στο έγκλημα κι εκεί ταυτίζεται με την πρώτη πράξη του δράματος που είναι η δράση της απελευθέρωσης… τα ζητήματα αυτά δεν είναι τόσο απλά, θα πει κάποιος… κι όμως, ενίοτε τίθενται και στον πιο ‘απλό’ νου… το ότι τα εγκαταλείπει γρήγορα λόγω περιπλοκότητος δεν σημαίνει ότι δεν εγέρθησαν…

Κι ενώ η απελευθέρωση μοιάζει με την σκεπτόμενη δραστηριότητα, η ελευθερία είναι η καθαρή δράση… άλλο ένα χτυπητό παράδειγμα διαχωρισμού του βήματος του πλαδαρού και αναιμικού όντος που λέγεται ‘άνθρωπος’ και του σφριγηλού εκείνου αρχετύπου του, του πολεμιστή… γιατί ο πολεμιστής – που πρέπει να είναι πάντα ‘άψογος’ καθώς λέει και ο Δον Χουάν στον Καστανέντα – περιφρονεί κάθε κίνηση προς και απολαμβάνει την ίδια την κίνηση… δεν έχει να σκεφτεί τίποτα, δεν ρυπαίνει το είναι του με τα τοξικά απόβλητα του νου – τη σκέψη δηλαδή. Ο πολεμιστής είναι ελεύθερος ακόμη και στη φυλακή ή στο καλύβι του… ο καθημερινός άνθρωπος είναι σκλάβος ακόμη και στον ευρύτερο ωκεανό…


Και αν αποφασίσεις να αποδεσμευτείς από την βουλητική ορμή και να την τιθασέψεις, τι συμβαίνει; Ίσως αναρωτηθεί κάποιος… το ίδιο το ερώτημα όπως και τόσα άλλα ερωτήματα, αποτελέσματα νοητικών… κενώσεων, δεν έχουν καμία σημασία. Ο νους ρωτάει, ο νους απαντάει… Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει… ακόμα κι όταν έχει αποφασίσει ότι έπαυσαν οι ερωτήσεις και έχει δώσει επαρκείς 'απαντήσεις' και πάλι δικό του έργο είναι. Το σκηνοθέτησε, το επένδυσε μουσικά, πρωταγωνιστεί ο ίδιος – σε πολλές μορφές και όψεις – του δίνει την αρχή που θέλει και επίσης συνήθως ένα happy end που τον βολεύει… 


Η ελευθερία, αδελφή και ομογάλακτη του Αχανούς, δεν ζητάει, δεν απαιτεί, δεν θωπεύει, δεν συγχωρεί… και το πιο τρομακτικό, αδύνατον να το αφομοιώσει ο άνθρωπος... δεν ενδιαφέρεται...οι δονήσεις της είναι τόσο καθαρές που δεν τις μολύνει ποτέ ο ρόγχος του νου…


Όμως περιμένει… τους ημίτρελους, τους ήρωες, τους μύστες και τους ποιητές…

Σάββατο, Μαΐου 04, 2013

Ανοιχτή όδευση...





Χωρίς τις «εξαρτήσεις αρχής και τέλους»...
Να κινείσαι μέσα στον ‘ερωτοχώρο’ και να μην έχεις το βλέμμα αιχμάλωτο, την καρδιά δέσμια, το νου κριτή και ανακριτή.
Να ευφραίνεσαι από την ανοιχτοσύνη της ίδιας της δράσης και να γίνεσαι άπληστος. Άπληστος για το απόλυτο που δεν θα κατακτήσεις ποτέ.
Να μην στερεώνεσαι ούτε στο βλέμμα ούτε στο πρόσωπο. Ακόμα κι εσύ ο ίδιος να είσαι ανεπαρκής, ακόμα κι εσύ ο ίδιος να είσαι απλήρωτος, ανέστιος, ενδεής.
Και μαζί, έτοιμος να πληρωθείς, να βιώσεις, να εμπειρωθείς, να εκταθείς…

Ανοιχτή όδευση…

Χωρίς τις εξαρτήσεις αρχής και τέλους…

Και ως αυτοδέσμευση δόκιμος μιας ελευθερίας που μονάχα το Αχανές μπορεί να σου προσφέρει.
Μιας ελευθερίας που μπορεί να σε αναστήσει.
Αλλά μπορεί και να σε σκοτώσει…

http://anmikon.ismyreal.name/-4.html


Freedom
Marcin Sobas